Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

Ε.Δ.Α.Δ. ΥΠΟΘΕΣΗ ΣΥΓΓΕΛΙΔΗΣ κατά ΕΛΛΑΔΑΣ

ΕΔΔΑ 11-02-2010: Υπόθεση Συγγελίδης κατά Ελλάδος (Προσφυγή υπ’αριθ. 24895/07)


ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΥΠΟΘΕΣΗ ΣΥΓΓΕΛΙΔΗΣ κατά ΕΛΛΑΔΑΣ
(Προσφυγή αριθ. 24895/07)
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
11 Φεβρουαρίου 2010
Η παρούσα απόφαση θα καταστεί οριστική σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται από το άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης. Μπορεί να υποστεί τυπικές διορθώσεις.
Στην υπόθεση Συγγελίδης κατά Ελλάδας,
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (πρώτο τμήμα), συνεδριάζοντας σε τμήμα, η σύνθεση του οποίου έχει ως εξής:
Nina Vajic, πρόεδρος,
Anatoly Kovler,
Khanlar Hajiyev,
Dean Spielmann,
Giorgio Malinverni,
Γεώργιο Νικολάου, δικαστές,
Σπυρίδων Φλογαΐτη, ad hoc δικαστής,
και Soren Nielsen, γραμματέας τμήματος.
Αφού διασκέφθηκε σε συμβούλιο στις 21 Ιανουαρίου 2010,
Εκδίδει την πιο κάτω απόφαση, η οποία ελήφθη την ημερομηνία αυτή:
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1. Η υπόθεση έχει εισαχθεί με μία προσφυγή (αριθ. 24895/07) στρεφόμενη κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 34 της Σύμβασης για την προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («η Σύμβαση») από έναν Έλληνα υπήκοο, τον κύριο Πολυχρόνη Συγγελίδη («ο προσφεύγων»), την 1η Ιουνίου 2007.
2. Ο προσφεύγων εκπροσωπήθηκε από τους κυρίους Κ. Χριστοδούλου και Σ. Τσακυράκη, δικηγόρους Αθηνών, και τον κύριο D. Pannick, δικηγόρο Λονδίνου. Η Ελληνική Κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από τους απεσταλμένους του αντιπροσώπου της, κύριο Γ. Κανελλόπουλο, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και την κυρία Ζ. Χατζηπαύλου, δικαστική αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
3. Στις 27 Μαΐου 2008, η πρόεδρος του πρώτου τμήματος αποφάσισε να κοινοποιήσει την προσφυγή στην Κυβέρνηση. Αποφασίσθηκε επιπλέον να εξετασθούν συγχρόνως το παραδεκτό και η ουσία της προσφυγής (άρθρο 29 § 3 του Κανονισμού).
4. Ο κύριος Ροζάκης, ο δικαστής ο οποίος είχε επιλεγεί για την Ελλάδα, αποσύρθηκε από τη συνεδρίαση επί της υπόθεσης (άρθρο 28 του Κανονισμού). Η Κυβέρνηση διόρισε τον κύριο Σ. Φλογαΐτη, ως ad hoc δικαστή (άρθρο 29 του Κανονισμού).
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Ι. ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
Α. Ιστορικό της υπόθεσης
5. Ο προσφεύγων έχει γεννηθεί το 1957 και κατοικεί στην Αθήνα. Είναι επιχειρηματίας, ο οποίος νυμφεύθηκε την Μ.Α. στις 20 Σεπτεμβρίου 2003. Κατά τον γάμο τους, η Μ.Α. ήταν ήδη μέλος της Ελληνικής Βουλής. Στις 24 Μαρτίου 2004, γεννήθηκε ο γιος τους.
6. Στα τέλη του 2004, ο γάμος του προσφεύγοντος διαλύθηκε. Η κοινή συναινέσει λύση του κηρύχθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στις 7 Ιουλίου 2005.
7. Ο προσφεύγων και η Μ.Α. υπέγραψαν ένα συμφωνητικό στις 14 Δεκεμβρίου 2004 με το οποίο ρυθμίζονταν θέματα επιμέλειας και επικοινωνίας αναφορικά με τον γιο τους. Αυτοί οι διακανονισμοί επικυρώθηκαν με επίσημη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της 20ης Ιανουαρίου 2005 (απόφαση αριθ. 528/2005). Ειδικότερα, η Μ.Α. θα είχε την κηδεμονία του παιδιού έως την ενηλικίωσή του και θα έμενε μαζί της. Ο προσφεύγων μπορούσε να έχει ελεύθερη επικοινωνία με τον γιο του, σύμφωνα με τις ανάγκες του παιδιού, και ορίστηκαν ελάχιστοι περίοδοι και ημέρες επικοινωνίας. Πράγματι, μπορούσε να βλέπει τον γιο του κάθε μέρα μεταξύ 5 μμ και 8 μμ.
8. Σε αρκετές περιπτώσεις, ο προσφεύγων δεν μπόρεσε να έχει επικοινωνία με τον γιο του σύμφωνα με τις διατάξεις της δικαστικής απόφασης.
Β. Εθνική διαδικασία
9. Στις 20 Οκτωβρίου 2005, ο προσφεύγων κατέθεσε μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα του Πρωτοδικείου Αθηνών στη βάση του άρθρου 232A του Ποινικού Κώδικα. Αξίωσε το ποσό των δέκα ευρώ ως ονομαστική αποζημίωση για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω της παραβίασης της απόφασης αριθ. 528/2005 από την Μ.Α., επιφυλασσόμενος του δικαιώματός του να διεκδικήσει περαιτέρω αποζημίωση ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων.
10. Στις 24 Αυγούστου 2006, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών παρέπεμψε τη μήνυση στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στον Υπουργό Δικαιοσύνης στις 30 Αυγούστου 2006 προκειμένου να διαβιβασθεί στη συνέχεια στο πρόεδρο του Ελληνικής Βουλής και να ζητηθεί άδεια της Βουλής για την άσκηση δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 62 του Ελληνικού Συντάγματος. Ο φάκελος ελήφθη από τη Βουλή στις 3 Οκτωβρίου 2006.
11. Στις 28 Νοεμβρίου 2006, η Επιτροπή Δεοντολογίας της Βουλής αποφάνθηκε ότι η ασυλία της Μ.Α. δεν έπρεπε να αρθεί. Στην έκθεσή της, η Επιτροπή έκρινε ότι «ένας εκ των λόγων που προβλέπει το άρθρο 83 § 3 του Κανονισμού της Βουλής είχε εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση».
12. Στις 6 Δεκεμβρίου 2006, με πλειοψηφία 107 ψήφων έναντι 68 κατόπιν μυστικής ψηφοφορίας, η ολομέλεια της Βουλής αρνήθηκε να χορηγήσει άδεια. Δε δόθηκαν λόγοι για την απόφασή της.
Γ. Εξελίξεις στην υπόθεση
13. Εν τω μεταξύ, στις 31 Μαρτίου 2005, η Μ.Α. κίνησε ποινική διαδικασία κατά του προσφεύγοντος διότι είχε τοποθετήσει φύλακα έξω από την οικία της υποστηρίζοντας ότι είχε λάβει απειλητικά τηλεφωνήματα για εκείνον και την οικογένειά του. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε εν συνεχεία τόσο σε πρώτο όσο και σε δεύτερο βαθμό.
14. Στις 20 Δεκεμβρίου 2005, το Πρωτοδικείο Αθηνών τροποποίησε τους όρους της άσκησης της γονικής επιμέλειας. Η απόφαση του δικαστηρίου προέβλεπε ιδίως την καταβολή προστίμου 1.000 ευρώ από την Μ.Α. αν παραβίαζε οποιαδήποτε από τις διατάξεις της (απόφαση αριθ. 9599/2005). Η Μ.Α. φέρεται να απέτυχε επανειλημμένα να συμμορφωθεί με τους τροποποιηθέντες όρους. Στις 20 Μαρτίου 2007 και στις 26 Μαρτίου 2007 ο προσφεύγων κατέθεσε δύο ακόμα μηνύσεις ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών λόγω επικαλούμενων παραβιάσεων της απόφασης του δικαστηρίου. Ο προσφεύγων και πάλι αξίωσε αποζημίωση για ηθική βλάβη.
15. Στις 9 Μαΐου 2007, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών παρέπεμψε τη μήνυση με ημερομηνία 26 Μαρτίου 2007 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στον Υπουργό Δικαιοσύνης στις 22 Μαΐου 2006 προκειμένου να διαβιβασθεί στη συνέχεια στο πρόεδρο του Ελληνικής Βουλής και να
ζητηθεί άδεια της Βουλής για την άσκηση δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 62 του Ελληνικού Συντάγματος. Στις 22 Μαΐου 2006, η Επιτροπή Δεοντολογίας της Βουλής αποφάνθηκε ότι η αίτηση έπρεπε να απορριφθεί χωρίς να τεθεί στην κρίση της ολομέλειας για το λόγο ότι η αίτηση άρσης της ασυλίας ήταν κατ’ουσία ίδια με την πρώτη αίτηση.
ΙΙ. ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ
Α. Το Σύνταγμα
16. Τα εφαρμοστέα αποσπάσματα του Συντάγματος της Ελλάδος προβλέπουν:
Άρθρο 53
«1. Οι βουλευτές εκλέγονται για τέσσερα συνεχή έτη που αρχίζουν από την ημέρα των γενικών εκλογών (..).»
Άρθρο 61
«1. Ο βουλευτής δεν καταδιώκεται ούτε εξετάζεται με οποιονδήποτε τρόπο για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων. (..)
2. Ο βουλευτής διώκεται μόνο για συκοφαντική δυσφήμηση, κατά το νόμο, ύστερα από άδεια της Βουλής. (..)»
Άρθρο 62
«1. Όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος ο βουλευτής δεν διώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια του Σώματος (..)
(..) Δεν απαιτείται άδεια για τα αυτόφωρα κακουργήματα..»
Β. Ο Ποινικός Κώδικας
17. Τα εφαρμοστέα αποσπάσματα της ελληνικής νομοθεσίας προβλέπουν:
Άρθρο 63 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας
«Η πολιτική αγωγή για την αποζημίωση και την αποκατάσταση από το έγκλημα και για την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τους δικαιούμενους σύμφωνα με τον αστικό κώδικα.»
Άρθρο 232Α του Ποινικού Κώδικα
«Όποιος με πρόθεση δε συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή δικαστή ή δικαστηρίου ή σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως με την οποία υποχρεώθηκε σε παράλειψη (..) ή σε πράξη (..) τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους (..)»
Γ. Ο Αστικός κώδικας
18. Τα εφαρμοστέα αποσπάσματα του ελληνικού Αστικού Κώδικα προβλέπουν:
Άρθρο 914
«Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.»
Άρθρο 932
«Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη (..) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (..)»
Δ. Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
19. Τα άρθρα 946 και 947 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ομοίως παρέχουν στο δικαστήριο τη δυνατότητα να τιμωρήσει τη μη συμμόρφωση προς μία απόφαση ή διαταγή με φυλάκιση ή με πρόστιμο έως 5.900 ευρώ.
20. Δυνάμει του άρθρου 1048 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ένα δικαστήριο μπορεί να μη διατάξει τη φυλάκιση ενός βουλευτή κατά τη διάρκεια της θητείας του και για τέσσερις εβδομάδες μετά τη λήξη αυτής.
Ε. Ο Κανονισμός της Βουλής
21. Το άρθρο 83 του Κανονισμού της Βουλής έχει ως εξής:
«1. Οι αιτήσεις της εισαγγελικής αρχής για τη χορήγηση άδειας άσκησης ποινικής δίωξης κατά Βουλευτή, σύμφωνα με τα άρθρα 61 παρ.2 και 62 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού ελεγχθούν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, υποβάλλονται
στη Βουλή δια του Υπουργού Δικαιοσύνης και καταχωρίζονται σε ιδιαίτερο βιβλίο κατά τη σειρά της υποβολής τους (..)
3. Η Επιτροπή [Κοινοβουλευτικής Δεοντολογίας], αφού ακούσει τον Βουλευτή του οποίου ζητείται η άρση της ασυλίας, εφόσον αυτός το επιθυμεί, (..) ερευνά, βάσει των στοιχείων που συνοδεύουν την αίτηση, αν η πράξη για την οποία ζητείται η άρση της ασυλίας συνδέεται με την πολιτική δραστηριότητα του Βουλευτή ή αν η δίωξή του υποκρύπτει πολιτική σκοπιμότητα ή αποσκοπεί ενδεχομένως στο να τρωθεί το κύρος της Βουλής ή του Βουλευτή ή να παρακωλυθεί ουσιαστικώς η άσκηση του λειτουργήματός του ή να επηρεασθεί η λειτουργία της Βουλής ή της Κοινοβουλευτικής Ομάδας στην οποία ανήκει ο Βουλευτής.
4. Η Επιτροπή δεν εξετάζει τη βασιμότητα της κατηγορίας (..) και συντάσσει σχετική έκθεση εντός της προθεσμίας που τάσσει το παραπεμπτικό έγγραφο του Προέδρου της Βουλής.
6. Οι αιτήσεις για την άρση της βουλευτικής ασυλίας εγγράφονται στην ημερήσια διάταξη της Ολομέλειας της Βουλής μετά την υποβολή της έκθεσης της Επιτροπής.
7. Η Βουλή αποφασίζει, με ανάταση του χεριού (..). Ο λόγος δίνεται πάντα εφόσον ζητηθεί στον Βουλευτή στον οποίο αφορά η αίτηση και στους Προέδρους των Κοινοβουλευτικών Ομάδων ή τους αναπληρωτές τους (..). Η Βουλή αποφασίζει με μυστική ψηφοφορία αν αυτό ζητηθεί από τον Πρόεδρο της Βουλής ή τον Πρόεδρο της Κοινοβουλευτικής Ομάδας στην οποία ανήκει ο βουλευτής (..)»
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Ι. ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 § 1 ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΑ ΚΑΙ ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 14 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
22. Ο προσφεύγων παραπονέθηκε, στη βάση του άρθρου 6 § 1 μεμονωμένα και σε συνδυασμό με το άρθρο 14 της Σύμβασης ότι η άρνηση της Ελληνικής Βουλής να άρει τη βουλευτική ασυλία της Μ.Α. προσέβαλε το δικαίωμά του πρόσβασης σε δικαστήριο. Αυτές οι διατάξεις της Σύμβασης, στο μέτρο που είναι εφαρμοστέες, έχουν ως εξής:
Άρθρο 6 § 1
«Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως (..) υπό (..) δικαστηρίου (.., το οποίον θα αποφασίση (..) επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως (..)»
Άρθρο 14
Η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθή ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως.»
Α. Επί του παραδεκτού
1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
23. Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η άρνηση της ελληνικής Βουλής να άρει την ασυλία της Μ.Α. δεν δημιούργησε ζητήματα στη βάση του άρθρου 6 της Σύμβασης διότι δεν έθιξε τα δικαιώματα αστικής φύσεως του προσφεύγοντα. Κατά πρώτον, υποστήριξε ότι η συμπεριφορά του προσφεύγοντα έδειξε ότι ο σκοπός της δήλωσης παράστασής του ως πολιτικής αγωγής ήταν κατά κύριο λόγο να επιτύχει την καταδίκη της κατηγορουμένης. Η Κυβέρνηση επεσήμανε ως προς τούτο ότι όταν κατέθεσε τη μήνυσή του στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ο προσφεύγων απλώς αξίωσε το συμβολικό ποσό των δέκα ευρώ, χωρίς να παραβλάπτεται η ικανοποίηση όλων των δικαιωμάτων του αστικής φύσεως ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Κατά δεύτερον, η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι ακόμα κι αν ο προσφεύγων κατάφερνε να επιτύχει μία καταδίκη σε βάρος την πρώην συζύγου του, αυτή δε θα ήταν «άμεσα αποφασιστική» καθώς οποιεσδήποτε συνέπειες της εν λόγω καταδίκης επί της συμμόρφωσής της προς τους όρους της πρόσβασης του προσφεύγοντος στο παιδί του θα ήταν αβέβαιες και αόριστες. Κατά τρίτον, η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η παρούσα προσφυγή δεν εμπίπτει στο πεδίο του άρθρου 6 § 1 διότι η απόφαση αριθ. 528/2005, με την οποία η σύζυγος του προσφεύγοντος παρέλειψε να συμμορφωθεί, συνιστούσε προσωρινό μέτρο σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
24. Η Κυβέρνηση υποστήριξε περαιτέρω ότι ο προσφεύγων δεν είχε εξαντλήσει τα εθνικά ένδικα μέσα. Σημείωσε ότι, επιπλέον της ποινικής δίωξης, το άρθρο 947 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προέβλεπε ότι μπορούσε να ασκηθεί αγωγή κατά όποιου παρέλειψε να επιτρέψει την πρόσβαση σε ένα παιδί. Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι δεδομένου ότι η άρση της βουλευτικής ασυλίας δεν αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση αγωγής κατά της Μ.Α., ο προσφεύγων έπρεπε να έχει κάνει χρήση αυτής της διαδικασίας πριν να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου.
25. Ο προσφεύγων παρατήρησε ότι το άρθρο 6 § 1 είχε εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση καθώς η Κυβέρνηση δεν επεσήμανε ότι η υπόθεση του προσφεύγοντος είχε το χαρακτήρα μίας actio popularis. Επίσης, ο προσφεύγων επεσήμανε ότι δεν ήταν μία υπόθεση στην οποία επεδίωκε προσωπική εκδίκηση καθώς είχε καταστήσει σαφές σε όλα τα στάδια της εθνικής διαδικασίας ότι σκοπός του ήταν να λάβει αποζημίωση για την ηθική βλάβη και τη ψυχική οδύνη που του προκάλεσε η παράλειψη της συζύγου του να συμμορφωθεί προς την απόφαση του εθνικού δικαστηρίου. Ο προσφεύγων προσέθεσε ότι η ηθική βλάβη που υπέστη στην παρούσα υπόθεση ήταν ιδιαίτερα σοβαρή δεδομένου ότι η διαταγή του δικαστηρίου αφορούσε την επικοινωνία μεταξύ εκείνου και του γιου του, η οποία βρισκόταν στην καρδιά της προσωπικής και οικογενειακής ζωής τους. Όσον αφορά το επιχείρημα της Κυβέρνησης ότι μία καταδίκη σε βάρος της συζύγου του προσφεύγοντος δε θα επηρέαζε άμεσα την πρόσβασή του στον γιο του, ο προσφεύγων υποστήριξε ότι αυτός ο ισχυρισμός ήταν μη συναφής. Ειδικότερα, επεσήμανε ότι το επίμαχο δικαίωμα αστικής φύσεως στην παρούσα υπόθεση ήταν το δικαίωμα να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στην ποινική διαδικασία σε βάρος της πρώην συζύγου του και να αξιώσει αποζημίωση για την ηθική βλάβη που προκλήθηκε από τη μη συμμόρφωσή της προς τις διαταγές δικαστηρίου που ρύθμιζαν την πρόσβαση του προσφεύγοντος στον γιο του. Τέλος, ο προσφεύγων υποστήριξε ότι παρόλο που η αρχική διαταγή του εθνικού δικαστηρίου ήταν προσωρινή, η αγωγή που προτίθετο να ασκήσει στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης αποτελούσε, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, ένα εντελώς αυτοτελές αίτημα.
26. Δεύτερον, ο προσφεύγων υποστήριξε ότι το εθνικό δίκαιο του έδινε το δικαίωμα να καταθέσει μήνυση σε συνδυασμό με αίτημα χρηματικής αποζημίωσης. Ως εκ τούτου, τα δικαιώματα που προστατεύει το άρθρο 6 της Σύμβασης, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη, ήταν πλήρως
εφαρμοστέα στην προσπάθειά του να ενεργήσει αναλόγως. Επιπλέον, ο προσφεύγων υποστήριξε ότι οι αγωγές στις οποίες αναφέρεται η Κυβέρνηση δεν ήταν πλήρως διαθέσιμες σε εκείνον εξαιτίας της βουλευτικής ιδιότητας της πρώην συζύγου του. Ειδικότερα, ο προσφεύγων υποστήριξε ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής βάσει των άρθρων 950 § 2 ή 947 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπου ο παραβάτης είναι, όπως στην προκειμένη περίπτωση, εν ενεργεία βουλευτής, δεν μπορεί να διαταχθεί φυλάκιση.
2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου
α) Ως προς την εφαρμογή του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης
27. Σε ό,τι αφορά την αστική φύση της διαδικασίας, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι η Σύμβαση δεν παραχωρεί αφ’εαυτού το δικαίωμα της δίωξης ή καταδίκης τρίτων για ένα ποινικό αδίκημα. Προκειμένου να υπεισέρχεται στο πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης, το εν λόγω δικαίωμα πρέπει να είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την εκ μέρους του θύματος άσκηση του δικαιώματός του να ασκήσει την αστική αγωγή που προσφέρεται από το εθνικό δίκαιο, έστω και ενόψει της επίτευξης μιας συμβολικής επανόρθωσης ή της προστασίας ενός δικαιώματος αστικής φύσεως, όπως το δικαίωμα της απόλαυσης μιας «καλής φήμης» (βλέπε Perez κατά Γαλλίας [GC], no.47287/99, § 70, ECHR 2004-I).
28. Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης εφαρμόζεται σε διαδικασίες που σχετίζονται με μηνύσεις με παράσταση πολιτικής αγωγής από τη στιγμή της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής, εκτός αν ο μηνυτής έχει παραιτηθεί κατά τρόπο μη διφορούμενο από την άσκηση του δικαιώματός του σε επανόρθωση (βλέπε πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση Perez, § 66).
29. Εν προκειμένω, ο προσφεύγων δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής για ποσό που ισοδυναμούσε με δέκα ευρώ, όταν κατέθεσε μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, στη βάση του άρθρου 232Α του Ποινικού Κώδικα. Συνεπώς, η διαδικασία ήταν αστικής φύσεως καθώς είχε οικονομική πτυχή, κάτι που προκύπτει από το ποσό των δέκα ευρώ, όσο συμβολικό κι αν είναι αυτό, για το οποίο ο προσφεύγων δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής (βλέπε Γώρου κατά Ελλάδας (αριθ.2) [GC], no. 12686/03, §§ 24-26, 20 Μαρτίου 2009).
30. Επιπλέον, σε ό,τι αφορά το επιχείρημα της Κυβέρνησης που σχετίζεται με τον αποφασιστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για το εν λόγω δικαίωμα, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι αυτή αφορούσε την αποζημίωση του προσφεύγοντος για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω της επικαλούμενης παραβίασης της απόφασης αριθ. 528/2005 από την πρώην σύζυγό του και όχι τη ρύθμιση της πρόσβασής του στον γιο του. Ως εκ τούτου, το δικαίωμα του προσφεύγοντος να αποζημιωθεί για την επικαλούμενη μη συμμόρφωση προς την απόφαση αριθ. 528/2005 διακυβευόταν άμεσα στην επίδικη διαδικασία (βλέπε Gorraiz Lizarraga και λοιποί κατά Ισπανίας, αριθ. 62543/00, §§ 46-47, ECHR 2004-III).
31. Τέλος, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι παρόλο που η μήνυση που κατέθεσε ο προσφεύγων ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών βασιζόταν στην επικαλούμενη μη συμμόρφωση της πρώην συζύγου του προσφεύγοντος προς την προηγούμενη προσωρινή διαταγή, ωστόσο εισήγαγε ένα εντελώς αυτοτελές αίτημα αποζημίωσης για την ηθική βλάβη που υπέστη. Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί από τη φύση της «προσωρινή». Λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω, το Δικαστήριο θεωρεί ότι το άρθρο 6 § 1 έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση και ότι οι ενστάσεις της Κυβέρνησης πρέπει να απορριφθούν.
β) Ως προς την ένσταση περί μη εξάντλησης των εθνικών ενδίκων μέσων
32. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι κατά την πάγια νομολογία του ένας προσφεύγων πρέπει να κάνει φυσιολογική χρήση των εθνικών ενδίκων μέσων που είναι αποτελεσματικά και επαρκή. Όταν έχει ήδη ασκηθεί ένα ένδικο μέσο, δεν απαιτείται η χρήση ενός άλλου ενδίκου μέσου που έχει κατ’ουσίαν το ίδιο αντικείμενο (βλέπε Yasa κατά Τουρκίας, 2 Σεπτεμβρίου 1998, 1998-VI, § 71, και Riad and Idiab κατά Βελγίου, αριθ. 29787/03 και 29810/03, § 84, ECHR 2008-..).
33. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι στην παρούσα υπόθεση ο προσφεύγων κατέθεσε μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών στη βάση του άρθρου 232Α του Ποινικού Κώδικα διεκδικώντας αποζημίωση για την επικαλούμενη παραβίαση της απόφασης αριθ. 528/2005 από την Μ.Α. Ως εκ τούτου, η εν λόγω μήνυση δύνατο να επανορθώσει άμεσα την επίδικη κατάσταση των πραγμάτων, ήτοι την ηθική βλάβη που υπέστη ο προσφεύγων λόγω της επικαλούμενης μη εκτέλεσης της απόφασης αριθ. 528/2005 (βλέπε Wiktorko κατά Πολωνίας, αριθ. 14612/02, § 34, 31 Μαρτίου 2009). Υπό τις συνθήκες της υπόθεσης, αυτό συνιστούσε ένα επαρκές και αποτελεσματικό ένδικο μέσο με την έννοια του άρθρου 35 της Σύμβασης.
34. Επιπλέον, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η αιτίαση αυτή δεν είναι προδήλως αβάσιμη με την έννοια του άρθρου 35 § 3 της Σύμβασης. Επιπλέον, σημειώνει ότι αυτή δεν προσκρούει σε κανέναν άλλο λόγο απαραδέκτου. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί παραδεκτή.
Β. Επί της ουσίας
1.      Επιχειρήματα των διαδίκων
35. Η Κυβέρνηση επεσήμανε ότι σκοπός της χορήγησης ασυλίας στους βουλευτές ως προς τις ψήφους και τις απόψεις τους ήταν να διασφαλισθεί ότι οι εκπρόσωποι του λαού απολάμβαναν τη μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία έκφρασης στην άσκηση των καθηκόντων τους, πέρα των ορίων που επιβάλλονταν στους απλούς πολίτες.
36. Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η εν λόγω ασυλία, όντας συνδεδεμένη με ένα καθήκον το οποίο προβλέπει το Σύνταγμα, δεν παραβίασε ούτε την αρχή της ισότητας των πολιτών ενώπιον του νόμου ούτε την απαγόρευση των διακρίσεων. Σκοπός της δεν ήταν ούτε να δημιουργήσει μία «προνομιούχα» τάξη ούτε να επιτρέψει στους βουλευτές να κάνουν αυθαίρετη χρήση των προνομίων τους. Αντιθέτως, επεδίωκε το θεμιτό σκοπό του να επιτραπεί στη Βουλή να συζητά ελεύθερα και ανοικτά οποιοδήποτε ζήτημα της δημόσιας ζωής χωρίς τα μέλη της να αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο δίωξης ή πιθανών νομικών συνεπειών.
37. Επιπλέον, η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο δεν είχε περιορισθεί στην παρούσα υπόθεση δεδομένου ότι η εσωτερική διαταγή διασφάλιζε την πιθανότητα διεκδίκησης αποζημίωσης ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων για υλική ζημία και ηθική βλάβη που προκλήθηκαν λόγω της επικαλούμενης μη νόμιμης συμπεριφοράς της Μ.Α. Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι μία αστική αγωγή αποτελούσε ένα ένδικο μέσο ισοδύναμο με την παράσταση ως πολιτικής αγωγής στην ποινική διαδικασία κατά της Μ.Α. Η διεκδίκηση αστικής αποζημίωσης μόνο μέσω της ποινικής διαδικασίας θα υπονόμευε ολόκληρο τον σκοπό της χορήγησης ασυλίας στους βουλευτές, ήτοι την ελευθερία και τον αυθόρμητο χαρακτήρα των βουλευτικών συζητήσεων. Επιπλέον, η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι με την απόφαση αριθ. 9599/2005, το Πρωτοδικείο Αθηνών τροποποίησε τους όρους άσκησης γονικής επιμέλειας που είχε θέσει η απόφαση αριθ. 528/2005 του ίδιου δικαστηρίου και προέβλεψε πρόστιμο ύψους 1.000 ευρώ σε
περίπτωση παραβίασης. Συναφώς, η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι στην παρούσα υπόθεση ο προσφεύγων μπορούσε ομοίως να έχει ζητήσει από το Πρωτοδικείο Αθηνών να προβλέψει κάποιο πρόστιμο και κατόπιν να το επιβάλει στην Μ.Α. σε περίπτωση παραβίασης της απόφασης αριθ. 528/2005.
