Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

ΑΠ 908/2011: Συνέπειες άρνησης υποβολής στις προβλεπόμενες στον νόμο ιατρικές εξετάσεις για τη διαπίστωση της πατρότητας.

ΑΠ 908/2011
Συνέπειες άρνησης υποβολής στις προβλεπόμενες στον νόμο ιατρικές εξετάσεις για τη διαπίστωση της πατρότητας -.

Αν ο διάδικος χωρίς να έχει ειδικούς λόγους υγείας αρνείται να υποβληθεί στις πρόσφορες ιατρικές εξετάσεις με γενικά αναγνωρισμένες επιστημονικές μεθόδους που του επιβλήθηκαν από το δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο για τη διαπίστωση της πατρότητας, καθιερώνεται αμάχητο τεκμήριο για την απόδειξη των ισχυρισμών του αντιδίκου, με την έννοια ότι στο αίμα του υπάρχουν στοιχεία τα οποία καθιστούν κατά την επιστήμη πιθανή ή σφόδρα πιθανή την πατρότητά του. Το στοιχείο αυτό συνεκτιμάται ελεύθερα μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, από το δικαστήριο, το οποίο μπορεί να οδηγηθεί σε θετική ή αρνητική για την πατρότητα του εναγομένου κρίση.

Αριθμός 908/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1′ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Α., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Στρατή.

Της αναιρεσιβλήτου: Η. Δ. του Σ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Προυσανίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 191/2006 μη οριστική, 63/2007 διορθωτική, 167/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 375/2009 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Μαρτίου 2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 28 Απριλίου 2011 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 4.3.2011 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθ. 375/2009 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.


ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ


Ι. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως “πράγματα” θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997). Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 388 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 245 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο κατά τη διακριτική του, ανέλεγκτη επί της ουσίας ευχέρεια διατάσσει νέα πραγματογνωμοσύνη ή συμπλήρωση της ήδη διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης, ώστε η ειδική απάντηση του Δικαστηρίου στο αντίστοιχο αίτημα διαδίκου, που ισοδυναμεί με ρητή απόρριψη, δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο απέρριψε ως παρελκυστικά υποβαλλόμενο με λόγο της έφεσής του το αίτημα του αναιρεσείοντος για τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης αιματολογικής, ώστε να προσέλθει και να υποβληθεί στις πρόσφορες ιατρικές εξετάσεις με γενικά αναγνωρισμένες επιστημονικές μεθόδους, μετά την παρέλευση της αντίστοιχης προθεσμίας άκαρπης που τάχθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για τη διενέργεια της ίδιας πραγματογνωμοσύνης, κρίνεται αβάσιμος.


ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως δημιουργείται όταν το δικαστήριο αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που του προσδίδει ο νόμος και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά το νόμο, αποδεικτικά μέσα. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. 0 λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με το βάρος της αποδείξεως (άρθρα 338 ΚΠολΔ) υποκειμενικό ή αντικειμενικό και προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας αποφάσεως περί αποδείξεως. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 339, 107, 340, 341 και 393 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την απόδειξη πραγματικών γεγονότων, για την οποία ο νόμος δεν προβλέπει κάποιο περιορισμό ως προς τα αποδεικτικά μέσα, με μόνη εξαίρεση τα επικουρικά, δηλαδή τον όρκο (άρθρο 421 § 3 ΚΠολΔ, που ήδη καταργήθηκε με το άρθρο 14 § 1 του ν. 2915/2001 και ισχύει από 1.1.2002 κατ’ άρθρο 15 ν. 2943/2001) και την εξέταση των διαδίκων (άρθρο 415 § 1 ΚΠολΔ), δεν επιτρέπεται στο δικαστή να περιορίσει αυτά και να μορφώσει έτσι τη δικανική του πεποίθηση από ένα ή και περισσότερα αποδεικτικά μέσα, κατ’ επιλογή του και κατ’ αποκλεισμό έστω και ενός, στη χρήση του οποίου είχε δικαίωμα ο διάδικος. Η έκθεση της πραγματογνωμοσύνης, που διατάσσεται ως αποδεικτικό μέσο κατά το άρθρο 368 ΚΠολΔ, είτε όταν το δικαστήριο κρίνει ότι τα αποδεικτέα θέματα απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, τη γνώμη προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης είτε υποχρεωτικά, ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους, όταν κατά την κρίση του δικαστηρίου για την απόδειξη ορισμένου θέματος χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, εκτιμάται σύμφωνα με το άρθρο 387 ΚΠολΔ ελευθέρως και δεν έχει αυξημένη έναντι των άλλων αποδεικτικών μέσων, δύναμη, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτήν. Η με την τελευταία αυτή διάταξη καθιερούμενη αρχή, ως προς την αποδεικτική δύναμη της πραγματογνωμοσύνης, ισχύει και όταν διατάσσεται ως αποδεικτικό μέσο η εξέταση, από ειδικούς επιστήμονες, του αίματος εκείνου ο οποίος φέρεται στη δίκη της αναγνωρίσεως της πατρότητας τέκνου, που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, ως πατέρας αυτού, εις τρόπον ώστε το πόρισμα της εξετάσεως αυτής, που θα εκτιμηθεί ελεύθερα, σε συνδυασμό με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, να οδηγήσει το δικαστήριο στο σχηματισμό δικανικής πεποίθησης για την αμφισβητούμενη πατρότητα. Με τα δεδομένα αυτά το, (με τη διάταξη του άρθρου 615 § 1 ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 39 του ν. 1329/1923 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 § 2 του ν. 3089/2002), που ορίζει ότι: “Αν στις διαφορές της πρώτης παραγράφου του προηγούμενου άρθρου” στις οποίες περιλαμβάνεται και η αναγνώριση της πατρότητας “ένας διάδικος, χωρίς να έχει ειδικούς λόγους υγείας, αρνείται να υποβληθεί στις πρόσφορες ιατρικές εξετάσεις με γενικά αναγνωρισμένες επιστημονικές μεθόδους, που του επιβλήθηκαν από το δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο για τη διαπίστωση της πατρότητας, οι ισχυρισμοί του αντιδίκου του λογίζονται ότι έχουν αποδειχθεί”), καθιερούμενο αμάχητο