Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΨΕΙΣ ΑΠΟ ΕΙΔΙΚΟΥΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΨΕΙΣ ΑΠΟ ΕΙΔΙΚΟΥΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2012

Τι είναι αυτόφωρο έγκλημα και ποιά τα Δικαιώματά μας σε αυτή την περίπτωση


Γράφει ο Χρήστος Ηλ. Τσίχλης, Δικηγόρος Αθηνών
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 242 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, έχουμε αυτόφωρο έγκλημα, εφόσον σε κάθε περίπτωση δεν έχει περάσει ολόκληρη η επόμενη μέρα από τη...
διάπραξη του εγκλήματος και συντρέχει μία από τις εξής περιπτώσεις:

1. Το έγκλημα είναι εν τω πράττεσθαι, δηλαδή όταν ο δράστης συλλαμβάνεται αμέσως τη στιγμή εκείνη, που διαπράττει την αξιόποινη πράξη.

2. Όταν ο δράστης έχει ήδη ολοκληρώσει την πράξη του, αλλά σε πρόσφατο χρόνο. Αναφέρονται ενδεικτικά (που σημαίνει ότι και άλλες περιπτώσεις υπάγονται εδώ) στην παραπάνω σχετική διάταξη ιδίως:

α) η αμέσως, μετά την τέλεση της πράξης, καταδίωξη του δράστη από τη δημόσια δύναμη, ή από τον παθόντα ή με δημόσια κραυγή,

β) η σύλληψη - οπουδήποτε - του δράστη, που φέρει αντικείμενα ή ίχνη από τα οποία συμπεραίνεται ως πολύ πιθανόν ότι αυτός διέπραξε το έγκλημα, πριν από λίγη ώρα.

Β. Χρονκά όρια αυτόφωρου.

Τα χρονικά όρια του αυτόφωρου αρχίζουν από της στιγμής της τέλεσης της αξιόποινης πράξης και εκπνέουν με τη παρέλευση ολόκληρης της επόμενης μέρας (12η ώρα βραδυνή), η οποία (επόμενη μέρα) κατά τη κρατούσα και ορθότερη πρέπει να υπολογίζεται από μεσονύκτιο της μέρας που ετελέσθη η πράξη, σε μεσονύκτιο (12η ώρα βραδυνή) της επόμενης μέρας, που αποτελεί και ακριβές σημείο εκπνοής του χρονικού ορίου του αυτοφώρου. Συνεπώς μπορεί να υπάρξει ανώτατο χρονικό όριο αυτοφώρου έως και 48 ώρες (για ακρίβεια 47 ώρες και 59 πρώτα λεπτά) π.χ. αν η αξιόποινη τελέσθηκε την 0 και 1' ώρα σήμερα, η διάρκεια του αυτόφωρου θα είναι κατ ανώτατο χρονικό όριο 47 ώρες και 59 πρώτα λεπτά. Πρακτική συνέπεια της παρελεύσεως του χρόνου του αυτοφώρου είναι ότι κανένας κατά το νόμο δεν μπορεί να συλληφθεί ως δράστης αυτοφώρου (δηλ. χωρίς κοινοποίηση νόμιμου δικαστικού εντάλματος).
Σε πλημμελήματα που είναι τα πραγματικά περιστατικά ξεκάθαρα και ο δράστης έχει συλληφθεί μέχρι το πέρας της επόμενης ημέρας από την τέλεση της πράξης ακολουθείται η διαδικασία του αυτοφώρου, η υπόθεση εισάγεται δηλαδή χωρίς προδικασία απευθείας στο Αυτόφωρο Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο.

Η ΚΡΙΣΗ ΠΕΡΙ ΥΠΑΡΞΗΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟΦΩΡΟΥ: Πρέπει να σημειωθεί ότι ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών κρίνει σε κάθε περίπτωση για το αν υπάρχει ή όχι αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα, αφού ο νόμος του δίδει το δικαίωμα έκδοσης εντάλματος σύλληψης κατά του διωκόμενου δράστη του επ αυτοφώρου εγκλήματος (άρθ. 275 παρ 3 ΚΠοινΔ), μέσα στα νόμιμα χρονικά όρια του αυτόφωρου.

Στα επ αυτοφώρω εγκλήματα που διώκονται κατ έγκληση (δηλ. σε εκείνα που απαιτείται καταγγελία του παθόντος, προκειμένου ν ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του δράστη) απαγορεύεται η σύλληψη του επ αυτοφώρω δράστη, αν δεν προηγηθεί η κατά νόμον (άρθ. 275 παρ 2 ΚΠοινΔ) υποβολή έγκλησης του παθόντος εντός του χρόνου που διαρκεί το αυτόφωρο.
ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΜΑΣ:
Μπορεί να συλληφθούμε και να οδηγηθούμε στο αστυνομικό τμήμα κάτω απ την δικαιολογία ότι έχει διαπραχτεί κάποιο αυτόφωρο έγκλημα. Όταν η αθωότητα μας είναι φανερή,διαμαρτυρόμαστε έντονα.

Στο τμήμα δίνουμε μόνο τα στοιχεία μας και αρνούμαστε να απαντήσουμε σε άλλες ερωτήσεις ... βιογραφικά, κατάσταση κατηγορουμένου κ.λ.π ή να τις υπογράψουμε. Αρνούμαστε να δώσουμε δείγμα γραφικού χαρακτήρα.

Μετά από αυτά,απαιτούμε να μας αφήσουν ελεύθερους και αν όχι,να μας δηλωθεί ότι είμαστε κατηγορούμενοι. Εάν είμαστε κατηγορούμενοι, υπογραφούμε την έκθεση σύλληψης αφού βεβαιωθούμε ότι σ αυτή γράφεται η ακριβής ώρα σύλληψης.

Κατόπιν απαιτούμε να τηλεφωνήσουμε σε συγγενείς μας και στον δικηγόρο μας. Αρνούμαοτε σταθερά οποιαδήποτε συζήτηση, κατάθεση κλπ, προτού επικοινωνήσουμε με το δικηγόρο μας.

Η αστυνομία συχνά κάνει προανάκριση, και χωρίς εισαγγελική παραγγελία. Το να αρνηθούμε να απαντήσουμε σαν κατηγορούμενοι στην αστυνομική ανάκριση δεν είναι αδίκημα.

Μπορούμε να καταθέσουμε μόνο με τη φράση αρνούμαι τις κατηγορίες και να το υπογράψουμε ακόμα και αν δεν παρίσταται ο δικηγόρος μας.

Αμέσως ή το πολύ σε 24 ώρες πρέπει να οδηγηθούμε στον εισαγγελέα.

Αν τώρα περάσει το 24ωρο και δεν έχουμε πάει στον εισαγγελέα, διαμαρτυρόμαστε έντονα και απαιτούμε σύμφωνα με το Σύνταγμα να μας αφήσουν ελευθέρους. Μόνο στην περίπτωση που ο τόπος σύλληψης δεν ανήκει στην έδρα του εισαγγελέα, μπορεί να παραταθεί το 24ωρο, και πάντα όχι περισσότερο από τον αναγκαίο χρόνο για την μεταφορά του κρατούμενου. Η παραβίαση αυτών των προθεσμιών είναι ποινικό αδίκημα για τους υπεύθυνους αστυνομικούς, οπότε μπορούμε να τους μηνύσουμε.

Αν μας οδηγήσουν στον εισαγγελέα, πέραν του 24ώρου, διαμαρτυρόμαστε και εδώ έντονα, απαιτούμε να αφεθούμε ελεύθεροι, και με τον δικηγόρο μας υποβάλλουμε ένσταση.

Αν οδηγηθούμε εμπρόθεσμα, ο εισαγγελέας αποφασίζει αν θα ασκήσει δίωξη ή όχι.

Από τη στιγμή που ο εισαγγελέας μας απαγγείλει την κατηγορία, μπορεί:

(α) ή να μας αφήσει ελεύθερους, και να προσδιορίσει ρητή δικάσιμο

(β) ή να μας παραπέμψει στο αυτόφωρο δικαστήριο (άμεσα ή το αργότερο σε 24 ώρες)

(γ) ή να διατάξει συμπλήρωση της προανάκρισης στο αστυνομικό τμήμα (οπότε ζητούμε να αφεθούμε προσωρινά ελεύθεροι)

(δ) ή τέλος αν θεωρήσει ελλιπή τα στοιχεία, να μας παραπέμψει στον ανακριτή για κυρία ανάκριση (άμεσα), οπότε λήγει και η συνοπτική διαδικασία του αυτόφωρου.

Τώρα στο αυτόφωρο Δικαστήριο, μπορούμε να ζητήσουμε τριήμερη αναβολή (το δικαστήριο τη δίνει υποχρεωτικά). Ακόμα το δικαστήριο αποφασίζει για τη συνέχιση ή μη της κράτησης.

Στον ανακριτή πάλι μπορούμε να ζητήσουμε τριήμερη (τουλάχιστον) προθεσμία για να απολογηθούμε (που μας δίνεται υποχρεωτικά). Μέχρι την απολογία μπορεί να αφεθούμε προσωρινά ελεύθεροι. Μετά την απολογία στον ανακριτή, ο ανακριτής πρέπει άμεσα ή το πολύ σε 24 ώρες σε συνεργασία με τον εισαγγελέα είτε να εκδώσει ένταλμα προφυλάκισης στα αδικήματα που ο νόμος το επιτρέπει, είτε να μας αφήσει ελεύθερους (και να παραπέμψει την υπόθεση σε Δικαστικό Συμβούλιο).

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

Η ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΣΤΗ ΛΗΨΗ, ΣΥΝΤΑΞΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ


Δημοσιεύθηκε στο Νομικό περιοδικό ΣΥΝήΓΟΡΟΣ,  τεύχος 84/2011, σελ. 84, 85, 86.

Συντάκτης: Κωστής Δεμερτζής, δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω







Το ζήτημα της ουσιαστικής διασφάλισης της αρχής της «συλλογικής ευθύνης των δικαστών» για την δικαστική απόφαση από την δικονομική ρύθμιση της διαδικασίας λήψης, σύνταξης και δημοσίευσης της δικαστικής απόφασης
Μια νομοθετική πρόταση της Μ.Κ.Ο. «Σύλλογος Πατρότης» προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης
Συντάκτης: Κωστής Δεμερτζής, δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω
*  *  *
Μικρό εισαγωγικό: Το πρόβλημα της ποιότητας των δικαστικών αποφάσεων είναι ζήτημα πολύ σοβαρό, αφού θίγει αυτήν καθ’ εαυτήν την ουσία της απόδοσης της δικαιοσύνης.
Από τους ενδιαφερόμενους φορείς, μεταξύ των οποίων και οι δικηγορικοί σύλλογοι, και το Υπουργείο Δικαιοσύνης, έχει δοθεί πρόδηλα μονομερής έμφαση στον ποσοτικό παράγοντα της απόδοσης δικαιοσύνης, δηλαδή στον ρυθμό παραγωγής δικαστικών αποφάσεων. Πόσο διαρκεί μια δίκη, πόσο διαρκεί η έκδοση απόφασης από την συζήτησή της, κ.τ.λ.
Ωστόσο, το πρόβλημα της ποιότητας των δικαστικών αποφάσεων είναι ακόμα σοβαρότερο, και είναι πολύ γνωστό σε όλους τους ενδιαφερόμενους, χωρίς να προβάλλεται με την ανάλογη έμφαση, για λόγους που θα αναπτυχθούν με άλλη ευκαιρία.
Δύο παράγοντες που πρέπει να διασφαλιστούν είναι, αφενός η ποιότητα του δικαστή και της δουλειάς του, δηλαδή κατά πόσον είναι επαρκής ο ίδιος και εξετάζει με επάρκεια την κάθε δικογραφία και, αφετέρου, ο τρόπος της συλλογικής παραγωγής της δικαστικής απόφασης, από τις πολυμελείς συνθέσεις. Η διασφάλιση των παραπάνω πρέπει να είναι, καταρχάς, προληπτική, υπό την έννοια ότι είναι πολύ καλύτερο να προλαμβάνεις, παρά να αναζητάς τρόπους διόρθωσης όταν το κακό έχει γίνει.
Σε μία από τις διαστάσεις της ποιότητας της δικαστικής απόφασης, την διαδικασία της συλλογικής παραγωγής των πολιτικών αποφάσεων, αναφέρεται η ακόλουθη πρόταση, η οποία κατατέθηκε στον Υπουργό Δικαιοσύνης, με αφορμή δύο περιπτώσεις δικαστικών αποφάσεων πολυμελούς συνθέσεως, οι οποίες, από το επίπεδό τους (νομικό, αλλά και συνολικής εκδικάσεως της υπόθεσης), έθεταν σοβαρά ερωτήματα, τόσο για την ποιότητα του δικαστή που τις παρήγαγε, όσο και για τον τρόπο που λειτούργησαν τα λοιπά μέλη της συνθέσεως, για να ανταποκριθούν στην (τύποις ισχύουσα) αρχή της «συλλογικής ευθύνης των δικαστών».
Το ζήτημα αυτό είναι – και πρέπει να αποτελέσει – αντικείμενο συζήτησης κατά τις επικείμενες εκλογές των δικηγορικών συλλόγων. Σ’ αυτές ακούγονται μερικές φορές ανησυχητικά επιπόλαιες προτάσεις, όπως ότι, εφόσον – ανεπισήμως – είναι γνωστό ότι «δεν γίνονται διασκέψεις», πρέπει να καταργηθούν, ή να περιοριστούν ριζικά οι πολυμελείς συνθέσεις, για να έχουμε ταχύτερες δίκες.
Audiatur, συνεπώς, και την altera pars, όπως ακολουθεί αμέσως μετά.
*  *  *
Νομική ανάπτυξη
Οι γενικές δικαιακές Αρχές, οι οποίες ισχύουν για όλα τα είδη των Δικαστηρίων, συνεπώς και για το Πολυμελές Πρωτοδικείο, και θεσμοθετούνται απευθείας στο Σύνταγμα, και ιδίως στο άρθρο 93 παρ. 3, όπου ορίζεται ότι:
 «Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη και απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση. Νόμος ορίζει τις έννομες συνέπειες που επέρχονται και τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβίασης του προηγούμενου εδαφίου. Η γνώμη της μειοψηφίας δημοσιεύεται υποχρεωτικά. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την καταχώριση στα πρακτικά ενδεχόμενης μειοψηφίας, καθώς και τους όρους και τις προϋποθέσεις της δημοσιότητάς της».
Κατά την ερμηνεία εφαρμογή της εν λόγω βασικής δικαιακής αρχής, πρέπει να έχουμε υπόψη τις εξής αναγκαίες προϋποθέσεις και ταυτόχρονα συνέπειες, χωρίς τις οποίες η αρχή της αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων δεν είναι νοητή:
-        Η απόφαση εκδίδεται από «το δικαστήριο». Αυτό σημαίνει ότι η έκδοση είναι πράξη από κοινού όλων των δικαστών της σύνθεσης, οι οποίοι και συνευθύνονται, κατά την αρχή της συλλογικής ευθύνης των δικαστών.
-        Η αρχή της συλλογικής ευθύνης τονίζεται από το δικαίωμα του δικαστή να ζητήσει να περιληφθεί στην αιτιολογία, όπως θα δημοσιευθεί, την γνώμη του. Η «γνώμη της μειοψηφίας» μπορεί να είναι αποκλίνουσα (όπως κατά κανόνα συμβαίνει στις ελληνικές δικαστικές αποφάσεις), μπορεί και συγκλίνουσα (πολλά παραδείγματα σε αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, και σε αποφάσεις των ανωτάτων δικών μας δικαστηρίων, ιδίως των Ολομελειών του ΣτΕ, αλλά ενίοτε και του Α.Π.).
-        Αυτό σημαίνει ότι ο κάθε δικαστής της σύνθεσης που εξέδωσε την απόφαση ευθύνεται όχι μόνο για το διατακτικό της απόφασης, αλλά και για τις αιτιολογίες της, μέχρι τελευταίας σκέψεως, διατυπώσεως και λέξεως.
Στον παραπάνω προβληματισμό η λέξη «ευθύνη» νοείται καταρχάς με την γενική έννοια, της προσωπικής απόδοσης της απόφασης στον δικαστή της σύνθεσης, τρόπον τινά την «ευθύνη της υπογραφής» της απόφασης, την κάλυψη της απόφασης με το δικαστικό κύρος, την θεσμική ευθύνη, την προσωπική εγγύηση για την απόφαση που θα εκδοθεί, όπως αυτή θα υπάρχει τυπωμένη, εν τω συνόλω της, ως αιτιολογικό και διατακτικό. Κάθε ειδικότερη έννοια της «ευθύνης», όπως αστική, ποινική ή πειθαρχική, κατά τις ειδικότερες νομοθετικές προβλέψεις, απορρέει από την παραπάνω γενική έννοια, ήτοι την «ευθύνη της υπογραφής»του δικαστή στην απόφαση.
Ενόψει των παραπάνω, πρέπει να εξεταστεί εγγύτερα η τήρηση της αρχής της συλλογικής ευθύνης ως προς τις αιτιολογίες των δικαστικών αποφάσεων, σε επίπεδο διαδικασίας εκδόσεως δικαστικών αποφάσεων, όπως αυτή ρυθμίζεται από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
*  *  *
Όπως ισχύει, ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, ορίζει την διαδικασία λήψης και εκδόσεως των δικαστικών αποφάσεων στα άρθρα 300 και επόμενα, ως εξής:
Στο άρθρο 300, ορίζεται ότι:
«η απόφαση εκδίδεται μόνο από το δικαστή που έλαβε μέρος στη σύνθεση του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση ύστερα από την οποία εκδίδεται, και στα πολυμελή δικαστήρια ύστερα από διάσκεψη και ψηφοφορία όλων των δικαστών που έλαβαν μέρος στη συζήτηση».
Στην παραπάνω διατύπωση, η λέξη «μόνο», αφορά και τα πολυμελή δικαστήρια, δηλαδή και στα πολυμελή δικαστήρια προϋπόθεση της έκδοσης της απόφασης είναι η διάσκεψη και ψηφοφορία ΟΛΩΝ των δικαστών που έλαβαν μέρος στη συζήτηση, και ΜΟΝΟΝ αυτών.
Το άρθρο 301 ορίζει την διεύθυνση, την εισήγηση, την συζήτηση και την ψηφοφορία κατά την διάσκεψη. Το αντικείμενο και περιεχόμενο της διάσκεψης δεν ορίζεται ειδικότερα.
Στο άρθρο 302, ρυθμίζεται η περίπτωση της διαφωνίας κατά την ψηφοφορία, ως εξής:
«1. Σε περίπτωση διαφωνίας επικρατεί η γνώμη της πλειοψηφίας. Αν το ζητήσει η μειοψηφία, η γνώμη της καταχωρίζεται στο αιτιολογικό της απόφασης με τον τύπο της αμφιβολίας, καθώς και στο πρακτικό της διάσκεψης. Στην απόφαση του Αρείου Πάγου καταχωρίζεται μόνο η γνώμη της πλειοψηφίας και στο πρακτικό της διάσκεψης η γνώμη της μειοψηφίας. 2. Αν κατά την ψηφοφορία σχηματιστούν περισσότερες από δύο γνώμες, εκείνοι που αποτελούν την ασθενέστερη μειοψηφία οφείλουν να προσχωρήσουν σε μία από τις επικρατέστερες γνώμες. Αν περισσότερες από τις ασθενέστερες γνώμες συγκεντρώνουν ισοψηφία, γίνεται ψηφοφορία για να αποκλειστεί η μία από αυτές και τότε εκείνοι που την ακολουθούν οφείλουν να προσχωρήσουν σε μία από τις άλλες γνώμες εωσότου σχηματιστεί πλειοψηφία. 3. Αν επέλθει ισοψηφία, προσλαμβάνεται και άλλος δικαστής και η υπόθεση συζητείται πάλι στο ακροατήριο».
Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 93 παρ. 3 Σ., κατά το οποίο «η γνώμη της μειοψηφίας δημοσιεύεται υποχρεωτικά», η διάταξη κατά την οποία, στην απόφαση του Αρείου Πάγου καταχωρίζεται μόνο η γνώμη της πλειοψηφίας, και η γνώμη της μειοψηφίας μόνο στο πρακτικό της διάσκεψης. Είναι απορίας άξιον πώς και γιατί παρέμεινε αυτή η σαφώς αντισυνταγματική διάταξη στο κείμενο της Πολιτικής Δικονομίας.
Κατά το άρθρο 303: «αν στη διάσκεψη διχαστούν οι ψήφοι, συντάσσεται πρακτικό, που υπογράφεται από τον πρόεδρο, εκείνους που μειοψήφησαν και το γραμματέα. Αν κάποιος από αυτούς πέθανε ή έπαψε να είναι τοποθετημένος στο δικαστήριο ή έχει άδεια, αυτό αναφέρεται στο πρακτικό και υπογράφουν οι υπόλοιποι».
Η διαδικασία δημοσίευσης της απόφασης ορίζεται στο άρθρο 304, ως εξής:
«1. Αφού περατωθεί η ψηφοφορία, ο εισηγητής δικαστής συντάσσει το σχέδιο της απόφασης που περιέχει το αιτιολογικό και το διατακτικό της, το οποίο χρονολογεί ο πρόεδρος και το υπογράφει αυτός και ο εισηγητής. Αν πρόκειται για απόφαση του προέδρου, του εισηγητή του άρθρου 341 παρ. 3, του μονομελούς πρωτοδικείου και του ειρηνοδικείου, το σχέδιο συντάσσει, χρονολογεί και υπογράφει ο δικαστής που εκδίδει την απόφαση.
2. Από το σχέδιο της παραγράφου 1 δημοσιεύεται η απόφαση σε δημόσια συνεδρίαση.
"3. Μετά τη δημοσίευση κάθε διάδικος δικαιούται να λάβει απλό φωτοτυπικό αντίγραφο του σχεδίου προκειμένου να μεριμνήσει για την καθαρογραφή με συμπληρωμένα τα στοιχεία που πρέπει, σύμφωνα με το επόμενο άρθρο, να αναφέρονται στο πρωτότυπο της απόφασης. Ο κατά την παράγραφο 1 εισηγητής ή δικαστής οφείλει να θεωρήσει ενυπογράφως, το ταχύτερο δυνατόν, το πρωτότυπο, το οποίο ακολούθως υπογράφεται αμέσως κατά το άρθρο 306"
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 305:
«Το πρωτότυπο της απόφασης πρέπει να αναφέρει:
1) τη σύνθεση του δικαστηρίου και, αν πρόκειται για πολυμελή δικαστήρια, το όνομα του εισηγητή δικαστή,
2) το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και την κατοικία των διαδίκων, των νόμιμων αντιπροσώπων και των δικαστικών πληρεξουσίων τους, και αναφέρεται αν αυτοί έχουν παραστεί και αν υπέβαλαν προτάσεις,
3) σύντομη περίληψη του αντικειμένου και της πορείας της δίκης,
4) το αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και
5) ότι η απόφαση δημοσιεύθηκε».
Κατά το άρθρο 306 ΚΠολΔ:
«1. Όποιος είχε διευθύνει τη συζήτηση και ο γραμματέας υπογράφουν το πρωτότυπο της απόφασης.
2. Αν όποιος είχε διευθύνει τη συζήτηση πέθανε ή έπαψε να είναι τοποθετημένος στο δικαστήριο ή βρίσκεται σε άδεια, υπογράφει στη θέση του ο αρχαιότερος κατά το διορισμό από τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση. Αν όλοι τους κωλύονται, υπογράφει ο προϊστάμενος του δικαστηρίου και, αν ούτε αυτός υπάρχει, υπογράφει μόνο ο γραμματέας. 3. Τα κωλύματα της παραγράφου 2 αναφέρονται στο πρωτότυπο της απόφασης
Σύμφωνα με το άρθρο 573 ΚΠολΔ, τα παραπάνω άρθρα εφαρμόζονται και στην διαδικασία της δίκης για την αναίρεση.
*  *  *
Στην παραπάνω ρύθμιση προκύπτει ένα εμφανές κενό: αυτό της ευθύνης του δικαστή της σύνθεσης πολυμελούς δικαστηρίου, για την το κείμενο της απόφασης, τόσο την αιτιολογία, αλλά και το διατακτικό της.
Αν παρακολουθήσει κανείς νοητικά την πορεία της απόφασης, αυτή ξεκινάει, τρόπον τινά, από τον εισηγητή, ο οποίος ετοιμάζει εισήγηση για την διάσκεψη των δικαστών που έλαβαν μέρος στη συζήτηση – και μόνον αυτών.
Πουθενά δεν ορίζεται το περιεχόμενο της εισήγησης, ούτε αν αυτό, στην περίπτωση, λ.χ., του Αρείου Πάγου, θα συμπίπτει με την «έκθεση του εισηγητή» που έχει κατατεθεί στην γραμματεία του δικαστηρίου προ της συζητήσεως, και έχουν λάβει γνώση οι διάδικοι (άρθρο 571 παρ. 4 ΚΠολΔ).
Στην τελευταία περίπτωση, το ορθό είναι να γίνει δεκτό ότι, νομικά, το περιεχόμενο της εισήγησης στην διάσκεψη μπορεί να διαφέρει από αυτό της «έκθεσης του εισηγητή», η οποία ετέθη εις γνώση των διαδίκων (όπως μπορεί να διαφέρει και ο εισηγητής). Διότι τότε μόνο θα είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη και κατά την διάσκεψη η συζήτηση στο ακροατήριο, τα υπομνήματα των διαδίκων κ.τ.λ. Ο Εισηγητής, συνεπώς, μπορεί να αλλάξει την «έκθεσή» του, η οποία, με το «συζητείται» της υπόθεσης, έχει εκπληρώσει τον προορισμό της.  
Η κατά τα άνω εισήγηση, κατά τα λοιπά, παρουσιάζεται σε διάσκεψη υπό την προεδρία του προέδρου του δικαστηρίου, και διεξάγεται ψηφοφορία.
Το αντικείμενο της ψηφοφορίας δεν καθορίζεται στον κώδικα. Σε κάθε περίπτωση, είναι σαφές ότι:
α) κατά την διάσκεψη και την ψηφοφορία δεν συντάσσεται πρακτικό – παρά μόνον στην περίπτωση της μειοψηφίας, και, συνεπώς, οι δικαστές που λαμβάνουν μέρος δεν «υπογράφουν» πουθενά,
β) κατά την διάσκεψη και την ψηφοφορία δεν υπάρχει το σχέδιο της απόφασης, το οποίο συντάσσεται εκ των υστέρων, από τον εισηγητή και υπογράφεται από αυτόν και τον πρόεδρο,
γ) Το πρωτότυπο της απόφασης θα φέρει υπογραφή του προέδρου και του γραμματέα.
*  *  *
Τίθεται, συνεπώς, το ερώτημα, κατά πόσον, ενόψει της παραπάνω διαδικασίας, μπορεί να θεωρηθεί διασφαλισμένη η ευθύνη του δικαστή της σύνθεσης για το τελικό κείμενο της απόφασης που θα εκδοθεί.
Τούτο διότι, κατά την διαδικασία που περιγράφεται παραπάνω, ο δικαστής της σύνθεσης που δεν είναι πρόεδρος ή εισηγητής (επί τριμελών συνθέσεων, ένας ή δύο δικαστές – γιατί μπορεί εισηγητής να είναι και ο πρόεδρος – επί πενταμελών οι τρεις ή τέσσερις δικαστές, ομοίως, κ.τ.λ.), δεν υπογράφουν πουθενά, αλλά και δεν συμμετέχουν καθόλου στην διαδικασία της παραγωγής της απόφασης μετά την διάσκεψη (δηλαδή δεν συμμετέχουν διόλου στην διαδικασία σύνταξης του σκεπτικού της απόφασης – το οποίο μπορεί να διαφέρει από την εισήγηση – στην οριστικοποίηση και υπογραφή του).
Οι δικαστές αυτοί, κυριολεκτικά, αποξενώνονται από την διαδικασία παραγωγής της απόφασης, μετά την ψηφοφορία, και πριν αυτή διατυπωθεί κατά το κείμενό της, δηλαδή, τόσο το σπουδαιότατο μέρος του αιτιολογικού, αλλά και κατά το ίδιο το διατακτικό, αφού από πουθενά δεν προκύπτει ότι, στο τέλος της διάσκεψης, έχει συνταχθεί τουλάχιστον το διατακτικό της απόφασης. Πώς μπορεί, στη συνέχεια, να θεωρηθούν υπεύθυνοι για το δικαστικό κείμενο που θα εκδοθεί με το όνομά τους;
*  *  *
Πρόκειται αναμφισβήτητα για νομοθετικό κενό – ένα σημαντικότατο κενό, και πρέπει να διερευνηθεί η έκτασή του.
Ειδικότερα:
-        Η δομή του θεσμού της δίκης και της έκδοσης της δικαστικής απόφασης καθιστά με βεβαιότητα τον δικαστή της σύνθεσης πλήρως υπεύθυνο της απόφασης που εκδίδεται, και στην οποία φέρεται ως δικάσας. Συνεπώς, ο δικαστής αυτός έχει το δικαίωμα να ελέγξει την απόφαση πριν το τελευταίο της στάδιο, δηλαδή ακριβώς πριν δημοσιευθεί.
-        Η δυνατότητα ελέγχου της απόφασης από τον δικαστή της σύνθεσης, όπως αυτή δημοσιεύεται, τυπικά τουλάχιστον, διασφαλίζεται στο άρθρο 304 παρ. 2, κατά το οποίο: «από το σχέδιο της παραγράφου 1 δημοσιεύεται η απόφαση σε δημόσια συνεδρίαση».
Ο δικαστής, δηλαδή, ο οποίος έχει ψηφίσει για την απόφαση στην διάσκεψη, κατά την εν λόγω νομοθετική πρόβλεψη, επανέρχεται στην διαδικασία και συμμετέχει στην δημοσίευση, «από το σχέδιο».
Αυτό σημαίνει ότι η δημοσίευση – κατά νόμον – νοείται:
α) φυσική, πραγματική, δημόσια
β) με φυσική, πραγματική, δημόσια παρουσία όλης της σύνθεσης του δικαστηρίου, και ειδικότερα αυτής που εξέδωσε την απόφαση και
γ) ενόψει του σχεδίου, το οποίο βρίσκεται στην έδρα, και τελεί υπό την γνώση και τον έλεγχο όλων των δικαστών της σύνθεσης.
Τέτοια διασφάλιση, όμως, είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη, για πολλούς λόγους, μεταξύ των οποίων είναι και ότι, στα περισσότερα Δικαστήρια, και ιδίως στα Πολιτικά, η «δημοσίευση» είναι τυπική, κατ’ ουσίαν μια πράξη της Γραμματείας, και δεν διασφαλίζει κανέναν απολύτως έλεγχο του κειμένου της απόφασης από τον δικαστή που δεν είναι εισηγητής της.
*  *  *
Σημειώνεται ότι, στην Ποινική Δικονομία, το πρόβλημα δεν είναι φλέγον σε ανάλογο βαθμό, όσο στην Πολιτική Δικονομία, κατά κύριο λόγο επειδή στην πρώτη από τις δύο υπάρχει αμεσότητα, άμεση εφαρμογή της αρχής της προφορικότητας, αμεσότητα της διάσκεψης, αμεσότητα και πραγματική εφαρμογή της δημοσίευσης των δικαστικών αποφάσεων, οι δικαστές της σύνθεσης γνωρίζουν κατά κανόνα την υπόθεση (η οποία εκτέθηκε ενώπιόν τους στο Ακροατήριο), η πρόταση του Εισαγγελέως δεν προέρχεται από «μέσα» από το Δικαστήριο, αλλά προωθεί την επεξεργασία της υπόθεσης, η διάσκεψη των πολυμελών Δικαστηρίων είναι πάντοτε πραγματική (εν τόπω και χρόνω!), και η δημοσίευση της απόφασης, έστω και με στοιχειώδες σκεπτικό, πραγματική και δημόσια. Ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο, η αρχή της συλλογικής ευθύνης των δικαστών λειτουργεί πολύ καλύτερα στην ποινική δίκη, απ’ ό,τι στην πολιτική (ή στην διοικητική), και γι’ αυτό τον λόγο, μάλιστα, οι διατυπώσεις μειοψηφούσας άποψης (καθώς και η διαφοροποίηση της απόφασης του Δικαστηρίου από την πρόταση του Εισαγγελέως) είναι σύνηθες και κανονικό φαινόμενο, κατ’ αντίθεση προς την καταθλιπτική «ομοφωνία» η οποία κυριαρχεί στις Πολιτικές αποφάσεις, η οποία δεν υποκρύπτει κατ’ αρχάς πραγματική συμφωνία των δικαστών, αλλά (κατά κανόνα) έλλειψη ελέγχου της απόφασης – και ιδίως των «αιτιολογιών» της – από τους λοιπούς δικαστές της σύνθεσης, πλην του εισηγητή.
Και στις ποινικές αποφάσεις, βεβαίως, παρόμοιο πρόβλημα υφίσταται, αν και σε μικρότερο βαθμό, στο μέτρο που η αιτιολογία της απόφασης συντάσσεται σε ημερομηνία αρκετά μετά την δίκη, από έναν μόνο δικαστή (τον Πρόεδρο, εκτός εάν μειοψήφισε, οπότε συντάσσεται από κάποιο δικαστή της μειοψηφίας). Άρα, ό,τι προτείνεται παρακάτω ενόψει της Πολιτικής Δικονομίας, θα πρέπει να εξεταστεί αναλόγως και ενόψει της Ποινικής (καθώς και της Διοικητικής) Δικονομίας.  

