Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011

ΕφΙωαν 104/2011 Οδυσσέα Ροντογιάννη……… Καταχρηστική άσκηση λειτουργήματος επιμέλειας αρ. 1532 παρ. 1 ΑΚ.


ΕφΙωαν 104/2011 

 Επιμέλεια ανηλίκων τέκνων - Έφεση -.

Ανάθεση της άσκησης τους στον ενάγοντα πατέρα στον β' βαθμό.
Καταχρηστική άσκηση λειτουργήματος επιμέλειας αρ. 1532 παρ. 1 ΑΚ.
Έννοια αληθινού συμφέροντος ανηλίκου τέκνου.
Γνώμη ανηλίκων και βαθμός ωριμότητας.

Αριθμός  104/2011

ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ


Αποτελούμενο από τους Δικαστές: Οδυσσέα Ροντογιάννη, Πρόεδρο Εφετών, Θωμά Γκorrζoγιάwη, Νικόλαο Σκιαδά, Εισηγητή, Εφέτες, και το Γραμματέα Βασίλειο Θάνο.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 2 Μαρτίου 2011, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του Καλούντος - Εκκαλούντος: ..,.., κατοίκου ΔΔ Τσεπελόβου  Δήμου  Τύμφης  Ιωαννίνων, ενεργούντος ατομικά, αλλά και για λογαριασμό των δύο ανηλίκων τέκνων του ... και ..., που παραστάθηκε με τις πληρεξούσιες δικηγόρους του Ελευθερία Σιόμπολα και Βαλεντίνη Μέτου.

Της καθ' ης η Κλήση - ΕΦεσίβλητης: ...., κατοίκου ΔΔ  Τσεπελόβου  Δήμου  Τύμφης Ιωαννίνων, που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Παπαποστόλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2008 (αρ. καταθ.  δικ. 592/2008) και την από 21-8-2007 (αρ. καταθ. δικ. 977/2007) αγωγές, οι οποίες ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. 

Επί των ανωτέρω εκδόθηκε η 204/2009 ορίστική απόφαση του ιδίου
δικαστηρίου.

Στη συνέχεια ασκήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 19-6-2009 (αρ. καταθ. δικ. 105/2009, αρ. καταχ. 273/2009) έφεση, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 4-11-2009 και επί της οποίας εκδόθηκε η 105/2010 αναβλητική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.

Ήδη η υπόθεση εισάγεται για νέα συζήτηση με την από 23-5-2010 κλήση (αριθμ. έκθ. κατάθ. 232/2010) της οποίας ορίσθηκε αρχικά δικάσιμος η 6-10-2010 και μετά από αναβολή η οτην αρχή της παρούσας αναφερόμενη κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά του πινακίου και συζητήθηκε.

Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν.


Μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφτηκε σύμφωνα με το Νόμο


Νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση με την από 23-5-2010 κλήση του εκκαλούντος η από 19-6-2009 έφεση του εκκαλούντος .... κατά της ...., μετά την πραγματοποίηση όσων διατάχθηκαν με την με αριθμό 105/2010 αναβλητική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Με την τελευταία απόφαση συνεκδικάσθηκαν οι από 21-8-2007 αγωγή της ενάγουσας και η από 20-5-2008 αντίθετη αγωγή του ενάγοντος, που δικάστηκαν κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούv διατροφή και επιμέλεια τέκνων και αναβλήθηκε η οριστική κρίση της. Προκειμένου να εμφανιστούν αυτοπροσώπως ενώπιον αυτού οι διάδικοι, για να τηρηθεί η απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς και να ληφθεί υπόψη η γνώμη των ανηλίκων ως προς την ανάθεση της επιμελείας τους. Επίσης με την ίδια απόφαση διατάχθηκε η προσκόμιση της έκθεσης κοινωνικής έρευνας της αρμόδιας κοινωνικής λειτουργού.


Με την από 21-8-2007 αγωγή της, η ενάγουσα ζητούσε μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης της με τον εναγόμενο σύζυγό της α) Να ανατεθεί σ' αυτήν αποκλειστικά η επιμέλεια των ανήλικων τέκνων της, ... και ...., που απέκτησε από το γάμο της με τον εναγόμενο, γιατί αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον των ανηλίκων, β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, να καταβάλλει στην ίδια ατομικά την πρώτη ημέρα κάθε μήνα, ως τακτική μηνιαία διατροφή της το ποσό των 350,00 ευρώ, για το χρονικό διάστημα δυο ετών από την επίδοση της αγωγής, με τους νόμιμους τόκους από την καθυστέρηση κάθε δόσης μέχρι την πλήρη εξόφληση της και γ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, να καταβάλλει την πρώτη ημέρα κάθε μήνα στην ενάγουσα, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα της και για λογαριασμό των ανωτέρω ανήλικων τέκνων τους, ως τακτική μηνιαία διατροφή των τελευταίων, το ποσό των 300,00 ευρώ, για το καθένα από αυτά και για το χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της ένδικης αγωγής με τους νόμιμους τόκους από την καθυστέρηση καταβολής κάθε δόσης μέχρι την πλήρη εξόφληση της. Εξάλλου με την από 20-5-2008 αγωγή του, ο ενάγων ζητούσε: α) ν' ανατεθεί σ' αυτόν αποκλειστικά η επιμέλεια των ως άνω ανήλικων τέκνων του, που απέκτησε από το γάμο του με την εναγόμενη και β) να παραχωρηθεί (στην περίπτωση που του ανατεθεί η επιμέλεια των ανηλίκων) στον ίδιο η αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης, καθώς και η χρήση της οικοσκευής, γ) άλλως, σε περίπτωση που ανατεθεί στην εναγόμενη η επιμέλεια των ανηλίκων, να ρυθμιστεί το δικαίωμα του επικοινωνίας με αυτά κατά τον αναφερόμενο στην αγωγή τρόπο, δ) σε περίπτωση που ανατεθεί η επιμέλεια των ανηλίκων στην εναγόμενη, να διαμένει αυτή στην αναφερόμενη (διάφορη της συζυγικής) οικία και να της απαγορευθεί να μεταφέρει αυτά εκτός του Νομού Ιωαννίνων, αλλά και εκτός του τόπου της διαβίωσης τους στο Τσεπέλοβο Ιωαννίνων. Επί των δυο αγωγών που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία ανατέθηκε η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων στη μητέρα τους, επιδικάσθηκαν τα αναφερόμενα ποσά ως διατροφή της συζύγου και των τέκνων και ρυθμίστηκε κατά το διαγραφόμενο τρόπο το δικαίωμα επικοινωνίας του πατέρα με τα ανήλικα τέκνα. Κατά της απόφασης αυτής ο ηττηθείς διάδικος, πατέρας των ανηλίκων άσκησε την ένδικη έφεση του και ζητά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης για τους λόγους που διαλαμβάνει στο δικόγραφο και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, μόνο κατά το μέρος που αφορούν την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων και όχι κατά το μέρος που αφορά τις αξιώσεις διατροφής της ενάγουσας ατομικά, δεδομένου ότι είχαν απορριφθεί οι αξιώσεις για διατρ'όφή των ανηλίκων.


Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1511 και 681 Γ παρ. 3 εδ. α' και 4 εδ. α', δ' και ε' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου, επί διακοπής της συμβιώσεως των συζύγων, να ρυθμίσει τη γονική μέριμνα, πρέπει να ζητεί και να συνεκτιμά και τη γνώμη του τέκνου, εφόσον κρίνει ότι έχει την απαιτούμενη ωριμότητα, ότι δηλαδή έχει την ικανότητα να αντιληφθεί το συμφέρον του, για την κρίση του δε αυτή προς την ύπαρξη ή μη τέτοιας ωριμότητας, που σχηματίζεται από την ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε ειδική αιτιολογία απαιτείται, ούτε αναιρετικός έλεγχος επιτρέπεται, αφού αυτή αποτελεί εκτίμηση πραγματικού γεγονότος κατ' αρθρ. 561 ΚΠολΔ. Ενώ εξ άλλου μόνη η ηλικία του τέκνου δεν αποδεικνύει και την ωριμότητα ή ανωριμότητα του. Η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της γνώμης του τέκνου δεν αποτελεί ίδιο αποδεικτικό μέσο, αλλά πρέπει να διαλαμβάνεται στην απόφαση, γιατί συνιστά μέρος της αιτιολογίας αυτής χωρίς και να είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην απόφαση του δικαστηρίου η γνώμη του ανηλίκου, στην οποία άλλωστε το Δικαστήριο αυτό δεν είναι υποχρεωμένο να συμμορφώνεται. Υποχρέωση παράθεσης της γνώμης του ανηλίκου στην απόφαση από κανένα σημείο του άρθρου 1511 παρ. 3 ΑΚ δεν προκύπτει, πράγμα άλλωστε εύλογο δεδομένου ότι η παράθεση αυτή (λαμβανομένης υπ' όψη της υφής των εκδικαζομένων υποθέσεων αλλά και των ευαισθησιών και των αποστάσεων που πρέπει να τηρούνται ιδίως όταν το τέκνο βρίσκεται σε νηπιακή ηλικία) είναι βέβαιο ότι θα οξύνει ακόμη περαιτέτω τις ούτως ή άλλως τεταμένες σχέσεις των διαδίκων γονέων, προκαλώντας εξ αντανακλάσεως βλάβη στο συμφέρον του ίδιου του
τέκνου.(Α.Π. 1316/2009 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1514 του ΑΚ συνάγεται ότι η γονική μέριμνα, η οποία περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου, την διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπησή του σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, ασκείται από τους γονείς του. Είναι δε έννοια ευρύτερη της επιμέλειας, η οποία περιλαμβάνει κάθε θέμα το οποίο σχετίζεται με την ανατροφή, την επίβλεψη, την μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, την εν γένει ανάπτυξη της σωματικής, πνευματικής και ψυχικής προσωπικότητας του ανηλίκου τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του. Στην περίπτωση διακοπής όμως της συζυγικής συμβιώσεως, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος, δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς και ανακύπτει θέμα διαμονής των ανηλίκων τέκνων πλησίον του πατέρα ή της μητέρας τους, η ρύθμιση της επιμέλειας αυτών γίνεται από το δικαστήριο: Όταν η επιμέλεια ανατεθεί σε έναν από τους γονείς, αυτός έχει αρμοδιότητα να αποφασίζει για τα τρέχοντα και καθημερινά θέματα που σχετίζονται με την επιμέλεια των τέκνων (ΑΠ 1005/2006 ΕλλΔνη 47.1352). Ως κατευθυντήρια γραμμή και βασικό κριτήριο για την ανάθεση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων στον ένα από τους γονείς τους, στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της ασκήσεως αυτής, είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό και γενικά κάθε είδους συμφέρον, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μια ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα. Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από το νομοθέτη εκ των προτέρων σταθερά προσδιοριστικά στοιχεία, πέραν από το επιβαλλόμενο στο δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μη κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής οικονομικής κατάστασής τους. Στη δικαστική συνεπώς κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο ώστε, αφού ληφθούν υπόψη, όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητά του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγωγήσεως και της περιθάλψεως του ανηλίκου τέκνου, και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς και αδελφούς του, καθώς και η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης των τέκνων χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, εκτός αν συντρέχει ειδικός λόγος. Για το σκοπό τούτο λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα, η πνευματική ανάπτυξη, η παιδαγωγική καταλληλότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στα πλαίσια της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων και συνεκτιμώνται   οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων (ΑΠ 052/2007 ΕλλΔνη 50.1666). Αυτά δε ισχύουν ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, εκτός αν η συμπεριφορά του υπαιτίου έχει επιδράσει και στην άσκηση της γονικής μέριμνας επιμέλειας, ώστε να ανακύπτει αντίθεση στο συμφέρον του τέκνου, λόγω της έκτασης και της βαρύτητας της συμπεριφοράς του αυτής δηλωτικής της δομής του χαρακτήρα του και της εν γένει προσωπικότητας του, έτσι ώστε και έναντι του τέκνου να αναμένεται η τήρηση απ' αυτόν της ίδιας συμπεριφοράς (ΑΠ 952/2007ΕλλΔνη 50.1666, ΑΠ 1218/2006 ΕλλΔνη 47.1352, ΑΠ 1910/2005 ΕλλΔνη 47.440, ΑΠ 561/2003 ΕλλΔνη 45.1029).


Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως ... και ...., που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με επιμέλεια της ενάγουσας ο πρώτος και του εναγόμενου ο δεύτερος, αντίστοιχα, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του δικαστηρίου, τις με αριθμ. 731/01.12.2008 και 468/02.12.2008 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων, .. και ..., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα, οι οποίες λήφθηκαν νόμιμα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Βόλου ... η πρώτη και της Ειρηνοδίκη Ιωαννίνων .. η δεύτερη, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του εναγομένου της ίδιας αγωγής (βλ. την με αριθμ. 7141/28.112008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ...), καθώς και τις με αριθ. 7907/2009, 407/2009, 408/2009 ένορκες βεβαιώσεις τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 524 &1 εδ.α και 529 του Κ.Πολ.Δ (Α.Π.319/2009 ΝΟΜΟΣ) οι οποίες λήφθηκαν νόμιμα ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών .. η πρώτη και της Ειρηνοδίκη Ιωαννίνων ..., η δεύτερη και τρίτη .. και ..., κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγομένης (βλ. την με αριθμ. 10792/2009 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ...) όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι διάδικοι, καθώς και τη γνώμη που εξέφρασαν οι ανήλικοι Ιωάννης και Ευάγγελος και κατά την επικοινωνία που είχαν με τα μέλη του Δικαστηρίου, η οποία λαμβάνεται υπόψη δεδομένου ότι οι ως άνω ανήλικοι έχουν την απαιτούμενη ωριμότητα και έχουν σαφή αντίληψη της σημασίας της διαφοράς και του συμφέροντός τους, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Οι διάδικοι ... και ..., τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο, στο Τσεπέλοβο Ιωαννίνων, στις 12.05.1996 που ιερουργήθηκε και ως θρησκευτικός στις 07.12.1997, στο Τσεπέλοβο, με χριστιανικό όνομα της συζύγου ..., από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, τον ... και τον ..., που γεννήθηκαν στα Ιωάννινα στις 19.04.1999 και στις 23-012001, αντίστοιχα. Η διάδικος ...., που είναι Αλβανικής καταγωγής, έχει και ένα αγόρι που γεννήθηκε το έτος 1991 από προηγούμενο γάμο που είχε τελέσει στην Αλβανία με Αλβανό υπήκοο, ο οποίος λύθηκε αμετάκλητα με την από 01.06.1993 απόφαση του Δικαστηρίου του Νομού Αυλώνας Αλβανίας, με την οποία (απόφαση) είχε ανατεθεί η επιμέλεια του ανηλίκου στον πατέρα του. Το γεγονός αυτό γνώριζε ο διάδικος ... από τον χρόνο ακόμη γνωριμίας του με τη σύζυγό του. Οι διάδικοι, μετά το γάμο τους εγκαταστάθηκαν σε διώροφη οικία στο Τσεπέλοβο που ανήκε στη μητέρα του ... και μετά το θάνατο της τελευταίας περιήλθε με βάση τους κανόνες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής στον τελευταίο σε ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου και στον πατέρα αυτού και μάρτυρα της ενάγουσας ..., σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου. Ο διάδικος ... διατηρούσε σε ακίνητο ιδιοκτησίας του ξενώνα στο Τσεπέλοβο, κατά τη διάρκεια δε της έγγαμης συμβίωσης με κοινή εργασία των διαδίκων συζυγών ανεγέρθηκε στο ίδιο ακίνητο και δεύτερος ξενώνας, τον οποίο εκυεταλλεύεται, όπως και τον πρώτο, ο τελευταίος. Η συζυγική σχέση τα τελευταία έτη της έγγαμης συμβίωσης και δη από το έτος 2005 και εφεξής δεν ήταν αρμονική, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται έριδες και διαφωνίες μεταξύ των συζύγων, οι οποίες προέρχονταν από την διαφορετική εκτίμηση που είχαν οι δύο γονείς ως προς την αρνητική συμπεριφορά την οποία επεδείκνυε κυρίως ο γιος τους ... Πιο συγκεκριμένα η μητέρα αντιμετώπιζε την συμπεριφορά του παιδιού με τιμωρίες, ενώ ο πατέρας με συμβουλές και νουθεσίες. Ενόψει των παραπάνω προβλημάτων η μητέρα ήθελε να αναλάβει την επιμέλεια των παιδιών, με αποτέλεσμα η τελευταία να άσκησε» κατ' αυτού την από 30-5-07 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 2328/31-7-2007 απόφαση του Μον.Πρωτ. Ιωαννίνων, με την οποία ανατέθηκε στην καθής - (τότε αιτούσα) προσωρινά η επιμέλεια των ανηλίκων, υποχρεώθηκε δε ο αιτών, (τότε καθού) να καταβάλει ως διατροφή για την ίδια το ποσό των 350 ευρώ μηνιαίως και ως διατροφή για το καθένα από τα ανήλικα το ποσό των 200 ευρώ. Τέλος με την ίδια απόφαση διατάχθηκε η προσωρινή μετοίκηση του αιτούντος από τη συζυγική οικία. Με βάση την απόφαση αυτή η καθής παρέμεινε στη συζυγική οικία στο Τσεπέλοβο Ιωαννίνων μαζί με τα ανήλικα τέκνα της, ασκώντας επ' αυτών την επιμέλεια του προσώπου τους, πλην όμως τα ανήλικα εξακολουθούσαν να βρίσκονται τον περισσότερο χρόνο με τον πατέρα τους. Συγκεκριμένα στα πλαίσια της επικοινωνίας τους με τον εναγόμενο, τα ανήλικα αρνούνταν να επιστρέψουν στη μητέρα τους, καθώς αισθάνονταν μεγαλύτερη άνεση και ασφάλεια κοντά στον πατέρα τους. Η μητέρα των ανηλίκων ευρισκόμενη σε αδυναμία να άσκησα αποτελεσματικά τα καθήκοντα της επιμέλειας των ανηλίκων και στην προσπάθεια της να τους επιβληθεί, συχνά λάμβανε ανεπίτρεπτα σωφρονιστικά μέτρα που έθιγαν την αξιοπρέπεια τους, δηλαδή μέτρα όχι παιδαγωγικά αναγκαία, κατά παράβαση του άρθρου 1518 παρ 2 εδ. β’ ΑΚ. Ειδικότερα προέβαινε συχνά στη σωματική κακομεταχείρισή τους, χτυπώντας αυτά στο κεφάλι και στα χέρια ή σε άλλα μέρη του σώματός τους προκειμένου να τα συνετίσει, με αποτέλεσμα αυτά να αντιδρούν καταφεύγοντας στον πατέρα τους για να εκφράσουν τη δυσαρέσκεια τους και για να τα προστατεύσει. Τέτοια περιστατικά συνέβησαν στις 16-9-07, στις 19-9-07, στις 24-9-07 και στις 3-10-07, με αποτέλεσμα ο πατέρας τους, στον οποίο κατέφυγαν τα ανήλικα για να διαμαρτυρηθούν, να καταγγείλει τα περιστατικά αυτά στην Αστυνομία (βλ. τα αντίστοιχα με τις ανωτέρω ημερομηνίες αντίγραφα από το βιβλίο συμβάντων του Αστυνομικού Τμήματος Κήπων Ιωαννίνων). Η μητέρα των ανηλίκων δεν παρείχε καμία εξήγηση για τα περιστατικά αυτά, τα οποία συλλήβδην αρνείται. Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι και πριν ακόμη από την έκδοση της πιο πάνω απόφασης, κατά το χρόνο δηλαδή που την επιμέλεια των ανηλίκων την είχε η μητέρα τους, τα ανήλικα στα πλαίσια άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας με τον πατέρα τους, διέμεναν για μεγάλα χρονικά διαστήματα με τον τελευταίο. Μάλιστα δε η μητέρα των ανηλίκων κατεμήνυσε επανειλημμένως το σύζυγο της για παράβαση του άρθρου 232 Α’ ΠΚ, ήτοι για μη συμμόρφωση του στις διατάξεις της άνω 2328/2007 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, που της είχε αναθέσει προσωρινά την άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων (βλ. τρία σχετικά «(κλητήρια θεσπίσματα που εκδόθηκαν σε βάρος του πατέρα των ανηλίκων).Για τις ως άνω κατηγορίες αθωώθηκε, όπως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα Επίσης η μητέρα των ανηλίκων, με σκοπό να μεταβεί στην Αθήνα για τις διακοπές του Πάσχα και αδιαφορώντας για τις σχολικές υποχρεώσεις και δραστηριότητες των ανηλίκων, στις 17-4-2008 πήρε τα ανήλικα από το σχολείο τους στο Τσεπέλοβο, πριν ακόμα τελειώσει το μάθημα της ημέρας εκείνης, προβάλλοντας στο δάσκαλό τους τη δικαιολογία, ότι έχει επείγουσα εργασία στην πόλη των Ιωαννίνων. Μετέβη δε στη συνέχεια στην Λυκόβρυση Αθηνών μαζί με τα ανήλικα τέκνα της, στην οικία όπου κατοικεί η αδελφή της η οποία θα την φιλοξενούσε, χωρίς μάλιστα να ενημερώσει τον σύζυγό της, με αποτέλεσμα αυτά να χάσουν το μάθημα και της επομένης ημέρας, δεδομένου ότι το σχολείο τους έκλεινε στις 18-4-08, αλλά και τις σχολικές εργασίες που θα τους έδινε ο δάσκαλός τους για τις διακοπές. Το βράδυ επίσης της 18-4-08, η τελευταία επικοινώνησε τηλεφωνικά με το δάσκαλο τους και τον ενημέρωσε ότι τα παιδιά θα έλειπαν από το σχολείο επί πλέον και κάποιες ημέρες μετά το Πάσχα. Ο εναγόμενος, όταν πληροφορήθηκε τα παραπάνω μετέβη συνοδευόμενος από το μάρτυρά του (...), στην κατοικία της αδελφής της συζύγου του, στη Λυκόβρυση Αθηνών στις 30.04.2008 και βρήκε τον ανήλικο γιο του ..., κλειδωμένο μέσα στο σπίτι. Όταν τον ξεκλείδωσαν ο τελευταίος πήρε τα πράγματά του και παρά τις προσπάθειες του πατέρα του να μείνουν με την μητέρα τους τα παιδιά συνέχισαν να αρνούνται να παραμείνουν, οπότε ο πατέρας τους τα πήρε και πήγε στην Αθήνα με σκοπό να τα επιστρέψει στη μητέρα το πρωί. Όμως η μητέρα των ανηλίκων υπέβαλε μήνυση κατά του συζύγου της και του ... για αρπαγή ανηλίκων. Ο Διοικητής του παραπάνω Α.Τ. Πεύκης προσπάθησε να πείσει αρχικά τα παιδιά να παραμείνουν με την μητέρα τους και όταν αυτά αρνήθηκαν προσπάθησε να πείσει την μητέρα να αφήσει τα παιδιά στον πατέρα τους, πλην όμως η μητέρα δήλωσε ότι προτιμά να πάνε σε ίδρυμα, παρά να παραμείνουν με τον πατέρα τους. Όπως προκύπτει από το διαβιβαστικό προς την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών με αριθμό 1020/1914/2-δ του Τμήματος Ασφαλείας Πεύκης, στο οποίο αναφέρεται επί λέξει «προσερχόμενα τα ανήλικα στο Τμήμα εξεδήλωσαν επιθετική συμπεριφορά προς την μητέρα τους αρνούμενα να την ακολουθήσουν και ως εκ τούτου κατόπιν συνεννοήσεως με την κυρία Εισαγγελέα Ανηλίκων με σκοπό την αποκατάσταση της ψυχικής υγείας των ανηλίκων οδηγήθηκαν στο Νοσοκομείο Παίδων Αγία Σοφία yra παιδοψυχιατρική εξέταση». Το παραπάνω παραπεμπτικό στάλθηκε δυνάμει της από 5-5-2008 προφορικής εντολής της Εισαγγελέα Ανηλίκων Μ..., η οποία εφαρμόζοντας το άρθρο 1532 ΑΚ διέταξε να φιλοξενηθούν τα παιδιά στην Ψυχιατρική Κλινική του Νοσοκομείου Παίδων Αγία Σοφία. Αποδείχθηκε ακόμη ότι οι ... και ... αθωώθηκαν με την 12336/2008 απόφαση του Β' Αυτοφώρου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών των κατηγοριών περί αρπαγής ανηλίκων μη συμπληρωσάντων τα 14 έτη από ανιόντα και της απλής συνέργειας σε αυτήν για την οποία κατηγορούνταν. Με την από 15.05.2008 προσωρινή διαταγή του Δικαστή του Μσν.Πρωτ.Ιωαννίνων, που εκδόθηκε κατά την κατάθεση της προαναφερθείσας 1201/2008 αιτήσεως του πατέρα των ανηλίκων -επί της οποίας εκδόθηκε η πιο πάνω 2.015/2008 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου- διατάχθηκε η επιστροφή των παιδιών, μετά την έξοδο τους από το Νοσοκομείο Παίδων στο Τσεπέλοβο Ιωαννίνων. Έκτοτε, δηλαδή μετά την επιστροφή τους από το Νοσοκομείο Παίδων τον Μάιο του έτους 2008, ουσιαστικά τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων διέμεναν μόνιμα πλέον μαζί με τον πατέρα τους στον έναν από τους προαναφερόμενους ξενώνες που αυτός διατηρεί. Τα παραπάνω περιστατικά, τα οποία προκάλεσε η μητέρα των ανηλίκων συνιστούν καταχρηστική άσκηση του λειτουργήματος της επιμέλειας εκ μέρους της, κατά την έννοια του άρθρου 1532 παρ. 1 ΑΚ και αποδεικνύουν σε συνδυασμό και με τα πιο πάνω περιστατικά των χειροδικιών σε βάρος των ανηλίκων, την αδυναμία της να ανταποκριθεί με επάρκεια στις υποχρεώσεις της ως μητέρας. Περαιτέρω από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο πατέρας των ανηλίκων, όσο τα ανήλικα βρίσκονται μαζί του, τους παρέχει όλες εκείνες τις υπηρεσίες που χρειάζονται για μία ήσυχη και επιμελημένη διαβίωση στην οικία του. Τα βοηθά στα μαθήματα τους και επιβλέπει τις επιδόσεις τους στο σχολείο, ενώ παράλληλα τα καθοδηγεί και σε συνήθειες που έχουν σχέση με τη φύση και το περιβάλλον, όπως σε πεζοπορίες στο βουνό και σε σπορ σε ποτάμια της περιοχής. Τα ανήλικα αισθάνονται κοντά του την ασφάλεια και τη σιγουριά που πρέπει να νοιώθουν τα παιδιά της ηλικίας τους και επιθυμούν για το λόγο αυτό να βρίσκονται μαζί του. Μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, στον πατέρα τους απευθύνονται, όταν η μητέρα τους τα κακομεταχειρίζεται, αρνούμενα να επιστρέψουν στη συνέχεια σ' αυτήν. Αντίθετα, η μητέρα των ανηλίκων, που είχε από της γεννήσεώς τους κατά το μέγιστο μέρος την ευθύνη της φροντίδας και ανατροφής τους, δεν ανταπεξήλθε επαρκώς στα καθήκοντα αυτά, δεν προσπάθησε να αναπτύξει εποικοδομητικά και με δημιουργικό τρόπο την προσωπικότητα τους, δεν παρέσχε στα ανήλικα τέκνα της το απαιτούμενο οικογενειακό περιβάλλον για την ψυχική τους ισορροπία, την ολοκληρωμένη και υγιή ψυχοπνευματική τους ανάπτυξη και τη διαμόρφωση της προσωπικότητας τους, δεν εξασφάλισε τις κατάλληλες συνθήκες προσαρμογής στις νέες περιστάσεις, τα δε ανήλικα τέκνα της δεν αισθάνονται ότι βρήκαν στο πρόσωπο της μητέρας τους το στήριγμα της ζωής που επιζητούν τα ανήλικα τέκνα. Πέραν δε τούτων προέκυψε, ότι η μητέρα των ανηλίκων καλλιέργησε αισθήματα αντιπάθειας αυτών προς τον πατέρα τους και προσπάθησε να τα αποξενώσει απ' αυτόν.  Τα ανήλικα τέκνα έχουν προσαρμοστεί πλήρως στο σχολικό τους περιβάλλον  και έχουν αναπτύξει φιλικές σχέσεις με τους συμμαθητές τους, ενώ μεταξύ τους συνδέονται με ιδιαίτερο δεσμό αγάπης. Ενόψει όλων των ανωτέρω και με αποκλειστικό γνώμονα το πραγματικό συμφέρον των ανήλικων τέκνων των διαδίκων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιμέλεια αυτών πρέπει νοι ανατεθεί στον πατέρα τους, ο οποίος με επιτυχία θα ανταπεξέλθει στα πρόσθετα καθήκοντα και την αυξημένη ευθύνη της αντιμετωπίσεως των ειδικών περιστάσεων. Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από τα επικαλούμενα από την μητέρα των ανηλίκων περιστατικά. Πιο συγκεκριμένα, κατέθεσαν υπέρ της ενάγουσας οι μάρτυρες ... - πατέρας του διαδίκου ..., ο οποίος ζεί στην ίδια οικία με την με την ενάγουσα και του οποίου η κατάθεση δεν κρίνεται πειστική, αφού αυτός ως πατέρας του διαδίκου ... έπρεπε να προσπαθεί να ηρεμήσει τους διαδίκους και να μην σπεύδει να πάρει το μέρος κανενός. Επίσης δεν κρίνονται πειστικές  οι καταθέσεις της ..., που περιέχονται στην με αριθμό 731/2008 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βόλου η οποία, η οποία είναι μεν εξαδέλφη του διαδίκου ..., πλην όμως δεν έχει άμεση αντίληψη αφού λείπει από το Τσεπέλοβο μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως και η μαρτυρία του ..., αφού η καταθέσεις τους δεν παρέχουν την προσήκουσα στο Δικαστήριο πίστη περί της αληθείας αυτών, αφού στην προσπάθεια τους να εναρμονιστούν με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, περιπίπτουν σε αντιθέσεις και αντιφάσεις προς ασφαλή στοιχεία, και διαψεύδονται σε όσα αναφέρονται για τη συμπεριφορά του εκκαλούντος προς τα τέκνα του.