τεκμήριο για την απόδειξη των ισχυρισμών του αντιδίκου εκείνου που αρνήθηκε χωρίς να συντρέχουν δικαιολογητικοί της αρνήσεως λόγοι, να υποβληθεί στις εξετάσεις που διατάχθηκαν από το δικαστήριο, πρόδηλη έχει την έννοια, όταν εκείνος που αρνήθηκε είναι ο φερόμενος ως πατέρας εναγόμενος, ότι λογίζονται ότι έχουν αποδειχθεί οι ισχυρισμοί του αντιδίκου του, όχι για την πατρότητα του εναγομένου, αλλά για την ύπαρξη στο αίμα του τελευταίου στοιχείων τα οποία καθιστούν, κατά την επιστήμη, πιθανή ή σφόδρα πιθανή την πατρότητά του. Τεκμαίρεται δηλαδή αμαχήτως, από την άρνηση εκείνου, που υποχρεώθηκε σε εξετάσεις, να υποβληθεί σ’ αυτές, ό,τι ευνοϊκό για τον αντίδικο του θα περιείχε η έκθεση των ιατρών αν η πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε γινόταν κανονικά. Από το στοιχείο δε αυτό, συνεκτιμώμενο ελεύθερα μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, μπορεί το δικαστήριο να οδηγηθεί σε θετική ή αρνητική για την πατρότητα του εναγομένου κρίση, αναλόγως αν από τις άλλες αποδείξεις προκύπτει ή όχι η έλλειψη αναγκαίας για την πατρότητα προϋποθέσεως (ΟλΑΠ 32/1990). Περαιτέρω με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 615 § 1 ΚΠολΔ υπαγορευθείσα τόσο από την ανάγκη προστασίας της γενετικής ταυτότητας του προσώπου, όπως προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 5 εδ. α’ του Συντάγματος, αλλά και στην προστασία της προσωπικότητάς του, όπως καθιερώνεται με τη διάταξη της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 5 του Συντάγματος, δεν επιβάλλεται περιορισμός στο δικαστήριο να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, όχι από την αρχή, αλλά αργότερα, στην περίπτωση που δεν έχει πεισθεί από τα άλλα μέσα, πράγμα το οποίο, εξ άλλου, δεν είναι ορθό, διότι είναι ενδεχόμενο το δικαστήριο από τα άλλα αποδεικτικά μέσα να αχθεί σε αποτέλεσμα τελείως διαφορετικό από αυτό της αναλύσεως του αίματος, που είναι αποδεικτικό μέσο χρήσιμο και ακριβές ως προς τα αποτελέσματα του και δεν πρέπει να διατάσσεται τελευταίο και διότι αντιβαίνει και στην αρχή της οικονομίας της δίκης. Η σύγχρονη δε με τα λοιπά μέσα αποδείξεως διάταξη από το δικαστήριο της ανωτέρω πραγματογνωμοσύνης δεν καθιστά εκ του λόγου αυτού δικαιολογημένη την άρνηση του φερόμενου ως πατέρα εναγομένου, να υποβληθεί στις εξετάσεις που διατάχθηκαν από το δικαστήριο και ανατρέπει το τεκμήριο, ούτε μεταβάλλει το βάρος αποδείξεως της ιστορικής βάσεως της αγωγής, που φέρει ο ενάγων (ΑΠ 3/200). Ενόψει δε των όσων προαναφέρθηκαν για την αιτιολόγηση της θέσπισης του αμάχητου τεκμηρίου του άρθρ. 615 παρ. 1 του ΚΠολΔ και τις προϋποθέσεις εφαρμογής του δεν παραβιάζεται με αυτήν η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος για την παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 375/2009 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: “Το έτος 1977 οι διάδικοι συνήψαν ερωτική σχέση, η οποία διήρκεσε μέχρι το Νοέμβριο του 1992, οπότε διεκόπη με πρωτοβουλία της ενάγουσας, μετά την άρνηση του εναγομένου να αναγνωρίσει ως δικό του το παραπάνω τέκνο. Στα πλαίσια της σχέσης αυτής, οι διάδικοι ήλθαν κατ’ επανάληψη σε σαρκική συνάφεια μεταξύ τους, πραγματοποιούσαν μαζί συχνά ταξίδια στην Αθήνα και σε άλλα μέρη, συνδιασκέδαζαν και γενικά