Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

381/2006 ΕΦ. ΠΕΙΡ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΑΤΟΣ


381/2006 ΕΦ ΠΕΙΡ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΑΤΟΣ

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ (INTRACOM IT SERVICES)

381/2006
ΕΦ ΠΕΙΡ (416636)

(ΠΕΙΡΝΟΜ 2006/416) Επιμέλεια τέκνου - Αφαίρεση από μητέρα και ανάθεση σε τρίτον. Κατά το άρθρο 1533 παρ. 1 και 3 ΑΚ η αφαίρεση του συνόλου της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου από τη μητέρα και η ανάθεσή της σε τρίτον, κατά προτίμηση σε συγγενικό πρόσωπο, διατάσσεται από το δικαστήριο, όταν κριθεί απ΄ αυτό ότι άλλα μέτρα δεν επαρκούν για να αποτρέψουν τον κίνδυνο της σωματικής, πνευματικής ή ψυχικής υγείας του τέκνου και ύστερα από έλεγχο του ήθους, των βιοτικών συνθηκών και γενικά της καταλληλότητάς του, στηριζόμενο υποχρεωτικά σε βεβαίωση της κοινωνικής υπηρεσίας. Εάν η έκθεση αυτή δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα το Δικαστήριο δικάζει χωρίς έκθεση σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 4 εδ. β΄ του Ν. 2521/1997. Η περίληψη ελήφθη από το περιοδικό "Πειραϊκή Νομολογία εκδόσεως Δ.Σ. Πειραιώς".
 
Εφετείο Πειραιώς 381/2006

Πρόεδρος : Γεώργιος Γεωργάτος Εισηγήτρια: Μαρία Ταγκαλάκη Δικηγόροι : Νικόλαος Φακατσέλης, Εφη Μίχου

Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ`αριθμ. 1756/2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (αρθρ. 121 ΕισΝΑΚ, 739 επ. ΚΠολΔ}, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από την δεύτερη των καθ`ων η αίτηση, που ηττήθηκε πρωτόδικα, αφού κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 19.5.2005 και η προσβαλλόμενη απόφαση είχε επιδοθεί στην εκκαλούσα την 21.4.2005, όπως προκύπτει από την κατ` αρθρ. 139 παρ. 3 ΚΠολΔ σημείωση της δικαστικής επιμελήτριας Αικατερίνης Αγγελοπούλου επί του επιδοθέντος και προσκομιζομένου αντιγράφου της {αρθρ. 495, 518, 591 παρ. 1 ΚΠολΔ}. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία {αρθρ. 533 παρ. 1 ΚΠολΔ}.
Με την από 26.5.2004 αίτηση {αρ. κατ. 4421/2004} της .... κατά Ι} του .... και 2} της ...., η αιτούσα ζήτησε να αφαιρεθεί από τους καθ`ων η αίτηση, η άσκηση της επιμέλειας του εκτός γάμου ανηλίκου τέκνου τους, το οποίο έχει αναγνωρίσει εκούσια ο πρώτος των καθ`ων η αίτηση, γιατί η δεύτερη των καθ`ων η αίτηση παραβαίνει τα καθήκοντα που της επιβάλλει το λειτούργημα της και να ανατεθεί στην ίδια. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωκε ερήμην του πρώτου των καθ`ων η αίτηση και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων α}την υπ`αριθμ. 4398/2004 παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομισθεί βεβαίωση της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας για το ήθος, τις βιοτικές συνθήκες και γενικά την καταλληλότητα της αιτούσας και β}την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία δέχθηκε την αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη, αφαίρεσε από τους καθ`ων η αίτηση την άσκηση της επιμέλειας του ανηλίκου και ανέθεσε αυτήν στην αιτούσα. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται η δεύτερη των καθ` ων η αίτηση για τους λόγους που εκθέτει στην ένδικη έφεση, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της και την απόρριψη της αίτησης.
Κατά το άρθρο 1515 παρ. 1 ΑΚ, η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου που γεννήθηκε και παραμένει χωρίς γάμο των γονέων του, ανήκει στη μητέρα του και σε περίπτωση αναγνώρισης του αποκτά γονική μέριμνα και ο πατέρας, που όμως την ασκεί αν έπαψε η γονική μέριμνα της μητέρας, η αν αυτή αδυνατεί να την ασκήσει για νομικούς ή πραγματικούς λόγους. Εξάλλου, κατ` άρθρο 1532 ΑΚ, η "άσκηση" αυτή μπορεί να αφαιρεθεί ολικά ή μερικά χάριν του συμφέροντος του τέκνου, από το δικαστήριο, αν ο πατέρας ή η μητέρα παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλονται από το λειτούργημα τους, έστω και ανυπαίτια ή αν ασκούν τα καθήκοντα τους καταχρηστικά ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σ`αυτό, έπειτα από αίτηση του άλλου γονέα, των πλησιέστερων συγγενών του τέκνου ή του Εισαγγελέα. Το Δικαστήριο μπορεί στη συνέχεια να αναθέσει την επιμέλεια του τέκνου ολικά ή μερικά σε τρίτον ή να διορίσει επίτροπο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1533 παρ. 1 και 3 ΑΚ, η αφαίρεση του συνόλου της επιμελείας του προσώπου του τέκνου από την μητέρα και η ανάθεση της σε τρίτον, κατά προτίμηση σε συγγενικό πρόσωπο, διατάσσεται από το δικαστήριο, όταν κριθεί απ`αυτό ότι άλλα μέτρα δεν επαρκούν για να αποτρέψουν τον κίνδυνο της σωματικής, πνευματικής ή ψυχικής υγείας του τέκνου και ύστερα από έλεγχο του ήθους, των βιοτικών συνθηκών και γενικά της καταλληλότητας του, στηριζόμενο υποχρεωτικά σε βεβαίωση της κοινωνικής υπηρεσίας. Στην περίπτωση αυτή αν η έκθεση δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα το δικαστήριο δικάζει χωρίς έκθεση {αρθρ. 19 παρ. 4 εδ. β του Ν. 2521/1997}.
Στην προκειμένη περίπτωση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν προσκομίσθηκε έκθεση της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας για τον έλεγχο του ήθους, των βιοτικών συνθηκών και της καταλληλότητας της αιτούσας, καίτοι διέταξε τούτο η υπ`αριθμ. 4398/2004 παρεμπίπτουσα απόφαση εκείνου. Κατόπιν αυτού το Δικαστήριο προχώρησε στην κατ`ουσίαν έρευνα της υπόθεσης χωρίς την έκθεση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, δεν έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου, αφού η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 4 εδ. β`του Ν. 2521/ 1997, που προαναφέρθηκε, επιτρέπει την κατ`ουσίαν έρευνα της υποθέσεως και χωρίς την έκθεση αυτή και συνεπώς ο δεύτερος λόγος της εφέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από την προσήκουσα εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των εξετασθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του σε συνδυασμό προς όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, τα οποία χρησιμεύουν και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων {οι υπ`αριθμ. 3698/2004, 1659/2002, 7476/2002, 2528/2002, 2414/2002, 2413/2002, 2530/2002 και 2529/2002 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκου που λήφθηκαν για να χρησιμοποιηθούν σε προηγούμενες δίκες λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια ΟλΑΠ 239/1975 Νοβ 1975.654, ΑΠ 969/1996 ΕλλΔνη 1998.824} αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Από την εκτός γάμου συμβίωση των καθ` ων η αίτηση γεννήθηκε στις 23.11.1993 θήλυ τέκνο, ηλικίας κατά το χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως 10 1/2 ετών. Με την υπ`αριθμ. 15175/18.3.1994 Πράξη της Συμ/φου Πειραιώς ο πρώτος των καθ`ων η αίτηση αναγνώρισε εκουσίως την πατρότητα του τέκνου, με τη συναίνεση και της δεύτερης των καθ`ων η αίτηση και ενεγράφη τούτο στην οικογενειακή μερίδα του πρώτου των καθ`ων η αίτηση, στα δημοτολόγια του Δήμου Κερατσινίου. Μετά την αναγνώριση του ανηλίκου η γονική μέριμνα ανήκει και στους δύο γονείς, ασκείται όμως μόνο από τη δεύτερη των καθ`ων η αίτηση μητέρα. Η αιτούσα, αδελφή του πρώτου των καθ`ων η αίτηση, καθόλο το χρονικό διάστημα της εγκυμοσύνης της δεύτερης των καθ` ων η αίτηση, είχε αναλάβει αποκλειστικά τις δαπάνες της ιατρικής και φαρμακευτικής της περίθαλψης. Μετά τον τοκετό η δεύτερη των καθ` ων η αίτηση παρέμεινε επί σαράντα ημέρες στην οικία της αιτούσας και η τελευταία φρόντιζε αυτήν και το νεογέννητο τέκνο. Μετά την πάροδο των σαράντα ημερών από τη γέννηση του ανηλίκου τέκνου της, η δεύτερη των καθ`ων η αίτηση, αποχώρησε εκουσίως από την οικία της αιτούσας, δηλώνοντας αδυναμία ανάληψης και άσκησης των καθηκόντων της ως μητέρας. Εκτοτε συνέχισε να εργάζεται σε διάφορα νυχτερινά καταστήματα, όπως και πριν από τη γέννηση του ανηλίκου τέκνου της και να συμβιώνει με τον πρώτο των καθ`ων η αίτηση, αναθέτοντας την πραγματική επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου της στην αιτούσα. Η αιτούσα είναι άγαμη και άτεκνη, διαθέτει ικανοποιητικά εισοδήματα ως λογίστρια και συνιδιοκτήτρια φορτηγού αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως, το οποίο εκμεταλλεύεται μισθώνοντας το σε εταιρίες και ασχολείται συνεχώς με την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση της ανήλικης ανεψιάς της, την οποία περιβάλλει με στοργή και αγάπη και στην οποία έχει αφοσιωθεί πλήρως συνεπικουρούμενη από τη μητέρα της και γιαγιά της ανήλικης. Με επιμέλεια της αιτούσας, με δικές της δαπάνες και την ίδια ως ανάδοχο έγινε στις 2.4.1995 η βάπτιση του τέκνου των καθ`ων η αίτηση, το οποίο έλαβε το όνομα Μαρία, δηλαδή το όνομα της για γιάς από την πατρική γραμμή. Η δεύτερη των καθ`ων η αίτηση στις 16.5.1996 υπέγραψε ενώπιον της Συμ/φου Πειραιώς ....... το υπ`αριθμ. 17008/1996 ειδικό πληρεξούσιο, με το οποίο δήλωσε ότι για σοβαρούς προσωπικούς της λόγους και εξ αιτίας επαγγελματικών της υποχρεώσεων αδυνατεί ν`ασκεί καθ`ολοκληρία τη γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης της και εξουσιοδότησε τον πληρεξούσιο δικηγόρο της να υποβάλει για λογαριασμό της ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου αίτηση αφαιρέσεως από την ίδια της γονικής μέριμνας και να την εκπροσωπήσει στη συζήτηση αυτής και υπέδειξε την αιτούσα ως κατάλληλο πρόσωπο για την άσκηση της γονικής μέριμνας, η οποία και την ασκούσε αποκλειστικά από τη γέννηση της κόρης της. Του αυτού περιεχομένου δήλωση του πρώτου των καθ`ων η αίτηση περιλαμβάνεται στο υπ`αριθμ. 18012/ 10.7.1997 ειδικό πληρεξούσιο της Συμ/φου που προαναφέρθηκε. Παραπλάνηση της δεύτερης των καθ`ων η αίτηση από την αιτούσα ως προς την υπογραφή και το περιεχόμενο της δήλωσης που περιλαμβάνεται στο ειδικό πληρεξούσιο δεν επιβεβαιώθηκε κατ`ουσίαν. Στη συνέχεια και σε εκτέλεση των εντολών που αναφέρονται στα προαναφερθέντα ειδικά πληρεξούσια κατατέθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο στις 21.1.1998 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς αίτηση των καθ` ων η αίτηση περί αφαιρέσεως από αυτούς της άσκησης της γονικής μέριμνας και ανάθεσης αυτής στην αιτούσα. Κατά το χρονικό διάστημα από τη γέννηση του ανηλίκου τέκνου μέχρι το 2002 η δεύτερη των καθ`ων η αίτηση δεν επέδειξε το επιβαλλόμενο ενδιαφέρον για το ανήλικο τέκνο της ώστε να αναπτυχθούν μεταξύ τους τα συναισθήματα εκείνα που θα στήριζαν τη σχέση μητέρας και τέκνου και θα οδηγούσαν στην ομαλή επικοινωνία τους. Αρχές του 2002 διασπάσθηκε η συμβίωση των καθ ων η αίτηση και έκτοτε ο πρώτος των καθ ων η αίτηση συγκατοικεί με την αιτούσα, την κόρη του και τη μητέρα του στο Κερατσίνι. Με την υπ`αριθμ. κατ. 855/11.2.2002 αίτηση της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, η δεύτερη των καθ`ων ζήτησε από την αιτούσα να της αποδώσει την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου της και από τον πρώτο των καθ`ων η αίτηση να της καταβάλει για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου προσωρινή διατροφή. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε για έλλειψη κατεπείγοντος {επείγουσας περίπτωσης ή επικειμένου κινδύνου} με την 3441/2002 απόφαση του δικαστηρίου εκείνου. Επί της αιτήσεως αφαιρέσεως της γονικής μέριμνας που προαναφέρθηκε εκδόθηκε κατ`αρχήν η υπ`αριθμ. 3181/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία διέταξε την αυτο πρόσωπη εμφάνιση των αιτούντων. Σε μεταγενέστερα ορισθείσα συζήτηση ο πρώτος των καθ` ων η αίτηση δεν εμφανίσθηκε στο δικαστήριο και η δεύτερη των καθ`ων δήλωσε ότι δεν συναινεί στην αφαίρεση της γονικής μέριμνας και η αίτηση απορρίφθηκε με την 3767/2003 απόφαση του δικαστηρίου εκείνου. Τέλος με την υπ`αριθμ. 2303/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ρυθμίστηκε προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας της δεύτερης των καθ`ων η αίτηση με το ανήλικο τέκνο της. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αιτούσα επέδειξε αμέριστη στοργή και αγάπη για το ανήλικο και φροντίζει αυτό σαν να είναι δικό της παιδί, αναπληρώντας επιτυχώς την έλλειψη της μητρικής στοργής, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, ώστε να τη βλέπει σαν πραγμα τική μητέρα. Κατά το χρόνο άσκησης της αιτήσεως το ανήλικο τέκνο φοιτού σε στην πέμπτη τάξη δημοτικού του ιδιωτικού σχολείου με άριστες επι δόσεις στα μαθήματα, είχε ομαλή σωματική, πνευματική και ψυχική ανάπτυξη, αφού μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον γεμάτο από αγάπη και στοργή. Μεταξύ άλλων παρακολουθεί εντός και εκτός του σχολείου μαθήματα αγγλικών, γαλλικών και πιάνου, επιδεικνύοντας παράλληλα και εξαίρετη διαγωγή. Η ωριμότητα του ανηλίκου συμπορεύε ται πλήρως με την ηλικία του. Γνωρίζει τα πάντα για τη φυσική του μητέρα, καθώς και για τη συγγενική σχέση που τη συνδέει με τους διαδίκους. Αντιλαμ βάνεται καλά την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί γύρω από αυτήν και είναι σε θέση να έχει λογική άποψη για ορισμένο θέμα, όπως είναι το συμφέρον του και να συμπεριφέρεται ανάλογα. Εχει άρρηκτο ψυχικό και συναισθηματικό δεσμό με την αιτούσα και επιδεικνύει άρνηση στο να βλέπει τη μητέρα του. Η τελευταία δεν επέδειξε το επιβαλλόμενο ενδιαφέρον για το ανήλικο και δεν επεδίωξε από τη νηπιακή ηλικία του τέκνου της, να βρίσκεται, όσον το δυνατόν, κοντά ο`αυτό, δείχνοντας αγάπη και στοργή, ώστε να αναπτυχθεί μεταξύ τους εκείνος ο ψυχικός δεσμός που θα επέτρεπε την ομαλή επικοινωνία τους και τη συμβίωση τους στην αυτή στέγη, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος για τη σωματική, πνευματική και ψυχική υγεία του ανηλίκου. Η παράλειψη άσκησης από τη δεύτερη των καθ` ων η αίτηση, επί δέκα περίπου έτη των καθηκόντων που της επιβάλλει το λειτούργημα της για την επιμέλεια του τέκνου της, συνιστά μορφή κακής άσκησης της γονικής μέριμνας.