Από την επικοινωνία που είχε στις 2-3-2011, το Δικαστήριο με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων ... και ..., κατά το άρθρο 1511 εδ. γ ΑΚ, κατά την επανάληψη της συζήτησης που διατάχθηκε με την 105/2010 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, προκειμένου να τηρηθεί η απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς σχετικά με την ανάθεση της οριστικής επιμέλειας των ανηλίκων στον ενάγοντα πατέρα τους, για να ληφθεί υπόψη και η γνώμη αυτών ως προς το άνω θέμα, δεν υπήρξε συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς. Επίσης δεν διαπιστώθηκε ότι τα τέκνα έχουν περιαχθεί σε στάση αρνήσεως ή αντιπάθειας έναντι της μητέρας τους. Η μη εκδηλωτική στάση τούτων προς την μητέρα τους, και η επιφυλακτικότητα που εμφανίζουν, οφείλεται σε αισθήματα ανασφάλειας και φόβου και τον κλονισμό της εμπιστοσύνης που τους έχουν δημιουργηθεί από τη δική της προπεριγραφόμενη συμπεριφορά και όχι σε επηρεασμό ή σε πίεση από τον πατέρα τους ή το πατρικό οικογενειακό περιβάλλον. Τα ανήλικα τέκνα είναι σε θέση να εκφράσουν με ελεύθερο και ώριμο για την ηλικία τους τρόπο και αβίαστα τις καταστάσεις που υπάρχουν στη μνήμη τους, σχετικά με όσα συνέβαιναν στην οικογενειακή ζωή και τα πραγματικά αίτια που επηρεάζουν την ψυχοσωματική τους ανάπτυξη. Αμφότερα τα ανήλικα έχουν την απαιτούμενη προς τούτο ωριμότητα. Ο ανήλικος ... έχει ολοκληρωμένη την ψυχοπνευματική του ανάπτυξη και διαμορφωμένη την προσωπικότητά του, δεν υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές του πατέρας του και των άλλων οικείων του, ώστε να οδηγηθεί στο σχηματισμό μονομερούς διαμορφώσεως και προτιμήσεως προς τον ένα από τους γονείς. Σύμφωνα δε με αυτά, τα ανήλικα τέκνα μπορούν να διατυπώσουν αξιόπιστο λόγο ως προς το πραγματικό και αντικειμενικό τους συμφέρον για το με ποιον από τους δύο γονείς τους προτιμούν να διαμένουν, ικανότητα την οποία φάνηκε να διαθέτουν σε ικανοποιητικό βαθμό, ιδιαίτερα ο μεγαλύτερος γιος ...  ηλικίας δώδεκα ετών, εκφράσθηκε με ώριμο για την ηλικία του και συγκροτημένο τρόπο υπέρ της απόψεως της παραμονής του ίδιου και του μικρότερου αδελφού του ... ηλικίας δέκα ετών με τον πατέρα του. Την ίδια γνώμη εξέφρασε και ο μικρότερος Ε., ο οποίος αισθάνεται ιδιαίτερο δεσμό και με τον αδελφό του και θεωρεί αυτονόητο ότι θα διαμένει όχι μόνο με τον πατέρα του αλλά και με τον αδελφό του. Για την κρίση του Δικαστηρίου ως προς τον προσδιορισμό του συμφέροντος των ανηλίκων τέκνων, δεν ήταν αναγκαίο, ενόψει όσων προεκτέθηκαν, να διαταχθεί ψυχιατρική έκθεση, όπως ο εκκαλών αναφέρει με σχετικό λόγο της έφεσης του, ενόψει των αναφερομένων ισχυρισμών στην αγωγή της ενάγουσας, ότι τα ανήλικα τέκνα ήσαν εξαγριωμένα έναντι αυτής και των συγχωριανών της και επομένως τα ανήλικα είχαν ψυχικά προβλήματα. Ο διάδικος ... προσκομίζει και επικαλείται την από 18-11-2009 έκθεση κοινωνικής έρευνας για τις συνθήκες διαβίωσης των παραπάνω ανηλίκων τέκνων, η οποία διενεργήθηκε κατόπιν της αίτησης του διαδίκου ...  και την με αριθμό πρωτ. 4181 α/2-11-2009 εισαγγελική παραγγελία, Στην έκθεση αυτή που διενεργήθηκε από την επιμελήτρια ανηλίκων ..., αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι από τους ελέγχους που επέδειξε ο πατέρας τους η επίδοσή τους είναι αρκετά καλή και η φοίτησή τους τακτική χωρίς απουσίες. Δεν παρατήρησε σημάδια παραμέλησης και δεν έχουν απασχολήσει με παραβατική συμπεριφορά το Δικαστήριο Ανηλίκων Ιωαννίνων. Ωστόσο οι ανήλικοι υφίστανται τις επιπτώσεις την έντονης διαμάχης των γονέων για την διεκδίκησή τους. Τελειώνοντας η παραπάνω επιμελήτρια αναφέρει ότι με όποιο γονέα ζήσουν οι ανήλικοι στο μέλλον έχουν ανάγκη και τη στοργή της μητέρας και οι γονείς οφείλουν να συνεργασθούν για την ψυχική ισορροπία των παιδιών τους. Με βάση τα παραπάνω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση αυτού, σε διαφορετική κρίση κατέληξε με εκτίμηση των αποδείξεων που προσκομίστηκαν και ανέθεσε την επιμέλεια των δύο ανηλίκων τέκνων των διαδίκων στη μητέρα τους, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, οι δε σχετικοί λόγοι της έφεσης, με τους οποίους ο εκκαλών αιτιάται για σφάλμα της εκκαλουμένης ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων είναι ουσιαστικά βάσιμος.


Μετά ταύτα, ενόψει του ότι δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι των εφέσεων προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση έφεση να γίνει δεκτή ως βάσιμη και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της και κατά το μη θιγέν μέρος αυτής, χάριν της ενότητας της εκτελέσεως εν ευρεία έννοια, ώστε να εκδοθεί ενιαία απόφαση, στην οποία περιλαμβάνονται όσα κεφάλαια της προσβαλλομένης αποφάσεως παρέμειναν αλώβητα και όσα έχουν μεταρρυθμισθεί στην παρούσα κατ' έφεση δίκη. Στη συνέχεια, πρέπει, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και δικαστεί εκ νέου η αγωγή του διαδίκου ... (άρθρο 535 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), η οποία είναι νόμιμη, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη και να ανατεθεί οριστικά η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων ... και ... στον ενάγοντα πατέρα τους.


Εξάλλου, εφόσον εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση, εξαφανίζεται και η διάταξη αυτής περί δικαστικών εξόδων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 535 παρ. 1, 176, 178, 183,1 89 παρ. 1 περ. γ' και 191 Κ.Πολ.Δικ. και 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 3026/1954). Πρέπει επομένως να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων (άρθρο 179 ΚΠολΔ), αφού πρόκειται για διαφορά ανάμεσα σε συζύγους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ' αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει την με αριθμό 204/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί των με αριθ. έκθ.κατάθ. 977/21-8-2007 και 592/20-5-2008 αγωγών.

Απορρίπτει την από 21-8-2007 με αριθ.κατάθ. 977/2007 αγωγή της ...   

Δέχεται εν μέρει την από 20-5-2008 αγωγή με αριθμό κατάθ. 592/2008
του ...

Αναθέτει οριστικά την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων ... και ... στον ενάγοντα ...

Συμψηφίζει την δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στα Ιωάννινα στις 4 Απριλίου 2011, δημοσιεύτηκε δε δημόσια στο ακροατήριο του στις 30 Μαΐου 2011, χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Ο  ΠΡΟΕΔΡΟΣ     Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

Η ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΣΤΗ ΛΗΨΗ, ΣΥΝΤΑΞΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ


Δημοσιεύθηκε στο Νομικό περιοδικό ΣΥΝήΓΟΡΟΣ,  τεύχος 84/2011, σελ. 84, 85, 86.