Πρόταση  
Ενόψει των παραπάνω, προκύπτει ΆΜΕΣΗ ανάγκη τροποποίησης του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (και αναλόγως των άλλων Κωδίκων), με την εισαγωγή των παρακάτω ρυθμίσεων:
1)                 Για όλες τις διασκέψεις θα συντάσσεται πρακτικό, το οποίο θα υπογράφεται από όλους τους δικαστές της σύνθεσης, και όπου θα καταγράφονται οι γνώμες των δικαστών και το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας.
2)                 Το σχέδιο της απόφασης θα υπογράφεται από όλους τους δικαστές της σύνθεσης.
3)                 Το πρακτικό της διάσκεψης και το σχέδιο της απόφασης θα φυλάσσονται στο αρχείο του Δικαστηρίου.
Χωρίς ένα τουλάχιστον από τα παραπάνω μέτρα, η ίδια η ουσία της εκδίκασης μιας υπόθεσης από ένα «πολυμελές δικαστήριο», καθώς και η αρχή της «συλλογικής ευθύνης των δικαστών», καταργούνται στην πράξη, προς μέγιστη βλάβη των δικαζομένων, του επιπέδου των δικαστικών αποφάσεων, αλλά και του ίδιου του κύρους της Δικαιοσύνης.

Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2011

Συμφωνητικό δύο εξώγαμων γονέων για τη βέλτιστη ψυχοσωματική ανάπτυξη του παιδιού τους