συμπεριφέρονταν ως ερωτικοί σύντροφοι. Την 18-6-1992 η ενάγουσα γέννησε ένα άρρεν τέκνο, το οποίο έλαβε το όνομα Α. – Γ. και το οποίο είναι καρπός της παραπάνω σχέσης των διαδίκων, που διήρκησε, όπως προαναφέρθηκε, μέχρι το Νοέμβριο του 1992, αφού συνελήφθη από τη σαρκική συνάφεια, που είχε η ενάγουσα με τον εναγόμενο κατά το χρονικό διάστημα που περιλαμβάνεται ανάμεσα στην τριακοστή και την εκατοστή ογδοηκοστή μέρα πριν από τον τοκετό, δηλαδή (από 22-8-1991 μέχρι 26-12-1991. Τα παραπάνω προκύπτουν από την σαφή και πειστική κατάθεση της μάρτυρα της απόδειξης, η οποία είναι φίλη της ενάγουσας περισσότερο από τριάντα χρόνια και έχει προσωπική αντίληψη για όσα καταθέτει. Επομένως, εφόσον κατά τη διάρκεια του κρίσιμου χρονικού διαστήματος της σύλληψης, οι διάδικοι ήλθαν κατ’ επανάληψη σε σαρκική συνάφεια μεταξύ τους, τεκμαίρεται κατά νόμο ότι ο εναγόμενος είναι πατέρας του προαναφερόμενου τέκνου σύμφωνα με το άρθρο 1481 ΑΚ. Το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται, καθόσον ουδείς μάρτυρας εξετάστηκε από την πλευρά του εναγόμενου. Περαιτέρω, με την υπ. αρ. 191/2006 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (διορθωθείσα με την 63/2007 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου) αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης από τη μοριακή Βιολόγο Π. Μ., ώστε μέσω της μεθόδου του “υβριδισμού DΝΑ” να γνωμοδοτήσει εάν το τέκνο της ενάγουσας είναι τέκνο του εναγόμενου. Όπως προκύπτει από το 23/2-5-2007 πρακτικό ορκωμοσίας η ανωτέρω διορισθείσα έδωσε τον όρκο του πραγματογνώμονα ενώπιον του εντεταλμένου δικαστή την 2-5-2007. Με την από 3-5-2007 πρόσκληση της ενάγουσας, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο την 3-5-2007 (βλ. την 7057 Β’ /3-5-2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου Π. Π.), κλήθηκε αυτός εμπρόθεσμα, προ δέκα (10) ημερών (Κ.Πολ.Δ. 615 § 3 εδ. β’), να προσέλθει στις 18-5-2008, ενώπιον της παραπάνω πραγματογνώμονα, στο Κέντρο Μεσογειακής Αναιμίας του Λαϊκού Νοσοκομείου Αθηνών επί της οδού Σεβαστουπόλεως αρ. 16, Αμπελόκηποι Αθήνα, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η απαιτούμενη για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης αιμοληψία. Όπως προκύπτει όμως από την από 26-6-2008 έκθεση της πραγματογνώμονα ο εναγόμενος δεν εμφανίστηκε κατά την ανωτέρω ημέρα και ώρα στο παραπάνω κέντρο. Κατόπιν τούτου, με την από 21-5-2007 πρόσκληση της ενάγουσας, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο την ίδια ημέρα (βλ. την 7111 Β721-5-2007 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή) ο τελευταίος κλήθηκε εκ νέου, εμπρόθεσμα, να προσέλθει την 13-6-2008 και ώρα 11π.μ. ενώπιον της πραγματογνώμονα στο παραπάνω κέντρο, πλην όμως αυτός και πάλι δεν εμφανίστηκε, όπως τούτο προκύπτει από την από 26-6-2007 έκθεση της παραπάνω πραγματογνώμονα. Σημειωτέον ότι ο εναγόμενος με τις προτάσεις που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι δεν κατέστη δυνατόν να μεταβεί στο παραπάνω κέντρο, τον ισχυρισμό δε αυτόν επαναλαμβάνει και με την κρινόμενη έφεση του, επικαλούμενος αόριστα προσωπικούς λόγους, χωρίς να προβάλλει ειδικούς λόγους υγείας, οι οποίοι και τις δύο φορές να κατέστησαν αδύνατη την προσέλευσή του στην πραγματογνώμονα.


