Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Προσκόλληση (στη μητέρα του)

Προσκόλληση (στη μητέρα του)

Επιμέλεια: Αγνή Βίκη και Ευστράτιος Παπάνης

Το παιδί, ήδη από τον 7ο μήνα της ζωής του, αναπτύσσει έναν ισχυρό συναισθηματικό δεσμό με τη μητέρα του. Το φαινόμενο αυτό λέγεται προσκόλληση του παιδιού στο μητρικό πρόσωπο. Απόρροια της προσκόλλησης αυτής είναι ότι το παιδί νιώθει το λεγόμενο άγχος του αποχωρισμού: φοβάται και ανησυχεί μήπως η μητέρα του το εγκαταλείψει και φύγει. Το άγχος αυτό κορυφώνεται μεταξύ του 13ου και του 18ου μήνα και ύστερα υποχωρεί σταδιακά. Από το 3ο έτος και ύστερα, τα περισσότερα παιδιά ξεπερνούν το άγχος του αποχωρισμού και, χωρίς διαμαρτυρίες, μπορούν να βρεθούν μακριά από τη μητέρα τους και με άγνωστα πρόσωπα.
Η υπερνίκηση του άγχους του αποχωρισμού είναι ένα ορόσημο στην πορεία του ατόμου προς τη συναισθηματική ωριμότητα. Για το θέμα αυτό, ο κορυφαίος ψυχοδυναμικός στοχαστής Erik Erikson, τονίζει: «Το πρώτο κοινωνικό επίτευγμα του παιδιού είναι η επιθυμία του να αφήσει τη μητέρα έξω από το οπτικό του πεδίο, χωρίς να νιώθει ιδιαίτερη ανησυχία ή οργή, διότι η μητέρα έχει πλέον γίνει για το παιδί τόσο μια εσωτερική βεβαιότητα όσο και μια εξωτερική προβλεψιμότητα».
Δυστυχώς όμως, μερικά παιδιά συνεχίζουν να βιώνουν έντονο άγχος αποχωρισμού και πέραν του 3ου έτους, στις μεγαλύτερες ηλικίες. Οι εκδηλώσεις του παρατεταμένου αυτού άγχους του αποχωρισμού ποικίλλουν από τις ήπιες διαμαρτυρίες που προβάλλονται όταν π.χ. το παιδί πρέπει να πάει σχολείο τη Δευτέρα ή όταν οι γονείς το αφήνουν για να πεταχτούν στο γειτονικό σπίτι, έως τις έντονες πιεστικές παρορμήσεις για να παραμένει συνεχώς κοντά στη μητέρα του, όπως συμβαίνει π.χ. με το παιδί που παθολογικά απασχολείται συνεχώς με την υγεία της μητέρας του - και αυτό το χρησιμοποιεί, ως δικαιολογία, για να μένει μαζί της. Το παιδί λοιπόν που έχει έντονο, παρατεταμένο, άγχος αποχωρισμού θεωρείται ότι είναι υπερεξαρτημένο.
Κατά κανόνα, η προσκόλληση και η εξάρτηση του παιδιού από τη μητέρα δεν θεωρείται ότι αποτελεί πρόβλημα που πρέπει να μας ανησυχήσει. Στην πραγματικότητα, στα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού, η εξάρτηση είναι όλως απαραίτητη, γιατί το ανθρώπινο γένος, αντίθετα από ό,τι συμβαίνει με τα μικρά των άλλων ζωικών ειδών, δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένο να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του, χωρίς την παρουσία των μεγάλων.
Ας δούμε ποιες είναι οι συνήθεις, οι τυπικές, αντιδράσεις του υπερεξαρτημένου παιδιού (Herbert, 1995).