Κωστής Δεμερτζής
Δικηγόρος Αθηνών
 
Συνήθως, στα νομικά περιοδικά αποστέλλονται δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες σχολιάζονται ως νομολογία.
Δεν θα πρέπει, όμως, να διαφεύγει από την νομική σκέψη ότι, η νομική πράξη είναι, κατά το ουσιώδες μέρος της, ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ.
Έτσι, ένα απλό «συμφωνητικό» (ούτε καν «ιδιωτικό»), που συντάχθηκε στο γραφείο κάποιου δικηγόρου, μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερη αξία από μια δικαστική απόφαση, αν πρόκειται να αποτελέσει την αφετηρία μιας ουσιαστικής σχέσης μεταξύ δυο ανθρώπων, οι οποίοι συνειδητοποίησαν, τουλάχιστον το βασικό: ότι χρειάζονται ο ένας τον άλλον για να μεγαλώσουν το παιδί τους.
Στην προκειμένη περίπτωση θα ήθελα, εξάλλου, να υπενθυμίσω τις αρχές της θεωρίας των διαπραγματεύσεων[1], ότι:
1. Διαπραγμάτευση είναι μια μέθοδος για να παρθεί μια απόφαση.
2. Άλλες μέθοδοι λήψης αποφάσεων είναι:
α) η επιβολή της απόφασης λόγω της υπέρτερης ισχύος του ενός μέρους
β) η πειστικότητα για να υιοθετηθεί μια απόφαση που έχει λάβει το ένα μέρος
γ) ο πόλεμος ή η επιβολή για να επιβληθεί μια απόφαση από το ένα μέρος στο άλλο
δ) το δικαστήριο ή ο διαιτητής, όταν η λήψη κοινής απόφασης αποδεικνύεται ανέφικτη
ε) η κλήρωση.
3. Η διαπραγμάτευση, στο παραπάνω πλαίσιο είναι η πιο κατάλληλη μέθοδος, όταν:
α) Το κάθε μέρος χρειάζεται την αποδοχή του άλλου για την λήψη και την εφαρμογή της απόφασης,
β) Κανένα μέρος δεν έχει την δυνατότητα να επιβάλει την απόφασή του στο άλλο και
γ) Παράλληλα με την απόφαση που θα ληφθεί υπάρχει και είναι σημαντική η διατήρηση ενός διαρκούς επιπέδου σχέσεων και εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών.
Στην διαπραγμάτευση, συνεπώς, δεν πρέπει να υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, αλλά η κατάληξη σε ένα συμφωνητικό συνιστά επιτυχία και των δύο.
Από την άποψη αυτή, η διαπραγμάτευση αποτελεί την πιο κατάλληλη μέθοδο για λήψη αποφάσεων οικογενειακού χαρακτήρα, και ιδιαίτερα στον ευαίσθητο τομέα της σχέσης γονέων – τέκνων.
Αναφέρομαι, εν προκειμένω, στην μελέτη μου που δημοσιεύτηκε στην ΔΙΚΗ [Δ. 39 (2008), 140 – 164)] υπό τον τίτλο «Η ουσιαστική και δικονομική αναγκαία μεταρρύθμιση της επιμέλειας των παιδιών χωρισμένων γονέων», και αποτελεί επεξεργασμένο τμήμα εισήγησης στο Κέντρο Δικανικών Μελετών που παρουσιάστηκε στις 15/11/2007.
Εκεί τόνισα ότι η συναίνεση πρέπει να αποτελεί την αρχική βάση κάθε υπόθεσης σχέσης γονέων με τα παιδιά τους, και η αντιδικία την εξαίρεση.
Το δικονομικό μας σύστημα, με βάση ορισμένες «λανθάνουσες βασικές προϋποθέσεις», έχει υπαγάγει τις σχετικές διαφορές σ’ ένα πλαίσιο αντιδικίας, άλλως «ιδιωτικών διαφορών», τρόπον τινά επειδή «αυτό υπάρχει».
Στο πλαίσιο αυτό, βέβαια, προβλέπεται η «υποχρέωση» του μονομελούς πρωτοδικείου, και μάλιστα «με την ποινή του απαραδέκτου», να προσπαθήσει να επιλύσει συμβιβαστικά την διαφορά, ύστερα από ακρόαση των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους (άρθρο 681Γ ΚΠολΔ).
Υπάρχουν, όντως, πρόεδροι που προσπαθούν σοβαρά για μια τέτοια λύση, πριν δικάσουνε την υπόθεση σε πλαίσιο αντιδικίας.
Υπάρχουν και δικηγόροι που φέρνουν τους πελάτες τους στην έδρα με ένα έτοιμο συμφωνητικό συμβιβασμού, το οποίο κατατίθεται προκειμένου να περιβληθεί τον τύπο δικαστικής απόφασης.
Η εκδοχή ενός απλού συμφωνητικού, στο παραπάνω πλαίσιο, από διαδίκους που δεν επιθυμούν, δεν βρίσκουν τον λόγο, και ενδεχομένως δεν έχουν τα μέσα να αναλίσκονται στις δικαστικές αίθουσες, θα πρέπει να «ενοφθαλμιστεί» στην νομική πράξη, ως μια πραγματική δυνατότητα, με πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα – καλύτερα: που μπορεί να είναι πιο κατάλληλη για την μια περίπτωση, και λιγότερο κατάλληλη για μια άλλη.
Μέσα στα «μειονεκτήματα», βεβαίως, είναι και η έλλειψη εκτελεστότητας ενός τέτοιου συμφωνητικού, καθώς και του γεγονότος ότι για ορισμένα θέματα (λ.χ. την επιμέλεια, την μέριμνα κ.τ.λ.) ο νόμος απαιτεί δικαστική απόφαση.
Αυτό, όμως, δεν ματαιώνει τα πλεονεκτήματα ενός συμφωνητικού του παραπάνω τύπου, δηλαδή ότι τίθεται σε πρώτο πλάνο η κοινή θέληση των γονιών να ΕΦΑΡΜΟΣΟΥΝ από μόνοι τους τα συμφωνηθέντα. Αν έχουμε την εφαρμογή, τι την θέλουμε την αναγκαστική εκτέλεση;
Για τον λόγο αυτό, είναι βέβαιο ότι το συμφωνητικό αυτό στην πράξη θα εφαρμοστεί πολύ πιστότερα από πολλές «εκτελεστές» δικαστικές αποφάσεις (στις σχετικές ειδικευμένες ιστοσελίδες, έχει σχηματιστεί ένα τεράστιο αρχείο περιπτώσεων γονέων που παρακάμπτουν με χίλιους μύριους τρόπους μια δικαστική απόφαση, με το περιεχόμενο της οποίας δεν έχουν συμφωνήσει).
Υπάρχει, αναμφίβολα, ένας ηρωισμός στους γονείς που προτιμούν – στην σημερινή πολεμοχαρή ατμόσφαιρα του οικογενειακού δικαίου – να συνεννοηθούν, τρόπον τινά, εξωδίκως, αντί να δείξουν τα δόντια τους ο ένας στον άλλον στα ακροατήρια των δικαστηρίων.
Ίσως, σε τελευταία ανάλυση, να πρόκειται για απλή ευφυία, αφού η αποφυγή της φθοράς των δικαστηρίων αποτελεί μια έξυπνη, τελικά, λύση.
Κατά τα λοιπά, θα εφιστούσα την προσοχή στην γλώσσα του συμφωνητικού που δημοσιεύω – και το οποίο είναι πραγματικό – και στο περιεχόμενό του.
Συμφωνητικά τέτοιου είδους, ο νομικός μπορεί να τα δει κάπως «δημιουργικά», αφού αυτό που προέχει είναι η σαφής διατύπωση των αρχών της συνεργασίας και ο τονισμός της δέσμευσης των συναινούντων γονέων.
Στην γλώσσα και την έκφραση, είναι θεμιτός κάποιος διδακτισμός, ενώ παρέλκει κάθε περιττή νομική αναφορά και κάθε δυσκοίλια έκφραση, από αυτές που επιχωριάζουν σε όλα τα διαθέσιμα, σήμερα, πρότυπα «ιδιωτικών συμφωνητικών».
ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ
Στο ………….., και στο γραφείο του δικηγόρου ………….., διεύθυνση ………….., σήμερα, ημέρα ………….. και ………….. του μηνός ………….. έτους………….., συναντήθηκαν:
(1) ο ………….., του ………….. και της ………….., κάτοικος ………….. οδός ………….. αρ. …………... Τ.Τ. …………..και
(2) η ………….., του ………….. και της………….., κάτοικος ………….. οδός ………….. αρ. ………….., Τ.Τ. ………….., και συμφώνησαν τα ακόλουθα:
Από την συμβίωσή τους γεννήθηκε η κόρη τους Α-Β, σήμερα 18 μηνών, η οποία φέρει προσωρινώς το όνομα ………….., όνομα το οποίο θα αλλάξει όταν αναγνωριστεί δικαστικώς η πατρότητα της.
Για την αναγνώριση της πατρότητας της έχει ασκηθεί αγωγή ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία συναινούν τα μέρη, και θα συναινέσουν και στο ακροατήριο, και θα πράξουν κάθε νόμιμη ενέργεια, για την ταχύτερη δυνατή εκδίκαση και το αμετάκλητο της απόφασης αυτής.
Τα μέρη, παρόλο που σήμερα έχουν χωρίσει και ζουν χωριστά, δηλώνουν ότι επιθυμούν να μεγαλώσουν το παιδί με αρμονία, διατηρώντας και μεταξύ τους αρμονικές σχέσεις, ούτως ώστε να συνεργαστούν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο για την καλύτερη ψυχοσωματική ανάπτυξή του.
Για τον σκοπό αυτό, επιθυμούν να αποφύγουν κάθε αντιδικία, και συμφωνούν για την ρύθμιση των σχέσεών τους με το παιδί, και ως πλαίσιο της μεταξύ τους συνεργασίας, τα εξής:
Η ανήλικη θα παραμείνει με την μητέρα της, και θα κατοικεί στο σπίτι της.
Οι δυο γονείς θα δείξουν απόλυτο σεβασμό στο ότι το παιδί έχει βαφτιστεί και φέρει τα ονόματα Α - Β, όπου το όνομα Β είναι το όνομα της εκ πατρός γιαγιάς του, και αυτά τα δύο ονόματα θα διατηρηθούν και θα είναι το όνομα του παιδιού.
Επίσης, οι δυο γονείς θα δείξουν σεβασμό στο ότι το παιδί, στο περιβάλλον της μητέρας του, καλείται Α, και αυτή η επιλογή, αν και υπήρξε πρωτοβουλία της μητέρας, γίνεται σεβαστή από τον πατέρα, ο οποίος θα το καλεί με το όνομα αυτό, χωρίς να δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα με το όνομα, και καμία αντιδικία για το ζήτημα αυτό.
Είναι ευνόητο και αποτελεί δέσμευση των γονέων ότι το παιδί, μεγαλώνοντας, θα είναι ελεύθερο να επιλέξει το όνομα με το οποίο θα καλείται, χωρίς να επιχειρήσει κανένας από τους γονείς να το επηρεάσει στο ζήτημα αυτό. Οι δυο γονείς, τότε, θα σεβαστούν την επιλογή του και θα την στηρίξουν έναντι πάντων.
Ο πατέρας της θα έχει επικοινωνία με την ανήλικη ως εξής:
1) Κάθε Σαββατοκύριακο, από τις 5 η ώρα το απόγευμα της Παρασκευής ως τις 9.00 το βράδυ της Κυριακής.
2) Κάθε Τετάρτη, 5 – 9 το απόγευμα.
3) Κάθε δεκαπενθήμερο των Χριστουγέννων, ως εξής:
Η επικοινωνία του πατέρα για τα Χριστούγεννα ορίζεται τέσσερις μέρες από την εβδομάδα των Χριστουγέννων, στην οποία θα περιλαμβάνονται οπωσδήποτε και ολόκληρη η ημέρα των Χριστουγέννων.
Η επικοινωνία του πατέρα για την Πρωτοχρονιά ορίζεται τέσσερις μέρες από την εβδομάδα της Πρωτοχρονιάς, στην οποία θα περιλαμβάνεται οπωσδήποτε και ολόκληρη η ημέρα της Πρωτοχρονιάς.
Όταν ο πατέρας θα έχει το παιδί τα Χριστούγεννα, η μητέρα θα το έχει την Πρωτοχρονιά.
Όταν ο πατέρας θα έχει το παιδί την Πρωτοχρονιά, η μητέρα θα το έχει τα Χριστούγεννα.
4) Κάθε δεκαπενθήμερο του Πάσχα, ως εξής:
Η επικοινωνία του πατέρα για την Μεγάλη Εβδομάδα ορίζεται τέσσερις μέρες από την μεγάλη Εβδομάδα, στην οποία θα περιλαμβάνεται οπωσδήποτε και ολόκληρη η μεγάλη Παρασκευή.
Η επικοινωνία του πατέρα για την Εβδομάδα της Διακαινισίμου ορίζεται τέσσερις μέρες από την εβδομάδα της Διακαινισίμου, στην οποία θα περιλαμβάνεται οπωσδήποτε και ολόκληρη η ημέρα του Πάσχα.
Όταν ο πατέρας θα το έχει την Μεγάλη Παρασκευή, η μητέρα θα το παίρνει το Πάσχα.
Όταν ο πατέρας θα το έχει το Πάσχα, η μητέρα θα το παίρνει την Μεγάλη Παρασκευή.
5) Κάθε Καλοκαίρι, ο πατέρας θα το παίρνει επί 15 μέρες τον Αύγουστο (10 με 25 τον Αύγουστο). Το Καλοκαίρι του 2008, θα το πάρει 10 μέρες τον Αύγουστο.
Οι παραπάνω επικοινωνίες θα μπορούν να συμφωνηθούν ειδικότερα μεταξύ των γονιών, και να προσαρμοστούν κατά περίπτωση, εφόσον υπάρξει σοβαρός λόγος, χωρίς να ανατραπεί το παραπάνω πλαίσιο, και η αναλογία του χρόνου επικοινωνίας με το παιδί.
Συμφωνείται, γενικότερα, ως αρχή, ότι οι γονείς της ανήλικης θέλουν να συνεργαστούν ώστε το παιδί να πάρει το μέγιστο της προσφοράς από κάθε γονιό του, αναγνωρίζοντας ο ένας την προσωπικότητα, την προσωπική ζωή και τον γονεϊκό ρόλο του άλλου, και προστατεύοντάς τον, τόσο στις μεταξύ τους σχέσεις, όσο και έναντι των τρίτων.
Διατροφή θα δίνει ο πατέρας 150 € τον μήνα στην μητέρα.
Η καταβολή θα γίνεται στις 15 κάθε μήνα.
Θα μπαίνει σε λογαριασμό της μητέρας που υπάρχει στην ………….. τράπεζα, και ο οποίος είναι γνωστός μεταξύ των γονέων.
Η διατροφή αυτή θα παραμείνει ως έχει, εκτός αν μεταβληθούν ουσιωδώς οι παρούσες συνθήκες.
Η παρούσα συμφωνήθηκε και υπογράφηκε, με ελεύθερο διάλογο μεταξύ των γονέων, εκφράζει την βούληση αμφοτέρων, όπως διαμορφώθηκε με κατανόηση του καθενός για τις προσωπικές συνθήκες και τις ανάγκες του άλλου, και με κύριο γνώμονα το συμφέρον του παιδιού τους.
Το παρόν υπογράφτηκε σε τρία αντίγραφα, ένα πήρε ο πατέρας, ένα πήρε η μητέρα, και ένα παρέμεινε στον παριστάμενο δικηγόρο.
(Τόπος) (ημερομηνία)
Ο πατέρας                                 Η μητέρα                                Ο παριστάμενος δικηγόρος


[1] Αντλώ, στην προκειμένη περίπτωση, από ανέκδοτες σημειώσεις θεωρίας διαπραγματεύσεων του κ. Δημοσθένη Παπακωνσταντίνου. Προσαρμόζω την διατύπωση στο αντικείμενο του κειμένου. 