Για τους λόγους αυτούς η μη προσέλευση του εναγόμενου στην πραγματογνώμονα, παρά την εμπρόθεσμη κλήτευση του, ισοδυναμεί με αδικαιολόγητη άρνηση, με συνέπεια να λογίζεται ότι έχουν αποδειχθεί οι ισχυρισμοί της ενάγουσας, όχι για την πατρότητα του εναγομένου, αλλά για την ύπαρξη στο αίμα του τελευταίου στοιχείων τα οποία καθιστούν, κατά την επιστήμη, πιθανή ή σφόδρα πιθανή την πατρότητα του, ενώ πρέπει να απορριφθεί το υποβαλλόμενο και με την ένδικη έφεση αίτημα του για επανάληψη της πραγματογνωμοσύνης, ως παρελκυστικό. Το παραπάνω στοιχείο, συνεκτιμώμενο με την ως άνω κατάθεση της μάρτυρα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, από την οποία (κατάθεση) συνάγεται, όπως προαναφέρθηκε, το τεκμήριο πατρότητας του άρθρου 1481 ΑΚ, ουδεμία αμφιβολία καταλείπει στο δικαστήριο ότι ο εναγόμενος είναι ο πατέρας του τέκνου που γέννησε η ενάγουσα χωρίς γάμο την 18-6-1992 και που ονομάζεται Α. – Γ.. Επομένως η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε όμοια, δεν έσφαλε και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εναγόμενος με την ένδικη έφεση του κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα”. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλει ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο απέρριψε σιωπηρώς λόγο της εφέσεως του, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν εξήντλησε ως όφειλε, όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως μάρτυρες, έγγραφα κλπ. προς εξακρίβωση της πατρότητας του τέκνου της αναιρεσίβλητης και διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης αμέσως μετά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε εκτίμηση των αποδείξεων, κατά κακή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 625 § 1 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου η μη υποβολή του στις αιματολογικές εξετάσεις ήτο δικαιολογημένη και δεν μπορούσε να έχει τις προβλεπόμενες από το άρθρο αυτό συνέπειες που δέχθηκε το δικαστήριο, του οποίου η κρίση περί της πατρότητας του τέκνου της αναιρεσιβλήτου στηρίχθηκε αποκλειστικώς στην κατάθεση της μάρτυρός της και στο πλάσμα δικαίου από τη μη προσέλευση του στις αιματολογικές εξετάσεις και ότι η κακή αυτή εφαρμογή του άρθρου 615 § 1 του ΚΠολΔ και του εξ αυτού δημιουργημένου πλάσματος δικαίου τόσον από την πρωτόδικη όσον και από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραβιάζει τους ορισμούς του νόμου, ως προς το βάρος της αποδείξεως, καθιστώντας έτσι αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφαση κατ’ άρθρο 559 αριθ. 12 και 13 του ΚΠολΔ. Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, είναι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προηγήθηκαν, απορριπτέος, ως προς μεν την αιτίαση από τον αριθμό 12 του ανωτέρω άρθρου 559 ΚΠολΔ ως απαράδεκτος, καθόσον ο λόγος αυτός, δεν ιδρύεται, όταν το Εφετείο κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, αλλά και τα προκύπτοντα από την προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνει από όλα τα συνεκτιμηθέντα και ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, όπως στην προκείμενη περίπτωση, περισσότερο αξιόπιστη την κατάθεση της μάρτυρος της αναιρεσίβλητης σε συνδυασμό και με το ανωτέρω αμάχητο τεκμήριο για την, απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, ενώ ο αναιρεσίβλητος δεν εξέτασε κανένα μάρτυρα για την ανατροπή του τεκμηρίου. Ως προς δε την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 13, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί με την έκδοση της υπ’ αριθ.191/2006 παρεμπίπτουσας απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, για τη διενέργεια αιματολογικής πραγματογνωμοσύνης σε βάρος του αναιρεσείοντος, δεν παραβιάστηκαν οι ορισμοί του νόμου σχετικά με το βάρος της απόδειξης υποκειμενικό ή αντικειμενικό, έστω και αν η έκδοση της υπ’ αριθ. 191/2005 απόφασης προηγήθηκε της οποιασδήποτε εκτίμησης των αποδείξεων που είχαν διεξαχθεί στο ακροατήριο κατά την πρώτη συζήτηση της ένδικης αγωγής. Τέλος ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το τελευταίο μέρος του, υπό την επίκληση πλημμελειών από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (κατ’ εκτίμηση) που έχει σχέση με την αντίθεση της διάταξης του άρθρου 615 παρ. 1 του ΚΠολΔ προς τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος κρίνεται αβάσιμος, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της νομικής σκέψης της παρούσας παραγράφου.
Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττημένος στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (αρθρ. 176,183 Κ.ΠολΔ)


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


Απορρίπτει την από 4-3-2010 αίτηση του Κ. Κ., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 375/2009 του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια. (2.700) Ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαϊου 2011 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: