Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010

ΕΡΕΥΝΑ: Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΩΣ ΜΕΣΟΝ ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ-ΕΚΒΙΑΣΜΟΥ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ- ΜΗΤΕΡΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΑΝΤΡΑ-ΠΑΤΕΡΑ

Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΩΣ ΜΕΣΟΝ ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ-ΕΚΒΙΑΣΜΟΥ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ- ΜΗΤΕΡΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΑΝΤΡΑ-ΠΑΤΕΡΑ

http://nefeli.lib.teicrete.gr/browse/seyp/ker/2008/KampouriFani/attached-document/Kampouri2008.pdf

ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ. ΔΙΑΤΑΞΗ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΣΥΡΟΥ ΑΡΙΘ.4-09 ΕΥΣΤΑΘΙΑ Χ. ΣΑΛΜΑ

Η ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ ΣΥΡΟΥ


ΔΙΑΤΑΞΗ – ΑΠΟΦΑΣΗ

Πλαίσιο κειμένου: Αριθ.ΕΜΠ.4/2009
16.2.09 (κατ' άρθρο 1532 εδάφιο γ' Α.Κ.)


Αφού λάβαμε υπόψη:
1) Την διάταξη του εδαφίου γ' του άρθρου 1532 Α.Κ., όπως το εδάφιο γ΄ προστέθηκε με το άρθρο 22 του Ν. 3346/2005, κατά την οποία: «Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου και επίκειται άμεσος κίνδυνος για τη σωματική ή την ψυχική υγεία του τέκνου, ο εισαγγελέας μπορεί να διατάσσει κάθε πρόσφορο μέτρο για την προστασία του, μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του δικαστηρίου, στο οποίο πρέπει να απευθύνεται εντός τριάντα ημερών».
2) Την διάταξη του άρθρου 1511 Α.Κ. κατά την οποία: «Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου. Στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του δικαστηρίου, όταν, κατά τις διατάξεις του νόμου, το δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο της άσκησής της. Η απόφαση του δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσίας. Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του».
3) Την διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3500/2006 «Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 232 Α '/24-10-2006) κατά την οποία «Επί ασκήσεως σωματικής βίας σε βάρος ανηλίκου, ως μέσου σωφρονισμού στο πλαίσιο της ανατροφής του, εφαρμόζεται το άρθρο 1532 του Αστικού Κώδικα».

4) Την διάταξη του άρθρου 2 του ως άνω Ν. 3500/2006, κατά την οποία «Η άσκηση βίας κάθε μορφής μεταξύ των μελών της οικογένειας απαγορεύεται».

 5) Την από 30-1-2009 αναφορά του Γ……..….. Ρ………………… του Ε…………. και της Α………………, δημοσίου υπαλλήλου, κατοίκου Ερμούπολης Σύρου επί της οδού ……………… αριθ…., η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σύρου με αριθ. πρωτ.: ΕΜΠ 4/30-1-2009 και στην οποία ιστορεί ότι η εν διαστάσει πρώην σύζυγός του Μ……. Λ……….. του Α…………. και της E………., που γεννήθηκε στην Αθήνα το έτος 1966, κάτοικος Ζ……… Α…….. επί της οδού Γ……….. Α…….. αριθ. …., μαζί με την οποία διαμένουν τα δύο ανήλικα τέκνα τους Α………., που γεννήθηκε 11-5-19…. και Α………. που γεννήθηκε στις 30-05-19… και των οποίων η μητέρα έχει την επιμέλεια, συμπεριφέρεται βίαια και υβριστικά προς τα προαναφερθέντα δύο ανήλικα τέκνα της. Ιδίως δε καταγγέλλεται ότι η μητέρα κακοποιεί σωματικά κυρίως την ανήλικη Α………….., ηλικίας 14 ετών περίπου, μαθήτρια της Β' τάξεως Γυμνασίου, προβαίνοντας σε ξυλοδαρμούς, τράβηγμα των μαλλιών της, ύβρεις και γενικά σωματική και ψυχολογική κακοποίηση. Περαιτέρω αναφέρεται ότι πολλές φορές κατά το παρελθόν που ο πατέρας, στα πλαίσια της επικοινωνίας με τα ανήλικα τέκνα του, έπαιρνε την ανήλικη Α……… μαζί του στη Σύρο για να περάσουν τις ημέρες των εορτών και τα καλοκαίρια, συχνά το παιδί έφερε ίχνη από δαγκωνιές στα πόδια του, μελανιές στα χέρια του καθώς επίσης παραπονιόταν για πόνους στην περιοχή του κεφαλιού, οφειλόμενους προφανώς στο γεγονός ότι η Μητέρα συστηματικά και βίαια τραβούσε τα μαλλιά της ανήλικης Α…………... Τέλος καταγγέλλεται ότι τη νύχτα της 26 προς 27-1-2009 και γύρω στα μεσάνυχτα ο πατέρας Γ………. Ρ………………., ο οποίος εργάζεται ως οδηγός ασθενοφόρου στο Γενικό Νοσοκομείο Σύρου, έλαβε τηλεφώνημα εν ώρα υπηρεσίας από τον Α……….. Π…………..  του Σ………… και της Α………….., κάτοικο Ζ……………. Α………. επί της οδού Γ……….. Α………… αριθ. …, δηλαδή ένοικο του διαμερίσματος 4ου ορόφου και διαχειριστή της πολυκατοικίας, σε διαμέρισμα του 2ου ορόφου της οποίας διαμένει η Μ……… Λ……………. μαζί με τα ανήλικα τέκνα της. Ο ανωτέρω ενημέρωσε τον Γ………. Ρ………………. ότι η ανήλικη κόρη του Α……………. είχε χτυπήσει βάναυσα από την μητέρα της και κάλεσε τον πατέρα να μεταβεί στη Αθήνα προκειμένου να παραλάβει την ανήλικη που βρισκόταν σε άθλια κατάσταση.

Η ανήλικη Α……………… Ρ……………… του Γ……….. και της Μ……….., που γεννήθηκε στις 11-5-19…., ηλικίας σήμερα 14 ετών περίπου, μετά την διάσταση των γονέων της κατά τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 1996, διαμένει μαζί με τη μητέρα της Μ…… θυγ. Α………….. Λ…………. στην περιοχή Ζ………….. Α…………… επί της οδού Γ………… Α………… αριθ. … μαζί με τον επίσης ανήλικο αδελφό της Α…………… Ρ…………. του Γ………… και της Μ…….., που γεννήθηκε στις 30-5-199…. ηλικίας σήμερα 12 ετών περίπου. Με την υπ' αριθμ. 136 ΕΙΔ.ΠIΝ./1997 απόφαση το Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου ανατέθηκε η άσκηση της επιμέλειας του. προσώπου αμφοτέρων των ανηλίκων τέκνων στη μητέρα Μ…….. Λ…………., ενώ - σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην από 12-2-2008 αναφορά της Μ………. Λ……….. ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Σύρου - ακολούθως ρυθμίστηκε δικαστικά και η επικοινωνία του πατέρα Γ………. Ρ……………… με τα ανήλικα τέκνα του. Στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. 1166/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Διατροφών) απορρίφθηκε η αγωγή του Γ……..Ρ……………….., με την οποία ζητούσε να του ανατεθεί η επιμέλεια της ανήλικης θυγατέρας του Α……………… και υποχρεώθηκε να καταβάλει στη μητέρα, ως ασκούσα την επιμέλεια του προσώπου αμφοτέρων των ανηλίκων τέκνων Α…………. και Α………….., το ποσό των 250 ευρώ μηνιαίως για καθένα από τα δύο τέκνα.
        Ήδη, όπως 'προκύπτει από την επέχουσα θέσιν εγκλήσεως με ημερομηνία 27 Ιανουαρίου 2009 Ένορκη Μαρτυρική Κατάθεση του πατέρα Γ………… Ρ…………….. ενώπιον των αστυνομικών του Α.Τ. Ζ……………… Β…………….. Σ………………… - Ανθ/μου και Κ……….. Μ…………….. - Αστυφύλακα, ο ως άνω αγκαλών περί ώρα 01:30' της 27-1-2009 ενημερώθηκε από τον Α…………….. Π…………………., ένοικο και διαχειριστή της επί της οδού Γ…………. Α…………….. αριθ. …….. πολυκατοικίας, ότι η πρώην σύζυγός του Μ……..θυγ. Α…………… Λ……………, κάτοικος ομοίως, περί ώρα 23:30' της 26-1-2009 άσκησε σωματική  βία κατά της ανήλικης θυγατέρας της Α……………, κατόπιν δε αυτού η ανήλικη άνοιξε την πόρτα της οικίας της και με εμφανή τα σημάδια της κακοποίησης «περισυνελέγη» από τον προαναφερθέντα ένοικο της πολυκατοικίας, ο οποίος την περιέθαλψε μέχρι την επομένη ημέρα 27-1-2009, οπότε ο Γ……….. Ρ…………….. κατέφθασε από την Σύρο στην Αθήνα και παρέλαβε το ανήλικο τέκνο του. Ακολούθως και λόγω της  ηλικίας της παθούσας (ανήλικης) επελήφθη της αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης αναφορικά με το καταγγελθέν αυτόφωρο συμβάν (πλημμέλημα) ενδοοικογενειακής βίας το, 1ο Τμήμα Προστασίας Ανηλίκων της Υποδιεύθυνσης Προστασίας Ανηλίκων της Γενικής' Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής (Γ.Α.Δ.Α.). Στα πλαίσια λοιπόν της διενεργούμενης αστυνομικής προανάκρισης (κατ' άρθρο 243§2ΚΠοινΔ) ελήφθη η από 28-1-2009 Ένορκη Μαρτυρική Κατάθεση του Γ………….. Ρ……………. ενώπιον των αστυνομικών της Δ.Α.Α./Υ.Π.Α./1ο Ε………… Κ……….. – Ανθ/μου και Κ……………… Π…………… – Υ/Α, στην οποία ιστορείται ότι η μητέρα Μ……… Λ………… από ετών συμπεριφέρεται βίαια ιδιαίτερα προς την ανήλικη Α……………., ότι συνήθιζε από μικρή ηλικία να την χτυπάει με τα χέρια της ή με λωρίδα στο σώμα της και μάλιστα πολλές φορές είχε προκαλέσει σημάδια στα πόδια της ανήλικης, άλλοτε δε  φέρεται ότι, την είχε δαγκώσει και δη επανειλημμένα στο πόδι καθώς και ότι της είχε τραβήξει με δύναμη τα μαλλιά, με αποτέλεσμα να εμφανισθεί αραίωση στο τριχωτό της κεφαλής του παιδιού. Οι προπεριγραφείσες βίαιες εκδηλώσεις φέρεται ότι συνοδεύονταν από γενικότερη υβριστική και επιτιμητική συμπεριφορά σε βάρος της Α…………., με εκφράσεις όπως «μωρή, ηλίθια, μαλάκα, να πάει στο διάολο, βλαμένη» συμπεριφορά η οποία καθίσταται ιδιαίτερα επικίνδυνη για την ψυχική υγεία και ισορροπία της ανήλικης εάν συνεκτιμηθεί και το ότι, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. πρωτ.: 987/9-10-2006 ΙΑΤΡΟΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΗ της Κλινικής Ψυχολόγου του Συμβουλευτικού Κέντρου Οικογενειών του Δήμου Ζ……………. Α………… Κ…………………, η ανήλικη Α……………. φαίνεται να υπολείπεται συναισθηματικά και γνωστικά του επιπέδου των συμμαθητών της και εμφανίζει ειδικές μαθησιακές δυσκολίες, με αποτέλεσμα, λόγω ακριβώς των παραπάνω δυσχερειών, να έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση. Καταγγέλλεται λοιπόν από τον πατέρα-χωρίς ωστόσο αυτός να ζητά την ποινική δίωξη της μητέρας στην εν λόγω από 28-1-2009 κατάθεσή του - ότι περί τα μεσάνυχτα της Δευτέρας προς Τρίτη 26/27-1-2009 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από τον Α……………. Π……………………. περί του ότι η ανήλικη Α………….. κακοποιήθηκε σωματικά από τη μητέρα της και κατόπιν αυτού είχε εξέλθει στην είσοδο του ορόφου της πολυκατοικίας ζητώντας βοήθεια, οπότε μία άλλη ένοικος άνοιξε την πόρτα και την παρέλαβε προσωρινά στην οικία της. Ενόψει των παραπάνω ο Γ…………. Ρ……………. ζητά να ανατεθεί σ' αυτόν η επιμέλεια του προσώπου της ανήλικης Α……………….., εκτιμώντας ότι η παραμονή της στη Σύρο μαζί με τον πατέρα της θα συντελέσει στην ομαλοποίηση των, ψυχολογικών της προβλημάτων. Όλα όσα προαναφέρθηκαν, τόσο σχετικά με την εν γένει βίαιη και υβριστική συμπεριφορά της μητέρας Μ…………. Λ…………. προς τα ανήλικα τέκνα της και ιδίως προς την Α…………., όσο και αναφορικά με το συγκεκριμένο συμβάν της 26/27-1-2009, οπότε καταγγέλλονται συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις σωματικής βλάβης ανηλίκου στα πλαίσια ενδοοικογενειακής βίας, επιβεβαιώνονται και από τις με ημερομηνία 28-1-2009 Ένορκες Μαρτυρικές Καταθέσεις του Α………….. Π…………………. του Σ………………. και της Α…………….., καθηγητή φυσικής, κατοίκου Ζ…………… Α……….. επί της οδού Γ…………. Α………… αριθ. …. καθώς και της Μ…………. Ρ…………….. του Ε…………….. και της Α…………., κατοίκου Ερμούπολης Σύρου επί της οδού Κ…………….. αριθ. …….., αδελφής του πατέρα Γ…………… Ρ…………... Από τις μαρτυρικές αυτές καταθέσεις προκύπτουν κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο τόσον οι συνεχείς ξυλοδαρμοί της ανήλικης όσο και - κυρίως - η ψυχολογική κατατρομοκράτησή της, με αποτέλεσμα να εμφανίζει εικόνα ταραχής και σοκ, η οποία επηρεάζει καταφανώς δυσμενέστατα την ψυχική της υγεία. Περαιτέρω από το υπ' αριθμ. πρωτ.: 21/5-2-2009 Αντίγραφο Εγγραφής του Βιβλίου Αδικημάτων - Συμβάντων του A.Τ. Ζ………….. της 27-1-2009, προκύπτει ότι περί ώρα 01:30' της 27 -1-2009 προσήχθη στο Α. Τ. Ζ…………… μεταφερθείσα με περιπολικό της Άμεσης Δράσης η Μ…… Α………….. Λ……….. λόγω προηγηθέντος επεισοδίου με την ανήλικη θυγατέρα της Α…………. Η τελευταία προσήλθε στο Τμήμα μετά από λίγη ώρα συνοδευόμενη από τον διαχειριστή της οδού Γ…………. Α………… αριθ. ….. πολυκατοικίας Α……….. Σ………. Π…………………, αφού δε έγιναν συστάσεις, προς την μητέρα και την ανήλικη θυγατέρα, ακολούθως ειδοποιήθηκε στη Σύρο ο πατέρας Γ………… Ρ………………, ο οποίος έφθασε στην Αθήνα τις απογευματινές ώρες της 27-1-2009 και αφού παρέλαβε την  ανήλικη θυγατέρα του, στη συνέχεια μετέβη στο Α.Τ. Ζ………….. όπου υπέβαλε την από 27-1-2009 (ώρα 21 :50') προφορική έγκλησή του ως συνασκών την γονική μέριμνα επί της ανήλικης Α…………… και ήδη ευρίσκεται μαζί με την θυγατέρα του στην Ερμούπολη Σύρου, όπου διαμένει στην οικία του επί της οδού Κ………….. αριθ. …..