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011

O ρόλος του πατέρα στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού

 O ρόλος του πατέρα στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού

father-and-child

04/03/2010
Συγγραφέας: 
 Αποστολία Ντέκοβα, ψυχολόγος

Η συμβολή των γονιών τόσο της μητέρας όσο και του πατέρα είναι αδιαμφισβήτητα σημαντική στη ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού, διότι εκείνοι τοποθετούν  τις πρώτες σταθερές βάσεις στην προσωπικότητα του.
Παλαιότερα κυριαρχούσε το μοντέλο το οποίο επιδίωκε  από τη μητέρα να αναλαμβάνει τη διαπαιδαγώγηση , τη φροντίδα και την ανατροφή των παιδιών , ενώ ο πατέρας ήταν ταυτισμένος με την εικόνα του κουβαλητή , ήταν υπεύθυνος για την εισροή των υλικών αγαθών στην οικογενειακή εστία. Τα τελευταία χρόνια με τις νέες κοινωνικό-οικονομικές αλλαγές καθώς και με την είσοδο της γυναίκας στην αγορά εργασίας τα δεδομένα αυτά ανατράπηκαν και αποτέλεσε επιτακτική ανάγκη η συμμετοχή του άντρα στα οικογενειακά δρώμενα. H συμμετοχή και  η ενεργή παρουσία και των δύο γονιών είναι ωφέλιμη για το παιδί  διότι  δέχεται διαφορετικά ερεθίσματα ανάλογα με το φύλο, τις προσωπικές αξίες και εμπειρίες του κάθε γονιού.
Η απουσία του πατέρα
Ο πατέρας μπορεί να λειτουργήσει ως εξισσοροπίστης στη μοναδική δυαδική σχέση που δημιουργείται από την πρώτη στιγμή της γέννησης ανάμεσα στη μητέρα και στο παιδί. Ο πατέρας  δηλαδή είναι πολύτιμος αρωγός ώστε να κοπεί ο  ομφάλιος λώρος που συνδέει τη μητέρα με  το παιδί. Η απουσία του πατέρα σ' αυτή τη δυαδική σχέση  αφήνει το παιδί σε μια σχέση προσκόλλησης με τη μητέρα  του.
Αυτό το γεγονός αργότερα  επηρεάζει τη ζωή του   και  του  δημιουργεί  ένα αίσθημα προσωπικής αδυναμίας και ανεπάρκειας. Για να μπορέσει ο πατέρας να παίξει καθοριστικό ρόλο στη ζωή του παιδιού  χρειάζεται η μητέρα να του παραχωρήσει χώρο. Αν ο πατέρας αποκλειστεί από τη μητέρα, θα παραμείνει εξίσου αποκλεισμένος και από για το παιδί.
Ο πατέρας ως σύμβολο δύναμης και εξουσίας
Επίσης  η συμβολή του πατέρα είναι απαραίτητη διότι  προσφέρει ασφάλεια και προστασία , αφού  θεωρείται από  το παιδί σύμβολο δύναμης και εξουσίας. Η μορφή εξουσίας που συμβολίζει ο πατέρας είναι απαραίτητη για την κοινωνικοποίηση, την αυτονομία και τη ψυχική οργάνωση  του παιδιού. Η συχνή παρουσία του πατέρα  βοήθα το παιδί να   αποκτήσει  εμπιστοσύνη στον εαυτό του, η οποία του εξασφαλίζει τη δημιουργία υγιών σχέσεων με τους άλλους.
Ο πατέρας λύνει το οιδιπόδειο
Ο  ρόλος του πατέρα  στη προσχολική ηλικία είναι καθοριστικός για τη συναισθηματική  εξέλιξη του παιδιού διότι το βοηθά να λύσει το οιδιπόδειο σύμφωνα με τη Φροϋδική θεωρία.
Πατέρας και γιος
Γύρω στην ηλικία των 3-5 ετών το αγόρι αντιλαμβάνεται ότι η μητέρα του αγαπά τον πατέρα του,  επομένως για το παιδί ο πατέρας θεωρείται  αντίπαλος αφού διεκδικούν την αγάπη και τη στοργή της ίδιας γυναίκας. Προκειμένου να προφυλαχθεί από την πατρική επιθετικότητα θα αναγκαστεί να ταυτιστεί μαζί του και θα γίνει όπως ο πατέρας του.
Πατέρας και κόρη
Στα κορίτσια συμβαίνει κάτι ανάλογο, εκείνο επιθυμεί με τη σειρά του να υποκαταστήσει τη μητέρα της και να διεκδικήσει τον πατέρα της όμως τελικά η ιδέα αυτή εγκαταλείπεται και αργότερα το κορίτσι θα αναζητήσει ερωτικό σύντροφο ο οποίος θα μοιάζει με τον πατέρα της.
Οι συνέπειες από την έλλειψη του πατέρα σε αγόρια και κορίτσια
Η πατρική αποστέρηση έχει καταστροφικές  επιπτώσεις στη ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού. Η απουσία του πατέρα  από τη ζωή του αγοριού παρεμποδίζει την ταυτοποίηση μαζί του, διαδικασία η οποία είναι απαραίτητη για την ολοκλήρωσή της ταυτότητας του. Τα αγόρια συχνά για να μπορέσουν να  διαχειριστούν  τα συναισθήματα της απώλειας τους μπορεί να στρέψουν την επιθετικότητα τους προς τους άλλους και  να αναπτύξουν αντικοινωνική είτε παραπτωματική συμπεριφορά. Επίσης συχνά διακατέχονται  από ανασφάλεια και ανωριμότητα, έχουν  χαμηλή αυτοεκτίμηση και εμπιστοσύνη στον εαυτό , έχουν δυσκολίες στις σχέσεις τους με τους συνομήλικους του   και μπορεί να αναζητήσουν  πατρικά υποκατάστατα τα οποία συχνά παίρνουν λανθασμένη μορφή.
Ενώ αντιθέτως στα κορίτσια η έλλειψη του πατέρα δημιουργεί διαστρεβλωμένη εικόνα για το  αντρικό πρότυπο με αποτέλεσμα να δυσκολεύονται στις σχέσεις τους με το άλλο  φύλο.  Τα κορίτσια  σε αντίθεση με τα αγόρια στρέφουν την επιθετικότητα τους προς τον εαυτό τους ,παρουσιάζουν χαμηλή αυτοεκτίμηση, νιώθουν φόβο εγκατάλειψης και απόρριψης  από το αντίθετο φύλο και αισθάνονται ενοχές όταν η σχέση τους δεν εξελίσσεται  σωστά παρόλο που μπορεί να μην ευθύνονται εκείνες. Αυτές   οι επιβλαβείς επιδράσεις συμβαίνουν όταν η απουσία του πατέρα είναι  είτε φυσική είτε  συναισθηματική είτε ο πατέρας είναι συναισθηματικά ασταθής απέναντι στο παιδί του με αποτέλεσμα να του δημιουργεί μια κατάσταση μόνιμης ανασφάλειας.  Αντιθέτως εάν η παρουσία του είναι αισθητή το παιδί μπορεί να αναπτύξει μια υγιής προσωπικότητα.

Αποστολία Ντέκοβα,

Οικογενειακή κοινωνικοποίηση και η συμβολή του πατέρα στην ανάπτυξη της δημιουργικότητας του παιδιού.



  Ελένης Νημά, 

Φιλολόγου Μεταπτυχιακού Ψυχολογίας, Υποψήφιας Διδάκτορος Παιδαγωγικής

1.Εισαγωγή

Σύμφωνα με τις απόψεις των ειδικών, το βασικότερο χαρακτηριστικό της προσωπικότητας, το οποίο πρέπει να έχει ένα στέλεχος της οικονομίας και της παραγωγής, είναι η δημιουργικότητα. Στην επιστήμη και στην τέχνη, βέβαια, η δημιουργικότητα ήταν ανέκαθεν το βασικό στοιχείο το οποίο οδηγούσε στην επίτευξη διακεκριμένων επιδόσεων. Αλλά και στην πολιτική, όπως και σε πολλούς άλλους τομείς την ανθρώπινης δραστηριότητας, το δημιουργικό στοιχείο είναι εκείνο που χαρακτηρίζει τις εξέχουσες προσωπικότητες. Μολονότι όμως η σημασία της ήταν ανέκαθεν αδιαμφισβήτητη, εντούτοις αντικείμενο της ψυχολογικής έρευνας η δημιουργικότητα αποτέλεσε τα τελευταία μόλις χρόνια. Το ίδιο μπορούμε να πούμε ότι ισχύει και για την καλλιέργειά της στα πλαίσια της διδασκαλίας και του σχολείου, αν και σε όλη τη διαδρομή της Ιστορίας της Εκπαίδευσης υπάρχουν ρεύματα, τάσεις και σταθμοί, κύριο χαρακτηριστικό των οποίων αποτελεί η έμφαση στη δημιουργικότητα, έμφαση η οποία φυσικά παίρνει κάθε φορά διαφορετικές μορφές (πρβλ. Σ. Σερβίσης, 1998, Γ. Ξανθάκου, 1998).
Η παιγνιώδης διάθεση προσέγγισης των προβλημάτων αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της δημιουργικής προσωπικότητας. Πολλοί δημιουργικοί επιστήμονες και καλλιτέχνες τονίζουν ότι αυτός είναι ο κύριος τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουν τα προβλήματα τα οποία τους απασχολούν. Παίζουν με τη σημασία γνωστών δεδομένων και βρίσκουν κατ’ αυτόν τον τρόπο ασυνήθιστες λύσεις. Προσεγγίζουν με παιγνιώδη διάθεση αντικείμενα και ανακαλύπτουν άγνωστες μέχρι τη στιγμή εκείνη ιδιότητες και διαστάσεις. Παίζουν με εντελώς διαφορετικά και άσχετα μεταξύ τους στοιχεία και ανακαλύπτουν σχέσεις και αλληλεπιδράσεις. Η παιγνιώδης αυτή διάθεση επιτρέπει στο δημιουργικό άτομο να βλέπει από νέες οπτικές γνωστά πράγματα και αντικείμενα και να απομακρύνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο από τη γνωστή και καθιερωμένη στενή σημασία που αποδίδεται σε κάθε ερέθισμα. Αυτό εξάλλου θα μπορούσε να είναι και ένας καλός ορισμός της δημιουργικότητας (βλ. και B.W.Winnicott,1980).
Δεν θα υπεισέλθουμε στο σημείο αυτό στη συζήτηση κατά πόσον η δημιουργική διάθεση είναι γενετικώς προδιαγεγραμμένη ή αν οι επιδράσεις του περιβάλλοντος παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωσή της. Θα σημειώσουμε απλώς ότι αναγνωρίζεται γενικώς απ' όλους η μεγάλη σημασία των κοινωνικοποιητικών παραγόντων. Στα πλαίσια της σημερινής πυρηνικής οικογένειας οι ειδικοί διαπιστώνουν ότι οι ψυχοκοινωνικές σχέσεις γονέων και παιδιών έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην κοινωνικοποίηση της νέας γενιάς.