Με τα αποδειχθέντα αυτά πραγματικά περιστατικά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η δεύτερη των καθ ων η αίτηση δεν είναι σε θέση να ασκήσει την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου της, χωρίς να υπάρξει κίνδυνος βλάβης, που είναι σαφώς ορατός και θα επέλθει, στη σωματική, ψυχική και πνευματική υγεία του. Το αληθινό συμφέρον του ανηλίκου επιβάλλει να ανατεθεί η άσκηση της επιμέλειας αυτού στην αιτούσα, η οποία παρέχει τα εχέγγυα για τη σωστή ανατροφή, επίβλεψη, εκπαίδευση και εν γένει ομαλή ψυχοσωματική του ανάπτυξη και είναι η πλέον κατάλληλη και ικανή να προσφέρει σ`αυτό ορθή διαπαιδαγώγηση. Κατ`ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε την αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφήρμοσε το νόμο, τα δε αντίθετα που υποστηρίζονται με τους υπόλοιπους λόγους της έφεσης είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν, καθώς και η έφεση στο σύνολο της. Τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητου του παρόντα βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας {αρθρ. 106, 176, 183, 191 παρ. 1 ΚΠολΔ}.
Ν.Β

231/2003 ΕΦ. ΔΩΔ. ΜΙΧΑHΛ ΔΕΤΣΗΣ


231/2003 ΕΦ. ΔΩΔ. ΜΙΧΑHΛ ΔΕΤΣΗ,

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ (INTRACOM IT SERVICES)

231/2003
ΕΦ ΔΩΔ (352674)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Στις διαφορές γονικής μέριμνας εφαρμόζεται στάδιο υποχρεωτικής προδικασίας που περιλαμβάνει κοινωνική έρευνα συνθηκών διαβίωσης του τέκνου και σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς κατόπιν ακροάσεως των διαδίκων ή πληρεξουσίων ως διαδικαστική προϋπόθεση παραδεκτού συζήτησης της αγωγής. Στο πλαίσιο τήρησης κανόνων καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης η μή αυτοπρόσωπη εμφάνιση για τρίτη φορά του διαδίκου για απόπειρα συμβιβασμού θεωρείται ως άρνηση και αποτυχία συμβιβαστικής επίλυσης. Δεν είναι ενεργητικά ανομιμοποίητη η έφεση λόγω μη αναγραφής της ιδιότητας της μητέρας ως ασκούσας αγωγή διατροφής για λογαριασμό ανηλίκου τέκνου, άν συνάγεται από το δικόγραφο. Η από κοινού άσκηση γονικής μέριμνας περιλαμβάνει την επιμέλεια, διοίκηση περιουσίας και αντιπροσώπευση και σε διακοπή της έγγαμης συμβίωσης και προσφυγή στο Δικαστήριο εξετάζεται το συμφέρον του τέκνου, συμφωνία των γονέων, και επιλέγεται η μικρότερη διατάραξη της ζωής του, για λόγους προστασίας του ψυχικού και συναισθηματικού κόσμου ενώ η ανάθεση μπορεί να είναι ολική ή μερική.


ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ 231/2003
ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Πρόεδρο Εφετών, Νικόλαο Πάσσο και Σπυριδούλα Μακρή - Εισηγήτρια, Εφέτες και το Γραμματέα Παναγιώτη Πανιέρα. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στη Ρόδο την 9-5-2003, για να δικάσει την ακόλουθη υπόθεση: ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: Ι.Η., κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε στο Δικαστήριο διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Παντελίδη (με αριθ. 114.943 γραμμάτιο προείσπραξης Δ.Σ Ρόδου).
ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ε.Σ., κατοίκου ..... , ως ασκούσας την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους .... Η., η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο μαζί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Καβουριό. Η εφεσίβλητη άσκησε κατά του εκκαλούντος και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, την από 22-11-2000 και με αριθ. εκθ. κατ. 359/24-11-2000, αγωγή της περί διατροφής και αναθέσεως σ` αυτήν της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων της. Το Δικαστήριο εκείνο με την υπ` αριθμ. 185/2001 οριστική απόφασή του, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εναγόμενος άσκησε στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, απευθυνόμενη στο παρόν, την ένδικη από 18-10-2001 και με αριθ. εκθ. κατ. Πρωτοδικείου 368/19-10-2001 και Εφετείου 439/19-10-2001, έφεσή του και τους από 1-4-2002 και με αριθ. εκθ. κατ. 9/15-7-2002 προσθέτους λόγους αυτής. Της εφέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής ορίσθηκε δικάσιμος, μετ` αναβολές, η αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής. Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους και αναφέρθηκαν στις γραπτές προτάσεις που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. (Α) Σύμφωνα με το αρ. 681Β Κ.Πολ.Δ. "1. Με την ειδική διαδικασία των αρ. 666 παρ.1, 667, 670, 671 §§ 1-3 και 672 έως 676 δικάζονται οι διαφορές που αφορούν (α) .... (β) την άσκηση της γονικής μέριμνας αναφορικά με το τέκνο, κατά την διάρκεια του γάμου και σε περίπτωση διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου, ή όταν πρόκειται για τέκνα χωρίς γάμο των γονέων τους, τη διαφωνία των γονέων κατά την κοινή άσκηση από αυτούς της γονικής τους μέριμνας, καθώς και την επικοινωνία των γονέων και των υπολοίπων ανιόντων με το τέκνο". Εξάλλου, σύμφωνα με το αρ. 681Γ Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το αρ. 38 ν. 2447/1996 και του οποίου αντικαταστάθηκαν στην συνέχεια οι παράγραφοι 2-4 με το αρ. 19 § 3 ν. 2521/1997 "1. Στις διαφορές της περίπτωσης β` της πρώτης παραγράφου του αρ. 681Β εφαρμόζονται και τα αρ. 598, 600, 601, 605, 606, 744 και 759 § 3. Αν οι διαφορές αυτές ενωθούν με οποιανδήποτε από τις διαφορές των αρ. 592 § 1 ή 614 § 1, εφαρμόζονται τα αρ. 744 και 759 § 3. 2. Στις ίδιες διαφορές καθιερώνεται στάδιο υποχρεωτικής προδικασίας που περιλαμβάνει την έρευνα, από όργανα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, των συνθηκών διαβίωσης του ανηλίκου και την υποβολή στο δικαστήριο, έως την ημέρα της συζήτησης, σχετικής αναλυτικής έκθεσης ... το μονομελές ή πολυμελές δικαστήριο είναι εξάλλου υποχρεωμένο, κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της αγωγής και πριν από κάθε συζήτηση να προσπαθήσει, με την ποινή του απαραδέκτου, να επιλύσει συμβιβαστικά την διαφορά, ύστερ` από ακρόαση των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους. Ο συμβιβασμός πρέπει ν` αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου, αλλιώς δεν δεσμεύει το δικαστήριο...". Το κατά την § 2 του αρ. 681Γ Κ.Πολ.Δ. καθιερούμενο για τις ως άνω διαφορές στάδιο υποχρεωτικής προδικασίας, η παράλειψη του οποίου συνεπάγεται, κατά το τελευταίο εδάφιο της § 2, το απαράδεκτο που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα, περιλαμβάνει και την προσπάθεια του μονομελούς πρωτοδικείου ή του πολυμελούς δικαστηρίου, κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της αγωγής και πριν από κάθε συζήτηση, για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς. Η μνεία στο κείμενο της ως άνω διάταξης του πολυμελούς δικαστηρίου αναφέρεται προφανώς στο Εφετείο, αφού η αρμοδιότητα σε πρώτο βαθμό ανήκει στο μονομελές πρωτοδικείο (αρ. 17 § 1 Κ.Πολ.Δ.). Από την λεκτική διατύπωση της διάταξης του αρ. 681Γ § 2 εδ. β` Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η οριζομένη εκεί προϋπόθεση της απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς συνιστά όρο του παραδεκτού της αγωγής, πλην όμως λόγοι σκοπιμότητας και οικονομίας της δίκης επιβάλλουν να γίνει δεκτό, ότι συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της συζήτησης της αγωγής. Αντίθετα, με την διάταξη του αρ. 19 § 4 ν. 2521/1997, με την οποία επεκτείνεται η εφαρμογή της διάταξης του αρθ. 796 § 3 Κ.Πολ.Δ. και στην περίπτωση του αρ. 681Γ § 2 εδ. α` Κ.Πολ.Δ., ορίζεται ότι (και) στην περίπτωση αυτή, αν η έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα, το δικαστήριο δικάζει χωρίς έκθεση (Β.Βαθρακοκοίλη, Οι τροποποιήσεις του Κ.Πολ.Δ. 1997, του αρ. 681Γ σελ. 52 - 53, Χρ. Κοσμίδη, Η εκδίκαση των υποθέσεων οικογενειακού δικαίου μετά τις πρόσφορες δικονομικές μεταρρυθμίσεις, Αρμ. 52. 1037 επ.). Σύμφωνα με τα παραπάνω στην προκειμένη περίπτωση που αφορά έφεση κατά της 185/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου που έκρινε επί αγωγής αναθέσεως της γονικής μέριμνας, άλλως της επιμέλειας ανηλίκου τέκνου στον ένα γονέα, καθώς και επί ανταγωγής ρύθμισης του δικαιώματος επικοινωνίας του ετέρου σ` αυτό: (1) Ουδέν απαράδεκτο για την συζήτηση της υπόθεσης δημιουργείται από την έλλειψη (μη υποβολή) της σχετικής έκθεσης της κοινωνικής υπηρεσίας. (2) Ως προς την απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς εκ μέρους του Δικαστηρίου, η οποία απαιτεί και προϋποθέτει την αυτοπρόσωπη εμφάνιση και παράσταση των διαδίκων, παρατηρείται ότι η συζήτηση της υπόθεσης ανεβλήθη ήδη τρεις φορές λόγω απουσίας του εκκαλούντος, ώστε να είναι και αυτός παρών προκειμένου να τηρηθεί η προϋπόθεση αυτή του παραδεκτού της συζήτησης της υπόθεσης. Η απουσία του κατά την προκείμενη συζήτηση, με την προοπτική, ενδεχομένως και με την επιδίωξη, της κήρυξής της απαράδεκτης, συνιστά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, κατάχρηση δικονομικών δικαιωμάτων και δυνατοτήτων, η οποία αποτελεί παραβίαση της γενικότερης αρχής της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης που καθιερώνει το αρ. 116 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με το οποίο οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοί τους οφείλουν να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης και να αποφεύγουν ενέργειες που άγουν προφανώς σε παρέλκυση της δίκης, με βάση δε την αρχή αυτή πρέπει να ελέγχονται από το δικαστήριο οι ενέργειες των διαδίκων, στους οποίους ανήκει κατά κανόνα η πρωτοβουλία της διεξαγωγής και ταχείας περάτωσης της δίκης, καθόσον ειδικότερα (α) το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερ` από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν (αρ. 106 Κ.Πολ.Δ.) (β) οι διαδικαστικές πράξεις ενεργούνται με πρωτοβουλία και επιμέλεια των διαδίκων (αρ. 108 Κ.Πολ.Δ.), ώστε ν` αποφεύγεται η συστηματική παρέλκυση και άσκοπη διαιώνιση της δικαστικής εκκρεμότητας που επιφέρει δυσμενή αποτελέσματα και σημαντική βλάβη κατά παράβαση των ως άνω βασικών δικονομικών αρχών και υποχρεώσεων. Η παράβαση των καθηκόντων που επιβάλλει το αρ. 116 Κ.Πολ.Δ. στους διαδίκους κτλ. μπορεί να έχει ως κύρωση την επιβολή χρηματικών ποινών κατ` αρ. 205 Κ.Πολ.Δ. ή, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, και την επιδίκαση αποζημίωσης, όχι όμως και το απαράδεκτο της συζήτησης (Α.Π 5/1998, Ελλ.Δ/νη 40. 57), διότι διαφορετικά ο στρεψόδικος διάδικος θα επιτύγχανε τον σκοπό του. Άλλωστε, η επανειλημμένη απουσία του εκκαλούντος από την συζήτηση της υπόθεσης, κατά τις ορισθείσες μετ` αναβολή δικασίμους, της οποίας πρέπει απαραιτήτως να προηγηθεί απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, στην πραγματικότητα σημαίνει άρνηση και τελικά αποτυχία της απόπειρας αυτής. Επομένως, παραδεκτά χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης παρά την μη αυτοπρόσωπη παρουσία του εκκαλούντος και την λόγω αυτής αδυναμία πραγματοποίησης προσπάθειας συμβιβαστικής επίλυσης, η οποία, πάντως, κατά τα προαναφερθέντα, πρέπει να θεωρηθεί ότι απέτυχε. (Β) Περαιτέρω η ένδικη με αρ. εκθ. κατ. 368/2001 (αρ. κατ. Εφετείου 439/2001) έφεση του εναγομένου κατά της υπ` αριθμ. 185/2001 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνων (αρθρ. 681Β σε συνδ. με τα άρθρα 666 παρ. 1, 667, 670, 671 παρ. 1-3 και 672- 676 Κ.Πολ.Δ), έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα πριν από την επίδοση της εκκαλουμένης (επίδοση εκκαλουμένης στις 23-11-2001- κατάθεση έφεσης στις 19-10-2001) και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495 παρ.1 και 2, 499, 511, 513 παρ. 1 εδ. β, 516 παρ. 1, 517 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Επομένως, φερομένη παραδεκτώς στο Δικαστήριο αυτό που είναι αρμόδιο για την εκδίκασή της (αρθρ. 19 Κ.Πολ.Δ) πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στη συνέχεια, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 533 Κ.Πολ.Δ). ΙΙ. Με την από 22-11-2000 (αριθμ. εκθ. κατ. 359/2000 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου η ενάγουσα, υπό την ιδιότητά της ως ασκούσα προσωρινά την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου της .............. , που απέκτησε από τον γάμο της με τον εναγόμενο, με τον οποίο βρίσκεται σε διάσταση, ζήτησε αφενός μεν να της ανατεθεί οριστικά η άσκηση της γονικής μέριμνας, άλλως της επιμέλειας του ανωτέρω ανήλικου τέκνου, αφετέρου δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλλει κάθε μήνα για διατροφή του ανηλίκου τέκνου, λόγω αδυναμίας αυτοδιατροφής του εξ ιδίων πόρων, το ποσό των 195.000 δραχμών, με τους νόμιμους τόκους από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας δόσεως.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής στο ακροατήριο του ανωτέρω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (20-2-2001) ο εναγόμενος άσκησε ανταγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά, με την οποία ζήτησε επικουρικά, σε περίπτωση που ανατεθεί στην ενάγουσα η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου, την ρύθμιση της άσκησης του δικαιώματος της προσωπικής επικοινωνίας του με αυτό (τέκνο). Για την αγωγή και την ανταγωγή, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η εκκαλούμενη 185/2001 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές και 1) ανατέθηκε στην ενάγουσα η αποκλειστική άσκηση της επιμέλειας για το ανωτέρω ανήλικο τέκνο, 2) υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλλει ως χρηματική διατροφή για το ανήλικο τέκνο, για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής και εφεξής, το ποσό των 150.000 δραχμών, το πρώτο πενθήμερο κάθε μηνός, με τους νόμιμους τόκους από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας δόσης έως την εξόφλησή της και 3) καθόρισε την επικοινωνία του αντενάγοντα με το ανήλικο τέκνο του κατά τον τρόπο και χρόνο που αναφέρεται σ` αυτή. Την απόφαση αυτή προσβάλλει ο εναγόμενος με την κρινόμενη έφεσή του και ζητεί, για τους λόγους που περιέχονται στην έφεση, να εξαφανισθεί αυτή και ν` απορριφθεί εξ ολοκλήρου η αγωγή της εφεσίβλητης. Κατά της ίδιας απόφασης παραπονείται ο εκκαλών με τους από 1-4-2002 με αρ. εκθ. κατ. 9/2002 προσθέτους λόγους εφέσεως, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο και είναι παραδεκτοί διότι αφορούν τα προσβληθέντα με την έφεση κεφάλαια της εκκαλουμένης απόφασης. Επομένως, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτοί και να ερευνηθούν και αυτοί από ουσιαστική άποψη, συνεκδικαζόμενοι υποχρεωτικά μαζί με την έφεση (καθόσον δεν νοείται χωριστή συζήτηση αυτών, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρος των προσθέτων λόγων Βλ. Κεραμεύς - Κονδύλης - Νίκας Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ. άρθρα 520 αρ. 36, 674 αρ. 12). Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η αγωγή δεν είναι ενεργητικά ανομιμοποίητη, όπως αβάσιμα διατείνεται ο εκκαλών με τον 1ο λόγο έφεσης, για το λόγο ότι στην επικεφαλίδα της αναγράφεται μόνο το ονοματεπώνυμο και η κατοικία της ενάγουσας και όχι η ιδιότητά της ως νόμιμης αντιπροσώπου του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων (άρθρα 64 παρ. 1 και 118 αριθ. 3 Κ.Πολ.Δ), αφού από το όλο περιεχόμενο και το αίτημα της αγωγής αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι η ενάγουσα άσκησε την αγωγή διατροφής όχι ατομικώς αλλά ως εκπρόσωπος του ανηλίκου τέκνου (πρβλ. Α.Π 419/ 1987 ΝοΒ 36. 911, ΕΑ 2847/1993 ΕλλΔνη 35. 471, ΕΑ 11675/1986 ΕλλΔνη 28. 1336, ΕΑ 3372 /1984 Δ. 15. 561) και επομένως ο λόγος αυτός έφεσης πρέπει ν` απορριφθεί. Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, ουδέν απαράδεκτο για την συζήτηση της αγωγής δημιουργήθηκε από την έλλειψη (μη υποβολή) της σχετικής έκθεσης της κοινωνικής υπηρεσίας και ο 3ος λόγος των προσθέτων λόγων έφεσης είναι αβάσιμος κι απορριπτέος.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1513 και 1514 Α.Κ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 17 του ν. 1329/1983, προκύπτει ότι η γονική μέριμνα ασκείται από κοινού από τους γονείς. Η πολιτεία εμπιστεύεται στους γονείς το λειτούργημα της φροντίδας και ανατροφής των παιδιών, ως εκ του φυσικού δεσμού και της στοργής αυτών απέναντι στα τέκνα και παρέχει σ` αυτούς, για το σκοπό, αυτό, τις σχετικές εξουσίες ώστε να μπορούν να επιτελέσουν το έργο αυτό. Το περιεχόμενο της γονικής μέριμνας αναλύεται σε επί μέρους δικαιώματα τα κυριότερα των οποίων είναι η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου, η διοίκηση της περιουσίας του και η αντιπροσώπευσή του. Σε περίπτωση διακοπής της συζυγικής συμβίωσης οπότε ανατρέπονται οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος και δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση των γονέων, ανακύπτει θέμα διαμονής των ανήλικων τέκνων μαζί με τον πατέρα ή τη μητέρα και ρύθμισης άσκησης της γονικής μέριμνας από καθένα από τους φορείς αυτής. Ο νόμος (άρθρο 1511 Α.Κ) ορίζει σαν κατευθυντήρια γραμμή για τη ρύθμιση της άσκησης της γονικής μέριμνας σε περίπτωση διαφωνίας των γονέων και προσφυγής στο δικαστήριο, το συμφέρον του τέκνου (βλ. ως προς τα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου Α.Π 728/1990 ΕλλΔνη 32. 1233, Α.Π 1019/1994 ΕλλΔνη 1995. 1065, ΕφΑθ. 5659/1994 ΕλλΔνη 1995. 1584, ΕφΑθ. 5870/1993 ΕλλΔνη 1995. 1583). Το συμφέρον αυτό, εφόσον δεν υπάρχει κάποιος περιορισμός από το νόμο, λαμβάνεται υπόψη υπό την ευρεία και γενική έννοια και για τη διαπίστωση της συνδρομής του εξετάζεται σε συνδυασμό προς όλα τα επωφελή και πρόσφορα για το ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις. Σημαντικό στοιχείο κρίσεως πρέπει να θεωρείται η υπάρχουσα συμφωνία των γονέων για την άσκηση της γονικής μέριμνας, η οποία επιμαρτυρεί την κοινή και κατά τεκμήριο αντικειμενική αντίληψη για το συμφέρον του τέκνου (βλ. Α.Π 728/1990 ο.π.). Μεγάλης δε σημασίας είναι η κατά το δυνατόν μικρότερη διατάραξη του μέχρι τούδε τρόπου ζωής του παιδιού, ώστε η δικαστική κρίση πρέπει να κατατείνει στη διαφύλαξη, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, του ψυχικού και συναισθηματικού κόσμου του παιδιού. Στην περίπτωση που υπάρχουν σοβαρές διαφωνίες των γονέων μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, καλό είναι η άσκηση της γονικής μέριμνας να ανατίθεται σε ένα από τους γονείς, ώστε το παιδί να έχει να κάνει με ένα πρόσωπο. Αν όμως το συμφέρον του τέκνου το επιβάλλει θα μπορεί το δικαστήριο να διατάξει διαφορετική ρύθμιση και κυρίως να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας και να αναθέσει μερικώς μόνο στον ένα γονέα την άσκηση αυτής, ως προς ορισμένο τομέα. Στην κρινόμενη περίπτωση, από την ανώμοτη κατάθεση της ενάγουσας, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου Π.Σ. ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως αυτές περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασής του, όλα γενικά και χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τις από 21-2-2001 και με την επιμέλεια της ενάγουσας ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις των Χ.Κ., Χ. συζ. Κ.Σ. και Κ.Σ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Ρόδου Πετρούλας Μακρή, για τις οποίες συντάχθηκαν οι 196, 197 και 198/2001 πράξεις της, ληφθείσες μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη πριν από 24 τουλάχιστον ώρες, κατ΄ άρθρο 671 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, κλήτευση του εναγομένου (με δήλωση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας που καταχωρίστηκε στα πρακτικά), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 29-2-1992 στη Σύμη, από τον οποίο απέκτησαν ένα τέκνο, τον .......... που γεννήθηκε στις 18-1-1994. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και διακόπηκε οριστικά τον Οκτώβριο του 1999, με την αποχώρηση της ενάγουσας από τη συζυγική οικία. Με το από 9-11-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό οι διάδικοι αποφάσισαν να λύσουν το γάμο τους με συναινετικό διαζύγιο, κατά το άρθρο 1441 ΑΚ, και συμφώνησαν να ανατεθεί η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνων τους στον πατέρα και η μητέρα να έχει δικαίωμα επικοινωνίας μαζί του κατά τον οριζόμενο σ` αυτό τρόπο και χρόνο. Όμως οι διάδικοι άλλαξαν γνώμη και δεν προχώρησαν τελικά σε έκδοση συναινετικού διαζυγίου και επομένως δεν επικυρώθηκε με δικαστική απόφαση το παραπάνω συμφωνητικό. Το ανήλικο τέκνο από την παραπάνω διάσταση των γονέων του (Οκτώβριο 1999) μέχρι τον Ιούνιο 2000 διέμενε με τον πατέρα του, η δε επικοινωνία με τη μητέρα του ήταν προβληματική. Από τον Ιούνιο 2000 μέχρι σήμερα ο ανήλικος .......... , ο οποίος είναι μαθητής της Γ΄ τάξης του Δημοτικού σχολείου ... , διαμένει συνεχώς με την ενάγουσα μητέρα του στη ... , στην οποία έχει ανατεθεί προσωρινά η άσκηση της επιμέλειάς του με την 1355/2000 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία ρυθμίστηκε προσωρινά και η άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του πατέρα με το τέκνο του. Η ενάγουσα είναι ηθική, έντιμη, στοργική και άξια μητέρα, αγαπά, φροντίζει και περιποιείται το τέκνο της και επιδεικνύει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη σωστή διατροφή και διαπαιδαγώγηση αυτού, το οποίο (τέκνο) πάσχει από παιδικό ζαχαρώδη διαβήτη, ακολουθεί συγκεκριμένη αγωγή με χορήγηση ινσουλίνης σε συγκεκριμένες δόσεις δύο φορές την ημέρα, συγκεκριμένο πρόγραμμα διατροφής και επίσης υποβάλλεται και σε περιοδικό (ανά τρίμηνο) ιατρικό έλεγχο στο Νοσοκομείο ......... "......", στο οποίο το συνοδεύει η ενάγουσα. Μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης έχει δημιουργήσει ήρεμο οικογενειακό περιβάλλον, σε μισθωμένο απ` αυτή διαμέρισμα στη ... , στο οποίο το ανήλικο, το οποίο στην τρυφερή ηλικία που βρίσκεται (9 ετών σήμερα) και λόγω της ανωτέρω ασθένειάς του έχει άμεση ανάγκη των φροντίδων και περιποιήσεων της μητέρας του, ακόμη δε της μητρικής αγάπης, στοργής και θαλπωρής, έχει προσαρμοστεί πλήρως και είναι στενά συνδεδεμένο με τη μητέρα του, η οποία διαθέτει αρκετό χρόνο για την ανατροφή, περιποίηση και φροντίδα του. Βέβαια και ο εναγόμενος, ο οποίος δεν ζήτησε με αντίθετη αγωγή την επιμέλεια του ανηλίκου, είναι στοργικός πατέρας αγαπά και ενδιαφέρεται για το τέκνο του και επικοινωνεί με αυτό, όπως όρισε η ανωτέρω απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, χωρίς να παρεμποδίζεται από την ενάγουσα. Ενόψει τούτων και λαμβάνοντας υπόψη αφενός μεν τις συνθήκες ζωής των διαδίκων και του τέκνου τους, των δεσμών του τελευταίου με τους γονείς του, ζώντας σχεδόν από την αρχή της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης συνεχώς μαζί με τη μητέρα του, αφετέρου δε τις ανάγκες του, όπως αυτές προσδιορίζονται από τις συνθήκες της ζωής του και ειδικότερα από τον τρόπο διαβιώσεώς του, την ηλικία του, την ανωτέρω ασθένειά του, την οικονομική του κατάσταση, τις ασχολίες του και τον τόπο κατοικίας του, το Δικαστήριο κρίνει ότι για το συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων πρέπει να ανατεθεί η οριστική επιμέλεια του προσώπου του στην ενάγουσα μητέρα του, η οποία είναι κατάλληλη προς τούτο. Εφόσον, λοιπόν, η εκκαλουμένη απόφαση ανέθεσε την άσκηση της επιμέλειας του ως άνω ανηλίκου αποκλειστικά στην ενάγουσα μητέρα του, ορθώς το νόμο εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα 2ος λόγος έφεσης και 1ος και 2ος λόγοι των προσθέτων λόγων έφεσης τυγχάνουν αβάσιμοι κι απορριπτέοι. Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων δεν διαθέτει περιουσία, ούτε οποιοδήποτε εισόδημα, αφού λόγω της ηλικίας του και της ιδιότητάς του ως μαθητής δεν εργάζεται και δεν μπορεί να εργασθεί. Διαμένει με την μητέρα του, η οποία εργάζεται λίγες ώρες στο σπίτι της ως κομμώτρια, σε μισθωμένη οικία στη .... για την οποία η τελευταία καταβάλλει μηνιαίο μίσθωμα 65.000 δρχ. απορριπτομένου του 3ου και τελευταίου λόγου των προσθέτων λόγων έφεσης, ο οποίος υποστηρίζει ότι η εφεσίβλητη δεν επιβαρύνεται με δαπάνη μισθώσεως κατοικίας. Εξάλλου, ο εναγόμενος εργάζεται ως ναυτικός (μηχανικός) σε πλοίο που δρομολογείται στη γραμμή ..... και τα μηνιαία εισοδήματά του ανέρχονται κατά μέσο όρο σε 400.000 δρχ. Διαμένει στη ... σε ιδιόκτητη οικία και δεν βαρύνεται με την καταβολή μισθώματος, ούτε έχει υποχρέωση διατροφής άλλων προσώπων, ενώ διαθέτει Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο μάρκας ...... . Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνάγεται ότι με βάση τις ανάγκες του τέκνου των διαδίκων, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του, η ανάλογη διατροφή του, η οποία περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για την εν γένει συντήρηση (τροφή, οίκηση, ένδυση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψή κ.τ.λ.) ανατροφή, διασκέδαση κτλ και εκπαίδευσή του και γενικά τις συνήθεις δαπάνες παιδιού της ηλικία του, ανέρχεται, με βάση και τις οικονομικές δυνατότητες του υποχρέου πατέρα του στο ποσό των 130.000 δρχ. δηλ. 382 ευρώ το μήνα (και όχι των 150.000 δρχ. όπως εσφαλμένα κατά το σημείο τούτο κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση), το οποίο υποχρεούται να καταβάλλει σε χρήμα αυτός, ο οποίος, πρέπει να σημειωθεί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τις κατ` αυτήν υποβληθείσες προτάσεις του, δεν προέβαλε ένσταση συνεισφοράς στην διατροφή αυτή και της ενάγουσας μητέρας του ανηλίκου. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει, απορριπτομένων των προσθέτων λόγων έφεσης και απορριπτομένης κατά τα λοιπά της ένδικης έφεσης να γίνει αυτή (έφεση) δεκτή κατά το προδιαληφθέν μέρος της, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση μόνον καθόσον μέρος της έγινε δεκτή η αγωγή κατά το περί διατροφής του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων αίτημά της, καθώς και κατά την διάταξή της για την δικαστική δαπάνη, να κρατηθεί η υπόθεση, να εκδικασθεί από το Δικαστήριο τούτο η αγωγή (αρ. 535 § 1 Κ.Πολ.Δ.), που είναι νόμιμη ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1496, 1498 Α.Κ, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα, με την προαναφερόμενη ιδιότητά της, στην αρχή κάθε μήνα (πρώτο πενθήμερο), ως διατροφή του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων το ποσό των 382 Ευρώ, για το χρονικό διάστημα από την άσκηση της αγωγής και εφεξής, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας περιοδικής παροχής. Τέλος, η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθεί λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους, αλλά και λόγω της ιδιότητάς τους ως συγγενών (αρ. 178 § 1, 179 Κ.Πολ.Δ.).