Όπως ήδη προαναφέρθηκε, λόγω της ηλικίας της παθούσας (ανήλικης) επελήφθη της αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης το 10 Τμήμα Προστασίας Ανηλίκων της Υποδιεύθυνσης Προστασίας Ανηλίκων της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής (Γ.Α.Δ.Α.). Στα πλαίσια λοιπόν της διενεργούμενης αστυνομικής προανάκρισης συντάχθηκε η από 28-1-2009 ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ της Κλινικής Ψυχολόγου Ν…….. Β……….., από την οποία πιστοποιείται ότι η ανήλικη Α………… έχει υποστεί σωματική και ψυχολογική κακοποίηση από την μητέρα της, με αποτέλεσμα να παρουσιάζει εμφανή στοιχεία σοβαρής συναισθηματικής επιβάρυνσης στην κλινική της εικόνα, κρίνεται όμως ωστόσο η ανήλικη ως ικανή  «να παραστήσει με σαφήνεια και ακρίβεια την ψυχολογική και σωματική  κακοποίηση που κατήγγειλε ο πατέρας στην Υποδιεύθυνση προστασίας Ανηλίκων». Δηλαδή οι διαπιστώσεις της ως άνω πραγματογνώμονός – κλινικής Ψυχολόγου συνηγορούν υπέρ της αλήθειας των ισχυρισμών τόσο της ίδιας της ανήλικης όσο και του πατέρα της περί του ότι οι βίαιες εκδηλώσεις της μητέρας, εγκείμενες σε φωνασκίες, επιπλήξεις, επιτιμητική και επικριτική συμπεριφορά καθώς και η χρήση σωματικής βίας με τράβηγμα μαλλιών, χτυπήματα στο κεφάλι εκσφενδονισμό αντικειμένων εναντίον της ανήλικης κλπ, δεν αποτελούν μεμονωμένο ατυχές περιστατικό, αλλά συνιστούν παγιωμένη  πρακτική συμπεριφοράς της μητέρας προς την ανήλικη θυγατέρα της.
Μετά την υποβολή της από 30-1-2009 (ΕΜΠ 4/30-1-2009) Αναφοράς - Αιτήσεως του πατέρα προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σύρου, με την οποία τέθηκε υπόψη μας η προπεριγραφείσα κατάσταση και ειδικότερα το συμβάν της 26/27-1-2009, απεστάλησαν από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Σύρου αφ' ενός μεν το υπ' αριθμ. πρωτ.: ΕΜΠ 4/30-1-2009 έγγραφο προς την Ιατροδικαστική Υπηρεσία Αιγαίου για την άμεση εξέταση της ανήλικης Α………. Ρ…………….. προς διαπίστωση τυχόν σωματικών κακώσεων οποιασδήποτε μορφής, αφ' ετέρου δε το ταυτάριθμο υπ' αριθμ. πρωτ.: ΕΜΠ 4/30-1-2009 έγγραφο προς τη Διεύθυνση Κοινωνικής Πρόνοιας Ν.Α. Κυκλάδων (υπόψη Κοινωνικής Λειτουργού κας Α………. Τ………..) προκειμένου να διενεργηθεί κοινωνική έρευνα σχετικά με τις συνθήκες διαβίωσης στο οικογενειακό περιβάλλον του πατέρα της ανήλικης Γ…………… Ρ…………. και να συνταχθεί σχετική Έκθεση Κοινωνικής Έρευνας, από την οποία να προκύπτει εάν ενδείκνυται η αvάθεση σε αυτόν της επιμέλειας του προσώπου της εν θέματι ανήλικης.
Σε εκτέλεση: της προαναφερθείσας πρώτης παραγγελίας περιήλθε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Σύρου η υπ' αριθμ. πρωτ.: 1435/3-2-2009 ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ της Ιατροδικαστού Ε……….. Λ…………….., σύμφωνα με την οποία, κατά την εξέταση της ανήλικης Α…………. Ρ……………., που πραγματοποιήθηκε στο γραφείο της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Aιγαίου στις 30-1-2009, δηλαδή τέσσερις (4) ημέρες μετά το καταγγελθέν συμβάν ενδοοικογενιακής βίας, διαπιστώθηκαν: α) άλγος κατά την μετωπιαία χώρα και β) στο τριχωτό της κεφαλής κατά την άνω μετωπιαία χώρα παρατηρήθηκαν τέσσερις πολύ μικρές εκδορές σε φάση επούλωσης, από τις οποίες η μεγαλύτερη έχει διαστάσεις 0,6 x 0,3 εκ. ήτοι υπήρξαν ευρήματα που συνιστούν ελαφρά σωματική βλάβη. Καθίσταται λοιπόν προφανές ότι τα ανιχνευθέντα τραυματικά ευρήματα είναι συμβατά με χρήση ήπιας σωματικής βίας σε βάρος της ανήλικης Α………….. Ρ……………… και μάλιστα τα ευρήματα αυτά - όσο μπορούν να εκτιμηθούν - καταφάσκουν την εκ μέρους της μητέρας της τέλεση πράξεων εφαρμογής σωματικής βίας και δη τέτοιων πράξεων όπως οι συγκεκριμένες καταγγελλόμενες (ήτοι τράβηγμα μαλλιών συμβατό με κεφαλαλγία κλπ).
Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων και αφού ακούσαμε τον αιτούντα - πατέρα Γ………….. Ρ…………. να αναπτύσσει προφορικά ενώπιόν μας τους ισχυρισμούς του σχετικά με την ακαταλληλότητα της μητέρας της ανήλικης κόρης του να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που της επιβάλλει το λειτούργημα της επιμέλειας' του προσώπου του ανηλίκου τέκνου και σχετικά με τον εντεύθεν προκαλούμενο άμεσο επικείμενο κίνδυνο όσον αφορά στην ψυχική κυρίως αλλά και στη σωματική υγεία του τέκνου, αφού επίσης ακούσαμε την ανήλικη Α……………. Ρ…………….., ηλικίας σήμερα 14 ετών περίπου, να εκφράζει της αιτιάσεις της σχετικά με την συνεχή σωματική και ψυχολογική κακοποίησή της από την μητέρα της και, τέλος, αφού ακούσαμε την μητέρα της ανήλικης Μ……….. θυγ. Α…………… Λ…………… που ανέπτυξε τις απόψεις της προφορικά ενώπιόν μας με την παρουσία και του πληρεξουσίου δικηγόρου της Μιχάλη ΓΑΒΡΙΗΛ του Ευαγγέλου.
Αφού συνεκτιμήσαμε ότι ο αιτών πατέρας της ανήλικης έχει μόνιμη κατοικία στην Ερμούπολη Σύρου επί της οδού Κ……………. αριθ. …., εργάζεται από ετών με σταθερή εργασία ως οδηγός ασθενοφόρου στο Νοσοκομείο Σύρου, διαθέτει κατάλληλο και υποστηρικτικό οικογενειακό περίγυρο για την ανάληψη της επιμέλειας του προσώπου της ανήλικης θυγατέρας του Α…………….. και μάλιστα προτίθεται να συνεισφέρει ιδιαίτερα σ' αυτό η αδελφή του Μ………….. Ρ……….., παράλληλα δε διαπιστώσαμε ότι η ανήλικη Α……………. αισθάνεται ασφάλεια κατά την παραμονή της με τον πατέρα και το οικογενειακό του περιβάλλον και επιδεικνύει έντονη επιθυμία να ζήσει, να φοιτήσει στο σχολείο και' να ενταχθεί στο κοινωνικό περιβάλλον της Ερμούπολης Σύρου. Ενδεικτικό δε του ενδιαφέροντος του πατέρα για την ομαλή μαθησιακή πορεία της ανήλικης, αποτελεί και το γεγονός ότι από τις 29-1-2009 και εφεξής, οπότε η ανήλικη ευρίσκεται στη Σύρο και δεν δύναται να εγγραφεί κανονικά στο σχολείο, ενόψει του ότι η επιμέλεια του προσώπου της έχει ανατεθεί στη μητέρα της με την υπ' αριθμ. 136/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, ο πατέρας μερίμνησε έτσι ώστε κατόπιν' συνεννοήσεως με τον Διευθυντή του Γυμνασίου Ερμούπολης η ανήλικη Α………….. να γίνει δεκτή τουλάχιστον για την παρακολούθηση των μαθημάτων, χωρίς βεβαίως το χρονικό αυτό διάστημα να προσμετράται ως κανονική φοίτηση.
Επειδή από τα προαναφερθέντα στοιχεία βασίμως πιθανολογείται ότι η Μ………. θυγ. Αναστασίου Λ……………., μητέρα της ανήλικης Α………….. Ρ………………, ηλικίας σήμερα 14 ετών, παραβαίνει τα καθήκοντα που της επιβάλλει το λειτούργημά της για την επιμέλεια του προσώπου του ως άνω ανηλίκου τέκνου της ή - τουλάχιστον - δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί επαρκώς στο λειτούργημα αυτό, καθόσον φαίνεται να εμφανίζει σταθερά βίαιη συμπεριφορα σε βάρος της ανήλικης με αποτέλεσμα να γεννάται άμεσος κίνδυνος, μη δεκτικός αναβολής, όσον αφορά στη ψυχική υγεία της ανήλικης Α………….. Ρ………………. Η πιθανολόγηση των παραπάνω δεν αναιρείται από τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της υπ' αριθμ. 1166/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχεται ότι η υπερβολική αυστηρότητα που επιδεικνύει η μητέρα προς τα ανήλικα τέκνα της και ιδίως προς την Α…………. και η οποία συνοδεύεται συχνά από «ξύλο», δεν υπερβαίνει τα όρια της μητρικής συμπεριφοράς και δεν εγγίζει παράλογες καταστάσεις κακοποίησης, αλλά εμπίπτει μέσα στα πλαίσια της εφαρμοζόμενης διαπαιδαγώγησης σε παιδιά που ατακτούν ή δεν υπακούουν ή δεν διαβάζουν. Αντιθέτως εκτιμούμε ότι _οι αντιλήψεις που εκφράζονται στο σκεπτικό της προαναφερθείσας απόφασης σχετικά με το ανεκτό - αν όχι επιβεβλημένο - της σωματικής τιμωρίας των ανηλίκων, αντιλήψεις οι οποίες σε κάθε περίπτωση απηχούν τις προσωπικές απόψεις της Δικαστού, τυγχάνουν πλέον αναχρονιστικές και δεν εναρμονίζονται ούτε με τις κρατούσες επιστημονικές αλλά ούτε και με τις δόκιμες σύγχρονες κοινωνικές θέσεις σχετικά με την διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Περαιτέρω δε αντίκεινται και στη ρητή διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 1518 Α.Κ. που προβλέπει οτι «Η λήψη σωφρονιστικών μέτρων επιτρέπεται μόνο εφόσον αυτά είναι παιδαγωγικώς αναγκαία και δεν θίγουν την αξιοπρέπεια του τέκνου». Ήδη όμως το σκεπτικό της προαναφερθείσας απόφασης, η οποία σε κάθε περίπτωση εκδόθηκε πριν από τη δημοσίευση του Ν. 3500/2006 «Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 232 Α '/24-10-2006), αποδεικνύεται πλέον και ως μη σύννομο. Και τούτο διότι από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 2 και 4 του ως άνω Ν. 3500/2006 συνάγεται ότι απαγορεύεται πλέον απολύτως κάθε μορφή άσκησης βίας, σωματικής και ψυχολογικής, ανεξαρτήτως βαθμού και εντάσεως, μεταξύ των μελών της οικογένειας. Ειδικά δε σε περίπτωση ασκήσεως σωματικής βίας σε βάρος ανηλίκου, ως μέσου σωφρονισμού στο πλαίσιο της διαπαιδαγώγησης και ανατροφής του, εφαρμόζεται το άρθρο 1532 του Α.Κ., ήτοι η χρήση σωματικής βίας οποιουδήποτε βαθμού θεωρείται αναπόδραστα και μονοσήμαντα ως παράβαση των καθηκόντων που επιβάλλονται από το λειτούργημα της επιμέλειας του προσώπου του ανηλίκο, ή - τουλάχιστον - ως καταχρηστική άσκηση του λειτουργήματος αυτού, έτσι ώστε γεννάται αυτόματα δικαίωμα του άλλου γονέα, των πλησιεστέρων συγγενών του τέκνου, του Εισαγγελέα αλλά και αυτεπαγγέλτως του Δικαστηρίου (άρθρο 1532§1 του Α.Κ. σε συνδ. με άρθρα 747§4, 748§5 ΚΠολΔ και άρθρο 121 Εισ.ΝΑΚ, όπως το άρθρο 121 αντικ. από το άρθρο τέταρτο του Ν. 3089/2002) να προσφύγουν στο Δικαστήριο και να ζητήσουν τη λήψη οποιουδήποτε πρόσφορου μέτρου, συνισταμένου οπωσδήποτε στην αφαίρεση της άσκησης της γονικής μέριμνας από τον μετερχόμενο τη σωματική βία γονέα. Τέλος δε θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 6§1 και 17§1 του Ν. 3500/2006, τα εγκλήματα της σωματικής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 308§1 εδάφ. α' του ΠΚ ή της προξενούμενης με συνεχή συμπεριφορά εντελώς ελαφρός κάκωσης, κατά την έννοια του εδαφίου β' του άρθρου 308§1 του ΠΚ, τιμωρούνται αυτεπαγγέλτως και δη με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός έτους και μέχρι πέντε ετών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΘΕΤΕΙ προσωρινά και μέχρι την έκδοση αποφάσεως του Δικαστηρίου την επιμέλεια του προσώπου της ανήλικης Α…………… Ρ…………………. του Γ……….. και της Μ………., που γεννήθηκε στις 11-5-19……, ηλικίας σήμερα 14 ετών περίπου, στον αιτούντα πατέρα της Γ…………. Ρ…………. του Ε…………… και της Α………….., δημόσιο υπάλληλο, κάτοικο Ερμούπολης Σύρου επί της οδού Κ………….. αριθ. …..
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την προσωρινή παραμονή, επιτήρηση, προστασία και διαμονή της ανήλικης Α………….. Ρ…………………. στην οικία του πατέρα της Γ………….. Ρ………………. στη Ερμούπολη Σύρου μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου, στο οποίο πρέπει να γίνει προσφυγή εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την έκδοση της παρούσας Διατάξεως – Αποφάσεως ή μέχρι της εκδόσεως -τυχόν ενωρίτερα – προσωρινής διαταγής από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η από 12-2-2009 με γενικό κατάθεσης 23776/9 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 199412009/13-2-2009 αίτηση της Μ……… Λ…………….., ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια της ανήλικης κόρης της Α……………. Ρ……., κατά του Γ…….. Ε…………… Ρ……………… για λήψη ασφαλιστικών μέτρων (προσωρινή διαταγή).
Σύρος, 16 Φεβρουαρίου 2009
Η Εισαγγελέας
ΕΥΣΤΑΘΙΑ Χ. ΣΑΛΜΑ
ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ 



Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010

ΤΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΤΟΥ ΤΕΚΝΟΥ ΣΥΝΙΣΤΑ ΑΟΡΙΣΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΕΝΝΟΙΑ Α.Π 1910/2005


ΤΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΤΟΥ ΤΕΚΝΟΥ ΣΥΝΙΣΤΑ ΑΟΡΙΣΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΕΝΝΟΙΑ Α.Π 1910/2005

ΑΠ 1910/2005 05-12-2006
......Εξάλλου, το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο.
ΑΠ 1910/2005


ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Διάσταση γονέων - Ανήλικα τέκνα - Γονική μέριμνα - Επιμέλεια ανήλικου τέκνου - Συμφέρον τέκνου - Αρχή ισότητας γονέων στο δικαίωμα επιμέλειας των τέκνων τους - Αναίρεση για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου - Αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης -.
Βασικό κριτήριο για την ανάθεση της γονικής μέριμνας και ειδικότερα της επιμέλειας των ανήλικων τέκνων στον ένα από τους γονείς τους είναι το συμφέρον του τέκνου. Η ανάθεση της επιμέλειας στον ένα από τους γονείς, εκ λόγων αναγομένων στο συμφέρον του τέκνου, αποτελεί παρέκκλιση από την αρχή της ισότητας των γονέων στο λειτουργικό τούτο δικαίωμά τους το οποίο τίθεται υπό δικαστική ρύθμιση, παραβιάζονται δε και η αρχή αυτή και οι βασικοί κανόνες διαπαιδαγώγησης, που στηρίζονται στα πορίσματα της παιδικής ψυχολογίας προς βλάβη του ανηλίκου, ενώ παράλληλα δυσχεραίνεται και η ρυθμιστική επέμβαση του δικαστηρίου όταν το τέκνο περιάγεται σε στάση αρνήσεως ή αντιπάθειας έναντι του ετέρου των γονέων από πράξεις ή παραλείψεις εκείνου που έχει την επιμέλειά του. Εξάλλου, το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο. Γι΄ αυτό η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Αν η απόφαση περιέχει κρίση για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του τέκνου, πλην όμως αυτή είναι εσφαλμένη, δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔικ. Αν η απόφαση δεν έχει ως προς τούτο καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες υπόκειται σε αναίρεση κατ΄ άρθρο 559 αριθ. 19 ΚπολΔικ.
ΚΕΙΜΕΝΟ
Αριθμός 1910/2005
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανό Πατεράκη, Αντιπρόεδρο, Στέφανο Γαβρά, Δημήτριο Λοβέρδο, Ρένα Ασημακοπούλου και Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:Γ Ρ του Κ, κατοίκου Αθηνών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρου Τσακυράκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ Μ του Χ, κατοίκου Ελάτειας Φθιώτιδος, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Ορφανό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12-7-2001 και 4-10-2001 αγωγές των ανωτέρω διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λεβαδείας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2002,25/2003 μη οριστικές, 79/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 41/2004 μη οριστική, 14/2005 οριστική του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 12-7-2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Λοβέρδος ανέγνωσε την από 25-10-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι αναιρέσεως πρώτος και δεύτερος, καθώς και ο κατ΄ άρθρο 562 παρ.4 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 1511, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1510, 1512 – 1514 ΑΚ, προκύπτει ότι βασικό κριτήριο για την ανάθεση της γονικής μέριμνας και ειδικότερα της επιμέλειας των ανήλικων τέκνων στον ένα από τους γονείς τους είναι το συμφέρον του τέκνου. Το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια, προς διαπίστωση δε της συνδρομής του εξετάζονται πάντα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις. Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητάς του. Με δεδομένη την ύπαρξη του εν λόγω δεσμού του τέκνου προς το συγκεκριμένο γονέα αυτός θεωρείται ότι έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης διαπαιδαγώγησης προς όφελος του ανηλίκου και επομένως ότι είναι ο πλέον κατάλληλος για την επιμέλειά του’ όμως υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο ιδιαίτερος αυτός δεσμός του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και αβίαστα, ως ψυχική στάση, η οποία είναι προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου που έχει τη στοιχειώδη ικανότητα διακρίσεως. Πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη ότι ο ανήλικος, που έχει ακόμη ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητά του υπό διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον ένα από τους γονείς, οπότε η προτίμησή του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το αληθές συμφέρον του. Η διάσπαση εξάλλου της έγγαμης συμβίωσης των γονέων, με συνεπακόλουθο και τη διάσπαση της οικογενειακής συνοχής κλονίζει σοβαρώς την ψυχική ισορροπία του τέκνου που αισθάνεται ανασφάλεια και επιζητεί στήριγμα. Οι μεταξύ των συζύγων δημιουργούμενες έντονες αντιθέσεις ενίοτε αποκλείουν κάθε συνεννόηση μεταξύ τους αλλά και σε σχέση με τα τέκνα τους, τα οποία όχι σπανίως χρησιμοποιούνται ως όργανα για την άσκηση παντοειδών πιέσεων και την ικανοποίηση εκδικητικών διαθέσεων. Έτσι, υπό το κράτος της κατάστασης αυτής ο γονέας που αναλαμβάνει την επιμέλεια έχει, κατά την επιταγή του νόμου, πρόσθετα καθήκοντα και αυξημένη την ευθύνη της αντιμετώπισης των ως άνω ειδικών περιστάσεων κατά προέχοντα λόγο, κι αυτό προϋποθέτει την εξασφάλιση στο τέκνο κατάλληλων συνθηκών προσαρμογής. Το αποτέλεσμα όμως αυτό, με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον του τέκνου, κάθε άλλο παρά επιτυγχάνεται με την πλήρη αποξένωση του τέκνου από τον άλλο γονέα. Ήδη καθεαυτή η ανάθεση της επιμέλειας στον ένα από τους γονείς, εκ λόγων αναγομένων στο συμφέρον του τέκνου, αποτελεί παρέκκλιση από την αρχή της ισότητας των γονέων στο λειτουργικό τούτο δικαίωμά τους το οποίο τίθεται υπό δικαστική ρύθμιση, παραβιάζονται δε και η αρχή αυτή και οι βασικοί κανόνες διαπαιδαγώγησης, που στηρίζονται στα πορίσματα της παιδικής ψυχολογίας προς βλάβη του ανηλίκου, ενώ παράλληλα δυσχεραίνεται και η ρυθμιστική επέμβαση του δικαστηρίου όταν το τέκνο περιάγεται σε στάση αρνήσεως ή αντιπάθειας έναντι του ετέρου των γονέων από πράξεις ή παραλείψεις εκείνου που έχει την επιμέλειά του. Εξάλλου, το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο. Γι΄ αυτό η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Αν η απόφαση περιέχει κρίση για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του τέκνου, πλην όμως αυτή είναι εσφαλμένη, δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔικ. Αν η απόφαση δεν έχει ως προς τούτο καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες υπόκειται σε αναίρεση κατ΄ άρθρο 559 αριθ. 19 ΚπολΔικ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί πραγμάτων κρίση του, τα εξής: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στο Ψυχικό Αττικής στις 20.5.1989. Από το γάμο τους απέκτησαν δύο άρρενα τέκνα, το Χ και το Σ – Α, ηλικίας σήμερα 17 και 12 ετών αντίστοιχα. Διέμειναν στα ʼσπρα Σπίτια, παραλίας Διστόμου και εργάζονταν ως εκπαιδευτικοί μέσης εκπαίδευσης σε δημόσια σχολεία της περιοχής. Η έγγαμη συμβίωσή τους όμως δεν εξελίχθηκε ομαλά. Υπήρχαν συνεχείς τριβές και εντάσεις, εξαιτίας ασυμφωνίας τους στην αντιμετώπιση των καθημερινών τους προβλημάτων. Η εναγομένη, για να διασώσει το γάμο τους, εντάχθηκε σε συμβουλευτική ομάδα υποστήριξης στην Αθήνα, απουσιάζουσα συχνά από τη συζυγική οικία και αφήνοντας τη φύλαξη και περιποίηση των τέκνων τους στον ενάγοντα, ο οποίος αρνείτο να ενταχθεί στην ομάδα αυτή και ενοχλείτο από τη συμμετοχή της ενάγουσας σ΄αυτή. Με την πάροδο του χρόνου οι συγκρούσεις μεταξύ τους εντείνονταν με αποκορύφωμα το 2001, οπότε άρχισαν να αλληλομηνύονται και να αλληλοκαταγγέλονται στην αστυνομία με διάφορες αιτιάσεις ο ένας κατά του άλλου. Στις συγκρούσεις αυτές τα ανήλικα τέκνα τους δεν έμεναν αμέτοχα και οι αρνητικές επιπτώσεις στον ψυχισμό τους ήταν αναπόφευκτες. Τελικώς το Μάρτιο 2001 μετά από υπόδειξη ειδικών επιστημόνων του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής η εναγομένη απομακρύνθηκε αυτόβουλα της συζυγικής οικίας και εγκαταστάθηκε στην περιοχή Παπάγου Αττικής στην πατρική της οικία. Ο ενάγων ουδέποτε συγχώρησε την εναγομένη για αυτή την ενέργειά της. Θεώρησε προσχηματική τη στάση της για να δικαιολογήσει την αληθή της πρόθεση να αποστεί της έγγαμης συμβίωσής και όταν μετά τρίμηνο αυτή επέστρεψε στη συζυγική οικία, οι σχέσεις μεταξύ τους χειροτέρεψαν σε τέτοιο βαθμό που η συγκατοίκηση ήταν πλέον αφόρητη. Έτσι, μετά από αίτηση της εναγομένης και με συναίνεση του ενάγοντος, διατάχτηκαν με τις υπ΄αριθ. 414 και 416/2001 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, ως ασφαλιστικά μέτρα, η μετοίκηση του ενάγοντος από τη συζυγική στέγη, η προσωρινή ανάθεση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων τους στην εναγομένη και ρυθμίστηκε προσωρινά ο τρόπος επικοινωνίας των ανηλίκων με τον πατέρα τους. Κατόπιν αυτού ο ενάγων εγκαταστάθηκε στην Ελάτεια Φθιώτιδος και η εναγομένη με τα ανήλικα τέκνα της εγκαταστάθηκε στην πατρική της οικία στου Παπάγου Αττικής. Την 1.7.2001 και μέσα στα πλαίσια της επικοινωνίας που διατάχθηκε με την ως άνω δεύτερη απόφαση, ο ενάγων παρέλαβε τα ανήλικα τέκνα του από την εναγομένη, τα οποία αφού διέμειναν μαζί του για ένα μήνα στην Ελάτεια αρνήθηκαν να επιστρέψουν στη μητέρα τους, κατά την παράδοσή τους σ΄αυτή, δηλώνοντας ότι επιθυμούν να παραμείνουν με τον πατέρα τους. Αξιολογώντας τη θέληση των ανηλίκων, την οποία, όπως αναφέρεται στην υπ΄αριθ. 590/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, υποστήριξαν σθεναρά, το εν λόγω δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ανακάλεσε την υπ΄ αριθ. 416/2001 απόφασή του και ανέθεσε προσωρινά την επιμέλεια των ανηλίκων στον ενάγοντα. Έκτοτε τα ανήλικα διαμένουν στην Ελάτεια πλησίον του πατέρα τους, παρακολουθούν εκεί τα σχολεία τους, έχουν διαμορφώσει το περιβάλλον τους, είναι ικανοποιημένα από τη φροντίδα και το ενδιαφέρον που επιδεικνύει γι΄αυτά ο πατέρας τους, έχουν αναπτύξει στενό ψυχικό δεσμό μαζί του, δεν είναι διατεθειμένα να αλλάξουν περιβάλλον και για κανένα λόγο δεν θέλουν να διαμείνουν με τη μητέρα τους, καταλογίζοντάς της ότι είναι αδιάφορη γι΄αυτά και ότι τα εγκατέλειψε και αυτό δεν της το συγχωρούν. Για τον αρνητισμό των ανηλίκων έναντι της μητέρας τους και για το ποιός από τους γονείς είναι πλέον κατάλληλος για να αναλάβει την επιμέλειά τους, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τις υπ΄αριθ. 57/2002 και 25/2003 αποφάσεις του, διέταξε τη διενέργεια δύο πραγματογνωμοσυνών, οι οποίες διενεργήθηκαν από την ψυχίατρο Ε Ζ η πρώτη και τον ψυχολόγο Π Π η δεύτερη και αποφαίνονται ότι η μητέρα τους δεν έπαψε να ενδιαφέρεται γι΄αυτά, ότι η απουσία της από τη ζωή των ανηλίκων είναι καταλυτική για την ισόρροπη ανάπτυξή τους, ότι ο ενάγων οφείλει να συμπράξει για την αποκατάσταση των σχέσεών τους με τη μητέρα τους και ότι η ίδια παρέχει εχέγγυα καλύτερης άσκησης της επιμέλειάς τους. Πράγματι αποδείχτηκε ότι η εναγομένη ουδέποτε έπαψε να ενδιαφέρεται για τα τέκνα της, πολλές φορές επιχείρησε να έλθει σε επικοινωνία μαζί τους, προσέκρουσε όμως στην πείσμονα άρνηση των ανηλίκων, ενώ δύο φορές υπέβαλε αίτηση για ανάκληση της υπ΄αριθ. 590/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, ώστε να αναλάβει αυτή προσωρινά την επιμέλειά τους. Οι αιτήσεις αυτές απορρίφθηκαν με το σκεπτικό ότι λόγω της διαμορφωμένης κατάστασης στις σχέσεις με τα τέκνα της, η αλλαγή θα τα επιβάρυνε ψυχικά και συναισθηματικά και δεν ενδείκνυται. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι και οι δύο γονείς μπορούν να παρέχουν στα ανήλικα τέκνα τους άνετη διαβίωση, διαθέτουν οικίες με άνετους και επαρκείς χώρους σε κατάλληλο οικιστικό περιβάλλον, έχουν την οικονομική δυνατότητα λόγω του επαγγέλματός τους να ανταποκρίνονται ικανοποιητικά στις ανάγκες τους και διαθέτουν την ανάλογη μόρφωση, ώστε με την κατάλληλη διαπαιδαγώγησή τους να διαμορφώσουν μια ολοκληρωμένη και ισχυρή προσωπικότητα. Αποδείχτηκε επίσης, ότι από το καλοκαίρι του 2001, που τα ανήλικα τέκνα διαμένουν συνεχώς με τον πατέρα τους, αυτός τους παρέσχε αμέριστη την αγάπη και τη φροντίδα του, αφοσιώθηκε στην ανατροφή τους και συνέβαλε στη διαπαιδαγώγησή τους, ώστε να είναι καλοί μαθητές, να ασχολούνται με εξωσχολικές δραστηριότητες, να είναι δημιουργικοί, να αναπτύξουν τις φιλίες τους και να διατηρούν στενές σχέσεις με τα οικεία τους πρόσωπα, τα οποία τα αγαπούν και συμβάλλουν στην ανατροφή τους. Έτσι έχουν διαμορφώσει μια δυνατή συναισθηματική σχέση με τον πατέρα τους, εν αντιθέσει με τη μητέρα τους, για την οποία έχουν αρνητική και απαξιωτική άποψη, η οποία, ανεξάρτητα από το ότι εν πολλοίς υποδαυλίζεται από τον ενάγοντα, τα έχει επηρεάσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αρνούνται όχι μόνο να αλλάξουν περιβάλλον και να διαμείνουν κοντά της, αλλά και να έχουν επικοινωνία μαζί της. Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 2001 ο μεγαλύτερος γιός της Χ αρνείται και δεν την έχει ξαναδεί και ο μικρότερος γυιός της Σ –Α, ενω αρχικά είχε ελάχιστες επαφές μαζί της, αρνείται και δεν την έχει ξανασυναντήσει από το Πάσχα του 2003. Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ανέθεσε την επιμέλεια των ανηλίκων στον πατέρα τους. Με την κρίση του όμως αυτή παραβίασε εκ πλαγίου τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1511 ΑΚ, αφού σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές του, για τον προσδιορισμό του συμφέροντος των ανηλίκων, αναφορικά με την ανάθεση της επιμέλειάς τους στον ένα ή τον άλλο από τους γονείς τους συνεκτιμάται και εξαίρεται η προτίμησή τους προς τον πατέρα τους, ως κατά νόμο κριτήριο επιλογής μεταξύ των γονέων, και η αρνητική και απαξιωτική θέση τους έναντι της μητέρας τους, ενώ παράλληλα γίνεται δεκτό ότι η ψυχική αυτή στάση τους υποδαυλίζεται εν πολλοίς από τον αναιρεσίβλητο οπότε υπάρχει αντίφαση και ασάφεια στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, σε βαθμό που καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος αν εφαρμόστηκαν ορθά η όχι οι ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1511 ΑΚ, σε σχέση με το συμφέρον των ανηλίκων.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ’άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ, κατά παραδοχήν του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως παραδεκτώς συμπληρώθηκε από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατ’άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’αριθ. 14/2005 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα εξ εννιακοσίων εβδομήντα (970) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2005. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2005.