Συντάκτης: Κωστής Δεμερτζής, δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω







Το ζήτημα της ουσιαστικής διασφάλισης της αρχής της «συλλογικής ευθύνης των δικαστών» για την δικαστική απόφαση από την δικονομική ρύθμιση της διαδικασίας λήψης, σύνταξης και δημοσίευσης της δικαστικής απόφασης
Μια νομοθετική πρόταση της Μ.Κ.Ο. «Σύλλογος Πατρότης» προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης
Συντάκτης: Κωστής Δεμερτζής, δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω
*  *  *
Μικρό εισαγωγικό: Το πρόβλημα της ποιότητας των δικαστικών αποφάσεων είναι ζήτημα πολύ σοβαρό, αφού θίγει αυτήν καθ’ εαυτήν την ουσία της απόδοσης της δικαιοσύνης.
Από τους ενδιαφερόμενους φορείς, μεταξύ των οποίων και οι δικηγορικοί σύλλογοι, και το Υπουργείο Δικαιοσύνης, έχει δοθεί πρόδηλα μονομερής έμφαση στον ποσοτικό παράγοντα της απόδοσης δικαιοσύνης, δηλαδή στον ρυθμό παραγωγής δικαστικών αποφάσεων. Πόσο διαρκεί μια δίκη, πόσο διαρκεί η έκδοση απόφασης από την συζήτησή της, κ.τ.λ.
Ωστόσο, το πρόβλημα της ποιότητας των δικαστικών αποφάσεων είναι ακόμα σοβαρότερο, και είναι πολύ γνωστό σε όλους τους ενδιαφερόμενους, χωρίς να προβάλλεται με την ανάλογη έμφαση, για λόγους που θα αναπτυχθούν με άλλη ευκαιρία.
Δύο παράγοντες που πρέπει να διασφαλιστούν είναι, αφενός η ποιότητα του δικαστή και της δουλειάς του, δηλαδή κατά πόσον είναι επαρκής ο ίδιος και εξετάζει με επάρκεια την κάθε δικογραφία και, αφετέρου, ο τρόπος της συλλογικής παραγωγής της δικαστικής απόφασης, από τις πολυμελείς συνθέσεις. Η διασφάλιση των παραπάνω πρέπει να είναι, καταρχάς, προληπτική, υπό την έννοια ότι είναι πολύ καλύτερο να προλαμβάνεις, παρά να αναζητάς τρόπους διόρθωσης όταν το κακό έχει γίνει.
Σε μία από τις διαστάσεις της ποιότητας της δικαστικής απόφασης, την διαδικασία της συλλογικής παραγωγής των πολιτικών αποφάσεων, αναφέρεται η ακόλουθη πρόταση, η οποία κατατέθηκε στον Υπουργό Δικαιοσύνης, με αφορμή δύο περιπτώσεις δικαστικών αποφάσεων πολυμελούς συνθέσεως, οι οποίες, από το επίπεδό τους (νομικό, αλλά και συνολικής εκδικάσεως της υπόθεσης), έθεταν σοβαρά ερωτήματα, τόσο για την ποιότητα του δικαστή που τις παρήγαγε, όσο και για τον τρόπο που λειτούργησαν τα λοιπά μέλη της συνθέσεως, για να ανταποκριθούν στην (τύποις ισχύουσα) αρχή της «συλλογικής ευθύνης των δικαστών».
Το ζήτημα αυτό είναι – και πρέπει να αποτελέσει – αντικείμενο συζήτησης κατά τις επικείμενες εκλογές των δικηγορικών συλλόγων. Σ’ αυτές ακούγονται μερικές φορές ανησυχητικά επιπόλαιες προτάσεις, όπως ότι, εφόσον – ανεπισήμως – είναι γνωστό ότι «δεν γίνονται διασκέψεις», πρέπει να καταργηθούν, ή να περιοριστούν ριζικά οι πολυμελείς συνθέσεις, για να έχουμε ταχύτερες δίκες.
Audiatur, συνεπώς, και την altera pars, όπως ακολουθεί αμέσως μετά.
*  *  *
Νομική ανάπτυξη
Οι γενικές δικαιακές Αρχές, οι οποίες ισχύουν για όλα τα είδη των Δικαστηρίων, συνεπώς και για το Πολυμελές Πρωτοδικείο, και θεσμοθετούνται απευθείας στο Σύνταγμα, και ιδίως στο άρθρο 93 παρ. 3, όπου ορίζεται ότι:
 «Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη και απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση. Νόμος ορίζει τις έννομες συνέπειες που επέρχονται και τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβίασης του προηγούμενου εδαφίου. Η γνώμη της μειοψηφίας δημοσιεύεται υποχρεωτικά. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την καταχώριση στα πρακτικά ενδεχόμενης μειοψηφίας, καθώς και τους όρους και τις προϋποθέσεις της δημοσιότητάς της».
Κατά την ερμηνεία εφαρμογή της εν λόγω βασικής δικαιακής αρχής, πρέπει να έχουμε υπόψη τις εξής αναγκαίες προϋποθέσεις και ταυτόχρονα συνέπειες, χωρίς τις οποίες η αρχή της αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων δεν είναι νοητή:
-        Η απόφαση εκδίδεται από «το δικαστήριο». Αυτό σημαίνει ότι η έκδοση είναι πράξη από κοινού όλων των δικαστών της σύνθεσης, οι οποίοι και συνευθύνονται, κατά την αρχή της συλλογικής ευθύνης των δικαστών.
-        Η αρχή της συλλογικής ευθύνης τονίζεται από το δικαίωμα του δικαστή να ζητήσει να περιληφθεί στην αιτιολογία, όπως θα δημοσιευθεί, την γνώμη του. Η «γνώμη της μειοψηφίας» μπορεί να είναι αποκλίνουσα (όπως κατά κανόνα συμβαίνει στις ελληνικές δικαστικές αποφάσεις), μπορεί και συγκλίνουσα (πολλά παραδείγματα σε αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, και σε αποφάσεις των ανωτάτων δικών μας δικαστηρίων, ιδίως των Ολομελειών του ΣτΕ, αλλά ενίοτε και του Α.Π.).
-        Αυτό σημαίνει ότι ο κάθε δικαστής της σύνθεσης που εξέδωσε την απόφαση ευθύνεται όχι μόνο για το διατακτικό της απόφασης, αλλά και για τις αιτιολογίες της, μέχρι τελευταίας σκέψεως, διατυπώσεως και λέξεως.
Στον παραπάνω προβληματισμό η λέξη «ευθύνη» νοείται καταρχάς με την γενική έννοια, της προσωπικής απόδοσης της απόφασης στον δικαστή της σύνθεσης, τρόπον τινά την «ευθύνη της υπογραφής» της απόφασης, την κάλυψη της απόφασης με το δικαστικό κύρος, την θεσμική ευθύνη, την προσωπική εγγύηση για την απόφαση που θα εκδοθεί, όπως αυτή θα υπάρχει τυπωμένη, εν τω συνόλω της, ως αιτιολογικό και διατακτικό. Κάθε ειδικότερη έννοια της «ευθύνης», όπως αστική, ποινική ή πειθαρχική, κατά τις ειδικότερες νομοθετικές προβλέψεις, απορρέει από την παραπάνω γενική έννοια, ήτοι την «ευθύνη της υπογραφής»του δικαστή στην απόφαση.
Ενόψει των παραπάνω, πρέπει να εξεταστεί εγγύτερα η τήρηση της αρχής της συλλογικής ευθύνης ως προς τις αιτιολογίες των δικαστικών αποφάσεων, σε επίπεδο διαδικασίας εκδόσεως δικαστικών αποφάσεων, όπως αυτή ρυθμίζεται από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
*  *  *
Όπως ισχύει, ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, ορίζει την διαδικασία λήψης και εκδόσεως των δικαστικών αποφάσεων στα άρθρα 300 και επόμενα, ως εξής:
Στο άρθρο 300, ορίζεται ότι:
«η απόφαση εκδίδεται μόνο από το δικαστή που έλαβε μέρος στη σύνθεση του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση ύστερα από την οποία εκδίδεται, και στα πολυμελή δικαστήρια ύστερα από διάσκεψη και ψηφοφορία όλων των δικαστών που έλαβαν μέρος στη συζήτηση».
Στην παραπάνω διατύπωση, η λέξη «μόνο», αφορά και τα πολυμελή δικαστήρια, δηλαδή και στα πολυμελή δικαστήρια προϋπόθεση της έκδοσης της απόφασης είναι η διάσκεψη και ψηφοφορία ΟΛΩΝ των δικαστών που έλαβαν μέρος στη συζήτηση, και ΜΟΝΟΝ αυτών.
Το άρθρο 301 ορίζει την διεύθυνση, την εισήγηση, την συζήτηση και την ψηφοφορία κατά την διάσκεψη. Το αντικείμενο και περιεχόμενο της διάσκεψης δεν ορίζεται ειδικότερα.
Στο άρθρο 302, ρυθμίζεται η περίπτωση της διαφωνίας κατά την ψηφοφορία, ως εξής:
«1. Σε περίπτωση διαφωνίας επικρατεί η γνώμη της πλειοψηφίας. Αν το ζητήσει η μειοψηφία, η γνώμη της καταχωρίζεται στο αιτιολογικό της απόφασης με τον τύπο της αμφιβολίας, καθώς και στο πρακτικό της διάσκεψης. Στην απόφαση του Αρείου Πάγου καταχωρίζεται μόνο η γνώμη της πλειοψηφίας και στο πρακτικό της διάσκεψης η γνώμη της μειοψηφίας. 2. Αν κατά την ψηφοφορία σχηματιστούν περισσότερες από δύο γνώμες, εκείνοι που αποτελούν την ασθενέστερη μειοψηφία οφείλουν να προσχωρήσουν σε μία από τις επικρατέστερες γνώμες. Αν περισσότερες από τις ασθενέστερες γνώμες συγκεντρώνουν ισοψηφία, γίνεται ψηφοφορία για να αποκλειστεί η μία από αυτές και τότε εκείνοι που την ακολουθούν οφείλουν να προσχωρήσουν σε μία από τις άλλες γνώμες εωσότου σχηματιστεί πλειοψηφία. 3. Αν επέλθει ισοψηφία, προσλαμβάνεται και άλλος δικαστής και η υπόθεση συζητείται πάλι στο ακροατήριο».
Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 93 παρ. 3 Σ., κατά το οποίο «η γνώμη της μειοψηφίας δημοσιεύεται υποχρεωτικά», η διάταξη κατά την οποία, στην απόφαση του Αρείου Πάγου καταχωρίζεται μόνο η γνώμη της πλειοψηφίας, και η γνώμη της μειοψηφίας μόνο στο πρακτικό της διάσκεψης. Είναι απορίας άξιον πώς και γιατί παρέμεινε αυτή η σαφώς αντισυνταγματική διάταξη στο κείμενο της Πολιτικής Δικονομίας.
Κατά το άρθρο 303: «αν στη διάσκεψη διχαστούν οι ψήφοι, συντάσσεται πρακτικό, που υπογράφεται από τον πρόεδρο, εκείνους που μειοψήφησαν και το γραμματέα. Αν κάποιος από αυτούς πέθανε ή έπαψε να είναι τοποθετημένος στο δικαστήριο ή έχει άδεια, αυτό αναφέρεται στο πρακτικό και υπογράφουν οι υπόλοιποι».
Η διαδικασία δημοσίευσης της απόφασης ορίζεται στο άρθρο 304, ως εξής:
«1. Αφού περατωθεί η ψηφοφορία, ο εισηγητής δικαστής συντάσσει το σχέδιο της απόφασης που περιέχει το αιτιολογικό και το διατακτικό της, το οποίο χρονολογεί ο πρόεδρος και το υπογράφει αυτός και ο εισηγητής. Αν πρόκειται για απόφαση του προέδρου, του εισηγητή του άρθρου 341 παρ. 3, του μονομελούς πρωτοδικείου και του ειρηνοδικείου, το σχέδιο συντάσσει, χρονολογεί και υπογράφει ο δικαστής που εκδίδει την απόφαση.
2. Από το σχέδιο της παραγράφου 1 δημοσιεύεται η απόφαση σε δημόσια συνεδρίαση.
"3. Μετά τη δημοσίευση κάθε διάδικος δικαιούται να λάβει απλό φωτοτυπικό αντίγραφο του σχεδίου προκειμένου να μεριμνήσει για την καθαρογραφή με συμπληρωμένα τα στοιχεία που πρέπει, σύμφωνα με το επόμενο άρθρο, να αναφέρονται στο πρωτότυπο της απόφασης. Ο κατά την παράγραφο 1 εισηγητής ή δικαστής οφείλει να θεωρήσει ενυπογράφως, το ταχύτερο δυνατόν, το πρωτότυπο, το οποίο ακολούθως υπογράφεται αμέσως κατά το άρθρο 306"
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 305:
«Το πρωτότυπο της απόφασης πρέπει να αναφέρει:
1) τη σύνθεση του δικαστηρίου και, αν πρόκειται για πολυμελή δικαστήρια, το όνομα του εισηγητή δικαστή,
2) το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και την κατοικία των διαδίκων, των νόμιμων αντιπροσώπων και των δικαστικών πληρεξουσίων τους, και αναφέρεται αν αυτοί έχουν παραστεί και αν υπέβαλαν προτάσεις,
3) σύντομη περίληψη του αντικειμένου και της πορείας της δίκης,
4) το αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και
5) ότι η απόφαση δημοσιεύθηκε».
Κατά το άρθρο 306 ΚΠολΔ:
«1. Όποιος είχε διευθύνει τη συζήτηση και ο γραμματέας υπογράφουν το πρωτότυπο της απόφασης.
2. Αν όποιος είχε διευθύνει τη συζήτηση πέθανε ή έπαψε να είναι τοποθετημένος στο δικαστήριο ή βρίσκεται σε άδεια, υπογράφει στη θέση του ο αρχαιότερος κατά το διορισμό από τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση. Αν όλοι τους κωλύονται, υπογράφει ο προϊστάμενος του δικαστηρίου και, αν ούτε αυτός υπάρχει, υπογράφει μόνο ο γραμματέας. 3. Τα κωλύματα της παραγράφου 2 αναφέρονται στο πρωτότυπο της απόφασης
Σύμφωνα με το άρθρο 573 ΚΠολΔ, τα παραπάνω άρθρα εφαρμόζονται και στην διαδικασία της δίκης για την αναίρεση.
*  *  *
Στην παραπάνω ρύθμιση προκύπτει ένα εμφανές κενό: αυτό της ευθύνης του δικαστή της σύνθεσης πολυμελούς δικαστηρίου, για την το κείμενο της απόφασης, τόσο την αιτιολογία, αλλά και το διατακτικό της.
Αν παρακολουθήσει κανείς νοητικά την πορεία της απόφασης, αυτή ξεκινάει, τρόπον τινά, από τον εισηγητή, ο οποίος ετοιμάζει εισήγηση για την διάσκεψη των δικαστών που έλαβαν μέρος στη συζήτηση – και μόνον αυτών.
Πουθενά δεν ορίζεται το περιεχόμενο της εισήγησης, ούτε αν αυτό, στην περίπτωση, λ.χ., του Αρείου Πάγου, θα συμπίπτει με την «έκθεση του εισηγητή» που έχει κατατεθεί στην γραμματεία του δικαστηρίου προ της συζητήσεως, και έχουν λάβει γνώση οι διάδικοι (άρθρο 571 παρ. 4 ΚΠολΔ).
Στην τελευταία περίπτωση, το ορθό είναι να γίνει δεκτό ότι, νομικά, το περιεχόμενο της εισήγησης στην διάσκεψη μπορεί να διαφέρει από αυτό της «έκθεσης του εισηγητή», η οποία ετέθη εις γνώση των διαδίκων (όπως μπορεί να διαφέρει και ο εισηγητής). Διότι τότε μόνο θα είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη και κατά την διάσκεψη η συζήτηση στο ακροατήριο, τα υπομνήματα των διαδίκων κ.τ.λ. Ο Εισηγητής, συνεπώς, μπορεί να αλλάξει την «έκθεσή» του, η οποία, με το «συζητείται» της υπόθεσης, έχει εκπληρώσει τον προορισμό της.  
Η κατά τα άνω εισήγηση, κατά τα λοιπά, παρουσιάζεται σε διάσκεψη υπό την προεδρία του προέδρου του δικαστηρίου, και διεξάγεται ψηφοφορία.
Το αντικείμενο της ψηφοφορίας δεν καθορίζεται στον κώδικα. Σε κάθε περίπτωση, είναι σαφές ότι:
α) κατά την διάσκεψη και την ψηφοφορία δεν συντάσσεται πρακτικό – παρά μόνον στην περίπτωση της μειοψηφίας, και, συνεπώς, οι δικαστές που λαμβάνουν μέρος δεν «υπογράφουν» πουθενά,
β) κατά την διάσκεψη και την ψηφοφορία δεν υπάρχει το σχέδιο της απόφασης, το οποίο συντάσσεται εκ των υστέρων, από τον εισηγητή και υπογράφεται από αυτόν και τον πρόεδρο,
γ) Το πρωτότυπο της απόφασης θα φέρει υπογραφή του προέδρου και του γραμματέα.
*  *  *
Τίθεται, συνεπώς, το ερώτημα, κατά πόσον, ενόψει της παραπάνω διαδικασίας, μπορεί να θεωρηθεί διασφαλισμένη η ευθύνη του δικαστή της σύνθεσης για το τελικό κείμενο της απόφασης που θα εκδοθεί.
Τούτο διότι, κατά την διαδικασία που περιγράφεται παραπάνω, ο δικαστής της σύνθεσης που δεν είναι πρόεδρος ή εισηγητής (επί τριμελών συνθέσεων, ένας ή δύο δικαστές – γιατί μπορεί εισηγητής να είναι και ο πρόεδρος – επί πενταμελών οι τρεις ή τέσσερις δικαστές, ομοίως, κ.τ.λ.), δεν υπογράφουν πουθενά, αλλά και δεν συμμετέχουν καθόλου στην διαδικασία της παραγωγής της απόφασης μετά την διάσκεψη (δηλαδή δεν συμμετέχουν διόλου στην διαδικασία σύνταξης του σκεπτικού της απόφασης – το οποίο μπορεί να διαφέρει από την εισήγηση – στην οριστικοποίηση και υπογραφή του).
Οι δικαστές αυτοί, κυριολεκτικά, αποξενώνονται από την διαδικασία παραγωγής της απόφασης, μετά την ψηφοφορία, και πριν αυτή διατυπωθεί κατά το κείμενό της, δηλαδή, τόσο το σπουδαιότατο μέρος του αιτιολογικού, αλλά και κατά το ίδιο το διατακτικό, αφού από πουθενά δεν προκύπτει ότι, στο τέλος της διάσκεψης, έχει συνταχθεί τουλάχιστον το διατακτικό της απόφασης. Πώς μπορεί, στη συνέχεια, να θεωρηθούν υπεύθυνοι για το δικαστικό κείμενο που θα εκδοθεί με το όνομά τους;
*  *  *
Πρόκειται αναμφισβήτητα για νομοθετικό κενό – ένα σημαντικότατο κενό, και πρέπει να διερευνηθεί η έκτασή του.
Ειδικότερα:
-        Η δομή του θεσμού της δίκης και της έκδοσης της δικαστικής απόφασης καθιστά με βεβαιότητα τον δικαστή της σύνθεσης πλήρως υπεύθυνο της απόφασης που εκδίδεται, και στην οποία φέρεται ως δικάσας. Συνεπώς, ο δικαστής αυτός έχει το δικαίωμα να ελέγξει την απόφαση πριν το τελευταίο της στάδιο, δηλαδή ακριβώς πριν δημοσιευθεί.
-        Η δυνατότητα ελέγχου της απόφασης από τον δικαστή της σύνθεσης, όπως αυτή δημοσιεύεται, τυπικά τουλάχιστον, διασφαλίζεται στο άρθρο 304 παρ. 2, κατά το οποίο: «από το σχέδιο της παραγράφου 1 δημοσιεύεται η απόφαση σε δημόσια συνεδρίαση».
Ο δικαστής, δηλαδή, ο οποίος έχει ψηφίσει για την απόφαση στην διάσκεψη, κατά την εν λόγω νομοθετική πρόβλεψη, επανέρχεται στην διαδικασία και συμμετέχει στην δημοσίευση, «από το σχέδιο».
Αυτό σημαίνει ότι η δημοσίευση – κατά νόμον – νοείται:
α) φυσική, πραγματική, δημόσια
β) με φυσική, πραγματική, δημόσια παρουσία όλης της σύνθεσης του δικαστηρίου, και ειδικότερα αυτής που εξέδωσε την απόφαση και
γ) ενόψει του σχεδίου, το οποίο βρίσκεται στην έδρα, και τελεί υπό την γνώση και τον έλεγχο όλων των δικαστών της σύνθεσης.
Τέτοια διασφάλιση, όμως, είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη, για πολλούς λόγους, μεταξύ των οποίων είναι και ότι, στα περισσότερα Δικαστήρια, και ιδίως στα Πολιτικά, η «δημοσίευση» είναι τυπική, κατ’ ουσίαν μια πράξη της Γραμματείας, και δεν διασφαλίζει κανέναν απολύτως έλεγχο του κειμένου της απόφασης από τον δικαστή που δεν είναι εισηγητής της.
*  *  *
Σημειώνεται ότι, στην Ποινική Δικονομία, το πρόβλημα δεν είναι φλέγον σε ανάλογο βαθμό, όσο στην Πολιτική Δικονομία, κατά κύριο λόγο επειδή στην πρώτη από τις δύο υπάρχει αμεσότητα, άμεση εφαρμογή της αρχής της προφορικότητας, αμεσότητα της διάσκεψης, αμεσότητα και πραγματική εφαρμογή της δημοσίευσης των δικαστικών αποφάσεων, οι δικαστές της σύνθεσης γνωρίζουν κατά κανόνα την υπόθεση (η οποία εκτέθηκε ενώπιόν τους στο Ακροατήριο), η πρόταση του Εισαγγελέως δεν προέρχεται από «μέσα» από το Δικαστήριο, αλλά προωθεί την επεξεργασία της υπόθεσης, η διάσκεψη των πολυμελών Δικαστηρίων είναι πάντοτε πραγματική (εν τόπω και χρόνω!), και η δημοσίευση της απόφασης, έστω και με στοιχειώδες σκεπτικό, πραγματική και δημόσια. Ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο, η αρχή της συλλογικής ευθύνης των δικαστών λειτουργεί πολύ καλύτερα στην ποινική δίκη, απ’ ό,τι στην πολιτική (ή στην διοικητική), και γι’ αυτό τον λόγο, μάλιστα, οι διατυπώσεις μειοψηφούσας άποψης (καθώς και η διαφοροποίηση της απόφασης του Δικαστηρίου από την πρόταση του Εισαγγελέως) είναι σύνηθες και κανονικό φαινόμενο, κατ’ αντίθεση προς την καταθλιπτική «ομοφωνία» η οποία κυριαρχεί στις Πολιτικές αποφάσεις, η οποία δεν υποκρύπτει κατ’ αρχάς πραγματική συμφωνία των δικαστών, αλλά (κατά κανόνα) έλλειψη ελέγχου της απόφασης – και ιδίως των «αιτιολογιών» της – από τους λοιπούς δικαστές της σύνθεσης, πλην του εισηγητή.
Και στις ποινικές αποφάσεις, βεβαίως, παρόμοιο πρόβλημα υφίσταται, αν και σε μικρότερο βαθμό, στο μέτρο που η αιτιολογία της απόφασης συντάσσεται σε ημερομηνία αρκετά μετά την δίκη, από έναν μόνο δικαστή (τον Πρόεδρο, εκτός εάν μειοψήφισε, οπότε συντάσσεται από κάποιο δικαστή της μειοψηφίας). Άρα, ό,τι προτείνεται παρακάτω ενόψει της Πολιτικής Δικονομίας, θα πρέπει να εξεταστεί αναλόγως και ενόψει της Ποινικής (καθώς και της Διοικητικής) Δικονομίας.  