Για τους λόγους αυτούς
Δικάζοντας κατ` αντιμολία των διαδίκων.
Συνεκδικάζει την με αρ. κατ. 368/2001 (αρ. κατ. Εφετείου 439/2001) έφεση και τους με αρ. κατ. 9/2002 πρόσθετους λόγους έφεσης.
Δέχεται τυπικά την ένδικη έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης.
Απορρίπτει τους πρόσθετους λόγους έφεσης και ό,τι κρίθηκε ως απορριπτέο.
Δέχεται κατά τα λοιπά την έφεση και κατ` ουσίαν.
Εξαφανίζει την 185/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (διαδικασία διαφορών που αφορούν επιμέλεια και διατροφή τέκνων), μόνο καθ` όσον μέρος της δέχθηκε εν μέρει την με αρ. κατ. 359/2000 αγωγή κατά το περί επιδίκασης διατροφής αίτημά της, καθώς και κατά την διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης.
Κρατά την υπόθεση και δικάζει την αγωγή κατά το μέρος τούτο.
Δέχεται αυτή εν μέρει.
Υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα, ως έχουσα την επιμέλεια του τέκνου των διαδίκων ..... και για λογαριασμό αυτού, στην αρχή κάθε μήνα (πρώτο πενθήμερο) το ποσό των τριακοσίων ογδόντα δύο (382) ΕΥΡΩ, για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής και εφεξής, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας περιοδικής καταβολής. Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων την δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στη Ρόδο την 14-9-2003, σε μυστική διάσκεψη και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στη Ρόδο την 15-9-2003, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Ο Πρόεδρος                                                        Ο Γραμματέας
   

198/2004 ΕΦ. ΔΩΔ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ

198/2004 ΕΦ ΔΩΔ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟ

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ (INTRACOM IT SERVICES)

198/2004
ΕΦ ΔΩΔ (371262)

(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Σε υποθέσεις ανάθεσης γονικής μέριμνας και επικοινωνίας υποχρεωτική προδικασία με ποινή απαραδέκτου σύνταξης έκθεσης κοινωνικής υπηρεσίας και απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης διαφοράς ως όρο παραδεκτού συζήτησης κατόπιν ακρόασης διαδίκων, πληρεξουσίων και γνώμης τέκνων. Εξαφανίζεται απόφαση επί μεταρρυθμιστικής αγωγής ανάθεσης επιμέλειας τέκνων λόγω μή τήρησης απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης διαφοράς. Διατάσσεται επανάληψη συζήτησης στο εφετείο προκειμένου να εμφανιστούν οι διάδικοι γονείς μετά τέκνων και επιχειρηθεί υποχρεωτικά συμβιβαστική επίλυση διαφοράς.
  Αριθμός απόφασης 198/2004
ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Αποστολόπουλο, Πρόεδρο Εφετών, Εμμανουήλ Βασιλάκη- Εισηγητή και Κωνσταντίνα Γιαννοπούλου, Εφέτες και το Γραμματέα Παναγιώτη Πανιέρα. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στη Ρόδο την 23η Απριλίου 2004, για να δικάσει την ακόλουθη υπόθεση: ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: Α.Τ., κατοίκου Ρόδου, ο οποίος παραστάθηκε στο Δικαστήριο μαζί τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δένδη.
ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ν.Π.-Γ.Λ., κατοίκου Ολλανδίας, η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Εμμανουήλ Βλάχου (με αριθ. 123.197 γραμμάτιο προείσπραξης Δ.Σ Ρόδου). Η έφεση άσκησε κατά του εκκαλούντος και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείο Ρόδου την από 11-12-2001 και με αριθ. εκθ. κατ. 351/11-12-2001 αγωγή της, περί επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων της. Το Δικαστήριο εκείνο με την υπ` αριθμ. 154/2002 οριστική απόφασή του, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εναγόμενος άσκησε στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, απευθυνόμενη στο παρόν, την ένδικη από 18-11-2002 και με αριθ. εκθ. κατ. 345/20-11-2002 έφεσή του, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθ. εκθ. κατ. 414/20-11-2004, για τη συζήτηση δε αυτής που γράφτηκε νόμιμα στο πινάκιο ορίσθηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής. Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους και αναφέρθηκαν στις γραπτές προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 18-11-2002 έφεση κατά της 154/2002 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 681Β § 1, 666 § 1, 667, 670, 671 §§ 1-3, 672-676 Κ.Πολ.Δ. και κατ` αντιμωλία των διαδίκων ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 499, 511, 513, 516, 517, 518, 520 παρ.1 και 674 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Πρέπει επομένως να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στην ουσία της κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 674 παρ. 2).
Με την από 11-12-2001 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου κατά του εκκαλούντος πρώην συζύγου της, ο γάμος των οποίων έχει λυθεί αμετακλήτως, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη επικαλέστηκε μεταβολή των συνθηκών από τότε που εκδόθηκε η 39/2000 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με την οποία ανατέθηκε η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους Α.-Χ. και Σ., στον εναγόμενο – εκκαλούντα. Ότι το συμφέρον των παιδιών επιβάλλει να της ανατεθεί σ` αυτήν η άσκηση της επιμέλειάς τους και ζήτησε να ανακληθεί η άνω απόφαση και να της ανατεθεί η επιμέλεια των ανηλίκων σ` αυτήν. Το πρωτόδικο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του ανακάλεσε την 39/2000 απόφασή του, όπως διορθώθηκε με την 60/2000 απόφασή του και επικυρώθηκε με την 377/2000 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και ανάθεσε αποκλειστικά στην ενάγουσα την άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εκκαλών με την ένδικη έφεσή του και ζητεί για τους λόγους που εκθέτει την εξαφάνισή της και την απόρριψη της αγωγής.
Σύμφωνα με το αρ. 681Β Κ.Πολ.Δ. «1. Με την ειδική διαδικασία των αρ. 666 § 1, 667, 670, 671 §§ 1-3 και 672 έως 676 δικάζονται οι διαφορές που αφορούν (α) …. (β) την άσκηση της γονικής μέριμνας αναφορικά με το τέκνο, κατά την διάρκεια του γάμου και σε περίπτωση διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου, ή όταν πρόκειται για τέκνα χωρίς γάμο των γονέων τους, τη διαφωνία των γονέων κατά την κοινή άσκηση από αυτούς της γονικής τους μέριμνας, καθώς και την επικοινωνία των γονέων και των υπολοίπων ανιόντων με το τέκνο». Εξάλλου, σύμφωνα με το αρ. 681Γ Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το αρ. 38 ν. 2447/1996 και του οποίου αντικαταστάθηκαν στην συνέχεια οι παράγραφοι 2-4 με το αρ. 19 § 3 ν. 2521/1997 «1. Στις διαφορές της περίπτωσης β΄ της πρώτης παραγράφου του αρ. 681Β εφαρμόζονται και τα αρ. 598, 600, 601, 605, 606, 744 και 759 § 3. Αν οι διαφορές αυτές ενωθούν με οποιανδήποτε από τις διαφορές των αρ. 592 § 1 ή 614 § 1, εφαρμόζονται τα αρ. 744 και 759 παρ.3 και 2. Στις ίδιες διαφορές καθιερώνεται στάδιο υποχρεωτικής προδικασίας που περιλαμβάνει την έρευνα, από όργανα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, των συνθηκών διαβίωσης του ανηλίκου και την υποβολή στο δικαστήριο, έως την ημέρα της συζήτησης, σχετικής αναλυτικής έκθεσης, η οποία στις περιπτώσεις όπου φέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ότι ο ένας από τους γονείς ή το ανήλικο τέκνο παρουσιάζει ψυχικά προβλήματα, θα πρέπει να συνοδεύεται και από ψυχιατρική έκθεση. Το μονομελές ή πολυμελές δικαστήριο είναι εξάλλου υποχρεωμένο, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο της αγωγής και πριν από κάθε συζήτηση να προσπαθήσει, με την ποινή του απαραδέκτου, να επιλύσει συμβιβαστικά την διαφορά, ύστερα από ακρόαση των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους. Ο συμβιβασμός πρέπει ν` αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου, αλλιώς δεν δεσμεύει το δικαστήριο. 3. Το δικαστήριο πριν από την έκδοση της απόφασής του, ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου, λαμβάνει υπόψη τη γνώμη του ….».

Με τις τροποποιήσεις που έγιναν καθιερώνεται, για τις διαφορές που υπάγονται στην πιο πάνω διάταξη, δηλαδή για τις διαφορές που αφορούν την άσκηση της γονικής μέριμνας και την επικοινωνία των γονέων και ανιόντων με το ανήλικο τέκνο, στάδιο προδικασίας η ευχέρεια του δικαστηρίου να αποφασίζει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και η υποχρέωση του δικαστηρίου να επικοινωνεί με το τέκνο και να λαμβάνει υπόψη τη γνώμη του, τόσο κατά την απόπειρα συμβιβασμού όσο και κατά το στάδιο της κύριας διαδικασίας. Το στάδιο υποχρεωτικής προδικασίας, η παράλειψη του οποίου τάσσεται, κατά το προτελευταίο εδάφιο της § 2 με την ποινή απαραδέκτου, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, περιλαμβάνει: α) την έρευνα από όργανα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας των συνθηκών διαβίωσης του ανηλίκου και την υποβολή στο δικαστήριο έως την ημέρα της συζήτησης, σχετικής αναλυτικής έκθεσης. Για την τήρηση όμως της προδικασίας αυτής, απαιτείται η κατά τα άρθρα 49 επ. του άνω ν. 2447/96 ίδρυση των κατά Πρωτοδικείο Κοινωνικών Υπηρεσιών που θα λειτουργούν ως αυτοτελείς αποκεντρωμένες υπηρεσίες. Συνεπώς, έως την έκδοση των σχετικών προεδρικών διαταγμάτων η τήρηση, της πιο πάνω προϋπόθεσης ατονεί και έτσι δε δημιουργείται απαράδεκτο, β) Την προσπάθεια του μονομελούς πρωτοδικείου ή του πολυμελούς δικαστηρίου κατά την συζήτηση στο ακροατήριο της αγωγής και πριν από κάθε συζήτηση για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς.
Η μνεία στο κείμενο του πολυμελούς δικαστηρίου αναφέρεται προφανώς και στο εφετείο, εν όψει και της ρητής διατύπωσης ότι η απόπειρα συμβιβασμού γίνεται "και πριν από κάθε συζήτηση". Η απόπειρα για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, παρότι δεν πρόκειται για ιδιωτική διαφορά δεκτική διάθεσης, αποσκοπεί στην παροχή ευχέρειας στους διαδίκους, ενόψει της φύσης της υπόθεσης και των επιπτώσεων στο τέκνο, ν` αποτρέψουν τη συζήτηση στο ακροατήριο. Για την απόπειρα αυτή απαιτείται η ακρόαση των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους και, κατά την § 3 εδ. α, η λήψη υπόψη της γνώμης του τέκνου πριν από την έκδοση της απόφασης, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι το τέκνo έχει ωριμότητα για τη σαφή αντίληψη της σημασίας της διαφοράς και του συμφέροντός του. Τέλος, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά τη διάταξη της § 2 εδ. β του άνω άρθρου 681Γ, η προϋπόθεση της απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς τάσσεται με ποινή απαραδέκτου. Από τη λεκτική διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι η προϋπόθεση αυτή, δηλαδή της απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, συνιστά όρο του παραδεκτού της αγωγής, πλην όμως λόγοι σκοπιμότητας και της οικονομίας της δίκης επιβάλλουν να γίνει δεκτό ότι συνιστούν διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της συζήτησής της (Για όλα τα πιο πάνω βλ. Βαθρακοκοίλη, το Νέο ΟικογενΔ εκδ. Β (2000), υπ` αρθ. 1511, σελ. 881-883, ιδίου "οι τροποποιήσεις Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εκδ. 1997, υπ` αρθ. 681Γ, σελ. 51 επ. Εφ.Αθ. 4242/2001 ΕλλΔνη 2002. 178, Εφ.Αθ. 2105/2000 ΕλλΔνη 2001. 178, Εφ.Αθ. 1898/2000 ΕλλΔνη 2001. 455, Εφ.Αθ. 9215/1999 ΕλλΔνη 1999. 1110 και Εφ.Αθ. 9215 Αρχ.Νομ. 1999. 830).

Στην προκειμένη περίπτωση, υπόκειται προς κρίση διαφορά που αφορά την ανάθεση της επιμέλειας ανηλίκων τέκνων των διαδίκων. Επoμένως, είναι υποχρεωτική η απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς. Όμως η προϋπόθεση αυτή δεν τηρήθηκε πριν από τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτόδικο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από τα προσαγόμενα με επίκληση ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του. Από δε την αναφορά της εκκαλουμένης ότι «τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 681Γ προδικασία με επικοινωνία του Δικαστηρίου με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων», σαφώς συνάγεται ότι τηρήθηκε μόνο η επικοινωνία με τα τέκνα και όχι η προσπάθεια για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς. Συνεπώς η συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη ήταν απαράδεκτη λόγω μη τήρησης της άνω προδικασίας και πρέπει δεκτού γενομένου του πρώτου λόγου της έφεσης ως βάσιμου να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη και να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί κατ` ουσίαν (άρθρο 535 παρ.1 Κ.Πολ.Δ).