Οι σχέσεις αυτές καθορίζονται από δύο κυρίως διαστάσεις της συμπεριφοράς των γονέων.
α. Συναισθηματική διάσταση, η οποία κυμαίνεται από την αγάπη μέχρι την εχθρότητα. Οι γονείς δηλαδή μπορεί να αποδέχονται τα παιδί, να το περιβάλλουν με αγάπη (για πολλούς βέβαια λόγους) ή να τηρούν απέναντι του αρνητική, ψυχρή και απορριπτική στάση.
β.
Διάσταση ελέγχου, η οποία αναφέρεται στο βαθμό κατά τον οποίον οι γονείς επηρεάζουν, κατευθύνουν, ελέγχουν ή υπαγορεύουν στο παιδί τους τη συμπεριφορά την οποία πρέπει να επιδείξει σε συγκεκριμένες περιστάσεις. Η διάσταση αυτή μπορεί να κυμαίνεται από τον απόλυτο έλεγχο των γονέων μέχρι την απολύτως αυτόνομη συμπεριφορά του παιδιού (βλ. Ι. Πυργιωτάκης, 1996, 44 κ.ε.). Από τον τρόπο με τον οποίο συνδυάζονται οι δύο αυτές διαστάσεις καθορίζεται η εκάστοτε συγκεκριμένη συμπεριφορά των γονέων και διαμορφώνονται οι σχέσεις τους με το παιδί.
Οι πιθανοί συνδυασμοί των δύο αυτών διαστάσεων είναι τέσσερις:
α. Αγάπη - έλεγχος (υπερπροστατευτικοί γονείς). 
Η ψυχολογική αυτή σχέση χαρακτηρίζεται από στοργική διάθεση, αποδοχή του παιδιού αλλά και από τους περιορισμούς που θέτουν οι γονείς στη συμπεριφορά του. Οι γονείς δηλ. αυτοί διακρίνονται για τη θετική στάση τους απέναντι στο παιδί, ταυτόχρονα όμως έχουν την τάση να θέτουν περιορισμούς στις προθέσεις του για αυτενέργεια και φραγμούς σε κάθε δική του δραστηριότητα και πρωτοβουλία. Με τον τρόπο αυτό ελέγχουν διαρκώς κάθε ενέργεια και κάθε μορφή συμπεριφοράς του παιδιού, που προσπαθούν να καθορίσουν οι ίδιοι. Ασχολούνται έτσι υπερβολικά μαζί του και καλλιεργούν κλίμα υπερπροστασίας.
β. Αγάπη - αυτονομία (δημοκρατικοί γονείς).
 Οι γονείς αυτοί συνδυάζουν τα θετικότερα στοιχεία: την αγάπη με την ελευθερία. Η ελευθερία βέβαια δεν έχει σχέση με την ασυδοσία. Πρόκειται για μια τάση των γονέων να παραχωρούν στα παιδιά τους την απαιτούμενη ελευθερία και να τα υποβοηθούν, ώστε να ικανοποιούν μόνα τους τις ανάγκες τους και να οδηγούνται τελικά στην αυτάρκεια, στην αυτοτέλεια και στην αυτονομία. Οι γονείς αυτοί αντιμετωπίζουν τα παιδιά τους με δημοκρατική διάθεση, συνεργάζονται με αυτά, προσφεύγουν συχνά στο διάλογο και στην ενθάρρυνση, τα επαινούν σε περίπτωση επιτυχίας και τα ενθαρρύνουν σε περίπτωση αποτυχίας.
γ. Εχθρότητα - έλεγχος (αυταρχικοί γονείς). 
Οι γονείς αυτοί διακρίνονται για την αρνητική στάση τους απέναντι στο παιδί. Απορρίπτουν το παιδί και το αντιμετωπίζουν με έλλειψη στοργής και ψυχρότητα. Βρίσκονται δηλ. στον αντίποδα των γονέων της κατηγορίας β. Αντί να συνεργάζονται με τα παιδιά τους είναι αυταρχικοί και εναντιώνονται σε κάθε δική τους ενέργεια και πρωτοβουλία. Συγγενεύουν αντίθετα με τους γονείς της κατηγορίας (α) ως προς το γεγονός ότι και οι δύο παρουσιάζουν έντονη την τάση να ασκούν έλεγχο. Στους υπερπροστατευτικούς γονείς βέβαια ο έλεγχος γίνεται από υπερβολική αγάπη, ενώ στους αυταρχικούς από ψυχρότητα και αυταρχισμό. Οι γονείς αυτοί καταντούν σκληροί και βάναυσοι και προκαλούν συχνά αισθήματα πικρίας και απογοήτευσης στα παιδιά τους. 

δ.
Εχθρότητα – αυτονομία (φλεγματικοί γονείς).
 Οι γονείς αυτοί έχουν κοινό με τους γονείς της κατηγορίας (γ) το στοιχείο της άρνησης, της απόρριψης του παιδιού. Η απορριπτική αυτή στάση δεν συνδέεται ωστόσο στους γονείς αυτούς με έλεγχο αλλά με ψυχρή αδιαφορία και απραξία. Στο σημείο δηλ. αυτό είναι διαμετρικά αντίθετοι με τους υπερπροστατευτικούς γονείς. Ενώ οι υπερπροστατευτικοί γονείς παρουσιάζουν την τάση να ενεργούν αυτοί για λογαριασμό των παιδιών τους, οι τελευταίοι είναι απαθείς και αδιάφοροι (βλ. Ι. Πυργιωτάκης, 1996, 56 κ.κ.).
Όπως είναι προφανές λοιπόν, η ποιότητα των διαπροσωπικών σχέσεων μέσα στην οικογένεια παίζει αποφασιστικό ρόλο στην κοινωνικοποίηση και στην ανάπτυξη της προσωπικότητας των παιδιών. Έτσι καθεμιά από τις παραπάνω διαστάσεις επιδρά κατά τρόπο διαφορετικό και έχει διαφορετικά αποτελέσματα στην κοινωνικοποίηση και στην ανάπτυξη της προσωπικότητας των παιδιών. Δεν είναι λοιπόν υπερβολή αυτό που λέγεται συχνά, ότι δηλ. κατά μεγάλο μέρος οι παράγοντες του οικογενειακού περιβάλλοντος - ιδίως όταν πρόκειται για τη νηπιακή και την παιδική ηλικία - είναι εκείνοι που κάνουν το νήπιο ή το παιδί ισορροπημένο, περίεργο, εφευρετικό, ευφυές, δημιουργικό και αυτοδύναμο. Μ' άλλα λόγια όσο ευχάριστο και ασφαλές είναι το οικογενειακό περιβάλλον και όσο περισσότερα και πλουσιότερα ερεθίσματα προσφέρει στο παιδί, τόσο περισσότερο του δημιουργεί τις προϋποθέσεις για καλύτερη ανάπτυξη της νοημοσύνης και της δημιουργικότητάς του. Παίρνοντας υπόψη αυτά και άλλα συναφή ερευνητικά δεδομένα, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι ο ρόλος της οικογένειας στην ανάπτυξη της δημιουργικής ικανότητας ενός παιδιού είναι καθοριστικής σημασίας, αφού μέσα σ' αυτήν συντελείται η πρωτογενής κοινωνικοποίηση και αφού, όπως πιστεύουν οι ειδικοί, οι βάσεις για τη διανοητική ανάπτυξη και τη διάθεση του παιδιού για εξερεύνηση του κόσμου με αυτενέργεια και πειραματισμό μπαίνουν στα πρώτα χρόνια της ζωής του ανθρώπου. Αν λοιπόν η δημιουργικότητα θεμελιώνεται σ' ένα γερό βάθρο γνώσεων, πάνω στο οποίο οικοδομείται στη συνέχεια με βασικά «υλικά» την ανεξαρτησία, την ευαισθησία στους ερεθισμούς, την ευρύτητα ενδιαφερόντων, την μεταρρυθμιστική κοινωνική διάθεση, την απόρριψη των εξωτερικών καταναγκασμών κ.α.π., τότε η οικογένεια, προκειμένου να θέσει τα θεμέλια για τη δημιουργική ανάπτυξη του παιδιού, πρέπει να του προσφέρει, όσο είναι δυνατόν, από τη μια μεριά ένα ευρύ φάσμα ερεθισμάτων και από την άλλη μια ατμόσφαιρα αγάπης, ανοχής, κατανόησης αλλά και διακριτικής καθοδήγησης και προστασίας ( F. Laudau, 1984). Ειδικότερα, η σχέση με τον πατέρα είναι καθοριστική για τη διάσταση του μέλλοντος στον προσανατολισμό του παιδιού. Ιδιαίτερα μάλιστα για τα αγόρια είναι προφανώς πολύ σημαντική η δυνατότητα ταύτισης με τον πατέρα, ενώ η έλλειψή της μπορεί να έχει -εκτός των άλλων- και σοβαρές επιπτώσεις στην ανάπτυξη της δημιουργικότητας. Εξίσου όμως και για τα δύο φύλα ο πατέρας αποτελεί το πρότυπο ταύτισης για το παιδί σχετικά με ό,τι αφορά τις επιδόσεις έξω από το σπίτι και την οικογένεια και επηρεάζει τη στάση του παιδιού απέναντι στην εργασία και στο επάγγελμα, την προσαρμογή στις απαιτήσεις της δημόσιας ζωής και της κοινωνίας.
Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικές ερευνητικές προσπάθειες για τη μελέτη του θέματος της ανάπτυξης της δημιουργικότητας και των παραγόντων οι οποίοι την επηρεάζουν (πρβλ. V.Lee, R.Webberley & I.Lin, 1987). Αναλογικά μάλιστα μπορούμε να πούμε ότι αυτό ισχύει και για την Ελλάδα (βλ. Π.Ντορενστάουτερ - Παπουτσάκη, 1994). Από τις πρώτες δημοσιεύσεις πρέπει να αναφέρουμε την εργασία των Ι. Παρασκευόπουλου & Κ.Τσιμπούκη (1970). Η συστηματική ωστόσο έρευνα του θέματος μπορούμε να πούμε ότι άρχισε στη χώρα μας από τον Ι. Μαρμαρινό στα πλαίσια της διδακτορικής διατριβής του (1978). Η έρευνα αυτή διαπίστωσε ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα στο κοινωνικο-οικονομικό στρώμα της οικογένειας και στις επιδόσεις των παιδιών στα τεστ δημιουργικότητας, όπως εξάλλου υπάρχει θετική συνάφεια ανάμεσα στο κοινωνικο-οικονομικό στρώμα της οικογένειας και στις σχολικές επιδόσεις των παιδιών. Σε ανάλογη, μικρότερης όμως έκτασης, έρευνα ο Α. Καψάλης (1988) συνέκρινε τις σχολικές επιδόσεις μαθητών δύο τάξεων Γ΄ Γυμνασίου με τις αντίστοιχες επιδόσεις στα τεστ δημιουργικότητας μιας τάξης του Αμερικανικού Κολεγίου «Ανατόλια» και μιας τάξης του Γυμνάσιου Κορδελιού Θεσσαλονίκης, μαθητών δηλ. με εντελώς διαφορετική κοινωνικο-οικονομική προέλευση. Τα δεδομένα της έρευνάς του επιβεβαιώνουν την υπόθεση ότι το κοινωνικο-οικονομικό στρώμα προέλευσης των μαθητών διαφοροποιεί σημαντικά τις επιδόσεις τους στα τεστ δημιουργικότητας. Οι πιο πρόσφατες σχετικές έρευνες έγιναν από τον Σ.Δερβίση (1998) και την Γ. Ξανθάκου (1998). Οι εργασίες αυτές μάλιστα παρουσιάζουν ως ιδιαίτερο πλεονέκτημα το γεγονός ότι έχουν και ένα σημαντικό πρακτικό μέρος διδακτικής διαδικασίας, από το οποίο συνάγεται ότι μπορούμε να εξασφαλίσουμε όχι μόνον τις βασικές προϋποθέσεις αλλά και να διδάξουμε βασικές αρχές και μεθόδους της δημιουργικής σκέψης.
Η προσωπική μας προσπάθεια συμπληρώνει τις παραπάνω έρευνες και παράλληλα διαφοροποιείται απ' αυτές ως προς την πρόθεσή της να διερευνήσει μερικούς από τους βασικούς κοινωνικοποιητικούς παράγοντες της οικογένειας, οι οποίοι επηρεάζουν την ανάπτυξη της δημιουργικότητας του παιδιού. Στα πλαίσια μάλιστα της εισήγησης αυτής μας απασχολεί ιδιαίτερα η στάση και ο τρόπος διαπαιδαγώγησης των παιδιών από την πλευρά του πατέρα, στο βαθμό και στην έκταση κατά την οποίαν επηρεάζουν τις ενασχολήσεις των παιδιών με δημιουργικές δραστηριότητες. Σκοπός της έρευνάς μας δηλ. είναι να εξετάσει κατά πόσον οι πατέρες δύο διακεκριμένων ομάδων παιδιών βοηθούν τα παιδιά τους να είναι δημιουργικά μέσω του παιχνιδιού, της μελέτης, της ψυχαγωγίας, της συναισθηματικής ασφάλειας, της αμοιβής και της τιμωρίας, του χρόνου τον οποίον αφιερώνουν και κατά τον οποίον ασχολούνται αποκλειστικά με τα παιδιά και, τέλος, του βαθμού αυτονομίας που τους παρέχουν. Λόγω της στενότητας του χώρου και του περιορισμού του χρόνου δεν θα αναφερθώ στο σημείο αυτό εκτενώς σε μεθοδολογικά θέματα, τα οποία περιέχονται σε άλλη ευρύτερη δημοσίευσή μου (βλ. Ε. Νημά, 1996). Θα δώσω σύντομα μερικά μόνον στοιχεία, τα οποία επιτρέπουν την περαιτέρω κατανόηση της εισήγησής μου και θα προχωρήσω στη συζήτηση των αποτελεσμάτων τα οποία προέκυψαν από την επεξεργασία των δεδομένων της έρευνας.
2.Η έρευνα
2.1. Υπόθεση
Σκοπός της έρευνας είναι να διερευνήσει την υπόθεση ότι η εμπλοκή των γονέων - και στην περίπτωσή μας ιδιαίτερα του πατέρα - στις δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου των παιδιών επιδρά ευνοϊκά στην ανάπτυξη της δημιουργικότητας των τελευταίων. Είναι προφανές ότι η έρευνα δεν αποβλέπει σε οποιαδήποτε μέτρηση και σύγκριση της δημιουργικότητας των παιδιών των δύο υποομάδων του δείγματος, αλλά ενδιαφέρεται κυρίως για τη διερεύνηση μερικών βασικών κοινωνικοποιητικών παραγόντων της οικογένειας, οι οποίοι είναι γνωστό και από τη μέχρι τώρα σχετική έρευνα ότι παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη και στην έκφραση της δημιουργικότητας των παιδιών.