Πρόταση  
Ενόψει των παραπάνω, προκύπτει ΆΜΕΣΗ ανάγκη τροποποίησης του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (και αναλόγως των άλλων Κωδίκων), με την εισαγωγή των παρακάτω ρυθμίσεων:
1)                 Για όλες τις διασκέψεις θα συντάσσεται πρακτικό, το οποίο θα υπογράφεται από όλους τους δικαστές της σύνθεσης, και όπου θα καταγράφονται οι γνώμες των δικαστών και το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας.
2)                 Το σχέδιο της απόφασης θα υπογράφεται από όλους τους δικαστές της σύνθεσης.
3)                 Το πρακτικό της διάσκεψης και το σχέδιο της απόφασης θα φυλάσσονται στο αρχείο του Δικαστηρίου.
Χωρίς ένα τουλάχιστον από τα παραπάνω μέτρα, η ίδια η ουσία της εκδίκασης μιας υπόθεσης από ένα «πολυμελές δικαστήριο», καθώς και η αρχή της «συλλογικής ευθύνης των δικαστών», καταργούνται στην πράξη, προς μέγιστη βλάβη των δικαζομένων, του επιπέδου των δικαστικών αποφάσεων, αλλά και του ίδιου του κύρους της Δικαιοσύνης.

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011

«Η Ελλάδα έχει προβλήματα με τα ανθρώπινα δικαιώματα»

ΛΙΝΟΣ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΙΣΙΛΙΑΝΟΣ (πρώτος έλληνας δικαστής στο Στρασβούργο)

Στον ΦΟΙΒΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ
Ο κ. Λίνος-Αλέξανδρος Σισιλιάνος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960. Είναι καθηγητής της Νομικής Αθηνών. Μεταξύ άλλων υπήρξε μέλος και πρόεδρος της Επιτροπής ειδικών του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη βελτίωση των διαδικασιών προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Μέλος από το 2000 και στη συνέχεια αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εθνικής Επιτροπής των δικαιωμάτων του ανθρώπου (2006-2011). Μέλος της Συγκλήτου της Ακαδημίας Διεθνούς Δικαίου της Χάγης από το 2010. Δικαστής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του ανθρώπου από τις 18 Μαΐου 2011.

Οι ελληνικές υποθέσεις που άπτονται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και έχουν φτάσει στο ευρωπαϊκό δικαστήριο είναι πολλές και ποικίλες, όπως αναφέρει ο πρώτος έλληνας δικαστής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που εδρεύει στο Στρασβούργο, σε μια ενδιαφέρουσα συνέντευξή του προς την «Κ.Ε.».


Ε Πριν από λίγο καιρό εκτελέστηκε άλλη μία φορά η θανατική ποινή στις ΗΠΑ. Πώς βλέπετε το γεγονός αυτό ως δικαστής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου;

Α Ακόμη και σήμερα, δυστυχώς, η θανατική ποινή εξακολουθεί να υφίσταται και να εκτελείται σε πολλές χώρες του κόσμου, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ και η Κίνα. Στην Ευρώπη έχουμε κάνει σημαντικότατα βήματα σε σχέση προς το ζήτημα αυτό. Ηδη το 1985, υιοθετήθηκε το 6ο Πρωτόκολλο στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο απαγόρευσε την επιβολή της θανατικής ποινής σε καιρό ειρήνης. Αρκετά χρόνια αργότερα, το 2002, το 13ο Πρωτόκολλο κατάργησε τη θανατική ποινή και σε περίοδο πολέμου ή άλλης έκτακτης ανάγκης. Και τα δύο αυτά πρωτόκολλα δεσμεύουν τη χώρα μας, όπως σχεδόν όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένων όλων ανεξαιρέτως των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η θανατική ποινή αποτελεί πλέον παρελθόν για την Ευρώπη, όχι μόνο λόγω της βαρβαρότητάς της, αλλά και διότι, ως μέτρο γενικής πρόληψης, έχει αποδειχθεί αναποτελεσματική.

Ε Πώς βλέπετε το παρόν και το μέλλον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου;

Α Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου αποτελεί ένα θεσμό υψίστης σημασίας για τη δημοκρατία και τις ελευθερίες στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Ο βασικός ρόλος του Δικαστηρίου ήταν και παραμένει η εναρμόνιση των εθνικών εννόμων τάξεων των 47 κρατών-μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης και της Ρωσίας, σε σχέση προς τα δικαιώματα που προστατεύει η ΕΣΔΑ. Πρόκειται για πραγματική πρόκληση, ιδίως εάν λάβει κανείς υπόψη ότι πολλά από τα συμβαλλόμενα κράτη στην ΕΣΔΑ έχουν ολιγόχρονη δημοκρατική παράδοση. Το γεγονός αυτό εξηγεί, ώς ένα βαθμό, το μεγάλο αριθμό ατομικών προσφυγών στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Από τον Ιούνιο του 2010, οπότε και τέθηκε σε ισχύ το 14ο Πρωτόκολλο στην ΕΣΔΑ, το Δικαστήριο εφαρμόζει νέους κανόνες που κατατείνουν στην απλούστευση και την επιτάχυνση των σχετικών διαδικασιών προκειμένου να απορροφήσει προοδευτικά τις δεκάδες χιλιάδες εκκρεμείς προσφυγές που έχουν συσσωρευτεί τα τελευταία χρόνια και να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στο θεσμικό του ρόλο, χωρίς καθόλου να θυσιάσει την ποιότητα των αποφάσεών του.

Ε Πώς βλέπετε την κατάσταση των δικαιωμάτων του ανθρώπου στην Ελλάδα σήμερα;

Α Θα μου επιτρέψετε νε περιοριστώ στα ζητήματα δικαιωμάτων του ανθρώπου που αναγνωρίζονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση και τα πρωτόκολλα σε αυτή και να μην υπεισέλθω σε θέματα κοινωνικών δικαιωμάτων, τα οποία προστατεύονται από τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη. Κάτω από αυτή την οπτική γωνία, οι ελληνικές υποθέσεις στο Στρασβούργο αναδεικνύουν τα εξής κυρίως ζητήματα:

- Ο μεγάλος όγκος των καταδικαστικών αποφάσεων κατά της χώρας μας συναρτάται προς το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης. Το σύστημα αυτό έχει κριθεί, κατ' επανάληψη, αργό και συχνά αναποτελεσματικό, χαρακτηρίζεται δε πολλές φορές ως έντονα φορμαλιστικό. Μία επιπλέον αδυναμία του συστήματος έγκειται στη μη συμμόρφωση ή τη μη έγκαιρη συμμόρφωση της διοίκησης στις σχετικές αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων.

- Μία δεύτερη σειρά προβλημάτων σχετίζεται με την αστυνομική βία, πολλές φορές χωρίς λόγο, και την πλημμελή έρευνα των σχετικών περιστατικών από τις αρμόδιες διοικητικές και δικαστικές αρχές.

- Μία άλλη ομάδα υποθέσεων αφορά τις συνθήκες κράτησης σε ψυχιατρικά καταστήματα, φυλακές ή κρατητήρια της αστυνομίας. Αρκετές από αυτές τις υποθέσεις αφορούν αλλοδαπούς που ζητούν άσυλο στη Χώρα μας ή εναντίον των οποίων εκκρεμεί απόφαση απέλασης.

- Εξίσου σημαντική, ποσοτικά τουλάχιστον, είναι η ομάδα υποθέσεων που σχετίζονται με το δικαίωμα στην περιουσία. Από το σύνολο των σχετικών υποθέσεων δημιουργείται συχνά η αίσθηση ότι οι κρατικές αρχές δεν διστάζουν να προβούν σε αυθαίρετους περιορισμούς ή και στέρηση της περιουσίας ελλήνων πολιτών. Πρέπει να προστεθεί, ωστόσο, ότι η νομολογία του Αρείου Πάγου έχει μετεξελιχθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, προκειμένου να εναρμονιστεί με αυτήν του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

- Ιδιαίτερη σημασία από κοινωνική και πολιτική άποψη, έχουν, τέλος, οι υποθέσεις εκείνες που σχετίζονται με ζητήματα ετερότητας στη χώρα μας. Αλλες από αυτές αφορούν Ρομά, άλλες συνάπτονται με τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, με την αυτοαποκαλούμενη «μακεδονική μειονότητα» κ.λπ. Στο ίδιο πλαίσιο θα ενέτασσα και τις υποθέσεις εκείνες που αφορούν προβλήματα θρησκευτικής ετερότητας, όπως αυτό του θρησκευτικού όρκου.
Είναι γεγονός ότι σε περίοδο οικονομικής κρίσης η επίλυση των ανωτέρω θεμάτων καθίσταται περισσότερο δυσχερής. Ωστόσο, όλα τα παραπάνω ζητήματα σχετίζονται σε τελευταία ανάλυση με την έννοια του κράτους δικαίου και, άρα, με την ποιότητα της δημοκρατίας μας και κατά τούτο, δεν μπορούν παρά να συνιστούν προτεραιότητες. Η ταχεία και συνεπής εκτέλεση των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου είναι καθοριστικής σημασίας, εάν θέλουμε να μη βρεθούμε στο στόχαστρο (και) για προβλήματα δημοκρατίας και εύρυθμης λειτουργίας του κράτους δικαίου.

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2011

53 παρεμβάσεις για να ξεμπλοκάρει η Δικαιοσύνη



Της ΒΑΝΑΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ
Νέο πακέτο 53 νομοθετικών παρεμβάσεων, που εκτείνεται σε όλο το φάσμα της ποινικής, της πολιτικής και της διοικητικής Δικαιοσύνης προωθεί η κυβέρνηση σε μια φιλόδοξη προσπάθεια επανεκκίνησης του μπλοκαρισμένου δικαστικού συστήματος. Η κατάσταση περιγράφεται δραματική.

 

Πάνω από 1 εκατομμύριο πολίτες έχουν προσφύγει στα δικαστήρια, και υπό τις παρούσες συνθήκες υπολογίζεται ότι θα περάσουν 10 χρόνια για να βρουν το δίκιο τους. Τα Διοικητικά Πρωτοδικεία χρειάζονται περίπου 6 χρόνια μόνο για να μηδενίσουν το κοντέρ των 421.946 εκκρεμών υποθέσεων και τα Εφετεία περίπου 3 χρόνια.

Το πολυνομοσχέδιο που θα καταθέσει εντός του Νοεμβρίου ο υπουργός Δικαιοσύνης Μιλτ. Παπαϊωάννου, ύστερα από ευρύ διάλογο, προσβλέπει στην ανατροπή της σημερινής εικόνας αδιεξόδου. Περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και διατάξεις για την απλοποίηση των διαδικασιών που αφορούν τις δημόσιες συμβάσεις, την κατάθεση «αίτησης επιτάχυνσης» για μεγάλες επενδύσεις επείγοντος χαρακτήρα και μεγάλου οικονομικού αντικειμένου καθώς και γρήγορη εκδίκαση των φορολογικών υποθέσεων.
Τα μέτρα που προτείνονται για τον εκσυγχρονισμό των δικαστηρίων είναι:

* Λειτουργία Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. «Η δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία διέπει και το ΑΔΣ», ανέφερε ο κ. Παπαϊωάννου. «Ολοι οι δικαστές κρίνονται άριστοι, χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση. Πρέπει να αναβαθμιστεί ο θεσμός της επιθεώρησης».

* Επέκταση ωραρίου λειτουργίας των δικαστηρίων. Δικαστές και δικηγόροι φαίνεται να συμφωνούν στην επέκταση τους ωραρίου κατά 2 ώρες, από τις 3 το μεσημέρι στις 5 το απόγευμα, ενώ αντιδρούν οι δικαστικοί υπάλληλοι.

* Ιδρυση δικαστικής αστυνομίας. Αποτελεί πάγιο αίτημα των δικαστικών ενώσεων, αλλά παραμένει στα χαρτιά.

* Απελευθέρωση επαγγελμάτων δικηγόρου και συμβολαιογράφου. Η ίδρυση δικηγορικών εταιρειών σε όλη τη χώρα, χωρίς περιορισμούς, η συμμετοχή στις δικηγορικές εταιρείες και μη δικηγόρων, όπως π.χ. λογιστών, η διαφήμιση των δικηγόρων και η αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των εισφορών προς του δικηγορικούς συλλόγους, θέμα για το οποίο ο Μ. Παπαϊωάννου έχει σοβαρές επιφυλάξεις, είναι τα μέτρα που συζητούνται για την πλήρη απελευθέρωση της δικηγορίας. Ως προς τους συμβολαιογράφους, η απελευθέρωση οδηγεί σε μείωση των αμοιβών τους.

* Μείωση των δικαστικών διακοπών. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία, οι Ελληνες δικαστές έχουν τον μεγαλύτερο χρόνο διακοπών από όλους τους Ευρωπαίους συναδέλφους τους.
Οι βασικότερες ρυθμίσεις για την επιτάχυνση:
Πολιτική δίκη

* Δικαστική διαμεσολάβηση. Ο θεσμός ισχύει, αλλά απέτυχε στην πράξη. Με τη νέα ρύθμιση θα επεκταθεί και στα Πρωτοδικεία με την παρουσία των δικηγόρων.

* Ασφαλιστικά μέτρα. Σήμερα προσδιορίζονται ύστερα από 8 και 9 μήνες. Ο στόχος είναι η προσωρινή διαταγή να εκδίδεται αυθημερόν χωρίς κλήτευση των διαδίκων, ενώ η συζήτηση των ασφαλιστικών μέτρων να προσδιορίζεται εντός 20 ημερών.
Ποινική δίκη

* Δημιουργία Μονομελών Εφετείων Κακουργημάτων.

* Σύσταση ποινικών τμημάτων στα μεγάλα δικαστήρια.

* Αναβολές. Η υπόθεση θα προσδιορίζεται σε δικάσιμο με πρόεδρο τον ίδιο δικαστή. Κατά τον κ. Παπαϊωάννου, ο πλέον σημαντικός λόγος των αναβολών οφείλεται στο ότι οι δικαστές δεν θέλουν να δικάσουν μια συγκεκριμένη υπόθεση.

* Καταργείται η υποχρέωση του εισαγγελέα να αιτιολογεί τις μηνύσεις που αρχειοθετούνται. Ο πολίτης που θέλει να προχωρήσει η εξέταση της μήνυσής του πρέπει να πληρώσει αυξημένο παράβολο.

* Αποποινικοποίηση των πταισμάτων.