Τυπικές αντιδράσεις του εξαρτημένου παιδιού

Μια μορφή συμπεριφοράς του παιδιού που δείχνει υπερβολική εξάρτηση είναι η αναζήτηση περιττής βοήθειας. Το εξαρτημένο παιδί, αντί να αυτενεργεί, πηγαίνει για βοήθεια στους μεγάλους, χωρίς να υπάρχει προφανής λόγος. Ζητάει βοήθεια όχι μόνο όταν συναντά κάποιο πραγματικό εμπόδιο, αλλά ακόμη και όταν πρέπει να κάνει κάτι το συνηθισμένο. Ένα άλλο σημάδι εξάρτησης είναι η συνεχής αναζήτηση σωματικής επαφής. Το παιδί π.χ. μπορεί να θέλει να κάθεται όλη την ώρα στην αγκαλιά της μητέρας του ή να κρατιέται σφιχτά επάνω της. Μια ακόμη συμπεριφορά ενδεικτική εξάρτησης είναι η αναζήτηση σωματικής εγγύτητας, η ανάγκη δηλαδή του παιδιού να βρίσκεται κοντά σε έναν μεγάλο. Μια άλλη ένδειξη είναι η συμπεριφορά που αποβλέπει στην εξασφάλιση της προσοχής των άλλων. Το εξαρτημένο παιδί συστηματικά επιζητεί να το προσέχει ο ενήλικος στον οποίο έχει προσκολληθεί, να του μιλάει, να κοιτάζει ή και να ασχολείται με κάτι που αυτό έχει φτιάξει κ.λπ. Σε τελευταία ανάλυση, υπερεξαρτημένο είναι το παιδί που επιζητεί αδιάλειπτα την επιβεβαίωση και την επιδοκιμασία των άλλων και που φανερώνει την προσωπική του ανικανότητα να βασίζεται στις δικές του δυνάμεις.
Πρέπει να μην ξεχνάμε ότι η φύση και η σπουδαιότητα των συμπτωμάτων εξάρτησης αλλάζουν με την πάροδο της ηλικίας. Έτσι, οι παραπάνω μορφές συμπεριφοράς είναι απόλυτα φυσιολογικές για ένα παιδί ως το 3ο έτος της ηλικίας. Στο διάστημα, ανάμεσα στους 12 και στους 18 μήνες, όπως ήδη αναφέραμε, η ένταση της προσκόλλησης φτάνει στο αποκορύφωμά της. Από το 3ο έτος όμως και ύστερα, τα περισσότερα παιδιά αποχωρίζονται τη μητέρα τους, τουλάχιστον για ένα μικρό χρονικό διάστημα, χωρίς να νιώθουν άγχος. Πριν όμως από αυτή την ηλικία, πριν από το 3ο έτος, πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί και να μην χαρακτηρίζουμε τις εκδηλώσεις προσκόλλησης του παιδιού ως προβληματικές.
Το πρόβλημα της υπερεξάρτησης μπορούμε να το κατανοήσουμε καλύτερα, αν το εξετάσουμε μέσα στα πλαίσια ενός ευρύτερου τομέα της ψυχολογικής ανάπτυξης του παιδιού: πώς δηλαδή το βρέφος γίνεται μια ξεχωριστή, αυτόνομη, ατομικότητα.
Το θέμα αυτό της ατομικοποίησης του παιδιού παρουσιάζεται αμέσως παρακάτω (Herbert, 1995).


Η ασφαλής ανεξαρτητοποίηση προϋποθέτει την ασφαλή προσκόλληση

Το παιδί αρχίζει να ζει ως ξεχωριστό και ανεξάρτητο ήδη από τη γέννηση, όταν παύει η συντήρησή του διαμέσου του ομφάλιου λώρου. Αλλά στο στάδιο αυτό, το παιδί δεν είναι και ψυχολογικά αποχωρισμένο από τη μητέρα του.
Το βρέφος δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ξεχωριστό πρόσωπο, δεν τον αντιλαμβάνεται ως ένα άτομο ξεχωριστό από τους άλλους. Ο εαυτός του και το περιβάλλον του συγχέονται: δεν μπορεί να διακρίνει τον εξωτερικό κόσμο από τις εσωτερικές του εντυπώσεις και τα συναισθήματά του. Η ουσία του προβλήματος είναι ότι το παιδί δεν έχει ακόμη αυτο-συνείδηση. Για να αποκτήσει το παιδί αυτή την αυτο-συνείδηση, πρέπει πρώτα να προσκολληθεί στη μητέρα του με το σημαντικότατο δεσμό της αγάπης. Η μητέρα είναι εκείνη που θα διαμορφώσει τις πρώτες «συναντησιακές» επαφές του παιδιού με τον κόσμο γύρω του και αυτές οι επαφές θα του αναπτύξουν τη συνείδηση του εαυτού και των άλλων.
Στη συνέχεια όμως, για να γίνει ένα άτομο αυτεξούσιο, πρέπει να αποσπαστεί, τουλάχιστον εν μέρει, από το προστατευτικό «κουκούλι» της μητέρας του και να αναπτύξει δικές του απόψεις, να αυτονομηθεί.
Για να αναπτυχθούν οι απαραίτητες αυτές προσκολλήσεις και ο δεσμός της αγάπης, ο πρώτος χρόνος της ζωής είναι ο πιο αποφασιστικός. Μέσα στους πρώτους 12 μήνες, όλα σχεδόν τα βρέφη έχουν αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς με τη μητέρα τους ή με κάποιο άλλο μητρικό πρότυπο. Και ευτυχώς που συμβαίνει αυτό! Γιατί ο άνθρωπος έχει μια μακρά «παιδική ηλικία», κατά την οποία δεν μπορεί να επιζήσει, χωρίς τη συνεχή παρουσία και τη φροντίδα των μεγάλων.
Έχει, λοιπόν, ζωτική σημασία να υπάρξει προσκόλληση ανάμεσα στο μητρικό πρόσωπο και στο παιδί. Το νεογέννητο είναι εξαρτημένο από τη στοργική παρουσία της μητέρας του, όχι μόνο για τη βιολογική του επιβίωση, αλλά και για την ψυχολογική του ολοκλήρωση. Γιατί, όπως έχουν δείξει οι σχετικές έρευνες, η ασφαλής ανεξαρτητοποίηση περνάει μέσα από την εξάρτηση. Πρέπει, στην πρώτη φάση, το παιδί να αναπτύξει ασφαλείς προσκολλήσεις και, στη συνέχεια, να κάνει τη μικρή του «αυτονομιστική επανάσταση» (γύρω στο 2ο προς το 3ο έτος) για να ανεξαρτητοποιηθεί.
Το θέμα της ανάπτυξης της προσκόλλησης εξετάζετε αμέσως παρακάτω (Herbert, 1995).