2.2. Δείγμα
Το δείγμα της έρευνας αποτελούν 106 παιδιά, 49 αγόρια και 57 κορίτσια, ηλικίας 7 έως 10 χρόνων, τα οποία εντάσσονται σε δύο υποομάδες και αντιπροσωπεύουν δύο διαφορετικές ομάδες οικογενειών με διαφορετικές πρακτικές κοινωνικοποίησης και διαπαιδαγώγησης. Η πρώτη υποομάδα υποκειμένων (παιδιά της ΧΑΝΘ) προέρχονται από το μεσαίο και εν μέρει από το ανώτερο κοινωνικο-οικονομικό στρώμα (γονείς εγγράμματοι και μορφωμένοι, στην πλειοψηφία τους πτυχιούχοι ανώτερων και ανώτατων σχολών, κατά κανόνα με υψηλή επαγγελματική και κοινωνική θέση και με ενεργό εμπλοκή στις δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου των παιδιών τους), ενώ η δεύτερη ομάδα (παιδιά του Ασύλου) προέρχεται από το κατώτερο κοινωνικο-οικονομικό στρώμα (γονείς αγράμματοι ή με στοιχειώδη εκπαίδευση, με κατώτερη θέση επαγγελματική και κοινωνική και με λιγότερο ενεργό εμπλοκή στις δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου των παιδιών τους).
Το δείγμα μας λοιπόν παρουσιάζει ενδιαφέρον, διότι αποτελείται από δύο αντιπροσωπευτικές ομάδες της ελληνικής κοινωνίας, οι οποίες κοινωνικοποιούν με εντελώς διαφορετικούς τρόπους τα παιδιά τους. Ανάμεσα στις δύο αυτές ομάδες τοποθετείται όλο το φάσμα των πρακτικών κοινωνικοποίησης που χρησιμοποιεί η ελληνική οικογένεια και εν προκειμένω ο πατέρας (πρβλ. Ι Πυργιωτάκης, 1989, 57 κ.κ.), αν και η ποικιλία του φάσματος αυτού είναι τόσο μεγάλη, ώστε είναι δύσκολο να μιλήσουμε για ελληνική οικογένεια και καλύτερα θα ήταν να μιλήσουμε για ελληνικές οικογένειες, αφού στην πραγματικότητα «τυπική» ελληνική οικογένεια δεν υπάρχει (πρβλ. Χ.Κατάκη, 1984).

2.3. Συλλογή και επεξεργασία του υλικού.
Η συλλογή του υλικού έγινε με τη χορήγηση ερωτηματολογίου σε οικογένειες της Θεσσαλονίκης, το όποίο αντλεί στοιχεία για 67 μεταβλητές, οι οποίες μπορούν να υπαχθούν στις εξής ενότητες: 

1. Ατομικά και οικογενειακά στοιχεία.
2. Χώροι και προτιμώμενα είδη παιχνιδιών.
3. Άλλα μέσα ψυχαγωγίας του παιδιού.
4. Χρόνος παιχνιδιού και μελέτης.
5. Χρόνος και τρόπος απασχόλησης μεγάλων με το παιδί.
6. Παρέες του παιδιού.
7. Αμοιβές και τιμωρίες (βλ. αναλυτικά Ε.Νημά, 1996, 40 κ.κ.)

Για τη συγκεκριμένη εισήγηση αξιοποιήθηκε η επεξεργασία και ανάλυση των παρακάτω μεταβλητών σε συσχέτιση φυσικά με τις υπόλοιπες μεταβλητές της έρευνας:
α. Χρόνος απασχόλησης του πατέρα με το παιδί.
β. Χρόνος απασχόλησης της μητέρας με το παιδί.
γ. Τρόπος απασχόλησης του πατέρα με το παιδί.
δ. Τρόπος απασχόλησης της μητέρας με το παιδί.
ε. Αμοιβές του πατέρα
στ. Αμοιβές της μητέρας.
ζ. Τιμωρίες του πατέρα.
η. Τιμωρίες της μητέρας.
θ. Υπακοή του παιδιού στον πατέρα.
ι. Υπακοή του παιδιού στη μητέρα.
ια. Υποχώρηση του πατέρα σε απαιτήσεις του παιδιού.
ιβ. Υποχώρηση της μητέρας σε απαιτήσεις του παιδιού.
ιγ. Συναισθηματικές εκδηλώσεις του παιδιού προς τον πατέρα.
ιδ. Συναισθηματικές εκδηλώσεις του παιδιού προς τη μητέρα.
ιε. Συναισθηματικές εκδηλώσεις του πατέρα προς το παιδί.
ιστ. Συναισθηματικές εκδηλώσεις της μητέρας προς το παιδί.

Η στατιστική επεξεργασία των δεδομένων έγινε με το πρόγραμμα SPSS και αφορά σε:
α. Μελέτη των συχνοτήτων για κάθε ποιοτική και ποσοτική μεταβλητή σε επίπεδο Περιγραφικής Στατιστικής.
β. Διασταύρωση και συσχέτιση πινάκων δύο μεταβλητών και
γ. Ανάλυση παραγόντων σε επίπεδο επαγωγικής στατιστικής.

2.4. Δεδομένα της έρευνας και ερμηνεία τους.
Στα πλαίσια της εισήγησης αυτής δεν είναι δυνατόν να παρουσιάσουμε αναλυτικά τους πίνακες με τα δεδομένα και τις συνοδευτικές ερμηνευτικές παρατηρήσεις. Για λόγους οικονομίας θα περιοριστούμε στα δεδομένα και στην ερμηνεία μερικών μόνον ενδεικτικών μεταβλητών, οι οποίες όμως μπορούν να δώσουν μια καλή - έστω και χονδρική - εικόνα της όλης κατάστασης (βλ. αναλυτικότερα Ε.Νημά, 1996, 43 κ.κ.).
Μια πρώτη παρατήρηση η οποία προκύπτει από την ανάλυση των ποσοτικών μεταβλητών είναι η διαπίστωση υψηλών τιμών τυπικής απόκλισης, οι οποίες, ως γνωστόν, εκφράζουν μεγάλη ανομοιογένεια των δύο υποομάδων του δείγματος. Η ανομοιογένεια αυτή αντικατοπτρίζει, κατά την αντίληψή μας, μια μεγάλη ανομοιογένεια στον τρόπο ανατροφής των παιδιών από τους γονείς γενικά και αντιμετώπισής τους από τον πατέρα ειδικότερα. Και αν η ερμηνεία μας αυτή έχει κάποια βάση, τότε ασφαλώς αυτό σημαίνει ότι η ελληνική οικογένεια γενικά χαρακτηρίζεται από έλλειψη ενιαίας συνείδησης και συνέπειας σχετικά με την ανατροφή και τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Μια τέτοια κατάσταση είναι ευνόητο ότι πρέπει να αποδοθεί πρωτίστως στην έλλειψη υπεύθυνης και συστηματικής πληροφόρησης και ενημέρωσης των γονέων για την ορθή διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους από διάφορους φορείς εκπαίδευσης ή και ενημέρωσης. Κατά συνέπεια μπορούμε να πούμε ότι δεν έχει διαμορφωθεί στη χώρα μας ένα τυπικό μοντέλο γονέων με καθιερωμένους τρόπους και κατασταλαγμένες αρχές διαπαιδαγώγησης των παιδιών, αλλά η συμπεριφορά τόσο του πατέρα όσο και της μητέρας απέναντι στο παιδί εξαρτάται από εντελώς τυχαίους και περιστατικούς παράγοντες.
Θα παρουσιάσω στη συνέχεια μερικά δεδομένα από την ανάλυση παραγόντων, διότι στην περίπτωση αυτή δίνεται συνολικότερα η επίδραση της διαπαιδαγώγησης των γονέων - και ιδιαίτερα βέβαια του πατέρα – στην ανάπτυξη της δημιουργικότητας του παιδιού. Στην ανάλυση παραγόντων χρησιμοποιήθηκε η τεχνική της περιστροφής (rotation), ενώ έγιναν δεκτοί μόνον παράγοντες με τιμή χαρακτηριστικής ρίζας μεγαλύτερης της μονάδας. Με βάση τη διαδικασία αυτή εμφανίστηκαν 16 παράγοντες (F1-F16), οι οποίοι εξηγούν το 78,8% της συνολικής διακύμανσης. Λόγω οικονομίας χώρου θα περιοριστώ στους πρώτους εννιά παράγοντες με τη μεγαλύτερη φόρτιση, οι οποίοι εξηγούν το 40% της διακύμανσης (βλ. αναλυτικά Ε.Νημά, 1996, 76 κ.κ.).
Σύμφωνα με τον πρώτο παράγοντα, όσο λιγότερο ασχολούνται οι γονείς με το παιδί και όσο λιγότερο το αμείβει ο πατέρας, τόσο το παιδί αναζητεί έξω από το σπίτι τις παρέες και τις πηγές ικανοποίησης των ψυχολογικών του αναγκών και γενικότερα μεταθέτει έξω από το σπίτι την εστία των δραστηριοτήτων του. Αυτό σημαίνει παράλληλα ότι μετατίθενται έξω από το σπίτι και τα πρότυπα ταύτισής του και ο κοινωνικός έλεγχος των πράξεών του.
Σύμφωνα με τον δεύτερο παράγοντα, τα παιδιά μαθαίνουν να προσανατολίζονται σε στόχους τους οποίους θέτουν οι γονείς τους. Γονείς που φροντίζουν να εξασφαλίσουν πολλά ενδιαφέροντα για τα παιδιά τους είναι φυσικό να τα απασχολούν και οι ίδιοι, ώστε να διατηρούν επαφή μαζί τους, ιδιαίτερα ο πατέρας, και να αναπτύσσουν καλύτερες διαπροσωπικές σχέση μ' αυτά. Είναι μάλιστα ενδεικτικό το γεγονός ότι όσο μεγαλώνει ο χρόνος απασχόλησης του πατέρα με το παιδί, τόσο μειώνονται οι τιμωρίες του παιδιού από τη μητέρα. Είναι εξάλλου προφανές ότι τα παιδιά τα οποία αισθάνονται έντονο το γονεϊκό ενδιαφέρον και γεμίζουν τον ελεύθερο χρόνο τους με δραστηριότητες στις οποίες μετέχουν ή τις οποίες εγκρίνουν και επιδοκιμάζουν οι γονείς, δέχονται επιβεβαίωση από τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων τους και δεν χρειάζεται να προκαλούν την προσοχή των γονέων με οποιοδήποτε μέσο, έστω δηλ. και με πράξεις οι οποίες επισύρουν την τιμωρία τους από την πλευρά της μητέρας.
Ο τρίτος παράγοντας συμπλέει με τις παραπάνω διαπιστώσεις. Σύμφωνα μ' αυτόν, όσο περισσότερο χρόνο αφιερώνουν τα παιδιά στη μελέτη, τόσο περισσότερο ασχολούνται οι γονείς τους με αυτά και ιδιαίτερα ο πατέρας. Ο χρόνος για μελέτη βεβαίως συνδέεται με μια σχέση αντιστρόφως ανάλογη προς τον χρόνο που διαθέτουν τα παιδιά για ελεύθερες δραστηριότητες έξω από το σπίτι καθώς και για παιχνίδι. Διαπιστώνεται επίσης, ότι, όταν ο πατέρας ασχολείται με τα παιδιά, έστω και με την αυστηρότητά του, τότε συμμετέχει και η μητέρα στη φροντίδα τους, οπότε αυτά όχι μόνο μελετούν περισσότερο τα μαθήματά τους, αλλά και ασχολούνται περισσότερο με δημιουργικές δραστηριότητες. Επιβεβαιώνονται λοιπόν σχετικά ερευνητικά δεδομένα, σύμφωνα με τα οποία η σχολική επίδοση των παιδιών είναι συνάρτηση του ενδιαφέροντος των γονέων και της άμεσης ή έμμεσης συμμετοχής τους στη διεκπεραίωση των εργασιών του σχολείου από το παιδί.
Σύμφωνα με το τέταρτο και το πέμπτο παράγοντα, οι προτιμήσεις των παιδιών για δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου επηρεάζονται κυρίως από τις αντίστοιχες προτιμήσεις των γονέων τους. Η προτίμηση π.χ. των παιδιών για βιβλία είναι συνάρτηση της αντίστοιχης προτίμησης των γονέων και ανάλογος είναι επίσης και ο χρόνος που διαθέτουν τα παιδιά στην ανάγνωση βιβλίων. Είναι προφανές λοιπόν ότι η αγάπη του παιδιού για το βιβλίο είναι συμπεριφορά που μαθαίνεται με βάση το πρότυπο που παρέχουν οι γονείς του. Σε συνδυασμό και με τον προηγούμενο παράγοντα, αυτό σημαίνει ότι η σταθερότητα και η συνέπεια της συμπεριφοράς του πατέρα επηρεάζει θετικά τη μελέτη των παιδιών. Αν αντίθετα, όπως προκύπτει από τον όγδοο παράγοντα, η προτίμηση των γονέων για κάλυψη του ελεύθερου χρόνου εστιάζεται στην τηλεόραση, αντίστοιχη είναι και η προτίμηση των παιδιών και ανάλογος και ο χρόνος τον οποίον τα παιδιά αφιερώνουν στην τηλεόραση. Χαρακτηριστική ένδειξη μάλιστα αυτής της τάσης αποτελεί κυρίως ο χρόνος ασχολίας του πατέρα με το παιδί. Η τηλεόραση λειτουργεί δηλ. εις βάρος της επικοινωνίας και των διαπροσωπικών σχέσεων του παιδιού με τον πατέρα και την οικογένεια γενικότερα.
Ο χρόνος που αφιερώνουν τα παιδιά στην τηλεόραση σχετίζεται επίσης με το χρόνο για άλλες ασχολίες (F2), το χρόνο για εξωσχολικά βιβλία (F4) και το χρόνο για ραδιόφωνο (F5). Από τη συσχέτιση αυτή προκύπτει ότι τα παιδιά αφιερώνουν πολύ χρόνο στις ασχολίες αυτές, επειδή και οι γονείς τους τις προτιμούν. Η στάση δηλ. των γονέων απέναντι σε ορισμένα μέσα ψυχαγωγίας και μορφωτικά αγαθά επηρεάζει και την αντίστοιχη στάση των παιδιών τους απέναντι σ' αυτά. Ο πατέρας βέβαια σε σχέση με τη μητέρα λείπει συνήθως περισσότερο χρόνο από το σπίτι. Αν κατά το λίγο διάστημα που μένει στο σπίτι, παρακολουθεί τηλεόραση, αυτό συνεπάγεται ότι ελάχιστο χρόνο μπορεί να διαθέσει για το παιδί του. Για τη μητέρα φυσικά δεν ισχύει αυτό. Παρόλο που αυτή βλέπει ασφαλώς περισσότερο τηλεόραση, επειδή αυτή μένει συνήθως περισσότερο χρόνο στο σπίτι και μπορεί επομένως και τηλεόραση να βλέπει περισσότερο αλλά και περισσότερο χρόνο - σε σχέση με τον πατέρα - να διαθέτει για το παιδί της.
Σύμφωνα με τον έκτο και τον ένατο παράγοντα, τέλος, υπάρχει μια απόλυτη σχεδόν αμοιβαιότητα στις συναισθηματικές εκδηλώσεις των γονέων και των παιδιών. Ιδιαίτερα μάλιστα οι πολλές συναισθηματικές εκδηλώσεις του παιδιού προς τον πατέρα συνδέονται και με αντίστοιχη υπακοή προς αυτόν, με ποικίλες αμοιβές του πατέρα προς το παιδί, αλλά πέρα από αυτά και με αρκετές παρέες του παιδιού με άλλα παιδιά και με προτίμησή του για ομαδικό παιχνίδι. Αυτό σημαίνει ότι ο πατέρας ο οποίος κερδίζει την αγάπη του παιδιού του, κερδίζει και την εμπιστοσύνη του, καθώς χειρίζεται σωστά τις σχέσεις του με το παιδί και αμείβει τη θετική του συμπεριφορά. Η αρμονική σχέση με τον πατέρα απ' την άλλη κάνει το παιδί κοινωνικό, πράγμα που επιβεβαιώνεται από την τάση του να παίζει ομαδικά παιχνίδια και να δημιουργεί πολλές παρέες.
3. Γενικά συμπεράσματα.
Από την ανάλυση των δεδομένων της έρευνας προκύπτει ότι επαληθεύεται η βασική υπόθεση της έρευνας, σύμφωνα με την οποία η ενεργός εμπλοκή των γονέων -και ιδιαίτερα του πατέρα- στις δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου και η ποιότητα των διαπροσωπικών σχέσεων επιδρούν ευνοϊκά στην ανάπτυξη της δημιουργικότητας των παιδιών των δύο υποομάδων. Ο συγκεκριμένος αυτός τρόπος κοινωνικοποίησης αντανακλάται στην εντελώς διαφορετική εξέλιξη της δημιουργικότητας των παιδιών, γεγονός το οποίο εκφράζεται και με διαφορετικές επιδόσεις τους στα τεστ δημιουργικότητας, όπως προκύπτει από συναφείς ξένες αλλά και ελληνικές έρευνες. Από τα δεδομένα της έρευνας προκύπτει επίσης η διαπίστωση ότι η εμπλοκή του πατέρα στις δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου των παιδιών αποτελεί τον καλύτερο ίσως δείκτη του ενδιαφέροντος και της προσοχής την οποία αποδίδουν οι γονείς της α΄ ομάδας στην αγωγή και στη μόρφωση των παιδιών τους. Συνήθως οι γονείς αυτοί 
- παρέχουν στα παιδιά τους περισσότερα μέσα για παιχνίδια και ψυχαγωγία 
- τα ενθαρρύνουν περισσότερο να αποκτούν πολλές και ποικίλες γνώσεις με διάφορες ευκαιρίες που τους προσφέρουν
-  τα προσανατολίζουν στην καλλιέργεια ευρύτερων ενδιαφερόντων
-  ασκούν επάνω τους περισσότερη και πιο εποικοδομητική εποπτεία και καθοδήγηση
-  δημιουργούν ευνοϊκότερο κλίμα σχέσεων μέσα στην οικογένεια και γενικά τους εξασφαλίζουν περισσότερες δυνατότητες καλλιέργειας και έκφρασης των δημιουργικών τους ικανοτήτων.
-  Αντίθετα, στις οικογένειας της β΄ ομάδας, οι οποίες δεν αποδίδουν τόσο μεγάλη σημασία στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους, παρατηρείται συνήθως, πέρα από κάποιο περιστασιακό ενδιαφέρον, μια αδυναμία ή απροθυμία των γονέων και ειδικά των πατέρων να παρακολουθήσουν από κοντά τα παιδιά τους, με αποτέλεσμα η προσφορά τους σε μορφωτικά ερεθίσματα να είναι πενιχρή και οι δυνατότητες για δημιουργικές αναζητήσεις και αποτολμήματα των παιδιών περιορισμένες. Η σχεδόν παντελής απουσία του πατέρα (die vaterlose Gesellschaft κατά A. Mitscherlich, 1963) από την ανατροφή των παιδιών και η μορφωτική ανεπάρκεια της μητέρας, σε συνδυασμό με την οικονομική δυσπραγία της οικογένειας, στερεί από τα παιδιά πολλές ευκαιρίες για καλλιέργεια και ανάδειξη των ικανοτήτων τους.
-  Μια ακόμα γενική διαπίστωση, τέλος, είναι ότι τα παιδιά ακολουθούν κατά κανόνα μορφές συμπεριφοράς τις οποίες προσδοκούν ή υποδεικνύουν οι γονείς τους. Σύμφωνα και με τα ευρήματα της κοινωνικο-γνωστικής μάθησης, αυτό βέβαια σημαίνει τεράστιες δυνατότητες των γονέων να επηρεάζουν τα παιδιά τους. Υποδηλώνει όμως παράλληλα και τις τεράστιες ευθύνες που έχουν απέναντι στη νέα γενιά, καθώς επίσης και την ευθύνη της πολιτείας, η οποία θα έπρεπε με πολλούς και διάφορους τρόπους (π.χ. σχολές γονέων) να επιμορφώνει και να ενημερώνει τους γονείς για βασικές αρχές της ορθής διαπαιδαγώγησης των παιδιών τους.

Βιβλιογραφία

Castan, B., Galloiw C & Callan, V.J.: Problem-Solving Interactions Between Greek Mothers and Children. 
In: The Journal of Social Psychology, 125, 1985, 3, 335-340
Δερβίσης, Σ.: Η δημιουργική σκέψη και η δημιουργική διδακτική διαδικασία. Θεσσαλονίκη, 1998
Κατάκη, Χ.Δ.: Οι τρεις ταυτότητες της ελληνικής οικογένειας. Αθήνα, Κέδρος, 1084.
Καψάλης, Α.: Σχολική επίδοση και δημιουργικότητα. Περιοδ. Παιδαγωγική Επιθεώρηση, 9, 1998, 81-91
Κωσταρίδου – Ευκλείδη, Α.: Δημιουργική σκέψη – Δημιουργικότητα. Στο: Παιδαγωγική Ψυχολογική Εγκυκλοπαίδεια – Λεξικό, τ. 3. Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 1998, 1333-1334
Landau, E.: Κreatives Erleben, Munchen, Reinhardt, 1984
Lee, V. Webberley, R. & Litt, L.: Νοημοσύνη και δημιουργικότητα. Μτφρ. Γ. Μπαρουξής, Αθήνα, Κουτσουμπός, 1987
Μαρμαρινός, Ι.: Δημιουργικότης και κοινωνικο-οικονομικόν επίπεδον. (Διδ. Διατρ.). Αθήνα, 1987.
Massialas, N. & Zevin, J.: Δημιουργική εργασία στο σχολείο. Μτφρ. Κ. Τσιμπούκης, Αθήνα, 1975.
Mitscherlich, A.: Auf dem Weg zur vaterlosen Gesellschaft. Munchen, Piper, 1963.
Νημά, Ε.: Οικογενειακή κοινωνικοποίηση και δημιουργικότητα. Η συμβολή της οικογένειας στην ανάπτυξη της δημιουργικότητας κατά την παιδική ηλικία. Θεσσαλονίκη, Κυριακίδης, 1996.
Ντορενστάουτερ – Παπουτσάκη, Π.: Το προικισμένο παιδί. Μία πρώτη επιστημονική προσέγγιση σε ένα θέμα άγνωστο. Αθήνα, εκδόσεις Το Ποντίκι, 1994.
Ξανθάκου, Γ.: Η δημιουργικότητα στο σχολείο. Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 1998.
Παρασκευόπουλος, Ι. & Τσιμπούκης, Κ.: Συγκλίνουσα και αποκλείουσα νόησις: Η φύσις και η μέτρησίς της. Περιοδ. Σχολείο και ζωή. Τομ. ΙΙΙ, 1970, 273-283 και 412-419.
Πυργιωτάκης, Ι. Ε.: Κοινωνικοποίηση και εκπαιδευτικές ανισότητες. Έκτηέκδοση
ΑθήναΓρηγόρης, 1996.
Wallace, M & Kogan, N.: Modes of Thinking in Young Children. A Study of the Creativity-Intelligence Distinction. New York, Holt, Rinehardt and Winston, 1965.
Winnicott, B.W.: Το παιδί, το παιχνίδι και η πραγματικότητα. Μτφρ. Γ. Κωστόπουλος, Αθήνα, Καστανιώτης, 1980.