Γονική μέριμνα – Ανάθεση (οριστική) επιμέλειας στον πατέρα. ΜονΠρΡόδου 159/2002


Γονική μέριμνα – Ανάθεση (οριστική) επιμέλειας στον πατέρα. ΜονΠρΡόδου 159/2002


Ημ. Καταχώρησης: 22/11/2004

Γονική μέριμνα – Ανάθεση (οριστική) επιμέλειας στον πατέρα.
Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια, διοίκηση της περιουσίας και αντιπροσώπευση του τέκνου ενώ το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να ρυθμίσει σε περίπτωση λύσης, ακύρωσης του γάμου ή διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, οπότε και ανακύπτει το πρώτον θέμα παραμονής του τέκνου με έναν από τους γονείς, όλες τις πτυχές της αλλά μόνο την αιτούμενη παραμένοντας κοινή η άσκηση για τις υπόλοιπες. Κριτήριο για την ανάθεση της γονικής μέριμνας αποτελεί το συμφέρον του τέκνου, για την κρίση του οποίου λαμβάνονται υπόψη, η επικοινωνία δικαστή - τέκνου, υπό την προϋπόθεση της ωριμότητας την οποία μπορεί να έχει και μικρής ηλικίας τέκνο, χωρίς ν’ αποτελεί εμπόδιο η αντίθεση φύλλου, οι ψυχικές ικανότητες του γονέα, οπότε θα βαρύνει η επιθυμία του τέκνου που με ωριμότητα θα εξωτερικεύσει στενότερο ψυχολογικό δεσμό με έναν απ’ αυτούς και το περιβάλλον που προσφέρει κάθε γονέας να είναι επιθυμητό για το τέκνο ανατρεπομένου του κανόνα ότι τα μικρά τέκνα πρέπει να παραμένουν με τη μητέρα, αναγκαιότητα μόνο των πρώτων μηνών λόγω θηλασμού. Παράγοντες κρίσης περί του συμφέροντος του τέκνου αποτελούν εν συνεχεία ο δεσμός με τα αδέλφια, τυχόν συμφωνίες μεταξύ των συζύγων, οι κλίσεις του τέκνου, η επίδραση στη διαμόρφωση της προσωπικότητας, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης, ο δεσμός με τρίτους, ο χρόνος του γονέα για ποιοτική επαφή, όχι όμως η ηλικία, το φύλλο, οι πολιτικές πεποιθήσεις ή άλλες ιδιότητες του γονέας ενώ η τυχόν ερωτική σχέση με τρίτο και η υπαιτιότητα για τη διάσταση μόνο σε συνδυασμό με τυχόν επίδραση στο τέκνο.


Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1510, 1511, 1512 και 1514 ΑΚ, όπως αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 17 του ν. 1329/1983, σαφώς συνάγεται ότι η γονική μέριμνα, στην οποία περιλαμβάνεται η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου, η διοίκηση της περιουσίας αυτού και η αντιπροσώπευσή του, ασκείται από κοινού από τους γονείς του. Στις περιπτώσεις, όμως, διαζυγίου, ακυρώσεως γάμου ή διακοπής της συζυγικής συμβιώσεως, οπότε και ανατρέπονται οι συνθήκες ζωής της οικογενείας, καταργείται ο συζυγικός οίκος και δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς, ανακύπτει θέμα διαμονής του ανηλίκου τέκνου πλησίον του πατέρα ή της μητέρας του και ρυθμίσεως της ασκήσεως της γονικής μέριμνας υπό εκάστου των φορέων αυτής. Η ρύθμιση του άρθρου 1513 ΑΚ αναφέρεται στο ποιός θα ασκεί τη γονική μέριμνα στο σύνολό της ή έστω και σε μέρος της, που θα είναι όμως καθολικότερο, όπως λ.χ. ως προς την επιμέλεια του προσώπου ή τη διοίκηση της περιουσίας του παιδιού γενικά. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να ρυθμίζει πάντα την άσκηση όλης της γονικής μέριμνας, αλλά μπορεί να περιορίζεται στη ρύθμιση του μέρους εκείνου του περιεχομένου της, το οποίο αφορά το αίτημα των διαδίκων. Ως προς το υπόλοιπο περιεχόμενο της γονικής μέριμνας, για το οποίο οι γονείς δεν προσφεύγουν στο Δικαστήριο, θα εξακολουθήσει να ισχύει ο κανόνας της από κοινού άσκησής της. Περαιτέρω, το άρθρο 1511 ΑΚ ορίζει πρωτίστως, ως κατευθυντήρια γραμμή για τη ρύθμιση της ασκήσεως της γονικής μέριμνας, σε περίπτωση διαφωνίας των γονέων και προσφυγής στο Δικαστήριο, το συμφέρον του τέκνου. Η βούληση του ανηλίκου, ανάλογα με την ωριμότητά του, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται (άρθρο 1511 παρ. 3 ΑΚ), επί ανηλίκων όμως μικρής ηλικίας δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη άνευ περαιτέρω έρευνας, εφόσον στηρίζεται πολύ συχνά στη μονομερή επίδραση του ενός των γονέων ή του συγγενικού τους περιβάλλοντος, μόνη δε η ηλικία του τέκνου δεν αποδεικνύει και την ωριμότητα αυτού ούτε σαν δίδαγμα κοινής πείρας. Η καθιέρωση κριτηρίου ωριμότητας ανάγει αμέσως την τελευταία σε σπουδαίο παράγοντα διαμορφώσεως της δικανικής κρίσης. Ο νομοθέτης δεν καθόρισε την ακρόαση ως διαδικασία αγόμενη στην δικαστική ευχέρεια. Τη συνέδεσε με την ωριμότητα του ανηλίκου και επειδή η τελευταία κατ’ αρχήν συμβαδίζει με την ηλικία, έμμεσα έθεσε ένα θέμα ηλικίας. Πάντως, ώριμο είναι ένα παιδί, όταν λόγω βιολογικών (όπως ο βαθμός ευφυίας) και κοινωνικών παραγόντων (όπως τα βιώματα και οι εμπειρίες) είναι σε θέση να έχει λογική και ολοκληρωμένη άποψη για ορισμένο θέμα και να συμπεριφέρεται ανάλογα. Από τον ορισμό αυτό προκύπτει εξάλλου, ότι η ωριμότητα του παιδιού συναρτάται κάθε φορά και με το ζήτημα που αφορά η απόφαση που πρόκειται να ληφθεί. Αλλά την ωριμότητα δεν την καθόρισε μόνο ως παράγοντα της δικαστικής κρίσεως αν πρέπει να ζητηθεί η γνώμη του ανηλίκου. Την προέβλεψε και ως παράγοντα αν πρέπει να συνεκτιμηθεί η γνώμη αυτή. Το ερώτημα σε ποιόν από τους γονείς (μετά τη διάσταση ή το διαζύγιο) πρέπει να ανατεθεί η άσκηση της γονικής μέριμνας είναι στενά συνδεδεμένο με τη σημασία των δεσμών μεταξύ του τέκνου και των δύο γονέων. Ο ψυχολογικός σύνδεσμος του ανηλίκου παιδιού με τους γονείς του, συχνά εκδηλώνεται με την ιδιαίτερη αδυναμία του ανηλίκου σε ένα από τους γονείς. Αυτό είναι πραγματικό γεγονός, που δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ομοιότητα ή την αντίθεση του φύλου. Ο άνδρας είναι εξίσου κατάλληλος να αναθρέψει σωστά τόσο τον ανήλικο γιο του όσο και τη θυγατέρα του και το ίδιο ισχύει και για τη μητέρα. Κατάλληλος να αναθρέψει τον ανήλικο είναι ο γονέας, που αντικειμενικά αλλά και υποκειμενικά, έχει τις ικανότητες γι' αυτό και μάλιστα όχι μόνο τις οικονομικές αλλά και τις ψυχικές. Ο ψυχικός σύνδεσμος είναι αποφασιστικό κριτήριο για την κρίση του συμφέροντος του ανηλίκου, ιδιαίτερα όταν είναι πνευματικά ώριμος, ώστε να ακούγεται από το Δικαστήριο, όπως ορίζει ο νόμος, οπότε αν από τα περιστατικά, που υπέπεσαν στην αντίληψη του Δικαστή, πρoκύψει ότι το ανήλικο τέκνο είναι ψυχολογικά ιδιαίτερα συνδεδεμένο προς τον ένα από τους γονείς του και αυτός είναι αντικειμενικά σε θέση να του προσφέρει παρόμοια προστασία όπως και ο άλλος, τότε το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να σεβαστεί την επιθυμία του ανηλίκου. Σύμφωνα δε με τις νεώτερες κοινωνικές αντιλήψεις, το βάρος πρέπει να γίνεται στα στοιχεία που διαμορφώνουν το απαραίτητο περιβάλλον για σωστή ψυχοσωματική ανάπτυξη του ανηλίκου, αφού είναι δίδαγμα της παιδοψυχολογίας ότι διαβίωση του παιδιού σε άνετες ή ανεκτές υλικές συνθήκες, αλλά σε περιβάλλον ανεπιθύμητο προς αυτό μπορεί να έχει καταστροφική επίδραση. Η παλαιότερα υποστηριζόμενη άποψη τόσο στη νομική θεωρεία όσο και στη νομολογία των Δικαστηρίων, ότι, κατά άγραφο κανόνα, η επιμέλεια των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους, ως και του ότι το τέκνο έχει ανάγκη των ιδιαίτερων περιποιήσεων της μητέρας, φαίνεται να χάνει έδαφος, αφού νεώτερες επιστημονικές έρευνες απέδειξαν ότι η παρουσία της μητέρας είναι μεν αναγκαία για τους πρώτους μετά τη γέννηση μήνες, κυρίως λόγω του θηλασμού, δύναται όμως ο πατέρας, μετά από αυτούς, να καταστεί το πρόσωπο, το οποίο, λόγω του δεσμού του με το τέκνο του, να είναι το πλέον κατάλληλο, για την ομαλή ψυχοσωματική του ανάπτυξη. Εκτός από τους ανωτέρω αναφερόμενους υπάρχουν και άλλοι παράγοντες, που βοηθούν στην εξειδίκευση του συμφέροντος του ανήλικου παιδιού, ορισμένοι από τους οποίους αναφέρονται ρητά από το νομοθέτη σε άλλα άρθρα του Αστικού Κώδικα και ορισμένοι συνάγονται ερμηνευτικά. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν δεσμοί του παιδιού με τα αδέλφια του και οι τυχόν σχετικές με το υπό κρίση θέμα συμφωνίες των γονέων (άρθρο 1513 παρ. 2 ΑΚ), καθώς και οι προσωπικές κλίσεις του παιδιού και ο παράγοντας της ενίσχυσης της προσωπικότητάς του (άρθρο 1518 ΑΚ). Στη δεύτερη κατηγορία, ως κριτήρια μη αναγραφόμενα στο νόμο, μπορούν να αναφερθούν μεταξύ άλλων η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξής του και οι δεσμοί του με τρίτα πρόσωπα (ακόμα και εκτός του συγγενικού περιβάλλοντος) ή πράγματα. Αντίθετα, δεν είναι αναγκαστικά κρίσιμα για την εξειδίκευση του συμφέροντος του ανηλίκου, εκτός από την ηλικία και το φύλο του, η φυλή, η γλώσσα, η θρησκεία, οι πολιτικές ή άλλες πεποιθήσεις, η ιθαγένεια, η εθνική ή κοινωνική προέλευση ή περιουσία των γονέων. Επίσης, δεν αποτελούν παράγοντες, που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη αυτοτελώς - παρά μόνο σε συνάρτηση με την τυχόν επίδρασή τους στο παιδί – οι προσωπικές ιδιότητες των γονέων, η ιδιωτική τους ζωή, άρα και η τυχόν ελεύθερη συμβίωσής τους, με κάποιον τρίτο (ΕΑ 9574/1984 ΕλλΔνη 26. 251), η τυχόν υπαιτιότητα του ενός ως προς το διαζύγιό του ή η διακοπή της συμβίωσής τους με τον άλλον. Ο χρόνος εξάλλου, που διαθέτει ο κάθε γονέας για το παιδί του, είναι κρίσιμο στοιχείο όχι ως ποσότητα, αλλά μόνο σε συνδυασμό με την ποιότητα της επαφής, που μπορεί να προσφέρεται κατά τη διάρκειά του στον ανήλικο. Όλα τα ανωτέρω κριτήρια είναι μεταξύ τους ισοδύναμα και από την κάθε συγκεκριμένη περίπτωση εξαρτάται το ποιά θα θεωρηθούν περισσότερο ή λιγότερο σημαντικά, συνδυαζόμενα και μεταξύ τους. Όμως, υπάρχει ένα κριτήριο, το οποίο υπερέχει και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αγνοηθεί: η γνώμη του ανήλικου παιδιού, καθώς πολλά από τα υπόλοιπα κριτήρια μπορούν να περιλαμβάνονται σε αυτή (ΑΠ 1868/84, ΕΑ 6974/85, ΕΑ 1151/86, ΕλΔ/νη 27. 153 επομ., ΜονΠρΘεσ. 1024/1988, ΑρχΝ ΛΘ'. 155, Ε. Κουνούγερη - Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, εκδ. 1998, Τομ. ΙΙ, σελ. 206 επ. και 217 επ.). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων με την από 9/10/2001 αγωγή του ζητεί να του ανατεθεί αποκλειστικά η άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων του Ειρήνης και Ανδρέα, οκτώ (8) και έξι (6) ετών αντίστοιχα, που απέκτησε με την εναγομένη, λόγω της υπάρχουσας, μετά την λύση του γάμου τους με συναινετικό διαζύγιο, διαφωνίας ως προς την επιμέλεια των ανηλίκων και διότι αυτό επιβάλλει το αληθινό τους συμφέρον. Επίσης, ζητεί να ρυθμιστεί οριστικά το δικαίωμα επικοινωνίας της εναγομένης με τα ανήλικα τέκνα της ως εξής: α) κάθε Τετάρτη και Παρασκευή απόγευμα από 18:00 έως 21:00, β) κάθε Σάββατο ή Κυριακή από τις 09:00 το πρωί έως τις 9:00 το πρωί της επομένης ημέρας, γ) κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων ή του Πάσχα να διαμένουν μαζί της τα παιδιά επί δεκαπέντε (15) ημέρες και τέλος δ) κατά τη διάρκεια των θερινών μηνών να διαμένουν μαζί της τα παιδιά επί τριάντα (30) ημέρες. Τέλος, ζητεί να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική του δαπάνη. Περαιτέρω, η εναγόμενη της ως άνω αγωγής, (….) άσκησε την από 10.4.2002 αντίθετη αγωγή, με την οποία ζητεί να της ανατεθεί αποκλειστικά η άσκηση της επιμέλειας των ως άνω ανηλίκων τέκνων της, που απέκτησε από το γάμο της με τον εναγόμενο, λόγω της υπάρχουσας, μετά την λύση του γάμου τους με συναινετικό διαζύγιο, διαφωνίας ως προς την επιμέλεια των ανηλίκων και διότι αυτό επιβάλλει το αληθινό τους συμφέρον. Ζητεί, επίσης, να καταδικαστεί ο εναγόμενος στη δικαστική της δαπάνη. Οι ανωτέρω αγωγές αρμοδίως εισάγονται για να συζητηθούν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 17 παρ. 1 και 22 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνων (άρθρα 666 επ. και 681Β' ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 43 του ν. 1329/83). Είναι νόμιμες. Στηρίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1513, 1514 και 1518 ΑΚ και 176 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ’ ουσίαν. Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού, τις 1063, 1064, 1065/15-4-2002 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του ενάγοντος - εναγομένου, ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου …., τις …. , …. /22-11-2002 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της εναγομένης - ενάγουσας, ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου …. , οι οποίες πρέπει να ληφθούν υπόψη, καθώς στο Μονομελές Πρωτοδικείο καθιερώνεται εκ του νόμου η εν μέρει ελεύθερη απόδειξη, με κύριο χαρακτηριστικό της την ελεύθερη εκτίμηση από τον Δικαστή και αποδεικτικών μέσων, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (ΑΠ 1433/1992 ΕλλΔνη 1993. 151) και η γνωστοποίησή τους έγινε νομότυπα και εγκαίρως σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, από όλα τα έγγραφα που νομότυπα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, από τις ομολογίες, που συνάγονται από τις έγγραφες προτάσεις τους (άρθρο 261 ΚΠολΔ), από την επικοινωνία της Δικαστή με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων (άρθρο 681Γ παρ. 4 ΚΠολΔ και από την εν γένει διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στη Ρόδο στις 26.11.1994. Από το γάμο τους αυτό απέκτησαν δύο παιδιά, την Ε…… και τον Α……, ηλικίας σήμερα οκτώ (8) και έξι (6) ετών αντίστοιχα. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων αρχικά υπήρξε αρμονική. Στη συνέχεια δημιουργήθηκαν σοβαρά προβλήματα, κυρίως λόγω της δημιουργίας αισθηματικού δεσμού της εναγομένης με άλλον άνδρα, με αποτέλεσμα τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους, με την αποχώρηση της εναγομένης από τη συζυγική οικία τον Φεβρουάριο του 2000. Με την υπ’ αριθμ. …./2001 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού λύθηκε με συναινετικό διαζύγιο ο ως άνω γάμος των διαδίκων. Με την ίδια απόφαση επικυρώθηκε το από 4-5-2000 συμφωνητικό, το οποίο προβλέπεται κατά τη διαδικασία του συναινετικού διαζυγίου και με το οποίο ρυθμίστηκε η γονική μέριμνα, επιμέλεια και επικοινωνία των διαδίκων με τα ανήλια τέκνα τους. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε: α) οι διάδικοι να ασκούν τη γονική μέριμνα από κοινού, β) ο πατέρας να έχει την επιμέλεια των παιδιών και γ) η μητέρα να επικοινωνεί καθημερινά με τα παιδιά, να τα παραλαμβάνει κάθε Σάββατο ή Κυριακή από τις 09:00 το πρωί έως τις 9:00 το πρωί της επομένης ημέρας, να διαμένουν μαζί της για δεκαπέντε ημέρες κατά τις εορτές των Χριστουγέννων ή του Πάσχα και κατά τους θερινούς μήνες επί 30ήμερο. Λόγω των τεταμένων προσωπικών σχέσεων των διαδίκων η επικοινωνία με τα παιδιά ήταν προβληματική και υπήρχαν, σύμφωνα με τις καταθέσεις των όλων μαρτύρων των διαδίκων μερών, εντονότατα επεισόδια, τα οποία λάμβαναν χώρα πολλές φορές μπροστά στα παιδιά. Στις 25-7-2001 η εναγομένη κατέθεσε αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων και την προσωρινή ρύθμιση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων της. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν …/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία έκανε δεκτή την αίτησή της και της ανέθεσε προσωρινά την επιμέλεια. Από τις 15 Φεβρουαρίου 2002 τα παιδιά διαμένουν με την εναγόμενη. Μέχρι την οριστική διακοπή της εγγάμου συμβιώσεώς της με τον αντίδικο σύζυγό της, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη - ενάγουσα, ανεξάρτητα με τον τρόπο που είχαν διαμορφωθεί οι προσωπικές τους σχέσεις και τη δημιουργία του παράλληλου ερωτικού της δεσμού, φρόντιζε τα τέκνα της, το δε μητρικό της ενδιαφέρον δεν αρνούνται ούτε αυτά τα ανήλικα παιδιά της, τα οποία δεν έχει επηρεάσει ο αντίδικος ούτε το συγγενικό του περιβάλλον εναντίον της, αλλά αντίθετα έχει κατορθώσει κατά τη μέχρι της 15 Φεβρουαρίου 2002 κοινή συμβίωσή τους να μην τα εμποτίσει με αρνητικά αισθήματα εναντίον της. Το ίδιο διαπιστώθηκε με βεβαιότητα ότι έχει κάνει και η μητέρα και το δικό της συγγενικό περιβάλλον, κατά τη μετά τις 15 Φεβρουαρίου 2002 κοινή συμβίωσή της με τα παιδιά της, με αποτέλεσμα αυτά να ευρίσκονται μακράν της διαμάχης των γονέων τους. Ο ενάγων - εναγόμενος, παλαιότερα εργαζόταν το πρωί ως βοηθός στο σιδηρουργείο του πατέρα του και το απόγευμα ως ηλεκτρολόγος στο Βιολογικό Σταθμό Ρόδου. Σήμερα εργάζεται στη ΔΕΥΑΡ, ως μόνιμος υπάλληλος και έχει προσαρμόσει το ωράριό του έτσι ώστε να εξυπηρετεί τα παιδιά του και ειδικότερα εργάζεται από τις 07:30 έως τις 14:30 ημερησίως πλην Σαββατοκύριακου. Η εναγομένη - ενάγουσα εργάζεται μόνιμα στο Τμήμα Προμηθειών - Λογιστικών του Καζίνο Ρόδου, με σταθερό ωράριο από τις 08:00 έως τις 16:00 και τα απογεύματα από τις 18:00 έως τις 20:00, ημερησίως πλην Σαββατοκύριακου. Συνεπώς από, πλευράς ωρών εργασίας η εναγομένη - ενάγουσα είναι περισσότερο απασχολημένη αν και αυτό, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, που προηγήθηκε, δεν συνηγορεί στην έλλειψη ποιοτικού χρόνου απασχόλησης με τα παιδιά της. Περαιτέρω όπως, αποδείχθηκε ότι τα παιδιά, κατά το χρονικό διάστημα που διαμένουν με την μητέρα τους, πηγαίνουν στο σχολείο μαζί της το πρωί, ενώ στην επιστροφή τα παίρνει ο πατέρας τους ή η μητέρα του και γιαγιά των παιδιών, τα πηγαίνει σπίτι της, όπου τρώνε και διαβάζουν μέχρι να τα παραλάβει και πάλι η μητέρα τους, μετά τις 16:00 το απόγευμα, οπότε και τελειώνει από την εργασία της. Στη συνέχεια και μέχρι τις 18:00 περίπου, οπότε και επιστρέφει πάλι στο γραφείο της, ασχολείται με τα παιδιά και μεταξύ 18:00 και 20:00 τα παιδιά πηγαίνουν στο σπίτι της μητέρας της εναγομένης - ενάγουσας. Περίπου στις 21:00 επιστρέφουν με τη μητέρα τους στο σπίτι τους οπότε και κοιμούνται. Κατά το χρονικό διάστημα από τη διάσταση των αντιδίκων και μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου 2002, κατά το οποίο η επιμέλεια των παιδιών ανήκε στον ενάγοντα - εναγόμενο τα παιδιά πηγαινοερχόντουσαν στο σχολείο με τον πατέρα τους ή με τη γιαγιά τους (μητέρα του ενάγοντα), έτρωγαν το μεσημέρι στο σπίτι της, το οποίο βρίσκεται δίπλα στο σπίτι του πατέρα, διάβαζαν με τη βοήθεια του πατέρα τους και έπαιζαν μαζί του, καθώς ο ίδιος διέθετε άφθονο ποιοτικό και ποσοτικό χρόνο για τα παιδιά του, γεγονός το οποίο καταθέτει με σαφήνεια και βεβαιότητα και η μάρτυρας της εναγομένης στην ένορκη κατάθεσή της ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, αποδείχθηκε και συνομολογήθηκε και από την αντίδικη πλευρά ότι τόσο ο ίδιος ο πατέρας όσο και το περιβάλλον του έδειξαν, σε περιόδους μεγάλης κρίσης της συζυγικής ζωής των διαδίκων και εξακολουθούν ακόμα και σήμερα, που τα παιδιά διαμένουν με τη μητέρα τους, να δείχνουν αγάπη και στοργή προς αυτά, χωρίς να αφήνουν τα όποια προσωπικά τους αισθήματα προς τη μητέρα να τους επηρεάζουν, γεγονός που συντελεί στην ήρεμη και σωστή ψυχοσωματική ανάπτυξη των παιδιών σε μια τόσο κρίσιμη και ευαίσθητη ηλικία. Συνεπώς, ο ενάγων - εναγόμενος, εκτός από τον περισσότερο ελεύθερο, από πλευράς ωρών εργασίας χρόνο που διαθέτει ο ίδιος σε σχέση με την εναγομένη ενάγουσα, έχει αρωγούς στην επιμέλεια και φροντίδα των ανηλίκων τέκνων του, κατά τις ώρες κυρίως της εργασίας του, τους γονείς του, οι οποίοι είναι υγιείς και υπεραγαπούν τα εγγόνια τους. Αντίθετα, όπως αποδεικνύεται από το καθημερινό τους πρόγραμμα, από τις 15 Φεβρουαρίου 2002 τα παιδιά περνούν πολλές ώρες εκτός της οικογενειακής τους στέγης, πηγαινοέρχονται σε συγγενικά σπίτια πολλές φορές την ημέρα, το διάβασμα και το παιχνίδι τους διακόπτεται λόγω αυτών των μεταφορών τους, η βραδινή επιστροφή τους στο σπίτι τους δεν είναι σταθερή καθώς, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η εργασία δεν τελειώνει ακριβώς στο προβλεπόμενο ωράριό της. Αποτέλεσμα όλων των ανωτέρω είναι ότι τα παιδιά, αναμφίβολα βρίσκονται σε ασφαλές και συγγενικό περιβάλλον κατά τις ώρες απουσίας της μητέρας τους, πλην όμως αυτό δεν είναι το σπίτι τους και είναι βέβαιο ότι πολλές φορές βρίσκονται εκτός προγράμματος και υπό την επίβλεψη συγγενικών προσώπων. Εξ’ άλλου, κατά το χρονικό διάστημα που τα παιδιά διέμεναν μαζί με τον πατέρας τους, αυτός είχε δημιουργήσει ένα ήρεμο και ομαλό οικογενειακό περιβάλλον και έχει επιδείξει μέχρι και σήμερα προς αυτά αμέριστο ενδιαφέρον, τρυφερότητα και αγάπη προς απάλυνση της πίκρας και του ψυχικού κλυδωνισμού, που υπέστησαν αυτά από τον χωρισμό των γονέων τους. Αποτέλεσμα όλης αυτής της συμπεριφοράς του πατέρα, κατά το χρονικό διάστημα που είχε την επιμέλεια, αλλά και μέχρι σήμερα, ήταν να δημιουργηθεί μεταξύ τους ένας ισχυρός και ιδιαίτερος δεσμός αγάπης και αλληλοκατανοήσεως, οι δε προσπάθειές του έχουν αποδώσει ικανοποιητικά αποτελέσματα, κατά τέτοιο τρόπο μάλιστα ώστε τα παιδιά να μην καταλογίζουν ευθύνες σε κανέναν από τους γονείς τους για τον χωρισμό τους, να μην έχει αποκοπεί ο ψυχικός σύνδεσμος με τη μητέρα τους, καθώς και να έχουν ψυχική ηρεμία και ισορροπία προσαρμοσθέντα πλήρως στη νέα οικογενειακή τους κατάσταση. Επίσης, τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων έχουν άριστη επίδοση στα μαθήματα τους στο Δημοτικό Σχολείο Ρόδου όπου φοιτούν και η οκτάχρονη Ε........ παρακολουθεί μαθήματα Αγγλικών. Κατά την προσωπική, χωριστή με το κάθε παιδί, επικοινωνία της Δικαστή, (άρθρο 1511 παρ. 3 ΑΚ), διαπιστώθηκε ότι η φροντίδα του πατέρα τους και των παππούδων τους για το μεγάλο χρονικό διάστημα από την διάσταση των γονέων τους (Φεβρουάριος 2000) μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου 2002, οπότε και εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. …/2002 απόφαση περί προσωρινής ρυθμίσεως της επιμέλειά τους, ήτοι για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, έχει πράγματι αποδώσει στην ανατροφή και στη διαπαιδαγώγησή τους. Είναι παιδιά ώριμα, κοινωνικά, με ανεπτυγμένη προσωπικότητα, πολύ αγαπημένα μεταξύ τους και με ιδιαίτερους δεσμούς αγάπης με τον πατέρα τους. Και τα δύο παιδιά δήλωσαν αμέσως, ρητά, ανεπιφύλακτα και με σαφήνεια ότι επιθυμία τους είναι να μένουν με τον πατέρα τους, τον οποίο υπεραγαπούν και δεν έχουν τη δυνατότητα να βλέπουν όσο συχνά θέλουν λόγω της διαμονής τους με τη μητέρα τους. Και τα δύο παιδιά, αλλά ιδιαίτερα η Ε……., έχει υψηλό νοητικό επίπεδο, διαμορφωμένη προσωπικότητα και ωριμότητα τέτοια, που της επιτρέπουν να έχει δική της επιλογή και προτίμηση για τον τρόπο διαβιώσεώς της, που δεν μπορεί να αγvoηθεί. Και είναι αλήθεια ότι οι διάδικοι είναι εξίσου ικανοί και κατάλληλοι για να φροντίσουν τα τέκνα τους ανεξάρτητα από τον τρόπο που έχει διαμορφωθεί πλέον η προσωπική τους ζωή, αφού η μεν εναγομένη - ενάγουσα, όπως αποδείχθηκε, φροντίζει με αγάπη και στοργή τα παιδιά της, βοηθούμενη από την αδελφή της και τη μητέρα της, ο δεν ενάγων - εναγόμενος επίσης είναι άξιος, ικανός και φιλόστοργος πατέρας, υπεραγαπά τα παιδιά του και φροντίζει με ιδιαίτερο ζήλο, για τη σωστή ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους και την ομαλή ψυχοσωματική τους διαμόρφωση, βοηθούμενος και από τους γονείς του, ώστε τα παιδιά να αισθάνονται ασφάλεια και ψυχική ισορροπία, στοιχεία απαραίτητα για την περαιτέρω ανάπτυξή τους. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών γεγονότων και των όσων αναφέρονται στη μείζονα πρόταση της παρούσας, αποφασιστικό κριτήριο για την κρίση του αληθινού συμφέροντος των ανηλίκων είναι ο ιδιαίτερα έντονος ψυχικός δεσμός αυτών με τον πατέρα τους και μεταξύ τους, καθώς και η βούλησή τους να επιστέψουν οριστικά πλησίον του πατέρα τους, η οποία βούληση είναι προϊόν ωρίμου σκέψεως και όχι μονομερούς επηρεασμού από τον τελευταίο, καθώς και τα δύο παιδιά δεν τρέφουν αρνητικά αισθήματα προς τη μητέρα τους, την οποία αγαπούν και θέλουν να τη βλέπουν σε τακτά χρονικά διαστήματα. Ιδιαίτερη σημασία έχει στην προκειμένη υπόθεση η αποκατάσταση του ομαλού μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου 2002 τρόπου ζωής των ανηλίκων, που είχε αποδώσει ικανοποιητικά αποτελέσματα και η αποφυγή δημιουργίας ψυχολογικών προβλημάτων από την πίεση και την υποβολή σε προσπάθεια προσαρμογής στο περιβάλλον της μητέρας, στο οποίο ζουν από την ως άνω ημερομηνία, πλην όμως επιθυμία τους είναι να επιστρέψουν στο σπίτι του πατέρα τους. Η μη πραγματοποίηση της επιθυμίας του είναι δυνατόν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, να οδηγήσει στη δημιουργία αρνητικών συναισθημάτων προς τη μητέρα τους, ιδιαίτερα λόγω της μη εύκολης καθημερινής επικοινωνίας τους με τον πατέρα τους, όπως τα ίδια τα παιδιά την θυμούνται και την βίωσαν κατά το προηγούμενο χρονικό διάσημα. Επομένως, λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω κριτηρίων και αφού όπως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων - εναγόμενος είναι αντικειμενικά σε θέση να προσφέρει στα τέκνα του, Ε…….και Α………, παρόμοια προστασία, όπως και η μητέρα τους, καθώς και ένα ήρεμο και ομαλό περιβάλλον, σύγχρονο και πολιτισμένο επίπεδο ζωής από υλικής, ψυχοσωματικής και ψυχοδιανοητικής απόψεως και να συμβάλει θετικά στην περαιτέρω ανάπτυξή τους, το Δικαστήριο κρίνει, με γνώμονα το αληθινό συμφέρον αυτών, ότι αντεδείκνυται στο στάδιο αυτό της ηλικίας τους η ανάθεση της οριστικής επιμέλειάς τους στην εναγομένη - ενάγουσα μητέρα τους. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή της. Εξάλλου, από τα ίδια απoδεικτικά μέσα και με γνώμονα το συμφέρον των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, το οποίο επιβάλλει να μην αποξενωθούν ψυχικά από τη μητέρα τους, λαμβανομένου υπόψη και του αισθήματος στοργής της εναγομένης και τις ανάγκες όπως αυτή παρακολουθεί την ανατροφή και την εν γένει διαπαιδαγώγηση των ανηλίκων, το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο, όπως η εναγομένη επικοινωνεί με τα ανήλικα τέκνα της Ε…… και Α…….: α) κάθε Τετάρτη και Παρασκευή απόγευμα από 18:00 έως 21:00, β) κάθε Σάββατο από τις 09:00 το πρωί έως τις 9:00 το πρωί της Κυριακής, γ) κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων να διαμένουν μαζί της τα παιδιά επί δεκαπέντε (15) ημέρες, με ημερομηνία έναρξης του 15νθημέρου την επομένη της λέξεως των σχολικών μαθημάτων και τέλος, δ) κατά τη διάρκεια των θερινών μηνών να διαμένουν μαζί της τα παιδιά επί τριάντα (30) ημέρες και ειδικότερα από την 1η Ιουλίου έως και την 30η Ιουλίου. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν η από 9-10-2001 αγωγή, να ανατεθεί αποκλειστικά στον ενάγοντα η άσκηση της επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων του Ε……. και Α……, ηλικίας οκτώ (8) και έξι (6) ετών αντίστοιχα και να ρυθμιστεί η επικοινωνία των ως άνω ανηλίκων τέκνων με τη μητέρα τους κατά τον τρόπο που αναφέρεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

Απαγόρευση παιδιατρικής εξέτασης. Μον.Πρ.Καβ. 1885 /2007 1 Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ



ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΒΑΛΑΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ

από τη Δικαστή Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίσθηκε με κλήρωση σύμφωνα με το νόμο.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 29 Μαίου 2007, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα, για να δικάσει την αίτηση με αριθμό κατάθεσης Α.Μ. 1475/18-5-2007 και αντικείμενο προσωρινή ρύθμιση κατάστασης, μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: Xxxxxx Xxxxxx του Xxxxxx, κατοίκου Καβάλας (οδός Xxxxxx αριθ.XX), ως ασκούσα την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου της Xxxxxx Xxxxxx, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Ιωάννη Γάκη.
ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ. Xxxxxx Xxxxxx του Xxxxxx, κατοίκου Xxxxxx (οδός Xxxxxx αριθ. XX), που παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υπόθεσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αιτούσας ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε να γίνουν δεκτοί.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 682 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 683 έως 703 Κ.Πολ.Δ. τα δικαστήρια, σε επείγουσες περιπτώσεις ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, μπορούν να διατάζουν ασφαλιστικά μέτρα για την εξασφάλιση ή διατήρηση ενός δικαιώματος ή τη ρύθμιση μιας κατάστασης και να τα μεταρρυθμίζουν ή να τα ανακαλούν. Από τα πιο πάνω συνάγεται, ότι βασικές προϋποθέσεις για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων είναι να υφίστανται επείγουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος προς αποτροπή του οποίου να κατατείνει το ασφαλιστικό μέτρο και να πιθανολογείται η ύπαρξη δικαιώματος προς προστασία του οποίου επιδιώκεται το ασφαλιστικό μέτρο (Τζίφρας:Ασφ.Μετ.έκδ.Α'σελ.9επ.,Α.Π.422/1970ΝοΒ.18.548).

Εξάλλου, κατά τα άρθρα 731 και 732 του Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο την ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή ορισμένης πράξης από εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση, καθώς και κάθε μέτρο που κατά τις περιστάσεις είναι κατά την κρίση του πρόσφορο για την εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης.

Με την κρινόμενη αίτηση της η αιτούσα εκθέτει ότι δυνάμει της αναφερόμενης απόφασης αυτού του Δικαστηρίου της ανετέθη η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου της, που απέκτησε από τον νόμιμο γάμο της με τον καθ'ου, ο οποίος (γάμος τους) έχει ήδη λυθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, με δε την επίσης αναφερόμενη απόφαση αυτού του Δικαστηρίου ρυθμίστηκε η επικοινωνία του καθ'ου με το ανήλικο τέκνο της.
Ότι κάθε φορά που ο καθ'ου παραλαμβάνει το ανήλικο τέκνο τους, στα πλαίσια της επικοινωνίας μαζί του, το υποβάλλει σε εξετάσεις από ψυχιάτρους και ψυχολόγους, χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος προς τούτο, αφού πρόκειται για ένα υγιέστατο και έξυπνο παιδί. Ότι από τις ανωτέρω ενέργειες του καθ'ου τίθεται σε άμεσο κίνδυνο η ψυχική υγεία του ανηλίκου, αφού έτσι υφίσταται το ανήλικο μεγάλη ψυχική ταλαιπωρία και γι' αυτό ζητά ως ασφαλιστικό μέτρο να ρυθμιστεί προσωρινά ή κατάσταση που δημιουργήθηκε και να απαγορευθεί στον καθ' ου να προσάγει το ανήλικο τέκνο τους ενώπιον παιδοψυχιάτρων και παιδοψυχολόγων χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση και έγκριση της και να απειληθεί κατά του καθ'ου χρηματική ποινή ύψους 1.000 ευρώ για κάθε παράβαση της απόφασης που θα εκδοθεί. Η αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 731, 732 και 947 παρ.1 ΚΠολΔ, υπάγεται στην αρμοδιότητα αυτού του Δικαστηρίου και δικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682 επ. ΚΠολΔ). Συνεπώς πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Από την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο της μάρτυρος της αιτούσας Χχχχχχ Χχχχχχ του Χχχχχχ, από όλα τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζουν οι παρόντες διάδικοι, από αυτά που ανέπτυξαν προφορικά και με τα σημειώματα τους και γενικά από την όλη συζήτηση της υπόθεσης, πιθανολογήθηκαν τα εξής:
Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στις 21-4-1998 στην Καβάλα και από το γάμο τους απέκτησαν ένα τέκνο τον Ι……., που γεννήθηκε στις 19-8-2001. Κατά το έτος 2004 διεσπάσθη η έγγαμη συμβίωση τους και η αιτούσα με σχετική αίτηση της προς το Δικαστήριο αυτό ζήτησε να της ανατεθεί προσωρινά η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου της. Κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η υπ' αριθ. 1604/2004 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διαπιστωθεί η ψυχική κατάσταση της αιτούσας. Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1740/2004* απόφαση αυτού του Δικαστηρίου βάσει της οποίας η επιμέλεια του προαναφερθέντος ανηλίκου τέκνου ανετέθη προσωρινά στην αιτούσα. Ακολούθως εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία (άρθρ. 681 Β Κ.Πολ.Δ.) η υπ' αριθ. 222/2005** απόφαση αυτού του Δικαστηρίου με την οποία ανατέθηκε οριστικά στην αιτούσα η επιμέλεια του ως άνω ανηλίκου τέκνου της. Πρέπει δε ακόμη να αναφερθεί ότι με την υπ' αριθ. 164/2006, ήδη τελεσίδικη, απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας λύθηκε ο γάμος των διαδίκων και με την υπ' αριθ. 1970/2007 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου ρυθμίστηκε η επικοινωνία του καθ'ου με το ανήλικο τέκνο του. Ο καθ'ου, όταν παραλαμβάνει το τέκνο του, στα πλαίσια της με την ανωτέρω απόφαση ρυθμισθείσας επικοινωνίας, το υποβάλλει σε αλλεπάλληλες εξετάσεις από ψυχιάτρους και ψυχολόγους, χωρίς τη συγκατάθεση της αιτούσας.
Συγκεκριμένα στις 4-3-2006***μετέβη με το ανήλικο τέκνο του στην κλινική ψυχολόγο Π.Αλτιντή, προκειμένου να το εξετάσει. Στις 29-9-2006 απευθύνθηκε στο Ελληνικό Κέντρο Ψυχικής Υγιεινής και Ερευνών στη Θεσσαλονίκη, ζητώντας να εξετασθεί το ανήλικο τέκνο του από παιδοψυχίατρο, όμως το ως άνω Κέντρο αρνήθηκε να προβεί στην εξέταση του ανηλίκου, επειδή δεν υπήρχε η συγκατάθεση της μητέρας του, που έχει την επιμέλεια του. Στις 25-10-2006**** πήγε και πάλι το ανήλικο τέκνο του στην κλινική ψυχολόγο Π.Αλτιντή. Κατόπιν ο καθ'ου με σχετική αίτηση του, ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, ισχυριζόμενος ότι η αιτούσα και το ανήλικο τέκνο του παρουσιάζουν προβλήματα ψυχικής υγείας ζητούσε να αφαιρεθεί η επιμέλεια του τέκνου τους από την αιτούσα και να διαταχθεί η εξέταση του ανηλίκου από το ως άνω Κέντρο Ψυχικής Υγιεινής. Επί της παραπάνω αίτησης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3370/2006 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη.
Από το σύνολο των προαναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων και ιδία από την από 13-11-2006 γνωμάτευση του εκπαιδευτικού ψυχολόγου Παναγιώτη Σαμαρά προκύπτει ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων παρουσιάζει τα αναμενόμενα προβλήματα που έχουν τα παιδιά διαζευγμένων γονέων και ότι η σωστή και υπεύθυνη αντιμετώπιση της κατάστασης; εκ μέρους και των δύο γονέων ελαχιστοποιεί τα προβλήματα, ενώ η συγκρουσιακή συμπεριφορά τα μεγιστοποιεί.
Επιπλέον δε οι ως άνω δε ενέργειες του καθ'ου, ήτοι να υποβάλλει το ανήλικο σε συνεχείς παιδοψυχιατρικές και παιδοψυχολογικές εξετάσεις και από διάφορα κάθε φορά άτομα εγκυμονεί κινδύνους για την ομαλή ψυχική ανάπτυξη του ανηλίκου, δεδομένης της ευαίσθητης ηλικίας στην οποία αυτό βρίσκεται.
Πρέπει επομένως η αίτηση να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη και να απαγορευθεί στον καθ' ου να προσάγει το ανήλικο τέκνο τους ενώπιον παιδοψυχιάτρων και παιδοψυχολόγων χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση και έγκριση της αιτούσας, η οποία έχει την επιμέλεια του προσώπου του. Ακόμη πρέπει να απειληθεί κατά του καθ'ου χρηματική ποινή ύψους 300 ευρώ για κάθε παράβαση των διατάξεων της παρούσας και να καταδικασθεί καθ'ου, λόγω της ήττας του (άρθρο 176 Κ.Πολ.Δ) στη δικαστική δαπάνη της αιτούσας, όπως ειδικότερα στο διατακτικό ορίζεται.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ τον καθ' ου να προσάγει το ανήλικο τέκνο τους ενώπιον παιδοψυχιάτρων και παιδοψυχολόγων χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση και έγκριση της αιτούσας.
ΑΠΕΙΛΕΙ κατά του καθ'ου χρηματική ποινή ύψους τριακοσίων (300) ευρώ για κάθε παράβαση των διατάξεων της παρούσας
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ εις βάρος κατά του καθ'ου τη δικαστική δαπάνη της αιτούσας το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των τριακοσίων είκοσι (320) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, Αποφασίσθηκε και Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, στην Καβάλα, στις 28 Ιουνίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Η Δικαστής Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ
*Αναφέρει την υπ' αριθ. 1740/2004 και τη διενέργεια ιατρικής (Ψυχιατρικής) πραγματογνωμοσύνης - προκειμένου να διαπιστωθεί η ψυχική κατάσταση της αιτούσας - βάσει της οποίας της ανετέθη προσωρινά η επιμέλεια του προαναφερθέντος ανηλίκου τέκνου .

"Η πραγματογνώμονας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αιτούσα είναι σε θέση να επιμεληθεί το ανήλικο τέκνο της."
** Στην υπ' αριθ. 222/2005  απόφαση, αναφέρει την ειδική διαδικασία (άρθρ. 681 Β Κ.Πολ.Δ.) και τίποτε άλλο, όπως ότι :

"Η κ. Xxxxxxxx πάσχει από Διπολική Συναισθηματική Διαταραχή."

"Κρίνουμε ότι η κ. Xxxxxxxx μπορεί να αναλάβει την επιμέλεια του παιδιού της, λαμβάνοντας υπ' όψιν την κατάσταση της ψυχικής της υγείας - όπως περιγράφεται στην συνημμένη γνωμάτευση των ψυχιάτρων κ. Πατελάρου Εμμανουήλ και κ. Ζαχαροπούλου Φεβρωνίας - με την προϋπόθεση ότι θα παραμείνει σταθερή και σε βελτίωση η κατάσταση της ψυχικής της υγείας."
Κατασταση που ουδέποτε ελέγχθηκε, παρά της σχετικές αναφορές στο ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ.

"Κρίνουμε ότι ο κ. Xxxxxx μπορεί να αναλάβει την επιμέλεια του παιδιού του."
( χωρίς να λαμβάνετε τίποτα υπ' όψιν.)
Ολόκληρη η έκθεση στην σελίδα 222/2005
Η Δικαστής Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ
Αναφέρει περιληπτικά την από 13-11-2006 γνωμάτευση του εκπαιδευτικού ψυχολόγου Παναγιώτη Σαμαρά, αλλά τίποτα από για τις από , 4-3-2006 και 25-10-2006 γνωματεύσεις της Κλινικής ψυχολόγου Π.Αλτιντή.
Περιληπτικά λοιπόν, σε αυτές αναφέρεται ότι:
***4-3-2006
"...είναι ένα παιδί με σοβαρή ψυχοπαθολογία στη συναισθηματική του ανάπτυξη, με συμπτώματα χρόνιας Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες..."
"...διαπίστωσα ότι αυτό πρέπει να προέρχεται από την άσχημη και ανάρμοστη παρορμητική συμπεριφορά της μητέρας..."
"Για όλα τα παραπάνω σύνεστησα στον πατέρα την άμεση παραπομπή του παιδιού σε παιδοψυχίατρο όπως επίσης και την εξέταση από ψυχίατρο και των δύο γονιών."
****25-10-2006
"...διαπίστωσα ότι ισχύει η προηγουμένη γνωμάτευση μου, δηλ. ότι ο Χχχχχ είναι ένα παιδί με σοβαρή ψυχοπαθολογία και συμπτώματα χρόνιας Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες."
"...εξαιτίας της καταπιεστικής συμπεριφοράς της μητέρας του στην οποία «οφείλει» να υπακούει χωρίς συζήτηση, αλλά και της άσχημης συμπεριφοράς του θείου του προς αυτόν."
",... ο Χχχχχχ προσπαθεί να εκφράσει την ανάγκη του για προτεραιότητα απέναντι στους άλλους, την ανάγκη του να τον αγαπούν, η οποία δεν έχει ικανοποιηθεί πλήρως."
"Για όλα τα παραπάνω συνιστώ την άμεση παραπομπή του παιδιού σε παιδοψυχίατρο όπως επίσης και την εξέταση από ψυχίατρο και των δύο γονιών."
Η Δικαστής Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ
Αναφέρει στην απόφασή της, ότι στης 29-9-2006 απευθύνθηκε ο... καθ' ου στο Ελληνικό Κέντρο Ψυχικής Υγιεινής και Ερευνών στη Θεσσαλονίκη, ζητώντας να εξετασθεί το ανήλικο τέκνο του από παιδοψυχίατρο, (όπως συνιστούσε η Κλινική Ψυχολόγος). Όμως το ως άνω Κέντρο αρνήθηκε να προβεί στην εξέταση του ανηλίκου, επειδή δεν υπήρχε η συγκατάθεση της μητέρας του, που έχει την επιμέλεια του. Η Δικαστής δεν είχε λόγω να προβληματιστεί.


Η Δικαστής Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ

Δεν Αναφέρει στην απόφασή της τίποτα για Παιδοψυχίατρο.
Και όμως...
Κατετέθη, τόσο προφορικά όσο και γραπτά, πως την άνοιξη του 2007, το παιδί οδηγήθηκε δύο φορές σε Παιδοψυχίατρο Κοινοτικού Κέντρου Ψυχικής Υγείας, για εξετάσεις, μετά από σχετική συνεννόηση με την παιδοψυχίατρο (όπως είχε συσταθεί στον... καθ' ου).
Προηγουμένως το είχε οδηγήσει εκεί, η μητέρα, συνοδευμένη - ως συνήθως - από την δικηγόρο και μάρτυρά της κ. Χχχχχχ Χχχχχχ. Έτσι, με τα στοιχεία αυτά, η Δικαστής έκρινε πώς:
Η παρακολούθηση της υγείας του παιδιού είναι, "συνεχείς παιδοψυχιατρικές και παιδοψυχολογικές εξετάσεις"
Μια Ψυχολόγος και Μια Παιδοψυχίατρος είναι, "διάφορα κάθε φορά άτομα"

Και η εξέταση του παιδιού από ειδικούς της Ψυχικής υγείας, "εγκυμονεί κινδύνους για την ομαλή ψυχική ανάπτυξη του ανηλίκου, δεδομένης της ευαίσθητης ηλικίας στην οποία αυτό βρίσκεται."
Έτσι με προνοητικότητα και ευαισθησία ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΕ "στον... καθ' ου να προσάγει το ανήλικο τέκνο τους ενώπιον παιδοψυχιάτρων και παιδοψυχολόγων χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση και έγκριση της αιτούσας", εμπιστευόμενη την κρίση της ψυχιατρικά ασθενούς μητέρας, για την ψυχική υγεία του παιδιού μας.

Απαιτούμενη ωριμότητα των τέκνων. Α.Π 952 - 2007


Απαιτούμενη ωριμότητα των τέκνων.
Α.Π 952 - 2007   
Αριθμός 952/2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:..... εν διαστάσει συζύγου Ζ1 για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Χ2 η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Περγαντή.
Του αναιρεσιβλήτου: Ζ1, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αυγερινού Παρασκευόπουλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23-3-2004 και 8-7-2004 αντίθετες αγωγές των ανωτέρω διαδίκων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10235/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 800/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 9-5-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 18-1-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής, που αφορά την καταψήφιση της αναιρεσείουσας σε καταβολή στον αναιρεσίβλητο διατροφής για την ανήλικο θυγατέρα των διαδίκων Χ2 , κατά παραδοχή του τρίτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1511 και 681 Γ παρ. 3 εδ. α΄ και 4 εδ. α΄, δ΄ και ε΄ Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου επί διακοπής της συμβιώσεως των συζύγων, να ρυθμίσει τη γονική μέριμνα, πρέπει να ζητεί και να συνεκτιμά και τη γνώμη του τέκνου, εφόσον κρίνει ότι έχει την απαιτούμενη ωριμότητα, ότι δηλαδή έχει την ικανότητα να αντιληφθεί το συμφέρον του, για την κρίση του δε αυτή ως προς την ύπαρξη ή μη τέτοιας ωριμότητας, που σχηματίζεται από την ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε ειδική αιτιολογία απαιτείται, ούτε αναιρετικός έλεγχος επιτρέπεται, αφού αυτή αποτελεί εκτίμηση πραγματικού γεγονότος κατ΄ άρθρ. 561 Κ.Πολ.Δικ. Ενώ εξ άλλου μόνη η ηλικία του τέκνου δεν αποδεικνύει και την ωριμότητα ή ανωριμότητα του. Η δε συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της γνώμης του τέκνου δεν αποτελεί ίδιο αποδεικτικό μέσο, αλλά πρέπει να διαλαμβάνεται στην απόφαση, γιατί συνιστά μέρος της αιτιολογίας αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα από τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη, άλλα προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς επίσης και από την ακρόαση από μέλος του δικαστηρίου των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων. Η αληθινή έννοια της αναφοράς αυτής, που συνάγεται και από το διαχωρισμό των αποδεικτικών μέσων, που ελήφθησαν υπόψη άλλα προς άμεση και άλλα προς έμμεση απόδειξη, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ακρόαση απ΄ τον εισηγητή των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, ως ίδιο αποδεικτικό μέσο. Αναφέρει δε αυτήν (ακρόαση) και την περί αυτής κρίση του Εισηγητή στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως μέρος της αιτιολογίας της που πρέπει να διαλαμβάνεται σε αυτή σύμφωνα με την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων. Επομένως η προβαλλόμενη με τον δεύτερο (κατά το δεύτερο μέρος του) λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση, ότι η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση της ακρόασης από τον εισηγητή Δικαστή των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων Χ1 και Χ2 και της γνώμης που εξέφρασαν τα ανήλικα αυτά, χωρίς να βεβαιώνεται ότι η ηλικίας 9 ετών περίπου Χ2 έχει την απαιτούμενη ωριμότητα, αποτελεί λήψη υπόψη μη επιτρεπομένου από το νόμο αποδεικτικού μέσου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1514 του ΑΚ συνάγεται ότι η γονική μέριμνα, η οποία περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου, την διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, ασκείται από τους γονείς του. Είναι δε έννοια ευρύτερη της επιμέλειας, η οποία (επιμέλεια) περιλαμβάνει την ανατροφή, την επίβλεψη, την μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του. Στην περίπτωση όμως διακοπής της συζυγικής συμβιώσεως, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς και ανακύπτει θέμα της διαμονής των ανηλίκων τέκνων πλησίον του πατέρα ή της μητέρας τους, η ρύθμιση της γονικής μέριμνας αυτών γίνεται από το δικαστήριο. Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας, στην περίπτωση διαφωνίας ετων γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της ασκήσεως της γονικής μέριμνας του ανηλίκου είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα. Για την εξειδίκευση της αοριστίας αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από τον νομοθέτη εκ των προτέρων σταθερά προσδιοριστικά στοιχία πέραν από το επιβαλλόμενο στον δικαστή καθήκον να σεβασθεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής - οικονομικής κατάστασής τους. Η μικρή ηλικία του ανηλίκου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο κατά νόμο στοιχείο για το προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας στον ένα ή τον άλλο από τους γονείς του, γιατί η άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεώτερες ιατρικές παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται σαφής βιοκοινωνική υπεροχή στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου. Στην δικαστική συνεπώς κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο ώστε, αφού ληφθούν υπόψη, όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγωγήσεως και της περιθάλψεως του ανηλίκου τέκνου, και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς και αδελφούς του. Για το σκοπό τούτο λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δικάζοντας έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ΄ αριθ. 10235/2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχαν γίνει δεκτές, κατά ένα μέρος αντίθετες αγωγές των διαδίκων και είχε ανατεθεί η αποκλειστική άσκηση της γονικής μέριμνας της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων, Χ2 στην αναιρεσείουσα μητέρα της και η αποκλειστική άσκηση της γονικής μέριμνας της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων Χ1 , στον αναιρεσίβλητο πατέρα της, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Οι ενήλικοι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους, νόμιμο γάμο, από τον οποίο γάμο απόκτησαν δύο τέκνα, και συγκεκριμένα τη Χ1 ηλικίας κατά το χρόνο ασκήσεως των δύο αντιθέτων αγωγών 12 ετών και σήμερα 14 ετών περίπου και την Χ2 , ηλικίας κατά τον προαναφερόμενο χρόνο 7 ετών και σήμερα 9 ετών περίπου. Τα πρώτα χρόνια εργάζονταν μόνον ο εκκαλών-εναγόμενος-ενάγων, (ήδη αναιρεσίβλητος) ως οδηγός ιδιόκτητου δημοσίας χρήσεως επιβατηγού αυτοκινήτου (ΤΑΧΙ), ενώ η εφεσίβλητος - ενάγουσα - εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) ασχολούνταν αποκλειστικά με τη φροντίδα της κατοικίας τους και με την ανατροφή των προαναφερομένων ανηλίκων τέκνων τους. Από το έτος 2000 και μετέπειτα άρχισε να εργάζεται και η εφεσίβλητος - ενάγουσα - εναγόμενη, αρχικά σε διάφορα καταστήματα και στη συνέχεια σε μεσιτικό γραφείο. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και διασπάσθηκε οριστικά, στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2004, με την αποχώρηση του αναιρεσιβλήτου από τη συζυγική τους κατοικία. Από τα τέκνα των διαδίκων η Χ1 επέλεξε να ακολουθήσει τον πατέρα της, με τη σύμφωνη γνώμη και της μητέρας της, ενώ η Χ2 αρχικά επέλεξε, να ακολουθήσει τη μητέρα της με την οποία και διαμένει μέχρι και σήμερα. Αρχικά ο αναιρεσίβλητος εγκαταστάθηκε για λίγο χρονικό διάστημα στην κατοικία της αδελφής του και ακολούθως προέβη στη μίσθωση άλλης κατοικίας στην ..... και συγκεκριμένα επί της οδού ....., στην οποία και διαμένει με την ανήλικη Χ1 και την αδελφή του. Η αναιρεσείουσα παρέμεινε αρχικά στη συζυγική τους κατοικία με την ανήλικη θυγατέρα τους Χ2 , στη συνέχεια όμως μίσθωσε άλλο διαμέρισμα στην .... που βρίσκεται στην επί της οδού ..... , πολυώροφη οικοδομή και στο οποίο διαμένει έκτοτε με την προαναφερόμενη θυγατέρα της. Και οι δύο γονείς των προαναφερόμενων ανηλίκων τέκνων αγαπούν πολύ τα τέκνα τους και επιθυμούν να βρίσκονται συνεχώς μαζί τους. Από τη διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων, δηλαδή για χρονικό διάστημα πολλών μηνών, η μεν ανήλικη Χ1 διαμένει με τον πατέρα της, η δε Χ2 με τη μητέρα της δηλαδή η καθεμία ανήλικη διαμένει σε διαφορετικό περιβάλλον. Η Χ1 είναι μαθήτρια της δεύτερης τάξεως του Γυμνασίου, ενώ η Χ2 είναι μαθήτρια της τρίτης τάξεως του Δημοτικού Σχολείου. Το γεγονός ότι οι ανήλικες θυγατέρες των διαδίκων διαμένουν, όπως προαναφέρθηκε, σε χωριστό περιβάλλον, μακριά η μία από την άλλη, δεν συμβάλλει στην ανάπτυξη του αδελφικού δεσμού μεταξύ τους, πράγμα που απαιτείται για τη σωστή ψυχοσωματική τους διάπλαση. Το συμφέρον τους επιβάλλει να διαμένουν μαζί κάτω από την ίδια στέγη. Ειδικότερα (συνεχίζει το Εφετείο) η ανήλικη Χ1 έχει αναπτύξει ιδιαίτερο ψυχικό δεσμό με τον πατέρα της, με τον οποίο διαμένει μέχρι σήμερα και επιθυμεί να συνεχίσει να διαμένει. Αυτός δε είναι υπεύθυνος και στοργικός πατέρας, ασχολείται συνεχώς με τη Χ1 βοηθούμενος και από την αδελφή του που διαμένει μαζί τους, και έχει δημιουργήσει ένα ήρεμο περιβάλλον, από το οποίο δεν επιθυμεί να απομακρυνθεί η Χ1 . Με την τελευταία και στην κατοικία του αναιρεσιβλήτου πρέπει να διαμένει και η άλλη ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων Χ2 , διότι, τούτο θα συμβάλει στη σωστή ανάπτυξη της προσωπικότητάς της. Πράγματι η ανήλικη Χ1 όπως διαπίστωσε από την προσωπική επαφή μαζί της ο Δικαστής που δίκασε την υπόθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και ο Εισηγητής του παρόντος Δικαστηρίου (Εφετείου) είναι εντελώς αρνητική στην προοπτική της επιστροφής της στην κατοικία της μητέρας της και αντιδρά έντονα στη σκέψη της αναθέσεως της ασκήσεως της γονικής της μέριμνας στην εφεσίβλητη μητέρα της, αποδίδοντας εμμέσως, πλην σαφώς, σε αυτήν το χωρισμό των γονέων της και δείχνοντας ότι έχει πληγωθεί υπέρμετρα από την απόφαση της μητέρας της για τη διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεώς της με τον πατέρα της, απόφαση που θεωρεί ότι δεν έχει αιτιολογηθεί επαρκώς από τη μητέρα της. Ευθέως δήλωσε ότι δεν θα φύγει από τον πατέρα της. Η βούλησή της αυτή δεν προέκυψε ότι είναι προϊόν πειθαναγκασμού ή υπέρμετρης επιείκειας του πατέρα της ή αλόγιστης παροχής υλικών αγαθών, προκειμένου να προσκολληθεί σε αυτόν και πολύ περισσότερο κάποιας διαταραγμένης προσωπικότητάς της. Ακόμη και η μικρή θυγατέρα των διαδίκων Χ2 , η οποία διαμένει με τη μητέρα της κατά την εξέτασή της από τον Εισηγητή Δικαστή του Δικαστηρίου αυτού (Εφετείου) χωρίς να εκφράσει τίποτε το μεμπτό εναντίον της μητέρας της, δήλωσε ότι θέλει να διαμένει στην κατοικία του πατέρα της για να είναι μαζί με την αδελφή της. Επίσης, θέλει, να ασχολείται με τα προβλήματά της, παράλληλα και με της αδελφής της, μόνον ο εκκαλών πατέρας της. Στη συνέχεια το Εφετείο αφού αναφέρεται στην πολύ καλά επίδοση της Χ1 στο σχολείο δέχεται ότι και η μικρή Χ2 έχει άριστη επίδοση στα μαθήματά της, καθώς και στην Αγγλική γλώσσα. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές έκρινε το Εφετείο ότι το καλώς εννοούμενο συμφέρον των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, υπαγορεύει να ανατεθεί στον αναιρεσίβλητο πατέρα η αποκλειστική άσκηση της γονικής μέριμνας όχι μόνο της ανήλικης Χ1 , όπως είχε κρίνει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και της ανήλικης Χ2 και αφού εξαφάνισε ως προς το τελευταίο αυτό κεφάλαιο (γονική μέριμνα της Χ2 ) την πρωτόδικη απόφαση ανέθεσε στον αναιρεσίβλητο, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της ένδικης αγωγής του, την αποκλειστική άσκηση της γονικής μέριμνας και της ανήλικης Χ2 . Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο δεν παρεβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512 και 1514 ΑΚ, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το δικαιολογημένο ή όχι της απομάκρυνσης της ανήλικης Χ2 από την αναιρεσείουσα μητέρα της και ανάθεση της γονικής μέριμνας αυτής στον αναιρεσίβλητο πατέρα της αφού με τις ανωτέρω παραδοχές του διέλαβε επαρκή αιτιολογία στην οποία περιέχονται όλα τα απαιτούμενα για την εφαρμογή, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, των διατάξεων, των άρθρων 1510, 15121, 1512 και 1514 ΑΚ περιστατικά. Ειδικώτερα οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας σχετικά με την επικαλούμενη ανεπάρκεια αιτιολογίας, επικεντρώνονται στο ότι το Εφετείο α) ενώ δέχθηκε ότι συνέβαλε η αναιρεσείουσα στις άριστες επιδόσεις της Χ2 στα μαθήματά της και την Αγγλική γλώσσα, δεν έκανε σύγκριση της ικανότητας της αναιρεσείουσας προς άσκηση της γονικής μέριμνας των ανηλίκων, σε σχέση με την ικανότητα του αναιρεσιβλήτου, ούτε δέχθηκε υπεροχή του αναιρεσιβλήτου στο θέμα αυτό έναντι αυτής (αναιρεσείουσας) και β) αγνόησε τον ψυχολογικό κλονισμό που θα προκληθεί στην ανήλικη Χ2 από την απομάκρυνση της από αυτή (αναιρεσείουσα) και τις αναμενόμενες συνέπειες στην ομαλή ανάπτυξή της και δεν έλαβε υπόψη την εννεατή συνεχή διαβίωση της Χ2 με την αναιρεσείουσα και το εξαιρετικό και ήρεμο περιβάλλον καθώς και το στέρεο δεσμό που δημιουργήθηκε μεταξύ τους. Εν όψει όμως των προαναφερθεισών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η ανάθεση της γονικής μέριμνας της Χ2 στον αναιρεσίβλητο πατέρα της, έγινε για την ενίσχυση του αδελφικού δεσμού των ανηλίκων που απαιτείται για τη σωστή ψυχοσωματική τους διάπλαση και εξυπηρετεί περισσότερο το συμφέρον αμφοτέρων των ανηλίκων, που υπερισχύει των προαναφερομένων δυσμενών συνεπειών της απομάκρυνσης της ανήλικης Χ2 από την αναιρεσείουσα μητέρα της και ότι η ανήλικη Χ2 κατά την εξέταση της από τον Εισηγητή Δικαστή δήλωσε ότι θέλει να διαμένει στην κατοικία του πατέρα της για να είναι μαζί με την αδελφή της, οι ειδικότερες αυτές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας προβαλλόμενες με τους πρώτο και δεύτερο (κατά το πρώτο μέρος του) λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ. για παραβίαση των προαναφερόμένων άρθρων 1510, 1511, 1512 και 1514 ΑΚ και στέρηση της προσβαλλομένης απόφασης νόμιμης βάσης με ανεπαρκείς αιτιολογίες πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί και η προβαλλόμενη με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση για ανεπαρκή αιτιολογία, συνισταμένη στην παράλειψη αξιολόγησης της συμφωνίας των διαδίκων για την άσκηση της επιμέλειας της Χ1 από τον αναιρεσίβλητο και της Χ2 από την αναιρεσείουσα, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι αποδείχθηκε τέτοια συμφωνία. Με το άρθρο 1516 παρ. 2 ΑΚ ορίζεται ότι στην περίπτωση διακοπής της συμβίωσης των γονέων, τις αξιώσεις διατροφής που έχει το τέκνο κατά του γονέα, ο οποίος δεν έχει την επιμέλεια του προσώπου του, μπορεί να τις ασκεί αυτός που έχει την επιμέλεια και αν δεν την έχει κανείς, αυτός με τον οποίο διαμένει το τέκνο. Όπως προκύπτει από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 950 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., με την οποία ορίζεται ο τρόπος εκτέλεσης για την απόδοση ή παράδοση του τέκνου, η απόφαση για ανάθεση της αποκλειστικής άσκησης της γονικής μέριμνας ανηλίκου στον ένα γονέα και αν είναι προσωρινά εκτελεστή δεν αρκεί για την άσκηση της αξίωσης διατροφής που έχει το τέκνο κατά του άλλου γονέα, ο οποίος διαμένει με το τέκνο, γιατί μόνη η ανάθεση της επιμέλειας του τέκνου στον αιτούντα γονέα δεν υποδηλώνει και απόδοση ή παράδοση του τέκνου, αφού η απόφαση αυτή δεν αποτελεί τίτλο εκτελεστό για την απόδοση ή παράδοση του τέκνου, αν δεν περιέχει σχετική διάταξη. Για την ύπαρξη δε τέτοιου περιεχομένου διάταξης, απαιτείται ίδια αγωγή ομοίου περιεχομένου ή σώρευση του αιτήματος αυτού στην αγωγή για την ανάθεση της επιμέλειας στον αιτούντα αυτήν γονέα. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση α)της ένδικης από 8-7-2004 αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας, με την οποία ζητείται η ανάθεση σε αυτόν της γονικής μέριμνας της ανήλικης θυγατέρας των Χ2 που διαμένει με την αναιρεσείουσα μητέρα της και η καταψήφιση της αναιρεσείουσας στην καταβολή διατροφής της ανήλικης 100 ευρώ κατά μήνα για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής αυτής και β) της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν σωρεύεται στην πρώτη αίτημα απόδοσης ή παράδοσης της ανήλικης αυτής στον αναιρεσίβλητο, ούτε περιέχεται στη δεύτερη τέτοια διάταξη. Επομένως το αίτημα της ένδικης αυτής αγωγής του αναιρεσιβλήτου για καταψήφιση της αναιρεσείουσας σε καταβολή στον αναιρεσίβλητο διατροφής για την ανήλικο θυγατέρα των Χ2 είναι μη νόμιμο. Το δε Εφετείο που δέχθηκε ως νόμιμο και κατ' ουσίαν βάσιμο το αγωγικό αυτό αίτημα παραβίασε την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του ΑΚ και πρέπει κατά παραδοχή του τρίτου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο αυτό και να παραπεμφθεί ως προς αυτό η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τα ως απορριπτέα κριθέντα.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 800/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, μόνο κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής, που αφορά την καταψήφιση της αναιρεσείουσας στη καταβολή διατροφής για την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων Χ2 .
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το κεφάλαιο αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το οποίο ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