Περαιτέρω όμως η ανωτέρω προϋπόθεση, της προσπάθειας δηλαδή της συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, δεν τηρήθηκε ούτε κατά τη συζήτηση της ένδικης έφεσης ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, γεγονός, το οποίο ήταν απαραίτητο κατά τη ρητή διατύπωση της πιο πάνω διάταξης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη.
Και δεν ήταν δυνατόν να τηρηθεί η πιο πάνω προϋπόθεση αμέσως πριν από τη συζήτηση, διότι η εφεσίβλητη, μητέρα των ανηλίκων δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο αυτοπροσώπως, αλλά εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Με όλα τα παραπάνω δεδομένα, παρουσιάζεται κενό, που χρειάζεται συμπλήρωση και γι` αυτό, κατ` εφαρμογή του άρθρου 254 Κ.Πολ.Δ, που εφαρμόζεται και στη δευτεροβάθμια δίκη (άρθρο 524§1 του ιδίου Κώδικα), πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη της επ` ακροατηρίω συζήτησης της έφεσης για να τηρηθεί η πιο πάνω προδικασία, δηλ. για να εμφανισθούν αυτοπροσώπως σ` αυτό και οι δύο διάδικοι γονείς των ανηλίκων, προκειμένου να γίνει η πιο πάνω προσπάθεια. Εξάλλου εν όψει της ηλικίας των ανηλίκων, από τα οποία το πρώτο είναι 15 ετών και το δεύτερο 12 ετών το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτά έχουν, εν όψει και της πνευματικής τους κατάστασης, την απαιτουμένη ωριμότητα, για να αντιληφθούν σαφώς τη σημασία της διαφοράς των γονέων τους και να εκφράσουν τη γνώμη τους (Α.Π 15/97 ΕλλΔνη 38. 1538, Α.Π 180/86 ΕλλΔνη 27. 496). Επομένως, κρίνεται αναγκαία και η εμφάνιση στο Δικαστήριο των τέκνων, τα οποία πρέπει να παρουσιάσει η εφεσίβλητη, με την οποία διαμένουν, προκειμένου να ληφθεί η γνώμη τους (Εφ.Αθ. 4242/2001 ό.π.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ` αντιμωλίαν των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και κατ` ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την 154/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
Κρατεί και δικάζει κατ` ουσίαν την υπόθεση.
Διατάζει την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, προκειμένου να εμφανισθούν αυτοπροσώπως σ` αυτό και οι δύο διάδικοι γονείς των ανηλίκων, για να γίνει προσπάθεια επίλυσης συμβιβαστικώς της διαφοράς.
Υποχρεώνει την εφεσίβλητη όπως κατά τη νέα συζήτηση στο ακροατήριο παρουσιάσει τα ανήλικα προκειμένου να ληφθεί υπόψη η γνώμη τους, για την υπό κρίση διαφορά.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στη Ρόδο την 13-7-2004, σε μυστική διάσκεψη και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στη Ρόδο την 16-7-2004, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.


Ο Πρόεδρος                                                Ο Γραμματέας

191/2001 ΜΠΡ. ΒΟΛ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΩΗΣ


191/2001 ΜΠΡ ΒΟΛ ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΩΗΣ

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ (INTRACOM IT SERVICES)

191/2001
ΜΠΡ ΒΟΛ (312681)
 (ΑΡΧΝ 2002/49) Επικοινωνία γονέων και τέκνων. Ο γονέας, με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο, έχει δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με αυτό. Δεν μπορεί να εξαναγκασθεί η επικοινωνία του γονέα με το ανήλικο τέκνο του, με αγωγή στρεφόμενη εναντίον του. Νομιμοποίηση για την άσκηση της αγωγής επικοινωνίας. Οι σχετικές αποφάσεις υπόκεινται σε ανάκληση ή μεταρρύθμιση, αν μεταβληθούν οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν. Απορρίπτεται η αίτηση ρύθμισης του δικαιώματος επικοινωνίας λόγω έλλειψης νομιμοποίησης, αφού η αιτούσα δεν είναι δικαιούχος του δικαιώματος επικοινωνίας με τα τέκνα. Το αίτημα ανάκλησης ή μεταρρύθμισης της απόφασης είναι μη νόμιμο όταν οι νέες συνθήκες πρέπει να επήλθαν μετά την τελεσιδικία της απόφασης.

(ΑΡΧΝ 2002/49)
ΜΟΝ. ΠΡΩΤ. ΒΟΛΟΥ 191/2001 (Ασφ. Μέτρα) Δικαστής: Ιωάννης Ζώης, Πρωτοδίκης. Δικηγόροι: Απόστ. Παπαθανασίου, Νικ. Πατσιανιάς (Βόλου), Ευάγ. Τζελλής (Καρδίτσας.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ : ................................................................

Σύμφωνα με το άρθρο 1520 ΑΚ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 του Ν. 1329/1983, ο γονέας, μετά του οποίου δεν διαμένει το ανήλικο τέκνο του, για οποιοδήποτε λόγο, διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας μετά του τελευταίου και στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων του ανηλίκου, ως προς την άσκηση του δικαιώματος αυτού, το Δικαστήριο καθορίζει τον τρόπο κατά τον οποίο θα γίνεται η επικοινωνία. Το άκρως αυτό προσωπικό δικαίωμα του γονέα, προς επικοινωνία μετά του ανηλίκου τέκνου του, απορρέει από το φυσικό δεσμό του αίματος και του αισθήματος της στοργής προς το τέκνο, συντελεί δε στην ανάπτυξη του ψυχικού του κόσμου και στην εν γένει προσωπικότητά του, για το λόγο αυτόν η άσκησή του αποβλέπει κυρίως στο καλώς εννοούμενο συμφέρον του τέκνου (ΑΠ 534/1991 Ελλ.Δνη 32.1505, ΕφΑθ 8668/1987 ΕλλΔνη 29.695, Κουνουγέρη - Μανωλεδάκη Αρμεν. 42.1047). Περαιτέρω, το δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα μετά του ανηλίκου τέκνου, που πηγάζει ευθέως από την προδιαληφθείσα διάταξη (ΑΠ 162/1993 ΕλλΔνη 34.598), λειτουργεί μέσα στη φύση των οικογενειακών δικαιωμάτων, πλην όμως αυτό δεν αποτελεί παράλληλα και καθήκον, όπως συμβαίνει με τη γονική μέριμνα και γι` αυτό δεν υφίσταται νομική υποχρέωση να επικοινωνεί με το τέκνο του, εντεύθεν δε δεν μπορεί να εξαναγκαστεί η επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο του, με αγωγή στρεφομένη εναντίον του. Επομένως, ενάγων στη δίκη για τη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο, είναι ο γονέας που δεν ασκεί τη γονική μέριμνα ή δεν διαμένει μαζί με το τέκνο, σε καμία δε περίπτωση δεν νομιμοποιείται ενεργητικά ο γονέας που ασκεί τη γονική μέριμνα ή διαμένει μαζί του το τέκνο (ΕφΑθ 3778/1993 ΕλλΔνη 35.440, ΕφΘεσ 2743/1984 ΕλλΔνη 32.1344, ΕφΑθ 920/1986 ΝοΒ 35.929, Κουνουγέρη - Μανωλεδάκη: Οικ. Δικ. τόμος Β` σελ. 66 επ.). Βεβαίως, είναι αλήθεια, ότι η ανωτέρω νομοθετική ρύθμιση δεν παρέχει δυνατότητα δικαστικής προστασίας στον γονέα, που ασκεί τη γονική μέριμνα ή διαμένει με το ανήλικο τέκνο, στην περίπτωση, που το δικαίωμα επικοινωνίας ασκείται καταχρηστικά ή εν παση περιπτώσει μεταβλήθηκαν οι συνθήκες και το αληθές συμφέρον του ανηλίκου επιβάλλει διαφορετική ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας. Για την εξυπηρέτηση, λοιπόν, της αναγκαιότητας αυτής, ο νομοθέτης εισήγαγε τη νέα διάταξη του άρθρου 1536 ΑΚ, με την οποία καθιερώνεται απόκλιση, από την κατ` αρχήν δεσμευτική ενέργεια των δικαστικών αποφάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 321 ΚΠολΔ (βλ. Κεραμέα Αστ.Δ. Δίκ. 1986 σελ. 295, Γεωργιάδη - Σταθόπουλου: ΑΚ υπό το άρθρο 1536 σελ. 299). Κατά τη διάταξη αυτή (ΑΚ 1536), οι αποφάσεις που είναι σχετικές με τη γονική μέριμνα και το δικαίωμα επικοινωνίας, στο μέτρο που περιλαμβάνουν ρύθμιση για μελλοντικό χρόνο, υπόκεινται σε ανάκληση ή μεταρρύθμιση, αν μεταβληθούν οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν (ΕφΑθ 8631/1984 ΝοΒ 33.1193, ΕφΑθ 2340/1986 ΕλλΔνη 27.1142, Εισ.Εκθ.Σχεδ.Ν. 1329/83 Αρμεν. 37.294, Κουνουγέρη - Μανωλεδάκη ΟΙΚ.Δίκ. τόμος Β.` σελ. 94), μετά από αίτηση του γονέα ή πλησιέστερου συγγενούς, αρμόδιο δε Δικαστήριο είναι εκείνο, που εξέδωσε τη σχετική απόφαση και που κρίνει κατά την ίδια διαδικασία (Εφ. Θεσ. 2322/1997 ΕλλΔνη 1999.358). Τέλος, οι νέες συνθήκες πρέπει να επήλθαν μετά την τελεσιδικία της απόφασης (βλ. Βαθρακοκοίλη, Το Νέο Οικ. Δίκαιο, 1990, άρθρ. 1536, σελ. 647).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτούσα, με την υπό κρίση αίτησή της, που φέρεται νόμιμα προς συζήτηση με την 2498/2000 κλήση της Γραμματείας του Δικαστηρίου τούτου (κατά το άρθρο 307 ΚΠολΔ), ιστορεί, ότι με τον καθ` ού τέλεσε νόμιμο γάμο στη Ν. Ιωνία - Βόλου στις 27.10.1979. Μετά το γάμο τους εγκαταστάθηκαν στον Παλαμά - Καρδίτσας, τόπο καταγωγής του καθ` ού. Από το γάμο τους απέκτησαν τέσσερα τέκνα, τον Απόστολο, το Νικόλαο, τον Ευάγγελο και τον Παναγιώτη, ηλικίας 20, 19, 13 και 11 ετών, αντίστοιχα. Από πολύ νωρίς δημιουργήθηκαν προβλήματα στις σχέσεις της με τον καθ` ού, με αποτέλεσμα το 1989 να αποχωρήσει αυτή για πρώτη φορά από τον Παλαμά - Καρδίτσας, μαζί με τα δύο μικρότερα από τα ανήλικα, τότε, τέκνα της και να εγκατασταθεί στην Αγριά Βόλου μαζί με τους γονείς της. Στη συνέχεια, επανήλθε στη συζυγική οικία και καταβλήθηκε προσπάθεια αποκατάστασης της έγγαμης συμβίωσης. Όμως, η προσπάθεια αυτή δεν τελεσφόρησε, με αποτέλεσμα το 1993, κατόπιν "ανηλεούς ξυλοδαρμού" της, να αποχωρήσει οριστικά πλέον από τη συζυγική στέγη, μαζί με τα δύο μικρότερα τέκνα τους και να εγκατασταθεί στην Αγριά Βόλου, όπου κατοικεί έκτοτε, ενώ ο καθ` ού με τα δύο μεγαλύτερα από τα τέκνα τους παρέμεινε στον Παλαμά - Καρδίτσας. Από το 1993, που διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωσή της με τον καθ` ού, μέχρι το 1998, ο τελευταίος δεν ενδιαφέρθηκε καθόλου για τα ανήλικα τέκνα τους, που διέμεναν μαζί της. Οι δικαστικές τους διαμάχες άρχισαν έκτοτε, ενώ λύθηκε αμετάκλητα και ο γάμος τους. Τελικά, με την 19/2000 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ρυθμίστηκε η επικοινωνία του καθ` ού με τα ανήλικα τέκνα τους, ήτοι τον Ε. και τον Π., ενώ η γονική τους μέριμνα ανατέθηκε σ` αυτήν, ύστερα από την άσκηση τακτικής αγωγής του για το θέμα αυτό και ανταγωγής της, αντίστοιχα. Όμως, ο καθ` ού μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης, κατά το χρόνο της επικοινωνίας, δεν φροντίζει τα ως άνω ανήλικα, αντίθετα τους συμπεριφέρεται βάναυσα, ακατανόητα και άστοργα, με συνέπεια να τους δημιουργούνται προβλήματα στον ψυχικό τους κόσμο, υπό τα εκτιθέμενα σ` αυτή. Με βάση την ιστορική και νομική αυτή αιτία και λόγω του κατεπείγοντος, ζητεί η αιτούσα, κατά λέξη "να διαταχθή η απαγόρευσις προσωρινώς του δι καιώματος προσωπικής επικοινωνίας του αντιδίκου μετά των ανηλίκων τέκνων τους, Ε. και Π. Π., ηλικίας 13 και 11 ετών αντιστοίχως και μέχρις ενηλικιώσεώς των", με την απειλή ποινών και να καταδικαστεί ο καθ` ού στα δικαστικά της έξοδα. Όμως, η αίτηση αυτή, με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, είναι απορριπτέα, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της αιτούσας, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, γιατί αφού αυτή ασκεί τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων, δεν είναι δικαιούχος του δικαιώματος επικοινωνίας με τα ανήλικα τέκνα, του οποίου δικαιούχος είναι ο καθ` ού πατέρας τους και γι` αυτό δεν δικαιούται να ζητήσει τη ρύθμισή του (ούτε αρνητικά), κατ` εφαρμογή του άρθρου 1520 ΑΚ. Το αυτό αίτημα, ως αίτημα ανάκλησης ή μεταρρύθμισης της ανωτέρω 19/2000 οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου (κατά της οποίας ήδη εκκρεμεί έφεση του καθ` ού), θα ήταν μη νόμιμο, αφού οι νέες συνθήκες πρέπει να επήλθαν μετά την τελεσιδικία της απόφασης, ενώ τηρητέα διαδικασία θα ήταν αυτή των εργατικών διαφορών (άρθ. 668 επ., 681 Β` ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν εν όλω μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με το άρθρο 179 ΚΠολΔ.

............................................................................

7-2008 ΜΠΡ. ΑΜΦΙΣ. Ε. ΧΑΤΖΙΚΟΣ


7-2008 ΜΠΡ ΑΜΦΙΣ Ε. ΧΑΤΖΊΚΟΣ

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ (INTRACOM IT SERVICES)

7/2008
ΜΠΡ ΑΜΦΙΣ ( 461042)
  
(ΕΠΟΛΔ 2008/400) Δικονομία πολιτική. Ειδική διαδικασία για τη ρύθμιση επιμέλειας των τέκνων. Προδικασία της σχετικής διαδικασίας. Απαιτείται σχετική έκθεση της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας για τις συνθήκες διαβίωσης του ανηλίκου. Η έλλειψη της σχετικής έκθεσης καθιστά απαράδεκτη τη συζήτηση της σχετικής αγωγής (βλ. σημείωμα Π. Αρβανιτάκη, ΕΠολΔ 2008, σελ. 402).
ΜΠρΑμφισ 7/2008
Δικαστής: Ε. Χατζίκος Δικηγόροι: Α. Παπακώστα
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1513, 1514, 1520 ΑΚ, 681Β § 1 περ. β`, 681Γ § 2 εδ. α` ΚΠολΔ προκύπτει ότι στις διαφορές που αφορούν την άσκηση της γονικής μέριμνας και την επικοινωνία με το τέκνο καθιερώνεται στάδιο υποχρεωτικής προδικασίας που περιλαμβάνει την υποβολή αναλυτικής έκθεσης από την αρμόδια κοινωνική υπηρεσία μετά από διενέργεια έρευνας των συνθηκών διαβίωσης του ανηλίκου. Η γραμματεία του δικαστηρίου, μόλις κατατεθεί σχετικό εισαγωγικό δικόγραφο δίκης, ενεργεί σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 19 § 4 εδ. α` ν. 2521/1997, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 1646 § 2 ΑΚ και 796 § 3 ΚΠολΔ, δηλαδή, αφενός μεν ειδοποιεί έγκαιρα την αρμόδια κοινωνική υπηρεσία να υποβάλει την προαναφερόμενη έκθεση, αφετέρου δε κοινοποιεί σ` αυτήν αντίγραφο του δικογράφου με την πράξη για τον προσδιορισμό δικασίμου. Παράλειψη της ως άνω προδικασίας επιφέρει το απαράδεκτο της συζήτησης, καθώς το δικαστήριο δεν έχει την ευχέρεια να δικάσει χωρίς την έκθεση σύμφωνα με το άρθρο 19 § 4 εδ. β`ν. 2521/1997, διότι η διάταξη αυτή προϋποθέτει την προηγούμενη τήρηση του εδ. α` της ίδιας παραγράφου, όπως συνάγεται νομοτεχνικά από την ένταξη της στην ίδια παράγραφο ως δεύτερο εδάφιο, επόμενο του νομικά και λογικά αναγκαίου πρώτου εδαφίου. Εξάλλου, μέχρι τη σύσταση των Κοινωνικών Υπηρεσιών των άρθρων 49επ ν. 2447/1996, αρμόδια κοινωνική υπηρεσία για τη διεξαγωγή της έρευνας του άρθρου 681Γ ΚΠολΔ είναι, σύμφωνα με το άρθρο 53 ν. 2447/1996, η Εταιρεία Προστασίας Ανηλίκων που λειτουργεί στο κατά τόπο αρμόδιο πρωτοδικείο (βλ. σχετ. ΕφΑΘ 5798/2006, ΕλλΔνη 48. 222, όπου προσκομίζεται τέτοια έκθεση από κοινωνικό λειτουργό της προαναφερόμενης Εταιρείας). Aν η Εταιρεία Προστασίας Ανηλίκων δεν διαθέτει δικές της οργανωμένες υπηρεσίες, τότε η διοίκηση της αναθέτει με απόφαση της τη διεξαγωγή της έρευνας σε ποινικούς Επιμελητές Ανηλίκων του ν. 378/1976, σε Κοινωνικούς Λειτουργούς του Υπουργείου Δικαιοσύνης και σε Κοινωνικούς Λειτουργούς ή άλλους ειδικούς επιστήμονες (ιδίως ψυχολόγους, ψυχιάτρους ή παιδοψυχιάτρους) των αρμοδίων Υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, και της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, καθώς και των κοινωνικών οργανώσεων που εποπτεύονται από αυτές. Συνεπώς, δεν είναι δυνατή η άμεση προσφυγή στα παραπάνω πρόσωπα, που επικουρούν το έργο της Εταιρείας Προστασίας Ανηλίκων, αφού προαπαιτείται η παρεμβολή της διοίκησης της τελευταίας, ύστερα από σχετική συνεννόηση της με την οικεία υπηρεσία ή τον οικείο οργανισμό (βλ. Κουκούλη-Σπηλιωτοπούλου στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, Εισαγ. 1505 - 1541 αρ. 249` Κ. Γιαννούλη, Παρατηρήσεις γύρω από τις δικονομικές μεταρρυθμίσεις του ν. 2447/1996, Δ 1997. 707επ). Άλλωστε, δεδομένου ότι η δράση της δημόσιας διοίκησης διέπεται από την αρχή της νομιμότητας, η άμεση προσφυγή στις παραπάνω δημόσιες υπηρεσίες ή οργανώσεις θα απέληγε στην άρνηση τους να διενεργήσουν την οικεία κοινωνική έρευνα, ακριβώς διότι κανένας κανόνας δικαίου δεν προσδίδει σε αυτές σχετική αρμοδιότητα (βλ. για την αρχή της νομιμότητας Επ. Σπηλιωτόπουλο, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, 2001, 11 η έκδ., § 72επ, 132).

Τέλος, οι ειδικοί επιστήμονες, μέλη των φορέων της § 1 του άρθρου 1 του π.δ/τος 250/1999, ασκούν αρμοδιότητες κοινωνικής υπηρεσίας μόνο για τη λειτουργία του θεσμού της δικαστικής συμπαράστασης και όχι και για τις διαφορές του άρθρου 681Β § 1 περ. β` ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από την απλή ανάγνωση του κειμένου του π.δ/τος, αλλά και του προοιμίου, όπου μνημονεύεται μόνο το άρθρο 54 ν. 2447/1996, το οποίο αποτελεί και την εξουσιοδοτική για την έκδοση π.δ/τος διάταξη. Στην προκείμενη περίπτωση, η πρώτη ενάγουσα εκθέτει ότι διακόπηκε η συμβίωση της με τον εναγόμενο, σύζυγο της, και ζητά να της ανατεθεί αποκλειστικά η άσκηση της επιμέλειας της ανήλικης θυγατέρας που απέκτησε από τον γάμο της με τον τελευταίο. Περαιτέρω, η δεύτερη ενάγουσα ανήλικη, νομίμως εκπροσωπούμενη από την πρώτη ενάγουσα, μητέρα της, η οποία ασκεί προσωρινώς την επιμέλεια της, εκθέτει ότι αδυνατεί να διατρέφει τον εαυτό της και ζητά να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, πατέρας της, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να καταβάλλει μηνιαίως, από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 650 ευρώ ως διατροφή της και με τον νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση της πληρωμής κάθε μηνιαίας δόσης. Τέλος, οι ενάγουσες ζητούν να απειληθεί ο εναγόμενος με χρηματική ποινή 1.500 ευρώ και προσωπική κράτηση έξι μηνών για κάθε παράβαση των υποχρεώσεων του και να καταδικασθεί ο τελευταίος στη δικαστική τους δαπάνη. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 598, 600, 601, 605, 606, 666 § 1, 667, 670, 671 § 1 έως 3, 672 έως 676, 744 και 759 § 3 ΚΠολΔ (άρθρα 681Β και 618Γ του ίδιου Κώδικα). Η συζήτηση, όμως, της σωρευόμενης αγωγής της πρώτης ενάγουσας πρέπει να κηρυχθεί αυτεπαγγέλτως απαράδεκτη, καθώς δεν έχει τηρηθεί η υποχρεωτική για τη διεξαγωγή κοινωνικής έρευνας και την υποβολή σχετικής έκθεσης προδικασία, όπως αυτή προβλέπεται στα άρθρα 681Γ § 2 εδ. α` ΚΠολΔ, 53 ν. 2447/1996 και 19 § 4 εδ. α` ν. 2521/ 1997, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1646 § 2 ΑΚ και 796 § 3 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, επιδόθηκε στις 14.12.2007 αντίγραφο της αγωγής στην εδρεύουσα στην Αθήνα Εταιρεία Προστασίας Ανηλίκων και όχι στην κατά τόπο αρμόδια Εταιρεία Προστασίας Ανηλίκων Αμφισσας, όπου διαμένει η πρώτη ενάγουσα με την ανήλικη θυγατέρα της. Η έλλειψη αυτή δεν αναπληρώνεται ούτε από την κοινοποίηση της αγωγής στο Τμήμα Πρόνοιας της Διεύθυνσης Υγείας -Πρόνοιας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φωκίδας, αφού αρμόδια κοινωνική υπηρεσία κατά την έννοια του νόμου είναι μόνο η κατά τόπο αρμόδια Εταιρεία Προστασίας Ανηλίκων. Σημειωτέον ότι το προαναφερόμενο Τμήμα, με το με αριθμό πρωτοκόλλου ../2007 έγγραφο του αρνείται τη διεξαγωγή της αιτούμενης κοινωνικής έρευνας. Τέλος, η σωρευόμενη αγωγή της δεύτερης ενάγουσας αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου (άρθρα 17 αρ. 1 και 22 ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 § 1, 667, 670, 671 § 1 έως 3 και 672 έως ΚΠολΔ (άρθρο 681Β ίδιου Κώδικα) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1463 εδ. α`, 1485, 1486, 1489, 1493, 1496, 1498, 1516 § 2, 340, 341, 345, 346 ΑΚ, 176, 907, 910 αρ. 4 ΚΠολΔ, εκτός από το αίτημα περί απειλής χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, το οποίο είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο; αφού πρόκειται για χρηματική απαίτηση, η δε αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση της γίνεται με τα αναφερόμενα στο άρθρο 951 § 1 ΚΠολΔ μέσα έμμεσης εκτέλεσης. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί και το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τα ανάλογα επ` αυτού ποσοστά προσαυξήσεων υπέρ τρίτων. Το Δικαστήριο, όμως, κρίνει σκόπιμο για την καλύτερη διάγνωση της συγκεκριμένης διαφοράς να αναβάλει να αποφασίσει οριστικά εωσότου γίνει ώριμη η υπόθεση περί αναθέσεως της αποκλειστικής άσκησης της επιμέλειας της ανήλικης (σωρευόμενη αγωγή της πρώτης ενάγουσας). Επομένως, πρέπει να αναβληθεί αυτεπαγγέλτως κατ` άρθρο 308 § 2 ΚΠολΔ η συζήτηση της υπόθεσης περί καταβολής διατροφής (σωρευόμενη αγωγή της δεύτερης ενάγουσας).

Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011

4517-2010 ΜΠρΑΘ ΤΣΑΦΙΤΣΑ ΑΝΘΙΑ.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ  ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

Αριθμός Απόφασης 4517/2010
(γενικός αριθμός κατάθεσης α' αίτησης 56926/23-03-2010)
(αριθμός κατάθεσης δικογράφου α' αίτησης 4489/23-03-2010)
(γενικός αριθμός κατάθεσης β' αίτησης 70130/16-04-2010)
(αριθμός κατάθεσης δικογράφου β' αίτησης 5702/16-04-2010)
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Ανθία Τσαφίτσα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίστηκε µε κλήρωση σύμφωνα µε το νόμο.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 19η Μαΐου 2010, χωρίς τη σύ­μπραξη γραμματέα, για να δικάσει (α) την αίτηση µε γενικό αριθμό κατάθεσης 56926/23-03-2010 και µε αριθμό κατάθεσης δικογράφου 4489/23-03-2010 και µε α­ντικείμενο την προσωρινή ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας µε το ανήλικο τέ­κνο και (β) την αίτηση µε γενικό αριθμό κατάθεσης 70130/16-04-2010 και µε αριθμό κατάθεσης δικογράφου 5702/16-04-2010 και µε αντικείμενο την προσωρινή ανάθεση επιμελείας, την προσωρινή επιδίκαση διατροφής ανηλίκου τέκνου και την προσωρινή κατανομή κινητών, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ (α' αίτηση)- ΚΑΘΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ (β' αίτηση): [ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΠΑΤΕΡΑ], κατοίκου ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ, ΧΧΧΧΧΧΧ, που παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του Γεωργίου Παναγιωτόπουλου του Δ.Σ.Α/(ΑΜ        18917) και Μαρίας Κευγά του Δ.Σ.Α. (ΑΜ 22891).
ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ (β' αίτηση) -ΚΑΘΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ(α' αίτηση): [ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΜΗΤΕΡΑΣ]του ΧΧΧΧΧ, συζύγου ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ, κατοίκου ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ, για λογαριασμός της και ως ασκούσα προσωρινά την επιμέλεια της αβάπτιστης ανήλικης κόρης της που γεννήθηκε την 24-06-2009, που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Γεωργίου Καρανάσιου του Δ.Σ.Α. (ΑΜ 24917) .
 Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων α­νέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Φέρονται για συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (α) η αίτηση µε γενικό αριθμό κατάθεσης 56926/23-03-2010 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 4489/23-03-2010, µε αντικείμενο την προσωρινή ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας µε το ανήλικο τέκνο και (β) η αίτηση µε γενικό αριθμό κατάθεσης 70130/16-04-2010 και µε αριθμό κατάθεσης δικογράφου 5702/16-04-2010 και µε αντικείμενο την προσωρινή ανάθεση επιμελείας, την προσωρινή επιδίκαση διατροφής ανηλίκου τέκνου και την προσωρινή κατανομή κινητών, οι οποίες πρέπει, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 246 και 591 § 1 του ΚΠολΔ, να συνεκδικασθούν γιατί είναι συναφείς μεταξύ τους, διευ­κολύνεται έτσι και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, επέρχεται δε και μείωση των εξόδων.
2. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1394 ΑΚ ορίζεται: «Σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης, ο καθένας από τους συζύγους δικαιούται να παραλάβει τα κινητά που του ανήκουν, ακόμη και αν τα χρησιμοποιούσαν και οι δύο ή και µόνος ο άλλος σύ­ζυγος. Υποχρεούται όμως να παραχωρήσει στον άλλο σύζυγο τη χρήση των οικιακών αντικειμένων που του είναι απολύτως απαραίτητα για τη χωριστή του εγκατάσταση, αν το επιβάλλουν οι περιστάσεις για λόγους επιείκειας». Επίσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 1395 ΑΚ ορίζεται: «Οι σύζυγοι κατανέμουν, σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης, τη χρήση των κινητών που ανήκουν και στους δύο, σύμφωνα µε τις προ­σωπικές τους ανάγκες. Αν διαφωνούν, η κατανομή γίνεται από το δικαστήριο που μπορεί να επιδικάσει εύλογη αποζημίωση για τη χρήση που παραχωρεί». Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι η τοιαύτη ρύθμιση της κατανομής των κινητών πραγμάτων σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης των συζύγων, αφορά µόνο τη χρήση των εν λόγω κινητών, η οποία είναι προσωρινή µη συνιστώσα και οριστική επιδίκαση της κυριότητας, νομής και κατοχής αυτών. Για τις ανωτέρω αξιώσεις πα­ραλαβής των αναγκαίων κινητών πραγμάτων προς χωριστήν τους εγκατάσταση, όπως και της κατανομής της χρήσης των κοινών πραγμάτων, ο κάθε σύζυγος έχει το δικαί­ωμα έγερσης κύριας αγωγής µε αίτημα την παραλαβή των αναγκαίων κινητών πραγ­μάτων προς χωριστή του εγκατάσταση και την κατανομή της χρήσης των κοινών τοι­ούτων, όχι τη διανομή, η οποία όπως και η διάθεση της μερίδας του κοινωνού πρέπει να αποκλείεται όσο διαρκεί η διάσταση, για να µη ματαιώνεται ο σκοπός της διάτα­ξης. Αφορά µόνο τη χρήση και όχι την οριστική επιδίκαση κυριότητας, νομής και κα­τοχής. Ο σύζυγος στον οποίο παραχωρούνται τα κινητά πράγματα (οικιακά αντικεί­μενα, στην έννοια των οποίων δεν περιλαμβάνεται το αυτοκίνητο) δεν αποκτά κάποιο εμπράγματο δικαίωμα πάνω σ' αυτά, αλλά µόνο ενοχικό δικαίωμα χρήσης έχει (βλ. Ι. Δεληγιάννης Οικογενειακό Δίκαιο, έκδοση 1987 τόμος ΙΙ σελ. 201). Ο περιορισμός του δικαιώματος χρήσης στα κινητά που είναι απολύτως αναγκαία για το µη κύριο σύζυγο µε βάση τις ειδικές περιστάσεις που υπάρχουν και εφόσον λόγος επιείκειας το επιβάλλει, υποδηλώνει την πρόθεση του νομοθέτη για την εξασφάλιση μιας ελάχι­στης δυνατής χωριστής διαβίωσης. Το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη απο­ζημίωση για τη χρήση των κοινών κινητών πραγμάτων που παραχωρεί. Η αποζημίω­ση αυτή έχει εν μέρει την έννοια ανταλλάγματος για τη χρήση που παραχωρείται και αποσκοπεί να εξισορροπήσει την ικανοποίηση των προσωπικών αναγκών κάθε συζύ­γου από την κατανομή της χρήσης των κινητών πραγμάτων. Γι' αυτόν το λόγο είναι εύλογη. Για τον προσδιορισμό της υπολογίζονται όχι μόνον οι εφαρμοζόμενες διατά­ξεις για τη μίσθωση πράγματος, αλλά και οι ιδιαίτερες συνθήκες των σχέσεων των συγκεκριμένων συζύγων (ΕφΔωδ 227/2006, Νόµος, ΕφΑθ 513/1995, ΕλλΔνη 1996t 1114, ΠΠρΚαρδ 34/1992, ΑρχΝ 1993,232, ΜΠρΘεσ 4595/1986, Αρµ 1986, 1087).
3.Με την πρώτη από τις συνεκδικαζόµενες αιτήσεις, ο αιτών, επικαλούμενος επείγουσα περίπτωση, ζητεί, ως ασφαλιστικό μέτρο, να ρυθμιστεί προσωρινά η προ­σωπική του επικοινωνία µε την γεννηθείσα την 24-06-2009 αβάπτιστη ανήλικη κόρη του, που έχει αποκτήσει από τον γάμο του µε την καθής, µε την οποία ήδη βρίσκεται σε διάσταση, ν' απαγγελθεί χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, για κάθε περίπτωση που ήθελε παρεμποδίσει την μετά του ανηλίκου τέκνου του επικοινωνία του όπως παραδεκτά συμπληρώθηκε ως προς το παρεπόμενο αυτό αίτημα η αίτηση του µε αντίστοιχου περιεχομένου δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων του στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου που καταχωρήθηκε επί του δικογράφου της αιτήσεως, και τέλος να επιβληθούν σε βάρος της αντιδίκου του τα δικαστικά του έξοδα. Πε­ραιτέρω, µε τη δεύτερη από τις συνεκδικαζόµενες αιτήσεις, η αιτούσα ιστορούσα ότι η μετά του καθού η αίτηση νομίμου συζύγου της έγγαμη συμβίωση έχει ήδη οριστικά διασπασθεί, ζητά, επικαλουμένη επείγουσα περίπτωση, ν' ανατεθεί σ' αυτή προσωρινά η επιμέλεια της γεννηθείσας την 24-06-2009 αβάπτιστης ανήλικης κόρη τους, ενώ για λογαριασμό αυτής, της οποίας έχει ήδη εν τοις πράγμασι τη φροντίδα ανατροφής της, ζητά να υποχρεωθεί ο καθού η αίτηση πατέρας της, από της κοινοποιήσεως της ενδίκου αιτήσεως, να συνεισφέρει προσωρινά για τη διατροφή της, το ποσόν των 725 ευρώ κατά μήνα, προκαταβολικά και µε το νόμιμο τόκο από της καθυστερήσεως πληρωμής εκάστης μηνιαίας δόσεως μέχρι την εξόφληση. Περαιτέρω, επικαλουμένη, ότι ο καθού κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους της φέρονταν απειλητικά, υβριστικά και προσβλητικά, µε αποκορύφωμα την εκ μέρους του χειροδικία σε βάρος της την 12-03-2010, ζητεί ν' απαγορευθεί να την πλησιάζει σε απόσταση μικρότερη των 200 μέτρων, καθώς να της τηλεφωνεί, πλέον των όσων αναλυτικά αναφέρει, καθώς και ν' απαγγελθεί χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση σε βάρος του, για κάθε περίπτωση που ήθελε παραβιάσει τη σχετική διάταξη της απόφασης που θα εκ­δοθεί. Τέλος, εκθέτοντας ότι ο καθού παρακρατεί παράνομα σε άγνωστο μέρος τα αναφερόμενα αναλυτικά κατ' είδος και αξία στην αίτηση κινητά πράγματα, τα οποία αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του εγγάμου βίου µε δικά της οικονομικά μέσα, καθώς και το µε αριθμό κυκλοφορίας ΧΧΧ ΧΧΧΧ ΙΧΕ αυτοκίνητο, αξίας 7.500 ευρώ, του οποίου η άδεια κυκλοφορίας είναι στο όνομα του καθού, αλλά αποκτήθηκε ομοίως µε δικά της χρήματα, ζητά την επιστροφή της οικοσκευής είτε σε είδος είτε σε χρήμα και την απόδοση του ΙΧΕ αυτοκινήτου ή την επιστροφή του ποσού των 7.500 ευρώ και τέλος να επιβληθούν σε βάρος του αντιδίκου της τα δικαστικά της έξοδα. Οι αιτήσεις αρμόδια καθ' ύλην και κατά τόπο φέρονται να δικαστούν ενώπιον αυτού του Δικα­στηρίου µε την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ (άρθρο 683 § 1 ΚΠολΔ) και είναι νόμιμες, στηριζόμενες στις διατάξεις των άρθρων 57, 1485, 1486, 1489, 1493, 1496, 1498, 1510, 1511, 1512, 1514, 1516, 1518, 1520 ΑΚ, άρθρα 6, 7§ 2, 9 του ν. 350012006 για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, 176,728 § 1 εδ. α', 729 § § 1 και 2,731,732,735 και 947 § § 1 - 2 του ΚΠολΔ, εκτός από τα αιτήματα της δεύτερης συνεκδικαζόμενης αίτησης περί επιστροφής της οικοσκευής και απόδοσης του αυτοκινήτου τα οποία απορρίπτονται ως µη νόμιμα, σύμφωνα µε τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, καθόσον' αφενός µεν άγουν σε ικανοποίηση του δικαιώματος της αιτούσας (άρθρο 692 § 4 του Κ.Πολ.Δ.) (ΜΠρΣαµ 129/1998, ΑρχΝ 1999,410), και αφετέρου δε η αιτούσα, σύμφωνα µε όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, νομιμοποιείται κατά την παρούσα διαδικασία να ζητήσει να παραλάβει τη χρήση µόνο των αναγκαίων κι­νητών πραγμάτων προς χωριστή της εγκατάσταση και την κατανομή της χρήσης των κοινών τοιούτων, στα οποία όμως δεν συμπεριλαμβάνεται το αυτοκίνητο, αφού δεν αποτελεί στοιχείο της οικοσκευής και δεν καλύπτεται από τη ρύθμιση των άνω διατά­ξεων, και όχι την απόδοση των άνω κινητών. Επομένως, κατά τα λοιπά, πρέπει οι ως άνω αιτήσεις να ερευνηθούν περαιτέρω κατ' ουσίαν.
4. Από τις καταθέσεις των μαρτύρων, [ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΜΑΡΤΥΡΑ] και [ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΜΑΡΤΥΡΑ] του ΧΧΧΧΧΧΧ, που εξετάσθηκαν ενόρ­κως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, τα προσκομιζόμενα έγγραφα, τα εκατέρωθεν ισχυριζόμενα, σε συνδυασμό και µε όλη γενικώς τη διαδικασία, πιθανολογήθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα εξής πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι σύζυ­γοι τέλεσαν νόμιμο, την 9η Μαρτίου 2009, γάμο και εγκαταστάθηκαν σε κατοικία, στο χχχχχχχχ χχχχχχχχχ, κατά παραχώρηση της χρήσης του ακινήτου από τον πατέρα του αιτούντος συζύγου στο ζεύγος των διαδίκων συζύγων, απέκτησαν δε ένα αβάπτι­στο, θήλυ τέκνο, που γεννήθηκε την 24η Ιουνίου 2009 και διανύει τον ενδέκατο μήνα της ηλικίας του. Η έγγαμη όμως συμβίωσή τους δεν εξελίχθηκε ομαλά και, τελικά, την 12η Μαρτίου 2010, διασπάρθηκε οριστικά, µε την αποχώρηση της διαδίκου συζύ­γου από τη συζυγική κατοικία, κατόπιν μεταξύ τους φραστικού επεισοδίου που κατέ­ληξε µε την εκ μέρους του αιτούντος χειροδικία σε βάρος της καθής. Για το επεισόδιο αυτό, κατόπιν εγκλήσεως της καθής, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του αιτού­ντος, για εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη, ενδοοικογενειακή απειλή και εξύβριση, ενώ η υπόθεση εισήχθη µε την αυτόφωρη διαδικασία προς εκδίκαση την 26-03-2010 στο Β' Αυτόφωρο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 15-12-2010. 'Έκτοτε, το ανήλικο τέκνο τους διαμένει µε τη μητέρα του, ήδη δε, κατά την επιχειρηθείσα από το Δικαστήριο προ της ενάρξεως της συζητήσεως, στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 681Γ' του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών  μέτρων, συμβιβαστική προσπάθεια, οι διάδικοι σύζυγοι οδηγήθηκαν σε συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς τους, σχετικά µε την προσωρινή ρύθμιση της επιμέλειας του προσώπου του, τούτων, ειδικότερα, συναποδεχθέντων όπως αυτή ανατεθεί προσωρινά στη μητέρα του. Η τοιαύτη λύση, στην οποία συγκλίνουν οι διάδικοι σύζυγοι πα­ρίσταται προφανώς επωφελής για το ανήλικο τέκνο τους, ιδία αν ληφθεί υπ' όψιν ότι, µε το τρόπο αυτό, αφ' ενός καλύπτεται η ιδιαίτερη, λαμβανομένης υπ' όψιν της βρε­φικής του ηλικίας, ανάγκη του για τη μητρική στοργή, αγάπη και φροντίδα και αφ' ετέρου διασφαλίζεται το ενδιαφέρον και η ενεργός συμμετοχή του πατέρα του, του διατηρούντος την από κοινού µε τη μητέρα του άσκηση των λοιπών λειτουργιών της γονικής του μερίµνης, σε κάθε κρίσιμο ζήτημα, που ήθελε προκύψει μέχρι οριστικής ρυθμίσεως του τρόπου ασκήσεώς της. Συνακόλουθος, πρέπει να εκδοθεί απόφαση σύμφωνη µε την, περί το προαναφερόμενο ένδικο ζήτημα, συμβιβαστική προσέγγιση των διαδίκων συζύγων, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Μετά ταύτα τυγχάνει αυτονόητο το δικαίωμα του αιτούντος πατέρα του ανηλίκου για προσωπική επικοινωνία μαζί του, η οποία επιβάλλεται, άλλωστε, και για λόγους ομαλής ψυχο­σωματικής και συναισθηματικής του αναπτύξεως. Επομένως και αφού πιθανολογή­θηκε επείγουσα, εν προκειμένω περίπτωση, υπό την έννοια ότι επιβάλλεται, πρωτί­στως από το συμφέρον του ανηλίκου, όπως η επικοινωνία µε τον πατέρα του αρχίσει αμέσως και είναι συνεχής, πρέπει, κατά μερική παραδοχή και ως ουσία βασίµου της ενδίκου αιτήσεως, να ρυθμισθεί η µετ' αυτού επικοινωνία του αιτούντος πατέρα του κατά τον ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενο τρόπο. Ειδικότερα εδώ πρέπει να ση­μειωθεί ότι ως γνωστό τα βρέφη, και τέτοιο θεωρείται και η ανήλικη κόρη των διαδί­κων που, όπως προαναφέρθηκε, διανύει τον ενδέκατο μήνα της ηλικίας της, καλό εί­ναι να μην αναστατώνονται µε την παρατεταμένη απουσία τους από το χώρο της μό­νιμης διαμονής τους και ιδίως µε την διανυκτέρευση σε άλλο μέρος, καθόσον ενδε­χομένως διαταράσσονται οι διατροφικές και λοιπές καθημερινές συνήθειες τους. Τα παραπάνω όμως δεν αποτελούν στοιχεία, τα οποία πρέπει να αποκλείσουν την διανυκτέρευση του βρέφους στην κατοικία του αιτούντος πατέρα του, ο οποίος προς το σκοπό αυτό έχει διαμορφώσει ξεχωριστό χώρο για την κόρη του, διαθέτοντας τα σχε­τικά έπιπλα, γεγονός το οποίο καταδεικνύει ότι λαμβάνει ιδιαίτερα σοβαρά τη γονική του ιδιότητα, πασχίζοντας για τη δημιουργία ενός κατάλληλου περιβάλλοντος για την άνετη προσωρινή διαμονή του τέκνου του. Άλλωστε η παραμονή του πλησίον του επί μακρότερα χρονικά διαστήματα θα βοηθήσει στην ανάπτυξη του μεταξύ τους συναι­σθηματικού δεσμού, ενώ παράλληλα ο αιτών πατέρας θα μπορέσει να κατανοήσει την υπευθυνότητα και το αναγκαίου του ρόλου του, γεγονός το οποίο αφενός µεν δεν θα του στερήσει τις καθημερινές χαρές που συνεπάγεται η ανατροφή του βρέφους (όπως τα πρώτα του βήματα, οι πρώτες του κουβέντες κ.α.), αφετέρου δε καλείται να επιδείξει αυξημένο ενδιαφέρον, πρωτοβουλία και υπευθυνότητα σε σχέση µε την ανατροφή του βρέφους και τις καθημερινές επιτακτικές ανάγκες που το συνοδεύουν. Με βάση τα παραπάνω το Δικαστήριο κρίνει ότι ο προσωρινός κανονισμός της επικοινωνίας της ανήλικης µε τον πατέρα της πρέπει να περιλαμβάνει και διανυκτερεύσεις στην κατοικία του, κατά τα οριζόμενα στα διατακτικό της παρούσας. Από τα αυτά, ως α­νωτέρω, αποδεικτικά στοιχεία πιθανολογήθηκε, περαιτέρω, ότι η ανήλικη δεν αντιμε­τωπίζει χρόνια προβλήματα υγείας, ως εκ της βρεφικής της όμως ηλικίας έχει ανάγκη τακτικής παρακολουθήσεως από παιδίατρο, αλλά και εκτάκτου ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως, δεδομένου ότι τα βρέφη είναι ιδιαιτέρως ευάλωτα σε ποικίλεις προσβο­λές της υγείας τους. Είναι, πάντως, µέσω του πατέρα της, ασφαλισμένη στον ασφαλι­στικό του φορέα (ΙΚΑ), ο οποίος καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της απαιτούμενης για την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας της δαπάνης. Περιουσία ή εισοδήμα­τα από οποιαδήποτε πηγή η ανήλικη δεν έχει, ενώ οι λοιπές, προς ένδυση, διατροφή, ψυχαγωγία και εν γένει συντήρησή του δαπάνες είναι οι συνήθεις των συνομηλίκων του, της αυτής, από απόψεως οικονομικών δυνατοτήτων των γονέων τους, καταστά­σεως. Εξάλλου, ο καθού η αίτηση πατέρας του είναι απόφοιτος του τμήματος Λογι­στικής του ΤΕΙ Πειραιά και εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος στην επιχείρηση του πατέρα του, που είναι εργολήπτης δημοσίων έργων, εσοδεύοντας μηνιαίως, 887,33 ευρώ, συμπεριλαμβανομένης και της αναλογίας των δώρων εορτών και του επιδόμα­τος αδείας. Μετά τη διάσταση διαμένει στην πατρική του οικία µε τους γονείς του και ως εκ τούτου δεν βαρύνεται µε στεγαστικές ανάγκες. Έχει στην κατοχή του δύο αυ­τοκίνητα, για ένα εκ των οποίων καταβάλει ως μηναία δόση το ποσό των 383,92 ευ­ρώ, µε καταληκτικό χρόνο αποπληρωμής την 12-11-2010, το οποίο απέκτησε προ του γάμου του. Άλλη περιουσία ή εισοδήματα από άλλη πηγή δεν πιθανολογήθηκε ότι έχει, ενώ είναι υγιής και δεν βαρύνεται µε ιδιαίτερες άλλες δαπάνες, πέραν των συνή­θων για διατροφή και συντήρησή του. Εξ άλλου, η διάδικος σύζυγος, που είναι αλλο­δαπή, Λετονικής υπηκοότητας, διαμένει μόνιμα στην Ελλάδα μαζί µε τη μητέρα της και την αδελφή της σε μισθωμένη επιπλωμένη κατοικία επί της οδού χχχχχχχχχχχ, στη χχχχχχχχχχχχχχχ, µε μηνιαίο μίσθωμα 420 ευρώ, δεν εργάζεται, πλην όμως εσοδεύει από την οικογένεια της μηνιαίως το ποσό των 1.200 ευρώ. Άλλη περιουσία ή εισοδήματα από άλλη πηγή δεν έχει ενώ είναι υγιής και δεν βαρύνεται µε ιδιαίτερες άλλες δαπάνες, πέραν των συνήθων για τη διατροφή και συντήρησή της. Με βάση όλα τα προαναφερόμενα το Δικαστήριο κρίνει ότι για την ανάλογη µε τις ανάγκες του αιτούντος ανηλίκου διατροφή, όπως αυτές προκύπτουν από τις σημερινές συνθήκες της ζωής του και συγκεκριμένα τις ανάγκες για ένδυση, διατροφή, ιατρική παρακολούθηση, ψυχαγωγία και εν γένει συντήρησή του, απαιτείται, εν όψει και της οικονομικής καταστάσεως των γονέων του, ποσόν 600 ευρώ μηνιαίως. Στο ποσόν αυτό συμπεριλαμβάνεται και η, ως εκ της εκεί διαβιώσεώς του, προκύπτουσα επιβάρυνση των λειτουργικών εξόδων της όπου διαμένει κατοικίας της μητέρας του, μέρος των οποίων φέρει η τελευταία, ενώ συνυπολογίζονται και οι αποτιμώμενες σε χρήμα, συναφείς µε την περιποίηση και φροντίδα του προσώπου του, υπηρεσίες, των οποίων έχει ανάγκη για την ανατροφή του και του προσφέρονται από αυτή, αλλά και από την για λογαριασμό της ενεργούσα μητέρα της - γιαγιά και αδελφή - θεία του ανηλίκου. Το ολικό αυτό, αναγκαιούν για τη διατροφή του αιτούντος ανηλίκου, ποσόν, εν όψει της, κατά τα άνω, αδυναμίας αυτοδιατροφής του, υποχρεούνται, κατά νόμο (άρθρο 1489 παρ. 2 του Α.Κ), να καλύπτουν οι γονείς του, κατά το λόγο των οικονομικών και εν γένει δυνατοτήτων έκαστου. Λαµβανοµένων δε υπόψη των ανωτέρω αναγκών του ανηλίκου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του, µε τις οποίες συνεκτιμώνται και οι συνθήκες της ζωής και οι δυνάμεις των γονέων του, ο πατέρας του πρέπει να μετέχει στην ανάλογη διατροφή αυτού µε το ποσό των 300,00 € μηνιαίως, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 300,00 € μηνιαίως, που απαιτείται για τη διατροφή του, πρέπει να παρέχει η μητέρα του µε τα εισοδήματά της και την προσφορά των προσωπικών της υπηρεσιών και των λοιπών, συνδεοµένων µε τη συνοίκησή της µε το ανήλικο, παροχών, που είναι αποτιµητές σε χρήμα. Εδώ σημειώνεται ότι ο, ως άνω, επιμερισμός της, απαιτουμένης για το ανήλικο, διατροφής, μεταξύ των γονέων του, γίνεται χωρίς ν' απαιτείται η υποβολή ενστάσεως συνεισφοράς και της μητέρας του εκ μέρους του πατέρα του, δεδομένου ότι µε την κρινόμενη αίτηση ζητείται όχι ολόκληρο το ποσό της απαιτουµένης διατροφής, αλλά µόνο το ποσό που αντιστοιχεί στην υποχρέωση συμμετοχής του πατέρα του στη διατροφή αυτή, μετά την αφαίρεση της συμμετοχής της μητέρας του ανηλίκου. Το παραπάνω ποσό της προσωρινής διατροφής του ανηλίκου τέκνου, πρέπει να προκαταβάλλει ο καθού για το χρονικό διάστηκα από την επίδοση της αίτησης, το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, νοµιµότοκα από την καθυστέρηση καταβολής κάθε δόσης. Συνακολούθως και δεδομένου ότι, εν όψει της αδυναμίας αυτοδιατροφής του ανηλίκου είναι πρόδηλη η εν προκειµένω συνδρομή επειγούσης περιπτώσεως, πρέπει η ένδικη αίτηση, κατά το περαιτέρω, το αναφερόμενο στη διατροφή του σκέλος της, να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά ένα μέρος, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Περαιτέρω, πιθανολογήθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων µε αφορμή το επεισόδιο την 12-03-201O, που αφετηριάσε τη μεταξύ τους διάσταση, υπάρχει έντονη ένθεν και ένθεν αντιμαχία, εκπορευόμενη πρώτιστα από την εκατέρωθεν πικρία τους για το αδιέξοδο που προκλήθηκε στο σύντομης διάρκειας γάμο τους, εκδηλούμενη µε την εκατέρωθεν αμφισβήτηση των επιβεβλημένων ενερ­γειών και αλληλοκατηγορίας σχετικά µε την ανατροφή του βρέφους τους, Τα περι­στατικά αυτά, τα οποία δικαιολογούνται λόγω της μικρής μέχρι σήμερα διάρκειας της διάστασης της έγγαμης σχέσης, πρέπει να εκλείψουν, προκειμένου οι διάδικοι να συ­νεργαστούν αρμονικά, να αλληλοενηµερώνονται και να ενδιαφέρονται πρώτιστα για την ανατροφή του τέκνου τους µε γνώμονα το συμφέρον αυτού. Ο καθού σύζυγος δεν πιθανολογήθηκε ότι δημιουργεί βίαια επεισόδια σε βάρος της αιτούσας και έτσι δεν παρίσταται ανάγκη λήψεως υπέρ της αιτούσας πρόσθετων μέτρων, απορριπτοµένου του σχετικού αιτήματος ως ουσιαστικά αβάσιμου. Επομένως, πρέπει οι αιτήσεις να γίνουν κατά τα άνω εν μέρει δεκτές ως βάσιμες και κατ' ουσίαν, όπως ορίζεται στο διατακτικό, και να συμψηφισθούν, ως εκ της συζυγικής αυτών σχέσεως, τα δικαστικά έξοδα των ενηλίκων διαδίκων (άρθρο 179 του ΚΠολΔ), ενώ μέρος των δικαστικών εξόδων του αιτούντος ανηλίκου, ανάλογο της εκτάσεως της νίκης του, πρέπει να επι­βληθεί σε βάρος του καθού η αίτηση πατέρα του (άρθρο 178 § 1 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων τις 56926/4489/23-03-2010 και 70130/5702/16-04-2010 αιτήσεις.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει τις αιτήσεις.
ΑΝΑΘΕΤΕΙ προσωρινά την άσκηση της επιμέλειας του ανήλικου αβάπτιστου τέκνου των διαδίκων στην αιτούσα μητέρα του.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον καθού η αίτηση να προκαταβάλλει στην αιτούσα, το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, ως προσωρινή διατροφή του ανήλικου αβάπτιστου τέ­κνου τους, και για λογαριασμό του, το ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ, από την επίδοση της αίτησης και εφεξής, νοµιµοτόκως από την καθυστέρηση εκάστης δόσε­ως.
ΡΥΘΜΙΖΕΙ προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας του αιτούντος με το ως άνω ανήλικο τέκνο του, ορίζοντας ότι αυτός έχει δικαίωμα επικοινωνίας µε αυτό και υποχρεώνει, αντιστοίχως, την καθής η αίτηση μητέρα του ν' ανέχεται την επικοινωνία αυτή ως ακολούθως: 1) Κάθε ημέρα Τρίτη και Πέμπτη της εβδομάδος από της 16.00' απογευματινής, έως της 20.00 βραδινής ώρας. 2) Κάθε πρώτο και τρίτο Σαβ­βατοκύριακο κάθε µήνα από της 10.00' πρωινής ώρας του Σαββάτου έως της 19.00' απογευματινής ώρας της Κυριακής, 3) Κατά τις εορτές των Χριστουγεννων και Νέου Έτους και, ειδικότερα, κατά τα έτη που λήγουν σε άρτιο (ζυγό) αριθμό, από της 10.00' πρωινής ώρας της 3Οής Δεκεμβρίου, έως της 11.00' πρωινής ώρας της 6ης Ιανουαρίου του επομένου έτους, κατά δε τα έτη που λήγουν σε περιττό (μονό) αριθμό, από της 10.00' πρωινής ώρας της 23ης Δεκεμβρίου, έως της 11.00' πρωινής ώρας της 3Οής Δεκεμβρίου. 4) Κατά τις εορτές του Πάσχα και ειδικότερα, κατά τα έτη που λήγουν σε περιττό (μονό) αριθμό, από της 10.00' πρωινής ώρας του Σαββάτου του Λαζάρου, έως της 11.00' πρωινής ώρας του Μεγάλου Σαββάτου, κατά δε τα έτη που λήγουν σε άρτιο (ζυγό) αριθμό, από της 10.00' πρωινής ώρας του Μεγάλου Σαββάτου, έως της 11.00' πρωινής ώρας του Σαββάτου της Διακαινησίμου. 4) Επί χρονικό διάστηκα ενός μηνός κάθε καλοκαίρι, ο ειδικότερος προσδιορισμός του οποίου θα γίνεται μετά έγκαιρη συνεννόηση των διαδίκων συζύγων, σε περίπτωση δε διαφωνίας τους η επικοινωνία στην περίπτωση αυτή θα πραγματοποιείται, κατά µεν τα έτη που λήγουν σε άρτιο (ζυγό) αριθμό, κατά το μήνα Ιούλιο, κατά δε τα έτη που λήγουν σε περιττό (μονό) αριθμό, κατά το μήνα Αύγουστο. Ο διάδικος πατέρας θα έχει το δικαίωμα να αναλαμβάνει μαζί του και στην κατοικία του το ανήλικο, µόνο εφόσον το επιτρέπουν οι καιρικές συνθήκες (δηλονότι εφόσον αυτές δεν είναι ιδιαιτέρως δυσμενείς) και η κατάσταση υγείας του, διαφορετικά η επικοινωνία τους θα γίνεται σε ιδιαίτερο χώρο της κατοικίας της μητέρας του ανηλίκου, που υποχρεούται, στην περίπτωση αυτή, να διαμορφώνει τις κατάλληλες προς τούτο συνθήκες και ιδία να διασφαλίζει την µη εκεί παρουσία τρίτων εκ του συγγενικού περιβάλλοντός της. Εφ' όσον οι κατά τα άνω συνθήκες επιτρέπουν στον διάδικο πατέρα ν' αναλάβει το ανήλικο και να το μεταφέρει στην κατοικία του, υποχρεούται ο ίδιος να το επαναφέρει στην οικία της μητέρας του κατά τα οριζόμενα ανωτέρω καταληκτικά χρονικά σημεία.
ΑΠΕΙΛΕΙ κατά της καθής και υπέρ του αιτούντος χρηματική ποινή τριακο­σίων (300) ευρώ, για κάθε περίπτωση που αυτή ήθελε παρεμποδίσει την επικοινωνία του μετά του προαναφερομένου ανηλίκου τέκνου τους, παραβιάζουσα τους, ως άνω, περί αυτούς όρους.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων συζύγων, ενώ επιβάλλει σε βάρος του καθού η αίτηση Μέρος των δικαστικών εξόδων του αιτούντος ανηλίκου τέκνου του, που ορίζεται στο ποσόν των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΗΚΕ και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημό­σια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, στην Αθήνα την 31η Μαΐου 2010.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