38. Σε γενικές γραμμές, η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι, ακόμα κι αν υποτεθεί ότι η συμπεριφορά της Μ.Α. δε συνδεόταν με την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων με την αυστηρή τους έννοια, ο επιβληθείς περιορισμός επί του δικαιώματος του προσφεύγοντος σε δικαστήριο δε θα πρέπει αυτόματα να θεωρηθεί ως δυσανάλογος προς τον διωκόμενο σκοπό. Και μόνο η ύπαρξη άλλων ενδίκων μέσων ικανών να παρέξουν επανόρθωση ως προς τις αιτιάσεις του προσφεύγοντος τού παρείχαν επαρκή μέσα για την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων του βάσει της Σύμβασης.
39. Ο προσφεύγων επεσήμανε ότι η παρούσα υπόθεση έθετε ένα ζήτημα βουλευτικής ασυλίας το οποίο είχε ήδη επιλυθεί από το Δικαστήριο με τις αποφάσεις του στις υποθέσεις Cordova κατά Ιταλίας (αριθ.1) (αριθ. 40877/98, ECHR 2003-I) και Τσαλκιτζής κατά Ελλάδας (no. 11801/04, 16 Νοεμβρίου 2006). Ο προσφεύγων συμφώνησε με την Κυβέρνηση ότι η βουλευτική ασυλία βάσει του ελληνικού δικαίου δύνατο να είναι συμβατή προς τη Σύμβαση με την προϋπόθεση ότι, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειάς της περί άρσης της ασυλίας σε ατομικές υποθέσεις, η Ελληνική Βουλή ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις σχετικές συνταγματικές διατάξεις. Ο προσφεύγων υποστήριξε ότι η άρνηση της Ελληνικής Βουλής να δώσει άδεια για άσκηση δίωξης κατά της Μ.Α. αποτελούσε μέρος μίας ευρύτερης και σταθερής πρακτικής εκ μέρους της βουλής σχετικής με τη χρήση των συνταγματικών διατάξεων περί ασυλίας προκειμένου να προστατευθούν οι βουλευτές από την τσιμπίδα του ποινικού δικαίου. Ο προσφεύγων προσκόμισε μία έρευνα του τύπου, όπου αναφερόταν ότι από το 1974 έως το 2003 είχαν γίνει οκτακόσιες αιτήσεις για χορήγηση της εν λόγω αδείας και μόνο σε πέντε από αυτές είχε χορηγηθεί η εν λόγω άδεια. Ως προς τούτο, και μέσα στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, ο προσφεύγων υποστήριξε ότι η παραβίαση του δικαιώματός του πρόσβασης σε δικαστήριο καθίστατο ακόμα πιο κατάφωρη δεδομένου ότι η Μ.Α. είχε τη δυνατότητα να κινήσει ποινική διαδικασία σε βάρος του.
2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου
α) Γενικές αρχές
40. Το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, το οποίο καθιερώνεται από το άρθρο 6 § 1 της Συμβάσεως, δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε περιορισμούς: αυτοί γίνονται σιωπηρώς αποδεκτοί καθώς το δικαίωμα πρόσβασης απαιτεί, εκ της φύσεώς του, ρύθμιση από το Κράτος (βλέπε Kart κατά Τουρκίας [GC], no. 8917/05, § 79, 3 Δεκεμβρίου 2009). Ως προς τούτο, τα Συμβαλλόμενα Κράτη διαθέτουν ένα ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως. Αποστολή του Δικαστηρίου δεν είναι να υποκαθιστά τα σχετικά εθνικά δικαστήρια. Κατ’ αρχήν αρμόδιες να ερμηνεύουν την εθνική νομοθεσία είναι οι εθνικές αρχές, και δη τα δικαστήρια (βλέπε, mutatis mutandis, Brualla Gόmez de la Torre κατά Ισπανίας, 19 Δεκεμβρίου 1997, § 31, Reports of Judgments of Decisions 1997-VIII, και Saez Maeso κατά Ισπανίας, αριθ. 77837/01, § 22, 9 Νοεμβρίου 2004).
41. Ωστόσο, αρμόδιο να αποφαίνεται τελεσίδικα επί της ικανοποιήσεως ή μη των απαιτήσεων της Συμβάσεως, είναι το Δικαστήριο. Πρέπει να διαβεβαιώνεται ότι οι ισχύοντες περιορισμοί δεν περιορίζουν ή μειώνουν την πρόσβαση του διοικούμενου κατά τρόπο ή μέχρι σημείου που να θίγεται η ίδια η ουσία του δικαιώματος αυτού. Περαιτέρω, παρόμοιος περιορισμός του δικαιώματος προσβάσεως σε δικαστήριο δεν συμβαδίζει με το άρθρο 6 § 1 παρά μόνον εάν έχει θεμιτό στόχο και υφίσταται εύλογη σχέση αναλογικότητας ανάμεσα στα χρησιμοποιούμενα μέσα και στον επιδιωκόμενο σκοπό (Waite και Kennedy κατά της Γερμανίας [GC], no. 26083/94, § 59, CEDH 1999-I, και T.P. και Κ.Μ. κατά του Ηνωμένου Βασιλείου [GC] no. 28945/95, § 98, CEDH 2001-V). Tο δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο θίγεται όταν η ρύθμισή του παύει να εξυπηρετεί τους σκοπούς της νομικής ασφαλείας και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και αποτελεί ένα είδος εμποδίου το οποίο δεν επιτρέπει την επί της ουσίας εκδίκαση της υποθέσεως του διαδίκου από το αρμόδιο δικαστήριο.
42. Το Δικαστήριο παρατηρεί συναφώς ότι όταν ένα κράτος αναγνωρίζει ασυλία στους βουλευτές του είναι δυνατόν να θιγεί η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Τούτο ωστόσο δε σημαίνει ότι η βουλευτική ασυλία μπορεί να θεωρηθεί καταρχήν ότι επιβάλλει έναν δυσανάλογο περιορισμό στο δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, όπως αυτό περιλαμβάνεται στο άρθρο 6 § 1 (βλέπε πιο πάνω απόφαση Kart κατά Τουρκίας, § 80). Όπως το δικαίωμα αυτό είναι συνυφασμένο με την εγγύηση για δίκαιη δίκη, η οποία εξασφαλίζεται από το άρθρο αυτό, έτσι και ορισμένοι περιορισμοί στην πρόσβαση πρέπει ομοίως να θεωρούνται
ως συνυφασμένοι με αυτή, όπως για παράδειγμα οι γενικώς αποδεκτοί από τα Συμβαλλόμενα Κράτη περιορισμοί ως προς την αρχή της βουλευτικής ασυλίας (βλέπε πιο πάνω απόφαση Α. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, no. 35373/97, § 83, και, mutatis mutandis, Al-Adsani κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC], no. 35763/97, § 56, ECHR 2001-XI). Το Δικαστήριο έχει ήδη αναγνωρίσει ότι είναι μακρόχρονη πρακτική των Κρατών να χορηγούν εν γένει διάφορους βαθμούς ασυλίας στους βουλευτές, με σκοπό να επιτρέπεται η ελευθερία λόγου για τους αντιπροσώπους του λαού και να αποτρέπεται η ανάμειξη των παραπόνων των οπαδών με την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων (βλέπε πιο πάνω απόφαση Α. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, §§ 75-77, πιο πάνω απόφαση Cordova, § 55, και De Jorio κατά Ιταλίας, no. 73936/01, § 49, 3 Ιουνίου 2004). Δεδομένου τούτου, η δημιουργία εξαιρέσεων σε αυτή την ασυλία, των οποίων η εφαρμογή εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, θα υπονόμευε σημαντικά τους διωκόμενους θεμιτούς σκοπούς (βλέπε πιο πάνω απόφαση Α. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, § 88).
43. Εν τούτοις, θα ήταν ομοίως ασύμβατο προς τον σκοπό και το αντικείμενο της Σύμβασης εάν τα Συμβαλλόμενα Κράτη, υιοθετώντας κάποιο από τα συστήματα τα οποία συνήθως χρησιμοποιούνται προς εξασφάλιση ασυλίας στους βουλευτές, απαλλάσσονταν κατ’αυτόν τον τρόπο από κάθε ευθύνη έναντι της Συμβάσεως στον τομέα της βουλευτικής δραστηριότητος. Το Δικαστήριο υπομιμνήσκει ότι σκοπός της Συμβάσεως είναι η προστασία δικαιωμάτων όχι θεωρητικών ή κενών ουσιαστικού περιεχομένου, αλλά συγκεκριμένων και πραγματικών. Η παρατήρηση αυτή ισχύει ειδικότερα για το δικαίωμα πρόσβασης στα δικαστήρια, λόγω της εξέχουσας θέσης την οποία κατέχει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη σε μία δημοκρατική κοινωνία (βλέπε Ait-Mouhoub κατά Γαλλίας, 28 Οκτωβρίου 1998, § 52, Reports 1998-VIII). Θα ήταν ασυμβίβαστο με την υπεροχή του δικαίου σε μία δημοκρατική κοινωνία ή με τη θεμελιώδη αρχή που διέπει το άρθρο 6 § 1, εάν ένα Κράτος είχε τη δυνατότητα, ανεπιφυλάκτως και άνευ ελέγχου εκ μέρους του Δικαστηρίου, να αποκλείει της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων μία ολόκληρη σειρά προσφυγών αστικής φύσεως ή να παρέχει ασυλίες σε κατηγορίες προσώπων (βλέπε Fayed κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 21 Σεπτεμβρίου 1994, § 65, Series A no. 294-Β).
44. Ως εκ τούτου, στην περίπτωση κατά την οποία η βουλευτική ασυλία παρεμποδίζει την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη, το Δικαστήριο, κατά τον προσδιορισμό της αναλογικότητας ή μη ενός συγκεκριμένου μέτρου, εξετάζει εάν οι επίδικες πράξεις συνδέονταν με την άσκηση των βουλευτικών
καθηκόντων με την αυστηρή έννοιά τους (βλέπε πιο πάνω αποφάσεις Cordova (no.1), § 62 και De Jorio, § 53). Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει σε αυτό το σημείο ότι η απουσία προφανούς σχέσεως με τη βουλευτική δραστηριότητα απαιτεί μία στενή ερμηνεία της έννοιας της αναλογικότητας μεταξύ του διωκόμενου σκοπού και των χρησιμοποιούμενων μέσων. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση κατά την οποία οι περιορισμοί στο δικαίωμα πρόσβασης απορρέουν από την απόφαση ενός πολιτικού οργάνου (βλέπε πιο πάνω απόφαση Kart κατά Τουρκίας, § 83 και Τσακιλτζής κατά Ελλάδας, αριθ. 11801/04, § 49, 16 Νοεμβρίου 2006). Επιπλέον, όσο πιο ευρεία είναι η ασυλία, τόσο πιο επιτακτικός πρέπει να είναι ο λόγος αυτής (βλέπε πιο πάνω απόφαση Α. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, § 78).
β) Εφαρμογή των πιο πάνω αρχών στην παρούσα υπόθεση
45. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το κύριο επιχείρημα της Κυβέρνησης εστιάζει στην ύπαρξη ενδίκων μέσων διαθέσιμων στον προσφεύγοντα άλλων από την υποβολή μήνυσης για τη διεκδίκηση αποζημίωσης για την επικαλούμενη μη νόμιμη συμπεριφορά της Μ.Α. Κατά την άποψη της Κυβέρνησης, και μόνο η ύπαρξη των προαναφερόμενων ενδίκων μέσων που του παρείχαν άλλους τρόπους επανόρθωσης σήμαινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση της ουσίας του δικαιώματος του προσφεύγοντος για πρόσβαση σε δικαστήριο. Το Δικαστήριο διαφωνεί με αυτή την προσέγγιση. Όπως έχει ήδη παρατηρήσει σε πολλές περιπτώσεις, όταν η εσωτερική έννομη τάξη προσφέρει ένα ένδικο μέσο όπως η υποβολή μήνυσης με δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, το Κράτος υποχρεούται να μεριμνά ώστε ο πολιτικώς ενάγων να απολαμβάνει τις θεμελιώδεις εγγυήσεις του άρθρου 6 (βλέπε Αναγνωστόπουλος κατά Ελλάδας, αριθ. 54589/00, § 32, 3 Απριλίου 2003). Ως εκ τούτου, το επιχείρημα της Κυβέρνησης δε σχετίζεται με την ουσία της αιτίασης του προσφεύγοντος αλλά με το ζήτημα της εξάντλησης των εθνικών ενδίκων μέσων, ζήτημα το οποίο έχει ήδη επιλύσει το Δικαστήριο. Συνεπώς, υπό το φως των συγκεκριμένων περιστάσεων της υπόθεσης, το Δικαστήριο πρέπει να αξιολογήσει αν η άρνηση της Βουλής να χορηγήσει άδεια για την άσκηση δίωξης σε βάρος της Μ.Α. προσέβαλε το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο του προσφεύγοντος.
46. Συναφώς, το Δικαστήριο σημειώνει ότι, ορθώς ερμηνευμένο υπό το φως του άρθρου 6 § 1, το άρθρο 62 του Ελληνικού Συντάγματος δίδει το δικαίωμα στην Ελληνική Βουλή να αρνηθεί να χορηγήσει άδεια για άσκηση δίωξης μόνο όταν οι
πράξεις στις οποίες στηρίζεται η δίωξη συνδέονται σαφώς με τη βουλευτική δραστηριότητα. Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, δεν υφίστατο αντιληπτός δεσμός μεταξύ της συμπεριφοράς της Μ.Α. η οποία αποτέλεσε τη βάση της προτεινόμενης ποινικής διαδικασίας και των βουλευτικών καθηκόντων της. Η επικαλούμενη μη συμμόρφωσή της προς τους όρους επικοινωνίας που διέταξε το εθνικό δικαστήριο διόλου σχετιζόταν με την εκτέλεση των καθηκόντων της ως μέλους της βουλής και εν γένει με τη λειτουργία και φήμη της Βουλής. Η συμπεριφορά αυτή σχετίζεται περισσότερο με μία προσωπική διαμάχη μεταξύ ενός πρώην ανδρόγυνου όσον αφορά τη ρύθμιση της επικοινωνίας με το τέκνο τους.
47. Επιπλέον, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η Επιτροπή Δεοντολογίας της Βουλής δεν προέβαλε λόγους για τη μη άρση της ασυλίας της Μ.Α. Ειδικότερα, η Επιτροπή έκανε μία γενική αναφορά στο άρθρο 83 § 3 του Κανονισμού της Βουλής προσθέτοντας ότι συνέτρεχε μία εκ των προϋποθέσεων άρνησης της άρσης της ασυλίας της Μ.Α., χωρίς ωστόσο να διευκρινίσει αν το αδίκημα για το οποίο ζητείτο η άρση της ασυλίας σχετιζόταν με την πολιτική δραστηριότητα της Μ.Α., αν η δίωξη βασιζόταν σε πολιτικούς λόγους ή αν στόχευε στο να υπονομεύσει το κύρος της Βουλής. Συνεπώς, η απουσία οποιουδήποτε επιχειρήματος που να καταδεικνύει το σκεπτικό της εν λόγω Επιτροπής στέρησε τον προσφεύγοντα ακόμα και από τη δυνατότητα να λάβει οποιαδήποτε σαφή πληροφορία για τη βάση και τα κριτήρια επί των οποίων η Βουλή αρνήθηκε να άρει την ασυλία της Μ.Α.
48. Τέλος, το Δικαστήριο προσδίδει σημασία στο γεγονός ότι η επίδικη προσέγγιση της Βουλής δημιούργησε μία ανισορροπία στη μεταχείριση μεταξύ του προσφεύγοντος και της Μ.Α., καθώς η τελευταία είχε τη δυνατότητα να κινήσει ποινική διαδικασία κατά του προσφεύγοντος στις 31 Μαρτίου, ενώ οι σχετικές αιτήσεις της απορρίφθηκαν κατόπιν τόσο σε πρώτο όσο και σε δεύτερο βαθμό. Ως εκ τούτου, το αποτέλεσμα της προσέγγισης της Ελληνικής Βουλής ήταν ότι η Μ.Α. παρέμεινε εξ’ολοκλήρου εκτός της δικαιοδοσίας του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης σχετικά με τις μηνύσεις που κατέθεσε ο προσφεύγων, ενώ ήταν ελεύθερη να επιδιώξει την κίνηση ποινικής διαδικασίας σε βάρος του.
49. Το Δικαστήριο θεωρεί ως εκ τούτου ότι στην περίπτωση αυτή η απόφαση περί μη εισαγωγής περαιτέρω διαδικασιών για τη διασφάλιση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσφεύγοντος, δεν εξασφάλισε μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος της κοινότητας και της ανάγκης προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ατόμων.
50. Οι παραπάνω σκέψεις αρκούν ώστε να οδηγηθεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης. Επιπλέον, λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων συνθηκών της παρούσας υπόθεσης και των λόγων που το οδήγησαν στη διαπίστωση παραβίασης του άρθρου 6 § 1, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν είναι αναγκαίο να εξετάσει την υπόθεση και υπό το πρίσμα του άρθρου 14 της Σύμβασης (βλέπε πιο πάνω απόφαση Cordova κατά Ιταλίας (αριθ.1), § 75).
IΙ. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
51. Σύμφωνα με το άρθρο 41 της Σύμβασης:
«Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της και εάν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλομένου Μέρους επιτρέπει την ατελή μόνον επανόρθωση των συνεπειών της παραβίασης αυτής, το Δικαστήριο επιδικάζει στον ζημιωθέντα διάδικο, εφόσον συντρέχει λόγος, μία δίκαιη ικανοποίηση.»
Α. Ζημία
52. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι υπέστη ηθική βλάβη λόγω της απογοήτευσης που του προκάλεσε η μη δυνατότητά του να παρασταθεί ως πολιτική αγωγή στην ποινική διαδικασία σε βάρος της πρώην συζύγου του λόγω μη συμμόρφωσης προς μία δικαστική διαταγή και να λάβει αποζημίωση για ηθική βλάβη. Ζήτησε από το Δικαστήριο να του επιδικάσει το ποσό που εκείνο έκρινε προσήκον.
53. Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι μία απόφαση που διαπιστώνει την παραβίαση της Σύμβασης θα συνιστούσε αφ’εαυτής μία επαρκή δίκαιη ικανοποίηση. Εναλλακτικά, η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι το επιδικαστέο ποσό για ηθική βλάβη δεν μπορεί να υπερβεί τα 3.000 ευρώ.
54. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο προσφεύγων υπέστη μία βέβαιη ηθική βλάβη. Λαμβάνοντας υπόψη τις διάφορες σχετικές περιστάσεις και αποφαινόμενο κατά δίκαιη κρίση σύμφωνα με το άρθρο 41 της Σύμβασης, του επιδικάζει 12.000 ευρώ για την αιτία αυτή, πλέον οποιουδήποτε ποσού μπορεί να οφείλεται ως φόρος.
Β. Έξοδα και δικαστική δαπάνη
55. Ο προσφεύγων ομοίως αξίωσε 62.500 λίρες Αγγλίας (GBP) (περίπου 73.026 ευρώ) για τα έξοδα και τη δικαστική δαπάνη στα οποία υποβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Προσκόμισε τέσσερα τιμολόγια, συνολικού ποσού 12.500 λιρών Αγγλίας (περίπου 14.603 ευρώ), για τα έξοδα τα οποία είχε ήδη καταβάλει για την εκπροσώπησή του ενώπιον του Δικαστηρίου.
56. Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι οι δικηγορικές αμοιβές για τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν υπερβολικές και ότι ένα συνολικό ποσό όχι μεγαλύτερο από 5.000 ευρώ θα ήταν προσήκον για τα δικαστικά έξοδα.
57. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του, η επιδίκαση εξόδων και δικαστικής δαπάνης στη βάση του άρθρου 41 προϋποθέτει την απόδειξη της πραγματικότητας, της αναγκαιότητάς τους και, επιπλέον, του εύλογου χαρακτήρα του ύψους τους (βλέπε Ιατρίδης κατά Ελλάδας (δίκαιη ικανοποίηση) [GC], no. 31107/96, § 54, ECHR 2000-XI).
Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών που έχει στη διάθεσή του και των προαναφερόμενων κριτηρίων, το Δικαστήριο κρίνει εύλογο να επιδικάσει 7.000 ευρώ για τη διαδικασία ενώπιόν του, πλέον οποιουδήποτε ποσού μπορεί να οφείλει ο προσφεύγων ως φόρο.
Γ. Τόκοι υπερημερίας
58. Το Δικαστήριο κρίνει προσήκον να βασίσει το επιτόκιο των τόκων υπερημερίας στο επιτόκιο δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
1. Κηρύσσει κατά πλειοψηφία την προσφυγή παραδεκτή.
2. Αποφαίνεται με έξι ψήφους έναντι μίας ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.
3. Αποφαίνεται ομόφωνα ότι δε συντρέχει λόγος να εξετάσει χωριστά την αιτίαση την ελκόμενη από το άρθρο 14 της Σύμβασης.
4. Αποφαίνεται, με πέντε ψήφους έναντι δύο,
α) ότι το εναγόμενο Κράτος οφείλει να καταβάλει στον προσφεύγοντα, μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα κατά την οποία η απόφαση θα καταστεί τελεσίδικη σύμφωνα με το άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης, 12.000 (δώδεκα χιλιάδες) ευρώ για ηθική βλάβη, πλέον οποιουδήποτε ποσού που μπορεί να οφείλεται ως φόρος, και 7.000 (επτά χιλιάδες) ευρώ για έξοδα και δικαστική δαπάνη, πλέον οποιουδήποτε ποσού μπορεί να οφείλει ο προσφεύγων ως φόρο,
β) ότι, από τη λήξη της τρίμηνης αυτής προθεσμίας και μέχρι την καταβολή, τα ποσά αυτά θα προσαυξηθούν με τόκους υπολογιζόμενους με επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο θα ισχύει κατά την εν λόγω περίοδο, προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.
5. Απορρίπτει ομόφωνα το αίτημα δίκαιης ικανοποίησης κατά τα λοιπά.
Συντάχθηκε στη αγγλική γλώσσα και στη συνέχεια κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 11 Φεβρουαρίου 2010, κατ’εφαρμογή του άρθρου 77 §§ 2 και 3 του κανονισμού.
(υπογραφή) (υπογραφή)
Soren Nielsen Nina Vajic
Γραμματέας Πρόεδρος
Στην παρούσα απόφαση έχει επισυναφθεί, σύμφωνα με τα άρθρα 45 § 2 της Σύμβασης και 74 § 2 του κανονισμού, η έκθεση της αποκλίνουσας γνώμης του δικαστή Φλογαΐτη.
(ακολουθούν δύο μονογραφές)
ΑΠΟΚΛΙΝΟΥΣΑ ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗ ΦΛΟΓΑΪΤΗ
Δε συμφωνώ με την πλειοψηφία στην παρούσα υπόθεση. Κατανοώ ότι υφίστανται σημαντικά νομολογιακά προηγούμενα σε περιπτώσεις όπου κατατέθηκαν δηλώσεις παράστασης πολιτικής αγωγής σε ποινικές δίκες ενώπιον των δικαστηρίων. Πιστεύω ωστόσο ότι οι ιδιαιτερότητες της ελληνικής ποινικής διαδικασίας με εμποδίζουν από το να δεχθώ ότι η επίδικη διαδικασία ήταν από τη φύση της αστική και, συνεπώς, από το να καταλήξω ότι το άρθρο 6 § 1 έχει εφαρμογή.
Σύμφωνα με το ελληνικό ποινικό δίκαιο, μία ποινική δίκη έχει εξ ολοκλήρου δημόσιο χαρακτήρα: ο εισαγγελέας είναι εκείνος που αποφασίζει ποιον να συλλάβει, ασκούνται διώξεις στο όνομα του δημοσίου συμφέροντος, και είναι ευθύνη του εισαγγελέα η εισαγωγή μίας υπόθεσης ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου κατά ενός ατόμου που θεωρείται ύποπτο για παραβίαση του νόμου. Η ποινική δίκη γίνεται ως εκ τούτου ανάμεσα στον εκπρόσωπο του δημοσίου συμφέροντος και τον κατηγορούμενο.
Όταν το «θύμα» ενός εγκλήματος επιθυμεί να παρέμβει στη διαδικασία, μόνο ένας θεσμός του επιτρέπει να συμμετάσχει επισήμως στην ποινική δίκη: η αστική αγωγή.
Ο πολιτικώς ενάγων που αξιώνει αποζημίωση συμμετέχει στην ποινική δίκη με πρόσχημα τη διεκδίκηση αποζημίωσης για τη ζημία που υπέστη. Στην πραγματικότητα, επιδιώκει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως το άτομο που υπέφερε ως αποτέλεσμα του εγκλήματος και που επιδιώκει να αποκαλύψει την αλήθεια. Άλλως ειπείν, ζητώντας από το ποινικό δικαστήριο να του επιδικάσει αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη, ο πολιτικώς ενάγων στην πραγματικότητα επιζητεί την αναγνώριση του βασάνου του από τις δημόσιες αρχές και την απονομή δικαιοσύνης προς όφελός του. Τούτο θα συμβεί μόνο αν ο κατηγορούμενος κριθεί ένοχος για το έγκλημα με απόφαση του δικαστηρίου. Επιπλέον, η ικανοποίηση των αξιώσεων του πολιτικώς ενάγοντος που απορρέουν από το έγκλημα αποτελεί στοιχείο του δημόσιου σκοπού της ποινικής ποινής αφού όχι μόνο παρέχει επανόρθωση για τον πολιτικώς ενάγοντα αλλά είναι
ομοίως σημαντική για την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε στην κοινωνία1.
Η συμμετοχή του πολιτικώς ενάγοντα που αξιώνει αποζημίωση στην ποινική δίκη ομοίως συμβάλει στην επίτευξη μίας καλύτερης διάγνωσης της προσωπικότητας του κατηγορουμένου και σε μία μεγαλύτερη αποσαφήνιση τόσο των ψυχολογικών συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκε το έγκλημα όσο και των συνεπειών του. Όταν λαμβάνονται υπόψη αυτοί οι παράγοντες, τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να εκτιμήσουν καλύτερα το επίπεδο ευθύνης του κατηγορούμενου και την προσήκουσα ποινή2. Η παρουσία του πολιτικώς ενάγοντος είναι ομοίως αναγκαία προκειμένου τα δικαστήρια ή οι δημόσιες αρχές να κινούν με ταχύτητα τις ποινικές διαδικασίες3.
Το επιχείρημα ότι σκοπός του πολιτικώς ενάγοντα στην ποινική διαδικασία είναι να διασφαλίσει την ποινική καταδίκη του κατηγορουμένου ομοίως ενισχύεται από το γεγονός ότι α) το ποσό που αξιώνει ο πολιτικώς ενάγων ως αποζημίωση είναι πολύ μικρό, 10 ή 20 ευρώ, και συνήθως επιφυλάσσεται του δικαιώματος να εισάγει την υπόθεση ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων για μεγαλύτερη αποζημίωση, και4 β) η ποινική διαδικασία επιτρέπει στο θύμα να συμμετάσχει στην ποινική δίκη και να προσπαθήσει να διασφαλίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου χωρίς να αξιώσει αστική αποζημίωση. Πιο συγκεκριμένα, τούτο είναι δυνατό σε περιπτώσεις όπου i) υπεύθυνος για την καταβολή αποζημίωσης για τη ζημία που προκλήθηκε από το έγκλημα είναι κάποιος τρίτος και όχι ο κατηγορούμενος, ii) οι δημόσιες αρχές ασκούν αστική αγωγή για ένα έγκλημα που σχετίζεται με φόρους και δασμούς, iii) o εισαγγελέας ασκεί έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, και γ) η διαδικασία δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής είναι απλουστευμένη καθώς αυτή μπορεί να γίνει προφορικά στην πορεία της δίκης, μπορεί να διορισθεί δικηγόρος, η πολιτική αγωγή καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του δικαστηρίου και έχει το δικαίωμα ακρόασης.
1 Α. Ψαρούδα-Μπενάκη, Η πολιτική αγωγή στην ποινική δίκη (στην ελληνική γλώσσα), Σάκκουλας, 1982, σελ. 13-37.
2 Ν. Ανδρουλάκης, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης (στην ελληνική γλώσσα), Σάκκουλας 1994, σελ. 70.
3 Α. Καρράς, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο (στην ελληνική γλώσσα), 3η έκδοση, Σάκκουλας, 2007, σελ. 429-52.
4 Ι. Καραγιαννάκος, Ποινική Δικονομία (στην ελληνική γλώσσα), 3η έκδοση, 2005, Α. Παπαδαμάκης, Ποινική Δικονομία (στην ελληνική γλώσσα), Σάκκουλας, 2008, σελ. 158-193, Α. Ψαρούδα-Μπενάκη, supra.
5 Α. Παπαδαμάκης, supra.
Ο ρόλος της πολιτικής αγωγής στην ποινική διαδικασία ως «ιδιώτη» εισαγγελέα ομοίως επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ακόμα κι αν ο κατηγορούμενος προσφέρει στον πολιτικώς ενάγοντα ολόκληρο το ποσό της αποζημίωσης που αξιώνει πριν την έναρξη της ποινικής δίκης, ο ενάγων μπορεί να αρνηθεί αυτή την προσφορά και να επιμείνει στη συμμετοχή του στην ποινική διαδικασία προκειμένου να συνδράμει το δικαστήριο στη διασφάλιση της καταδίκης. Το ίδιο ισχύει όταν η πολιτική αγωγή υποβάλλει την αξίωση της για αποζημίωση δημοσίως μετά την έναρξη της δίκης, αλλά ο ενάγων διατηρεί το δικαίωμά του να συμμετέχει στην ποινική δίκη ως πολιτική αγωγή (βλέπε απόφαση αριθ. 1/1997 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου)5.
Τέλος, η πολιτική αγωγή, εφόσον επιθυμεί πραγματικά να αποζημιωθεί, θα υποβάλει την υπόθεσή της ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων και ενώπιον των εν λόγω δικαστηρίων θα ικανοποιηθεί το αστικό δικαίωμα. Πράγματι, ο εξ ολοκλήρου ποινικός χαρακτήρας της ποινικής διαδικασίας αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι τα πολιτικά δικαστήρια, όταν αποφαίνονται επί της ίδιας υπόθεσης, δε δεσμεύονται νομικά από τις διαπιστώσεις του ποινικού δικαστηρίου και η αστική διαδικασία είναι ανεξάρτητη.
Για τους λόγους αυτούς, καταλήγω ότι η παρούσα υπόθεση έπρεπε να έχει απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Ακριβής μετάφραση του συνημμένου
εγγράφου από τα αγγλικά.
Αθήνα, 23 Μαρτίου 2010
Αλέξανδρος Πετρουτσόπουλος

Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

52867-2010 ΜοΠληΘεσ. ΜΠΑΛΛΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ.doc



ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ  ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
             
Αριθμός 52867/2010
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ
Του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης
 Αυτόφωρη Διαδικασία
Δημόσια συνεδρίαση της 27ης Νοεμβρίου 2010

Σύνθεση
Κατηγορούμενος
Πράξη

Ευαγγελία  Μπάλλα
Πλημμελειοδίκης

Άγγελος Βάσσιος Αντεισαγγελέας (κωλύεται ο Εισαγγελέας)


Αικατερίνη Χ. Σινάκου Γραμματέας
 (Δικ. υπάλληλος με Α' βαθμό)
[ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΠΑΤΕΡΑ] του ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ και της ΧΧΧΧΧΧΧΧ, γεν.το197Χ, στη Θεσσαλονίκη,

κάτοικος Θεσσαλονίκης
(ΧΧΧΧΧΧΧΧ - ΧΧΧΧΧΧ)



-ΠΑΡΩΝ-
Αρπαγή ανηλίκου, που  δεν έχει! συμπληρώσει τα 14 χρόνια του, από ανιόντα κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση.


ΕΚΘΕΣΗ ΠΡAΚΤIΚΩΝ

Στη σημερινή δημόσια συνεδρίαση του Δικαστηρίου αυτού, η Πλημμελειοδίκης εκφώνησε το όνομα του κατηγορουμένου, ο οποίος εμφανίστηκε και όταν ρωτήθηκε για την ταυτότητα του, είπε ότι ονομάζεται όπως αναφέρεται παραπάνω και δήλωσε ότι διορίζει συνήγορο του για να τον υπερασπισθεί την παρούσα δικηγόρο Θεσσαλονίκης Βασιλική Δημητριάδου (ΑΜ 4991).
Ο Εισαγγελέας πήρε το λόγο και είπε ότι η υπόθεση εισάγεται με τη διαδικασία του αυτοφώρου. Ακολούθως, η Πλημμελειοδίκης υπενθύμισε στον κατηγορούμενο, ότι έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για να προετοιμάσει την απολογία του εντός τριών ημερών, αλλά ο κατηγορούμενος, δήλωσε ότι δεν θα κάνει χρήση των ευεργετικών διατάξεων του Νόμου και ότι θέλει να δεκασθεί αμέσως.

Κατόπιν η Πλημμελειοδίκης εξήγησε στον κατηγορούμενο τα δικαιώματά του και του είπε ότι πρέπει να προσέξει την κατηγορία που θα του αναγγείλει ο Εισαγγελέας, ότι μπορεί να προβάλει κατά της κατηγορίας αυτής όλους τους ισχυρισμούς του, να κάνει παρατηρήσεις και ερωτήσεις μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ή την έρευνα κάθε αποδεικτικού μέσου και ότι θα απολογηθεί μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας.
Στη συνέχεια παρουσιάσθηκε η [ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΜΗΤΕΡΑΣ] του ΧΧΧΧΧ και δήλωσε ότι είναι πολιτικώς ενάγουσα στη δίκη αυτή κατά του παραπάνω κατηγορουμένου για ηθική βλάβη, που έπαθε από το αδίκημα και ότι ζητεί να της καταβάλει ο κατηγορούμενος το ποσό των δέκα (10) ευρώ για χρηματική της ικανοποίηση, με τη ρητή επιφύλαξη να ασκήσει πλήρως τα δικαιώματα της στα πολιτικά δικαστήρια, διόρισε δε πληρεξούσιο της τον παρόντα δικηγόρο Θεσσαλονίκης Ηλία Τσούπη (ΑΜ 3292) και κατέβαλε το υπ' αριθμ, 4520093 παράβολο χαρτοσήμου.
Κατά της παραστάσεως αυτής δεν προβλήθηκε καμία αντίρρηση.
Ο Εισαγγελέας πήρε το λόγο και απάγγειλε με συνοπτική ακρίβεια τις κατηγορίες, όπως τα στοιχεία τους γνωστοποιήθηκαν προφορικά. κατ' όρθρο 418 παρ. 1 ΚΠΔ. στον κατηγορούμενο και για την υποστήριξή της κάλεσε την μάρτυρα που αναγράφεται κάτωθι του κατηγορητηρίου.
Η Πλημμελειοδίκης ρώτησε τον κατηγορούμενο και τη συνήγορο του αν κλήτευσαν μάρτυρες υπεράσπισης και απάντησαν αρνητικά.
Ρώτησε επίσης το συνήγορο της πολιτικής αγωγής αν κλήτευσε μάρτυρες και απάντησε αρνητικά.
Κατόπιν η Πλημμελειοδίκης διέταξε να αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία. Παρουσιάστηκε η μάρτυρας, η οποία, όταν ρωτήθηκε από την Πλημμελειοδίκη για την ταυτότητα της απάντησε ότι ονομάζεται [ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΜΗΤΕΡΑΣ] του ΧΧΧΧΧΧΧΧ και της ΧΧΧΧΧΧΧΧ, γεννήθηκε στην Αθήνα, το έτος 197Χ, κατοικεί στην ΧΧΧΧΧΧΧΧ Αττικής (ΧΧΧΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧ) και το επάγγελμα της είναι ιδιωτική υπάλληλος, είναι Ελληνίδα και Χριστιανή Ορθόδοξη, γνωρίζει απλά τον κατηγορούμενο. Επομένως, κατέθεσε ανωμοτί ως πολιτικώς ενάγων σύμφωνα με το άρθρο 221 του Κ.Π .. Δ και είπε τα εξής: Είμαι η εν διαστάσει σύζυγος του κατηγορουμένου, Έχω την επιμέλεια των παιδιών κατόπιν αποφάσεων που έχουν εκδοθεί, Τα παιδιά έπρεπε να τα παίρνει κάθε 2ο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα. Στις 11 Νοεμβρίου πήρε τα παιδιά, αλλά την Κυριακή δεν τα επέστρεψε και τη Δευτέρα σε τηλεφωνική επικοινωνία είπε ότι δεν θα τα επιστρέψει. Έκανα μήνυση στην ΧΧΧΧΧΧΧΧΧ. Ήρθα στη Θεσσαλονίκη για να πάρω τα παιδιά, τα οποία είναι ηλικίας 1,5 και 3.5 ετών. Δεν τα πήρα και δεν γνωρίζω που βρίσκονται. Μίλησα ελάχιστες φορές με τα παιδιά. Τελευταία φορά ήταν πριν 2 ημέρες. Η αστυνομία πήγε στο σπίτι του κατηγορουμένου αλλά δεν άνοιξε την πόρτα. Πιθανολογώ ότι τα παιδιά τα έχουν οι γονείς του. Δεν μπορώ να γνωρίζω πού αλλού μπορεί να βρίσκονται. Και παρά τις εντολές της κ. Εισαγγελέως δεν τα φέρνουν τα παιδιά. Ο κ. [ΟΝΟΜΑ ΠΑΤΕΡΑ] είπε ότι δεν θα φέρει τα παιδιά γιατί τα τρομοκρατώ και δεν είμαι καλή μάνα. Η αστυνομία δεν βρήκε το όνομά του στο κουδούνι για να πάρει τα παιδιά. Δεν συναίνεσα ποτέ να μείνουν τα παιδιά με τον πατέρα τους γι' αυτό και έκανα μήνυση. Έπρεπε να μου είχε επιστρέψει τα παιδιά για να έχει επικοινωνία μαζί τους αυτό το Σαββατοκύριακο.

Στο σημείο αυτό διαβάστηκαν τα εξής έγγραφα :
1.   Από 26·11·2010  2 εκθέσεις σύλληψης
2.   Με αριθμ. 42106/11-10-2010 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων
3.   Αριθμ. 19884/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων)

   Σημειώνεται ότι η παραπάνω μάρτυρας, η οποία εξετάστηκε προφορικά, μετά την εξέτασή της παρέμεινε στο ακροατήριο και η πλημμελειοδίκης έδινε το λόγο στον Εισαγγελέα, στον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας, στη συνήγορο του κατηγορουμένου, καθώς και στον ίδιο τον κατηγορούμενο, για να απευθύνουν, αν είχαν ερωτήσεις, προς την μάρτυρα, οι ανωτέρω δε, ρωτούσαν και η μάρτυρας απαντούσε σχετικά με τις ερωτήσεις, όπως αναφέρεται ειδικότερα στην κατάθεση της μάρτυρα.
Η πλημμελειοδίκης ρώτησε τον Εισαγγελέα και τους διαδίκους αν θέλουν να προβούν σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικά με την κατάθεση της μάρτυρα και των εγγράφων που διαβάστηκαν στο ακροατήριο και αυτοί απάντησαν αρνητικά.
Στο σημείο αυτό η συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου, αφού ζήτησε και έλαβε το λόγο από την Πλημμελειοδίκη, υπέβαλε αίτημα να ακουστεί ο ψηφιακός δίσκος που κατέθεσε.
Ο δικηγόρος της πολιτικώς ενάγουσας, αφού ζήτησε και έλαβε το λόγο από την Πλημμελειοδίκη, δήλωσε ότι υποβάλει μήνυση για παράνομη λήψη αποδεικτικού υλικού κατ' άρθρο 370α του ΠK.
   Στη συνέχεια η      Πλημμελειοδίκης κάλεσε σε απολογία τον κατηγορούμενο, ο οποίος είπε τα εξής: 'Έχω τα παιδιά από 11 Νοεμβρίου και θα έπρεπε να τα παραδώσω στις 24 Νοεμβρίου. Τα παιδιά είναι 3,5 και 1,5 ετών και τα έχω δει σε ένα χρόνο 7 και 6 φορές αντίστοιχα. Κάθε φορά που πάω στην Αθήνα για να τα δω, τα παιδιά εξαφανίζονται. Η μητέρα τους δεν απαντά ποτέ στο τηλέφωνο και όταν το κάνει, με βρίζει. Εγώ πηγαίνω, παίρνω τα παιδιά και στη συνέχεια τα παραδίδω. Υπάρχει μία εμμονή να μην επικοινωνώ με τα παιδιά μου. Η μήνυση υποβλήθηκε στο 4ήμερο της επικοινωνίας μου με τα παιδιά. Ενώπιον του κ. Εισαγγελέα Ανηλίκων δεν διαπιστώθηκε καμία παραβίαση δικαστικής εντολής. Τα παιδιά τώρα είναι στο σπίτι μου και η μηνύτρια επικοινώνησε μαζί τους χθες στις 9 η ώρα. Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν επιθυμεί να έχω επικοινωνία με τα παιδιά. Τα παιδιά παρέμειναν εδώ και με τη θέληση και τη συναίνεση της μηνύτριας, όπως αυτή εκφράστηκε στην επικοινωνία που είχε με το μεγαλύτερο παιδί.
Μετά το τέλος της απολογίας του κατηγορουμένου η Πλημμελειοδίκης απηύθυνε προς τον κατηγορούμενο ερωτήσεις, μετά έδωσε την άδειο στον Εισαγγελέα για να απευθύνει και αυτός αν είχε ερωτήσεις, αυτός απηύθυνε σχετικές προς τον κατηγορούμενο ερωτήσεις, στις οποίες ο κατηγορούμενος απάντησε όπως αναφέρεται στην απολογία του.
Η Πλημμελειοδίκης έδωσε τον λόγο στην πολιτικώς ενάγουσα για να απευθύνει δια του ιδίου αν είχε ερωτήσεις προς τον κατηγορούμενο, αυτή απηύθυνε ερωτήσεις με τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της και δόθηκαν απαντήσεις όπως αναφέρεται στην απολογία του κατηγορουμένου.
Η Πλημμελειοδίκης ρώτησε τον Εισαγγελέα και τους διαδίκους αν έχουν ανάγκη από συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και αυτοί αφού απάντησαν αρνητικά, ο Πλημμελειοδίκης κήρυξε το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας.
Κατόπιν ο Εισαγγελέας πήρε και πάλι το λόγο και αφού ανέπτυξε την κατηγορία πρότεινε να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της πολιτικώς ενάγουσας πήρε τον λόγο και αφού ανέπτυξε τις απόψεις του ζήτησε να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος.
Η συνήγορος του κατηγορουμένου αφού ανέπτυξε την υπεράσπιση της δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν παραβίασε δικαστική  απόφαση και ζήτησε την επιείκεια του δικαστηρίου.
Η Πλημμελειοδίκης ρώτησε τον κατηγορούμενο αν έχει να προσθέσει τίποτα για την υπεράσπιση του και αυτός απάντησε αρνητικά.
Κατόπιν Πλημμελειοδίκης κήρυξε περαιωμένη τη συζήτηση.
Μετά από αυτά Πλημμελειοδίκης με την παρουσία και της Γραμματέα κατάρτισε και αμέσως με παρόντες τους λοιπούς παράγοντες. της δίκης δημοσίευσε την με αριθμό 52867/2010 απόφασή του, η οποία έχει ως εξής:

ΣΚΕΠΤΙΚΟ


Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, απορριπτόμενου του αιτήματος του κατηγορουμένου περί λήψεως υπόψη της τηλεφωνικής συνομιλίας που αποτυπώθηκε στο προσκομιζόμενο ψηφιακό δίσκο μεταξύ του μεγαλυτέρου των ανηλίκων τέκνου τους και της πολιτικώς ενάγουσας εν διαστάσει συζύγου του, διότι η συγκεκριμένη συνομιλία αποτυπώθηκε χωρίς τη συναίνεση των εν λόγω προσώπων, την χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος και η πολιτικώς ενάγουσα τέλεσαν νόμιμο γόμο στις 25­11·2006 και από το γάμο του αυτό απέκτησαν δυο ανήλικα τέκνα, τον [ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ] και ένα αβάπτιστο άρρεν τέκνο. Η έγγαμη συμβίωση τους διασπάστηκε τον Οκτώβριο του 2009 οπότε η πολιτικώς ενάγουσα εγκατέλειψε την συζυγική οικία και εγκαταστάθηκε με τα τέκνα της στην ΧΧΧΧΧΧΧΧ Αττικής .. Με την με αριθ. 39155/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλοvίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) ανατέθηκε η προσωρινή η επιμέλεια των δύο ανηλίκων τέκνων τους, σήμερα ηλικίας 3,5 και 1,5 ετών στην πολιτικώς ενάγουσα μητέρα τους και ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του κατηγορουμένου πατέρα τους με αυτά. Με την με αριθ. 19884/2010 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου μεταρρυθμίστηκε εν μέρει η με αριθ. 39155/2009 απόφαση ως προς τον τρόπο επικοινωνίας του κατηγορουμένου με τα ανήλικα τέκνα του, ορίστηκε δε, επί λέξει, ότι « αυτός θα επικοινωνεί μαζί τους ... α) κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα από ώρα 10.00 το πρωί της πέμπτης μέχρι ώρα 20.00 το βράδυ της Κυριακής, ..... παραλαμβάνοντας τους ανηλίκους από την κατοικία της καθ'ης και παραδίδοντας τους στον ίδιο τόπο στα χέρια της αιτούσας ή των συγγενών της ...» Παρά την ύπαρξη της ως άνω απόφασης οι εν διαστάσει σύζυγοι συνεχίζουν να ερίζουν για την επικοινωνία των τέκνων τους, ερμηνεύοντας διαφορετικά ο καθένας την ως άνω απόφαση και ειδικότερα ο κατηγορούμενος θεωρεί ότι έχει το δικαίωμα να επικοινωνεί με τα τέκνα του δύο σαββατοκύριακα το μήνα ( δεύτερο και τέταρτο σαββατοκύριακο). ενώ η πολιτικώς ενάγουσα μόνο ένα (το δεύτερο σαββατοκύριακο εκάστου μήνα). Η διαφωνία του αυτή έχει αποτελέσει αντικείμενο έντονης και σφοδρής αντιπαράθεση με εκατέρωθεν μηνύσεις, διαπληκτισμούς και αλληλοκατηγορίες. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στις 11-11-2010 και περί ώρα 10.00 παρέλαβε απ’ την οικία τους τα δύο ως άνω τέκνα τους, σύμφωνα δε με το διατακτικό της ως άνω απόφασης έπρεπε να τα επιστρέψει στην 14·-11-2010, ημέρα Κυριακή και ώρα 22.00. Αυτός όμως δεν τα επέστρεψε, δηλώνοντας ότι δεν θα τα επιστρέψει διότι κατά τους ισχυρισμούς του τα τρομοκρατεί και δεν είναι καλή μάνα. Έκτοτε συνεχίσει να κρατεί αυτά, χωρίς την συναίνεση της μητέρας του, επιπλέον δε αρνείται, να πληροφορήσει την μητέρα του για το που μένουν τα ανήλικα ( δεν ανευρέθησαν την κατοικία του κατηγορουμένου) και με ποιον, αλλά και να την φέρει σε επαφή με αυτά παρά τις συνεχείς εκκλήσεις της και παρά την προφορική εντολή εισαγγελικής αρχής. Ο κατηγορούμενος ο οποίος δεν αρνείται τα ανωτέρω, ισχυρίζεται ότι αρνείται να παραδώσει τα ανήλικα τέκνα στην μητέρα τους διότι αφενός αυτά (τα ανήλικα) έχουν εκφράσει την επιθυμία να παραμένουν μαζί του αφετέρου η μητέρα τους σε τηλεφωνική επικοινωνία του είχε αυτή με το μεγαλύτερο των ανηλίκων τέκνο της, έχει συγκατατέθηκε στο αίτημα τους να παραμείνει στην οικία του κατηγορουμένου πατέρα τους. Οι ανωτέρω όμως ισχυρισμοί δεν αίρουν το αξιόποινο της πράξης του αφού για την άρση του αξιοποίνου απαιτείται συναίνεση της ίδια της μητέρας, ως παθούσας, προς τον κατηγορούμενο, η οποία ουδέποτε δόθηκε, ενώ το γεγονός ότι η μητέρα είπε στο μεγαλύτερο εκ των ανηλίκων τέκνων της να παραμείνουν στον πατέρα τους έγινε προκειμένου να μην αντιληφθούν τα ανήλικο τέκνα της και να μην βιώσουν αρνητικά την μεταξύ των γονέων τους αντιπαράθεση και για να μην προκαλέσει σ' αυτό ανησυχία και τρόμο. Κατόπιν αυτών πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος την αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης αρπαγή ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο τέταρτο έτος της ηλικίας κατά συρροή, σύμφωνα με το διατακτικό της παρούσας.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει με παρόντα τον κατηγορούμενο [ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΠΑΤΕΡΑ] του ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ, κάτοικο Θεσσαλονίκης.
Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: ότι στη Θεσσαλονίκη, και κατά  το χρονικό διάστημα από 14-11-2010 έως και 26-11-2010 αφαίρεσε ανηλίκους από τη μητέρα τους που εδικαιούτο να μεριμνήσει για το πρόσωπο τους και ειδικότερα πατέρας των ανηλίκων παιδιών του, [ΟΝΟΜΑ ΠΑΔΙΟΙΥ], ηλικίας 3,5 ετών και του αβάπτιστου άρρεν τέκνου του ηλικία 1,5 ετών αντίστοιχα, τυγχάvων, καίτοι είχε ανατεθεί προσωρινά η επιμέλεια τους στην εγκαλούσα εν διαστάσει σύζυγο του, [ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΜΗΤΕΡΑΣ], δυνάμει της από 39155/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) , όπως αυτή μεταρρυθμίστηκε ως προς το δικαίωμα επικοινωνίας του πατέρα με τα ανήλικο τέκνα με την με αριθ. 19684/2010 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, την 14η 1 2010 οπότε και έπρεπε, σύμφωνα με το διατακτικό της ως άνω απόφασης, να τα επιστρέψει την μητέρα του, μετά την επικοινωνία που είχε με αυτά, αρνήθηκε να τα επιστρέψει, και έκτοτε, έως και 26-11-2010, κρατεί αυτά αναιρώντας αυτά από την έχουσα το δικαίωμα, δυνάμει των προμνησθεισών αποφάσεων να μεριμνήσει γι’αυτά, εν διαστάσει σύζυγό του και στην μητέρα τους, παρά τη θέληση της.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε αμέσως στο ακροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση.

Θεσσαλονίκη 27 Νοεμβρίου 2010

Η Πλημμελειοδίκης                                      Η Γραμματέας


ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΤΩΝ ΠΟΙΝΩΝ
Ύστερα από την πιο πάνω απόφαση έγινε συζήτηση για την ποινή που πρέπει να επιβληθεί.
   Ο        Εισαγγελέας πήρε τον λόγο και πρότεινε να επιβληθεί στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών για κάθε πράξη.
   Η συνήγορος του             κατηγορουμένου   πήρε τον λόγο και ζήτησε το ελάχιστο όριο της ποινής.
Μετά από αυτά Πλημμελειοδίκης με την παρουσία και της Γραμματέα κατάρτισε και αμέσως με παρόντες τους λοιπούς παράγοντες της δίκης δημοσίευσε την ταυτάριθμη με την παραπάνω απόφαση του, η οποία έχει ως εξής:

ΣΚΕΠΤΙΚΟ

   Επειδή η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος προβλέπεται και τιμωρείται σύμφωνα με τα άρθρα:


Επειδή το Δικαστήριο νια την επιμέτρηση των ποινών που θα εφαρμόσει σύμφωνα με το διατακτικό, μέσα στα όρια που διαγράφονται με ία παραπάνω άρθρα, λαμβάνει υπόψη αφενός τη βαρύτητα του εγκλήματος που τελέσθηκε και αφετέρου την προσωπικότητα του καταδικασθέντα. Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το Δικαστήριο αποβλέπει α) στη βλάβη που επήλθε από το έγκλημα και στον κίνδυνο που προκλήθηκε από αυτό β)στη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης σε όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή και την τέλεση του και γ) στην ένταση του δόλου(ή τον βαθμό της αμέλειας) του υπαιτίου, Για την εκτίμηση της προσωπικότητας του καταδικασθέντα το Δικαστήριο αποβλέπει, ενδεικτικά στο βαθμό της εγκληματικής διάθεσης του ενόχου που εκδηλώθηκε κατά την πράξη του και για την ακριβή διάγνωση αυτής α) στα αίτια από τα οποία ωθήθηκε προς τέλεση του εγκλήματος, στην αφορμή που δόθηκε και το σκοπό τον οποίο επεδίωξε β) στο χαρακτήρα του και στο βαθμό της ανάπτυξης του γ)στις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και τον προηγούμενο βίο του και δ) στην κατά και μετά την πράξη διαγωγή του ενδεικτικά δε, στη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία για ανόρθωση των συνεπειών της πράξης του. Για την επιμέτρηση της χρηματική ποινής λαμβάνονται υπ' όψη οι οικονομικοί όροι τόσο αυτού, όσο και των σε βάρος αυτού μελών της οικογένειας του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Καταδικάζει τον κατηγορούμενο που κηρύχθηκε ένοχος σε φυλάκιση δέκα (10) μηνών για κάθε πράξη
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε αμέσως στο ακροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση.

Θεσσαλονίκη 27 Νοεμβρίου 2010
Η Πλημμελειοδίκης                    H Γραμματέας



Μετά την απαγγελία της παραπάνω απόφασης

Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο, από την Πλημμελειοδίκη πρότεινε να επιβληθεί στον κατηγορούμενο μία συνολική ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών, αποτελούμενη από την ισοβαρή ποινή φυλάκισης των δέκα (10) μηνών της α' πράξης ως ποινή βάσης, που επαυξάνει κατά πέντε(5) μήνες από την άλλη ποινή φυλάκισης της β' πράξης.
Σ. Π. Φ = 10 + 5 = 15 μήνες.
Η συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο, ζήτησε να επιβληθεί η μικρότερη συνολική ποινή που προβλέπει ο νόμος.
Μετά από αυτό η Πλημμελειοδίκης με την παρουσία και της Γραμματέα κατάρτισε και αμέσως με παρόντες τους λοιπούς παράγοντες της δίκης δημοσίευσε την ταυτάριθμη με την παραπάνω απόφαση του, η οποία έχει ως εξής :



ΣΚΕΠΤΙΚΟ

Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 94 ΠΚ περί καθορισμού συνολικής ποινής, των ποινών που έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο για τα παραπάνω συρρέοντα εγκλήματα. Επομένως, πρέπει να καθοριστεί η αναφερόμενη στο διατακτικό συνολική ποινή, όπως ειδικότερα ορίζεται σε αυτό, Εν όψει και των προϋποθέσεων που καθορίζει η διάταξη αυτή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ σε βάρος του καταδικασθέντος μία συνολική ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών, αποτελούμενη από την ισοβαρή ποινή φυλάκισης (10) μηνών της οι πράξης ως ποινή βάσης, που επαυξάνει κατά πέντε(5) μήνες από την άλλη ποινή φυλάκισης της β’ πράξης.
Σ. Π. Φ = 10 + 5 ::: 15 μήνες.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε αμέσως στο ακροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση.

Θεσσαλονίκη 27 Νοεμβρίου 2010
Η Πλημμελειοδίκης                    H Γραμματέας

Μετά την απαγγελία της παραπάνω απόφασης
Η Πλημμελειοδίκης διαπίστωσε ότι εντός της δικογραφίας δεν υπάρχει αντίγραφο του δελτίου ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου.
Σε σχετική ερώτηση της Πλημμελειοδίκη ο καταδικασθείς δήλωσε ότι δεν έχει καταδικαστεί άλλη φορά με ποινή μεγαλύτερη των έξι (6) μηνών).
Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από την Πλημμελειοδίκη, πρότεινε να ανασταλεί για φ/α έτη η συνολική ποινή φυλάκισης των δέκα πέντε (15) μηνών που επιβλήθηκε στον καταδικασθέντα, η έφεση του κατηγορουμένου να έχει αναστέλλουσα δύναμη, να αφαιρεθεί ο χρόνος της προσωρινής του κρατήσεως, να διαβιβαστούν αντίγραφα στον Εισαγγελέα κατόπιν μηνύσεως που υποβλήθηκε για παράνομη λήψη αποδεικτικού υλικού και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα ποσού σαράντα (40) ευρώ σε βάρος του καταδικασθέντα,
Η συνήγορος του καταδικασθέντα αφού έλαβε τον λόγο από την Πλημμελειοδίκη ζήτησε την αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον εντολέα της, η έφεση που τυχόν θα ασκήσει ο κατηγορούμενος να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα και να αφαιρεθεί ο χρόνος της προσωρινής του κράτησης.
Στη συνέχεια. ο λόγος δόθηκε στον Εισαγγελέα που πρότεινε να επιδικασθεί υπέρ της πολιτικώς ενάγουσας χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των δέκα (10) ευρώ με τη ρηθείσα επιφύλαξη.
Ο πληρεξούσιος της πολιτικώς ενάγουσας πήρε τον λόγο και ζήτησε να επιδικασθεί το αιτηθέν ποσό.
Η συνήγορος του κατηγορουμένου πήρε τον λόγο και ζήτησε να επιδικασθεί το ελάχιστο του αιτηθέντος ποσού.
Μετά από αυτά η Πλημμελειοδίκης μι την παρουσία και της Γραμματέα κατάρτισε και αμέσως με παρόντες τους λοιπούς παράγοντες της δίκης δημοσίευσε την ταυτάριθμη με την παραπάνω απόφαση του, η οποία έχει ως εξής:

ΣΚΕΠΤΙΚΟ

Επειδή δεν καθιερώνεται από κάποια διάταξη του ουσιαστικού (ή του δικονομικού) ποινικού δικαίου οποιοδήποτε τεκμήριο σε βάρος του κατηγορουμένου, ο οποίος μάλιστα με ρητή διάταξη της Ε.Σ.Δ.Α. (Ν.Δ. 5311974) τεκμαιρεται ότι είναι αθώος μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή του (άρθρο θ παρ. 2), Σύμφωνα με το όρθρο 99 παρ. 1 του n. Κ., όπως ισχύει, αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν το ανωτέρω όριο καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το Δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το όρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αναστολή δεν διατάσσεται παρά μόνο σε δύο περιπτώσεις. Η μια από αυτές είναι η προηγούμενη καταδίκη σε ποινή μεγαλύτερη από έξι μήνες, η οποία μπορεί να αποδειχθεί με οποιοδήποτε στοιχείο, και η δεύτερη, η ύπαρξη ειδικών στοιχείων, με βάση τα οποία κρίνει το Δικαστήριο, ότι είναι απολύτως αναγκαία η εκτέλεση της ποινής ως αποτρεπτικό μέτρο τέλεσης νέων αξιοποίνων πράξεων. Είναι εντελώς ολοφάνερο ότι ο καταδικασμένος δεν είναι υποχρεωμένος να αποδείξει τη μη ύπαρξη των προαναφερμένων περιπτώσεων, που σημαίνει ότι, αν δεν αποδειχθούν, είναι υποχρεωτική η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Το ότι ο καταδικασθείς δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει και την ως άνω πρώτη περίπτωση προκύπτει και από το άρθρο 575 κ.Π.Δ. ( βλ. σχ. ΑΠ 873/1996. ΑΠ 951/1996 Πoιv, Χρον. ΜΖ 464,465) που επιβάλλει υποχρέωση σε άλλους και όχι στον κατηγορούμενο να επισυνάψει στη δικογραφία αντίγραφο του ποινικού του μητρώου, η έλλειψη του οποίου μπορεί να αποτελέσει και σημαντικό αίτιο αναβολής της υπόθεσης (349 Κ.Π.Δ.), αν η αναβολή μπορεί να συντελέσει στη συμπλήρωση της έλλειψης ( βλ. σχετ. Εφ.θεσ. 660/1997 Ποιν. Χρον. ΜΖ σελ. 1173). Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει στη δικογραφία ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου. Συνεπώς, εφόσον ο καταδικασθείς δηλώνει ότι δεν έχει προηγούμενη καταδίκη σε οποιαδήποτε άλλη στερητική της ελευθερίας ποινή και από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται το αντίθετο, πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έχει προηγούμενη καταδίκη. Το ότι επίσης δεν είναι αναγκαία η εκτέλεση της ποινής (μόνο με μετατροπή) είναι σαφές, εφόσον δεν υπάρχει κανένα αντίθετο στοιχείο. (ΑΠ 289/2000, Ποιν. Χρον. 2000 σελ 686, ΑΠ 345/2000, Ποιν. Χρον. 2000 σελ. 899. ΑΠ 347/2000, Τριμ. Εφ.Θεσ. 1180/2001 Αρμ. 2001 σελ 1109). Συνεπώς, πρέπει να ανασταλεί η εκτέλεση της ποινής για τρία(3) χρόνια.
Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 471 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ «Το ένδικο μέσο που ασκήθηκε από εκείνον που έχει το σχετικό δικαίωμα εμπρόθεσμα και νομότυπα, καθώς και η προθεσμία για την άσκηση, αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που προσβάλλονται, όταν ο νόμος δεν διατάζει διαφορετικά», κατά δε τη διάταξη του άρθρου 497 παρ. 2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα «Αν με την καταδικαστική απόφαση επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι μηνών και πάνω ή αν αυτός που καταδικάστηκε βρισκόταν σε προσωρινή κράτηση ή αν η 'προσβαλλόμενη απόφαση κηρύσσει το δικαστήριο αναρμόδιο και παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο μικτό ορκωτό, η κρίση για το αν η έφεση που ασκείται από τον κατηγορούμενο έχει το κατά το άρθρο 471 ανασταλτικό αποτέλεσμα ανήκει στο δικαστήριο που δίκασε, αυτό αποφασίζει αμετάκλητα αμέσως. ύστερα από την απαγγελία της απόφασης, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε έπειτα από δήλωση του κατηγορουμένου ότι θα ασκήσει έφεση». Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο κρίνει 'ότι συντρέχουν λόγοι, που συνηγορούν στο να έχει η τυχόν ασκηθησομένη από τον κατηγορούμενο έφεση ανασταλτικό αποτέλεσμα.
Από τη διάταξη του άρθρου 371 παρ.4 Κ,Ποιν.Δ. προκύπτει ότι το Δικαστήριο αφαιρεί από την πίνει που επιβλήθηκε το χρόνο της προσωρινής κράτησης του καταδικασμένου σύμφωνα με τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση από την από 26-11-2010 έκθεση σύλληψης που συντάχθηκε από τον Aνθ/μο Δημήτριο Καλκοπέδη και τον Υπ/κα Kων/νo Μαρκοτίνη, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθη στις 26-11-2010 και κρατήθηκε προσωρινά μέχρι σήμερα (27­11-2010), δηλαδή κρατήθηκε προσωρινά επί μία (1) ημέρας χρόνος ο οποίος πρέπει και να αφαιρεθεί από την ποινή φυλακίσεως που του επιβλήθηκε, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη.
Επειδή, η πολιτική αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή για το ποσό των δέκα (10) ευρώ, το οποίο κρίνει το Δικαστήριο ότι είναι ανάλογο προς την ηθική βλάβη που έχει υποστεί η πολιτικώς ενάγουσα από το αδίκημα.
Επειδή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 582 ΚΠΔ, κάθε κατηγορούμενος, ο οποίος καταδικάζεται σε ποινή, καταδικάζεται ταυτόχρονα με την ίδια απόφαση και στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, σύμφωνα δε με τις διατάξεις του Ν. 663/1977 και την υπ' αριθμ. 58553/19­6-2000 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, τα δικαστικά έξοδα επί αποφάσεων Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, έχουν καθορισθεί στο ποσόν των σαράντα ( 40) ευρώ. Πρέπει. επομένως, εν όψει κα, της διατάξεως του άρθρου 373 ΚΠΔ, να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα, ποσού σαράντα ( 40) ευρώ, σε βάρος του καταδικασθέντα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναστέλλει την παραπάνω ποινή φυλάκισης των δέκα πέντε (15) μηνών για μία τριετία.
Αποφαίνεται η έφεση που τυχόν θα ασκήσει ο κατηγορούμενος να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.
Αφαιρεί από την συνολική ποινή φυλακίσεως των δέκα 'πέντε (15) μηνών, που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, τον χρόνο της προσωρινής κρατήσεώς του, δηλαδή χρόνο μία (1) ημέρας
Υποχρεώνει τον καταδικασθέντα να καταβάλει στην πολιτικώς ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των δέκα (10) ευρώ.
Διατάσσει να διαβιβασθούν αντίγραφα στον Εισαγγελέα για νόμιμες ενέργειες κατόπιν μηνύσεως για παράνομη λήψη αποδεικτικού υλικού.
   Επιβάλλει σε βάρος του κατηγορουμένου τα δικαστικά έξοδα ποσού σαράντα (40) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε αμέσως στο ακροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση.

Θεσσαλονίκη 27 Νοεμβρίου 2010
Η Πλημμελειοδίκης                       Η Γραμματέας

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

725-2010 ΜοΠρΑθ. ΦΕΒΡΩΝΙΑ ΤΣΙΜΠΟΥΡΑΚΗ.




ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΤΡΟΦΩΝ









Αριθμός Απόφασης
725/2010
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Φεβρωνία Τσιμπουράκη, Πρόεδρος Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Tριμελoύς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών και τη Γραµµατέα Ιωάννα Βρέττού.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στην Aθήνα στις ,16 Νοεμβρίου 2009, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της ενάγουσας [ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΜΗΤΕΡΑΣ], συζ [ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΠΑΤΕΡΑ], ως ασκούσης την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της [ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΠΑΙΔΙΟΥ] και [ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΠΑΙΔΙΟΥ], η οποία εμφανίστηκε στο Δικαστήριο με την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Τσακουλιά.

Του εναγομένου [ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΠΑΤΕΡΑ], κατοίκου ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ, οδός ΧΧΧΧΧΧ, αριθ. ΧΧΧΧΧ  oπoίος εμφανίστηκε στο Δικαστήριο με την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Χανιωτάκη .

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 26-3-2009 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό καταθέσεως 48714/793/2009, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι, δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν και τους ισχυρισμούς τους ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αγωγή η ενάγουσα ως ασκούσα την επιμέλεια, των ανηλίκων τέκνων της [ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ] και [ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ] που απέκτησε από το γάμο της με τον εναγόμενο, με τον οποίο βρίσκεται σε διάσταση, ζητεί να υποχρεωθεί ο τελευταίος να της καταβάλει μηνιαία διατροφή σε χρήμα για λογαριασμό των πιο πάνω ανηλίκων, τα οποία δεν διαθέτουν εισοδήματα και αδυνατούν να διαθρέψουν τον εαυτό τους, 795 ευρώ για τον [ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ] και 730 ευρώ για τον [ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ], για χρονικό διάστημα δύο ετών αρχής γενομένης από 23-9-2-2009, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση της πληρωμής κάθε δόσης και να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή.

Η αγωγή αρμόδια εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού, του δικαστηρίου κατά την ειδική διαδικασία, των άρθρων 666 παρ. 1, 667, 670 έως 676 ΚΠσλΔ (άρθρο 681Β του ίδιου κώδικα) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη, στις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489, 1492, 1493. 1496, 1498 , 340, 341, 346 ΑΚ. Πρέπει, επομένως, εξεταστεί περαιτέρω, κ ατ’ ουσία, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το προσήκον, τέλος δικαστικού ενσήμου με τις ανάλογες, υπέρ τρίτων, προσαυξήσεις (βλ. τα 225207,369366, 369367, 167580, 17581 αγωγόσημα και το 625781 ένσημο υπέρ ΤΝ), ενώ όπως προκύπτει από την από 16-11-2009 βεβαίωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της ενάγουσας που προσκομίζει ο εναγόμενος, ο τελευταίος έχει προκαταβάλει τα ορισθέντα έξοδα της δίκης (άρθρο 173 παρ. 4 ΚΠολΔ). Ο εναγόμενος με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρίστηκε στα πρακτικά και με τις προτάσεις του, εκτός από τους αρνητικούς ισχυρισμούς που προέβαλε ως προς τα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά, ισχυρίστηκε: α) ότι δεν συντρέχουν νέα περιστατικά μεταρρύθμισης της 1280/2008 απόφασης αυτού του δικαστηρίου, με την οποία επιδικάστηκε ως διατροφή των ανηλίκων τέκνων του το συνολικό ποσό των 532 ευρώ, έτσι ώστε να δικαιούνται αυτά να αξιώνουν αύξηση της ήδη επιδικασθείσας. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος διότι με την κρινόμενη αγωγή δεν ζητείται η κατ’ άρθρο 1494 ΑΚ μεταρρύθμιση της πιο πάνω απόφασης, αλλά η επιδίκαση διατροφής μεταγενέστερου του ήδη κριθέντος με αυτή διαστήματος (ΕφΔωδ 105/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), β) ότι και η ενάγουσα - μητέρα των ανηλίκων έχει υποχρέωση να συνεισφέρει στην ανάλογη των ανηλίκων τέκνων τους και έχει προς τούτο την οικονομική δυνατότητα, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στις προτάσεις του, προσδιορίζοντας συγχρόνως και το ύψος της συμμετοχής της τελευταίας στο συνολικό ποσό των 600 ευρώ) μηνιαίως. Ενόψει όμως του ότι στην προκειμένη περίπτωση με την αγωγή δεν ζητείται το σύνολο του ποσού , στο οποίο αποτιμώνται οι διατροφικές ανάγκες των ανηλίκων, αλλά. μόνο το μέρος που κατά την άποψη της ενάγουσας, υπό την ανωτέρω ιδιότητά. της, πρέπει να βαρύνει τον εναγόμενο, σε αναλογία προς τις οικονομικές δυνάμεις αυτού και του άλλου γονέως, ο άνω αμυντικός ισχυρισμός (του εναγομένου) ότι η αναλογία αυτή είναι διαφορετική από εκείνη που αναφέρεται στην αγωγή, λειτουργεί ως άρνηση. Στην περίπτωση δε αυτή ο συσχετισμός των οικονομικών δυνάμεων των δύο γονέων πρέπει να γίνει από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως σύμφωνα προς τα εκατέρωθεν αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά (πρβλ Εφ Θεσσαλ. 2944/2004 ΝΟΜΟΣ) και γ) της διακινδύνευσης της δικής του διατροφής αν υποχρεωθεί να’ καταβάλει ως διατροφή των τέκνων του ποσό μεγαλύτερα των 300 ευρώ συνολικά, κατά τα εκτιθέμενα αναλυτικά. στις προτάσεις του ως προς το ενεργητικό της περιουσίας του και τις λοιπές υποχρεώσεις του. Ο ισχυρισμός του αυτός αποτελεί ένσταση, η οποία όμως πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, γιατί ο σχετικός κανόνας που καθιερώνεται με το άρθρο 1487 παρ.1 ΑΚ δεν ισχύει, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, όταν πρόκειται για διατροφή ανηλίκου τέκνου από το γονέα του, όπως στην κρινόμενη υπόθεση, εκτός αν αυτό μπορεί να στραφεί εναντίον άλλου υπόχρεου ή μπορεί να διατραφεί από την περιουσία του, δυνατότητα που δεν επικαλείται ο εναγόμενος. Αν εκλαμβάνει ότι ο άλλος υπόχρεος είναι η ενάγουσα μητέρα του ανηλίκου, τότε δεν προβάλλεται ο ισχυρισμός αυτός, αλλά η ένσταση συνεισφοράς (ΑΚ 1489 παρ.2) ως ειδικότερη (ΑΠ 1382/2000 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ. 1432/2003, Αρμ. ΝΗ 1608, ΕΠ 956/89 Δνη 31, 1494 ­παρατηρήσεις του Στ. Ματθία στο συμπλήρωμα Α-Β τόμων Οικ. Δικ. του Γ. Παπαδημητρίου και Αγωγές Οικ. Δικαίου του Κων/νου Παπαδόπουλου τ.Β’ έκδ. 2003 σ.157), ισχυρισμό τον οποίο σε κάθε περίπτωση προτείνει ο εναγόμενος.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή απ’ αυτά δικαστικών τεκμηρίων, ενώ δεν λαμβάνεται υπόψη η από 20-10-2009 υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 της       ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧ που επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος εφόσον αυτή έγινε για να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη, τις ομολογίες των διαδίκων που περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις τους, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι   τέλεσαν νόμιμο γάμο στον ΧΧΧΧ Αττικής στις 17-9-1995, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, το [ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ] και το [ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ] που γεννήθηκαν, αντίστοιχα, στις 18-9-19ΧΧ και στις 20-6-19ΧΧ. Οι σχέσεις τους δεν υπήρξαν αρμονικές και η έγγαμη συμβίωσή τους διακόπηκε τον Ιανουάριο του 2003, έκτοτε δε τα ανωτέρω ανήλικα διαμένουν με την ενάγου σα, στην οποία ανατέθηκε αποκλειστικά η άσκηση της επιμέλειας αυτών, με την 584/2004 απόφαση αυτού του δικαστηρίου. Τα πιο πάνω ανήλικα κατά το τρέχον έτος είναι μαθητές, της Β’ τάξης του Γυμνασίου ο [ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ] και της Ε τάξης του Δημοτικού ο [ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ]. και φοιτούν σε δημόσιο σχολείο. Αμφότερα, παρακολουθούν μαθήματα αγγλικής γλώσσας στο φροντιστήριο ξένων γλωσσών «ΧΧΧΧΧ», με μηνιαία δίδακτρα 140 ευρώ ο [ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ] και 100 ευρώ ο [ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ]. Επιπλέον ο [ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ] παρακολουθεί μαθήματα γερμανικής γλώσσας στο φροντιστήριο «G. ΧΧΧΧΧ ΕΠΕ» με μηνιαία δίδακτρα 130 ευρώ), ενώ δεν αποδείχθηκε ότι μαθαίνει γερμανικά και ο [ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ]. Επίσης και τα δύο παιδιά διδάσκονται αρμόνιο στο Μουσικό Εργαστήρι του Δήμου ΧΧΧΧΧΧ με μηνιαία δίδακτρα 50 ευρώ) ο [ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ]και 44 ευρώ ο [ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ]. Οι στεγαστικές τους ανάγκες καλύπτονται από τη μητέρα τους με την οποία διαμένουν, σε ιδιόκτητη κατοικία της τελευταίας. Οι λοιπές δαπάνες διαβίωσής τους, όπως τροφής, ένδυσης, υπόδησης, ψυχαγωγίας, εκπαίδευσης, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης (κατά το μέρος που οι τελευταίες δεν καλύπτονται πλήρως από το ταμείο ασφάλισης του ΤΑΠ-ΟΤΕ στο οποίο είναι έμμεσα ασφαλισμένα από τον πατέρα τους), συμμετοχής τους στις πάγιες δαπάνες λειτουργίας της οικίας που διαμένουν (δηλ. στα καταβαλλόμενα από τη μητέρα τους έξοδα θέρμανσης, ύδρευσης, ηλεκτροφωτισμού κλπ), είναι οι συνήθεις δαπάνες διαβίωσης παιδιών της ίδιας με αυτά ηλικίας. Τα ίδια στερούνται περιουσιακών στοιχείων και εισοδημάτων από οποιαδήποτε πηγή και δεν μπορούν να διαθρέψουν τον εαυτό τους. Συνεπώς έχουν δικαίωμα διατροφής από τους γονείς τους, οι οποίοι υποχρεούνται,  να διατρέφουν αυτά, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του (ΑΚ 1485 επ.). Ο εναγόμενος κατά το χρόνο, άσκησης της αγωγής (Μάρτιο του 2009) που είναι ο κρίσιμος χρόνος (Ολ.ΑΠ 2/1994 ΕΔνη 35,352) εργάζεται ως υπάλληλος στη διεύθυνση Οικονομικού - Παροχών του ΧΧΧΧΧΧΧΧ., οι καθαρές δε αποδοχές του (περιλαμβανομένων δώρων εορτών και επιδόματος αδείας) ανέρχονται σε 1866 ευρώ κατά μέσον όρο το μήνα (βλ. προσκομιζόμενες από τον ίδιο μηνιαίες εκκαθαριστικές καταστάσεις μισθοδοσίας του). Διαμένει σε ιδιόκτητο διαμέρισμα 76 τ.μ. που βρίσκεται στην ΧΧΧΧΧΧΧΧ και συνεπώς δεν βαρύνεται με την πληρωμή μισθώματος πλην της συμμετοχής του στις κοινόχρηστες δαπάνες και με την πληρωμή των λογαριασμών των οργανισμών κοινής ωφέλειας . Είναι κατ’ ισομοιρία συγκύριος με την ενάγουσα ενός διαμερίσματος επιφάνειας 33 τ .μ. και της ανήκουσας σ’αυτό αποθήκης που βρίσκονται στα Κάτω ΧΧΧΧΧΧΧ στην οδό ΧΧΧΧΧΧΧΧ αρ. ΧΧ-ΧΧ, το οποίο δεν τους αποφέρει εισόδημα καθόσον δεν το εκμισθώνουν, ενώ ο εναγόμενος καλύπτει τα πάγια κοινόχρηστα, έξοδά του. Επιπλέον ο εναγόμενος είναι κύριος ενός αγροτεμαχίου έκτασης 390, τ.μ., που βρίσκεται στην εκτός σχεδίου θέση «ΧΧΧΧΧΧ» ή «ΧΧΧΧΧ » στην περιοχή ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ στην ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ, αντικειμενική ­αξίας (το έτος 2003) 1.716 ευρώ, το οποίο επίσης δεν του αποφέρει εισόδημα. Διαθέτει ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής ALfA LANCIA τύπου ΧΧΧΧΧΧΧ 1.600 CC, έτους κυκλοφορίας 1991, το οποίο αγόρασε μεταχειρισμένο τον Ιούλιο του 2004. Άλλα εισοδήματα ή περιουσία δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει ούτε προέκυψε ότι βαρύνεται με τη διατροφή κατά νόμο άλλου προσώπου πλην των ανωτέρω ανηλίκων τέκνων του, Επιβαρύνεται όμως με την καταβολή των μηνιαίων δόσεων για την αποπληρωμή δανείων που έχει λάβει από το ΤΠΔΑ και το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, ύψους (κάθε δόσης) 112,03 και 133,11 ευρώ αντίστοιχα, από τον Οκτώβριο δε του 2009 επιβαρύνεται κ α με την αποπληρωμή δανείου ποσού 5.511 ευρώ που έλαβε το Μάιο του 2009 από το ΤΑΥΤΕΚΩ (ταμείο ασφάλισης υπαλλήλων τραπεζών και επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας) καταβάλλοντας μηνιαίως ποσό 161,85 ευρώ. Επίσης μέχρι το Μάιο του 2009 κατέβαλε μηνιαίως 140,07 ευρώ για την αποπληρωμή δανείου που είχε λάβει από την υπηρεσία του. Τα ανωτέρω ποσά δεν αφαιρούνται από τα εισοδήματά του, αλλά συνεκτιμάται η δαπάνη αυτή ως επιπλέον βιοτική του ανάγκη (ΕΑ 6077/1994 ΕΔνη 36,391, ΕΘεσ 873/1989 ΕΔνη 30,1016). Περαιτέρω προέκυψε ότι ο εναγόμενος πάσχει από στεφανιαία νόσο και έχει ήδη υποβληθεί σε δύο χειρουργικές επεμβάσεις, αορτοστεφανιαίας παράκαμψης (by pass) στις 14-5-2008 και ενδαρτηρεκτομής της αριστερής κοινής καρωτίδας στις 20-5-2009. Εξαιτίας του γεγονότος αυτού, για την απαιτούμενη έκτοτε ιατροφαρμακευτική του περίθαλψη δαπανά εξ ιδίων πέραν του ποσού που καλύπτεται από το ασφαλιστικό του ταμείο) περί τα 80 ευρώ κατά μέσον όρο μηνιαίως (για ιατρικές επισκέψεις, αγορά φαρμάκων και εξετάσεις). Η μητέρα των ανηλίκων (ενάγουσα) (κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο) εργάζεται στο Δήμο Αλίμου ως εργάτρια καθαριότητας-συνοδός απορ/ρου με σύμβαση ορισμένου .χρόνου και με καθαρές μηνιαίες αποδοχές κατά μέσον όρο (συνυπολογιζομένων των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας) 1.022 ευρώ ενώ το ποσό των 365 ευρώ που, αυτή λαμβάνει μηνιαίως για έξοδα κίνησης δεν αποτελεί εισόδημα. Είναι κυρία ενός αγρού έκτασης 2.219 τ.μ. που βρίσκεται στην εκτός σχεδίου θέση «ΧΧΧΧΧΧ» της νήσου ΧΧΧΧΧΧΧ , ο οποίος δεν της αποφέρει εισόδημα και συγκυρία (κατ’ ισομοιρία με τον εναγόμενο) του προαναφερόμενου διαμερίσματος. Επίσης διαθέτει ΙΧΕ αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής SEAT τύπου ΧΧΧΧΧΧ 1400 cc που αγόρασε καινούργιο το έτος 1999. Δεν βαρύνεται με την πληρωμή μισθώματος αφού διαμένει με τα τέκνα της σε ιδιόκτητο διαμέρισμα, παρά μόνο με την αναλογία επί των κοινοχρήστων δαπανών και την πληρωμή των λογαριασμών των οργανισμών κοινής ωφέλειας. Άλλα εισοδήματα ή περιουσία δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει. Σημειώνεται ότι η ανωτέρω απρόσοδη περιουσία των διαδίκων λαμβάνεται υπόψη ως στοιχείο για τον καθορισμό τητ; αναλογίας συμβολής κάθε γονέα στη διατροφή των τέκνων τους (ΟλΑΠ 9/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με την προηγούμενη 1280/2008 οριστική απόφαση αυτού του δικαστηρίου υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει ως μηνιαία διατροφή των παραπάνω τέκνων του, για το χρονικό διάστημα από 23-9-2007 μέχρι 22-9-2009, 306 ευρώ για το [ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ] και 226 ευρώ για το [ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ].

Με βάση τις προαναφερόμενες οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων και τις εν γένει περιστάσεις, η κατά μήνα διατροφή για τα ανήλικα τέκνα τους, για το επίδικο χρονικό διάστημα (23-9­2009 έως 22-9-2011) πρέπει να καθοριστεί σε 620 ευρώ για το [ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ] και σε 480 ευρώ για το [ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ]. Τα ποσά αυτά είναι ανάλογα με τις ανάγκες τους, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής και ανταποκρίνονται στα απαραίτητα έξοδα για τη διατροφή, συντήρηση, εκπαίδευση και την ψυχαγωγία τους. Από τα ποσά αυτά ο εναγόμενος είναι σε θέση να καταβάλει 400 και 310 ευρώ) αντίστοιχα. Κατά τα υπόλοιπα ποσά. που απαιτούνται για τη διατροφή των ανηλίκων συμμετέχει και η ενάγουσα με το ως άνω εισόδημά της και την προσφορά της προσωπικής της εργασίας και απασχόλησης για την περιποίηση και φροντίδα τους, η οποία είναι αποτιμητή σε χρήμα.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό και να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή (ΚΠολΔ 910 αρ.4) Τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας βαρύνουν κατά ένα μέρος τον εναγόμενο κατά, το λόγο της, ήττας του (ΚΠολΔ 178). Από τα οποία, θα αφαιρεθεί το ποσό που έχει ήδη προκαταβάλει, όπως καθορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
Δέχεται κατά ένα μέρος την αγωγή.

Υποχρεώνει τον εναγόμενο να προκαταβάλει, μέσα στις πρώτες πέντε η μέρες κάθε μήνα, στην ενάγουσα διατροφή σε χρήμα, τετρακόσια (400) ευρώ για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους [ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ] και τριακόσια δέκα (310) ευρώ για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους [ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ], για χρονικό διάστημα δύο ετών, με έναρξη την 23-9-­2009, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση της πληρωμής κάθε δόσης μέχρι την εξόφληση.

Κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή.

Επιβάλλει σε βάρος του εναγομένου μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, το οποίο ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ, από το οποίο θα αφαιρεθεί το ποσό που αυτός έχει ήδη προκαταβάλει.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2010.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ  

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Στο "σκαμνί" εισαγγελέας για ψευδορκία !


Στο "σκαμνί" εισαγγελέας για ψευδορκία !

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ
Σας εύχομαι να μην την συναντήσετε στο δρόμο σας σαν χωρισμένοι πατεράδες την Νταϊρούση. Τώρα κατάλαβα γιατί πέρασα τα πάνδεινα σαν χωρισμένος πατέρας με την κυρία. Ψάχνει για εκδίκηση. Διαβάστε παρακάτω και θα καταλάβετε.
 Από την εισαγγελική έδρα βρέθηκε… στο εδώλιο του κατηγορουμένου!
Πρόκειται για τη Διευθύνουσα την Εισαγγελία Πρωτοδικών Κέρκυρας, Χαρίκλεια Νταϊρούση που κατηγορείται για το αδίκημα της ψευδορκίας, το οποίο προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι 5 έτη.
Την παραπομπή της κ. Νταϊρούση σε δίκη αποφάσισε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κοζάνης, με το υπʼ αριθμ.46/2010 βούλευμα, το οποίο έχει ήδη καταστεί αμετάκλητο.
Σύμφωνα με το βούλευμα, η λειτουργός της Δικαιοσύνης στις 13-10-2005, (όταν υπηρετούσε στα Γρεβενά), ενώ εξεταζόταν ενώπιον αρμόδιας αρχής, επικαλούμενη την τιμή και τη συνείδησή της – δηλαδή με διαβεβαίωση εξομοιούμενη κατά νόμο με όρκο – κατέθεσε, εν γνώσει της, ψέματα.
Ειδικότερα, η κ. Νταϊρούση είχε προσέλθει και μάλιστα αυθορμήτως, στον επιθεωρητή  του Περιφερειακού Γραφείου Μακεδονίας – Θράκης του Σώματος Επιθεωρητών  Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας (Σ.Ε.Υ.Υ.Π.) απαιτώντας να εξεταστεί στα πλαίσια διενεργούμενης πειθαρχικής ανάκρισης.
Η πειθαρχική ανάκριση στρεφόταν κατά δύο γιατρών του Νομαρχιακού Νοσοκομείου Κοζάνης (Μαμάτσειο), οι οποίοι πιστοποίησαν εγγράφως, ότι ο γαμπρός της  είχε δήθεν εξεταστεί από τους ίδιους.  Από την εξέταση δε αυτή διαπιστώθηκε ότι έφερε σωματικές κακώσεις και βλάβες υγείας, τις οποίες ουδέποτε είχε υποστεί !!
Για να προσδώσουν μάλιστα αληθοφάνεια στις πλαστές γνωματεύσεις τους, έφτασαν στο σημείο να νοθεύσουν ακόμα και τα βιβλία των εξωτερικών ιατρείων του χειρουργικού και παθολογικού τομέα του Νοσοκομείου.
Στη συνέχεια, οι “μαϊμού” ιατρικές γνωματεύσεις επισυνάφθηκαν σε μήνυση που υπέβαλε ο γαμπρός της κ. Νταϊρούση σε βάρος του πρώην συζύγου της με σκοπό να τον εμφανίσει ως δράστη της, δήθεν, άγριας επίθεσης που είχε δεχθεί !!!
Εξεταζόμενη από τον επιθεωρητή του Σ.Ε.Υ.Υ.Π. η εισαγγελική λειτουργός, προκειμένου να προστατεύσει τους γιατρούς, αλλά και το γαμπρό της, “κατασκεύασε” ένα ολόκληρο παραμύθι. Και τούτο για να μην αποκαλυφθεί  ότι στην πραγματικότητα το θύμα ήταν ο πρώην σύζυγός της - που χτυπήθηκε βάναυσα, από τον γαμπρό της - με αποτέλεσμα να υποστεί  βαριές σωματικές κακώσεις, όπως πιστοποιείται από επίσημα έγγραφα.
Τελικά, και μετά από μεγάλο αγώνα των δικηγόρων του θύματος, οι δύο γιατροί και ο γαμπρός της  ήδη έχουν καταδικαστεί, ενώ τώρα θα καθίσει και η ίδια στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Η δίκη της έχει προσδιοριστεί, από το Τριμελές Εφετείο Κοζάνης για τον ερχόμενο Μάρτιο.
Το  directnews.gr θεώρησε υποχρέωσή του να δημοσιοποιήσει το συγκεκριμένο αυτό το θέμα για δύο κυρίως λόγους :
α) Όπως προκύπτει σαφέστατα από σωρεία εγγράφων που έχουμε στη διάθεσή μας, ένα ολόκληρο “σύστημα” (εισαγγελείς, δικαστές, γιατροί)  έκαναν και κάνουν τα πάντα προκειμένου να συγκαλύψουν  τις παράνομες πράξεις της.
Αντίθετα, ο πρώην σύζυγός της - που είναι ένας απλός δάσκαλος - υπέστη τα πάνδεινα από  “αδέκαστους” λειτουργούς της Δικαιοσύνης, και μόνο από τύχη δεν βρίσκεται σήμερα… στη φυλακή ή στο ψυχιατρείο.
β) Η κ. Νταϊρούση, παρά το γεγονός ότι αντιμετωπίζει, με  αμετάκλητο βούλευμα, ένα άκρως ατιμωτικό για το λειτούργημά της αδίκημα, εξακολουθεί να παραμένει στη θέση της και να εκτελεί κανονικά τα καθήκοντά της.
Φυσικά, το τεκμήριο αθωότητας ισχύει για όλους. Ωστόσο, πόσο λογικό είναι ένας εισαγγελέας να ασκεί ποινικές διώξεις σε βάρος άλλων πολιτών όταν είναι, ταυτόχρονα, ποινικά διωκόμενος και ο ίδιος;
ΑΝΑΡΤΗΘΗΚΕ 7-1-2011 από directNEWS.gr
http://www.directnews.gr/greece/646-2011-01-07-19-47-27.html