Η διαδικασία της προσκόλλησης

Τα περισσότερα βρέφη, ήδη από τον 4ο μήνα της ζωής τους, αντιδρούν με διαφορετικό τρόπο στη μητέρα τους από ό,τι αντιδρούν στους άλλους ανθρώπους. Πολλοί θεωρητικοί πιστεύουν ότι η διαφορική αυτή αντίδραση έχει την αφετηρία της στη διαδικασία ικανοποίησης, εκ μέρους της μητέρας, των βιολογικών αναγκών του παιδιού και κυρίως της πείνας. Η βασική σκέψη εδώ είναι ότι τα βιώματα του παιδιού από το μητρικό θηλασμό ή το μπιμπερό είναι η πρώτη του εμπειρία κοινωνικής συμμετοχής και, συνάμα, η πρώτη του ευκαιρία για να μάθει να απολαμβάνει τη συναναστροφή του με τους άλλους. Η εμπειρία αυτή αποτελεί τη βάση για την κοινωνικότητά του. Επιπλέον, η σύνδεση ανάμεσα στην παρουσία της περιποιητικής μητέρας και στα ευχάριστα συναισθήματα που νιώθει το παιδί από την ανακούφιση της πείνας, ενσταλάζει μέσα του μια βασική συναισθηματική ανάγκη για τη μητέρα του – την εξάρτηση – που σιγά σιγά γίνεται περισσότερο επιτακτική από ό,τι οι απλές βιολογικές του ανάγκες.
Οι ερευνητές έχουν διαπιστώσει ότι τα παιδιά πολλές φορές φαίνεται να υπαγορεύουν εκείνα τη συμπεριφορά των γονέων τους, επιμένοντας ανυποχώρητα στις απαιτήσεις τους. Αρκετές μητέρες αναφέρουν ότι αναγκάζονται να ανταποκριθούν σε απαιτήσεις του παιδιού τους πολύ περισσότερο από ό,τι οι ίδιες θεωρούν πως είναι πραγματικά ευκταίο. Τα μωρά δεν κάθονται παθητικά, περιμένοντας να τους συμβεί κάτι, αλλά στρέφονται ενεργητικά προς το περιβάλλον τους, αναζητώντας διερεθισμούς και διαπροσωπική αλληλεπίδραση. Από τους πρώτους κιόλας μήνες της ζωής του, το βρέφος χαμογελάει, γελάει, απλώνει τα χεράκια του και γουργουρίζει στη μητέρα του. Γρήγορα μαθαίνει ότι το κλάμα μπορεί να του εξασφαλίσει την προσοχή της μητέρας του και ότι, αν γελάσει ή σηκώσει τα χέρια του προς αυτήν, είναι πολύ πιθανό εκείνη να το πάρει στην αγκαλιά της. Έτσι, την χαιρετάει, την πλησιάζει και της προκαλεί ευχάριστες αλληλεπιδράσεις που του εξασφαλίζουν την προσοχή της και ποικίλες ανταποδοτικές της αντιδράσεις, όπως να του κάνει ευχάριστους ήχους, να το γαργαλάει, να το παίζει κ.λπ. Κάθε μητέρα έχει μια τεράστια επίδραση στη συμπεριφορά του παιδιού της, ενθαρρύνοντας ορισμένες δραστηριότητες και αποθαρρύνοντας άλλες, και διαμορφώνει έτσι την προσωπικότητα του παιδιού. Αλλά και η δική της η συμπεριφορά διαμορφώνεται από το παιδί με πολλούς και πολύπλοκους τρόπους.
Αυτό που θέλουμε εδώ να τονίσουμε είναι ότι οι ψυχολόγοι θεωρούν τη μητέρα και το παιδί ως ένα ενιαίο και αμοιβαίο «σύστημα προσκόλλησης», το οποίο πάντοτε βρίσκεται σε λειτουργία, αλλά ιδιαίτερα στην αρχή της ζωής του παιδιού. Καθετί που επηρεάζει τον έναν από τους δύο έχει αντίκτυπο στον άλλον. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να αναλύσουμε τα προβλήματα της υπερεξάρτησης του παιδιού, χωρίς να μελετήσουμε τη συμπεριφορά της μητέρας προς το παιδί.
Έχουν γίνει πολλές προσπάθειες για να εξηγηθεί το φαινόμενο της προσκόλλησης του παιδιού στο μητρικό πρόσωπο. Ενδιαφέρουσα είναι η εργασία του Γερμανού ηθολόγου Konrad Lorenz. Ο Lorenz διαπίστωσε ότι τα νεογέννητα ζώα ακολουθούν σταθερά την πρώτη κινούμενη μορφή που θα τύχει να βρεθεί κοντά τους, έστω και αν αυτή δεν είναι η μητέρα τους. Αυτό το είδος της προσκόλλησης ονομάζεται αποτύπωση και έχει παρατηρηθεί ότι είναι εντονότερη σε κάποια συγκεκριμένη φάση της ανάπτυξης (κρίσιμη περίοδος) και, ακόμη, ότι μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς η κινούμενη αυτή μορφή να έχει σχέση με την ικανοποίηση βιολογικών αναγκών του νεογέννητου.
Η πιο ολοκληρωμένη ερμηνεία για την ανάπτυξη της προσκόλλησης έχει διατυπωθεί από τον Βρετανό ψυχίατρο John Bowlby. Ο Bowlby, στο βιβλίο του «Προσκόλληση και αποχωρισμός», υποστηρίζει ότι, όπως και τα άλλα ζώα, έτσι και το ανθρώπινο βρέφος γεννιέται με την ικανότητα της προσκόλλησης. Είναι «γενετικά προγραμματισμένο» με έναν ιδιαίτερο τύπο βιολογικού και ψυχολογικού εξοπλισμού που κάνει το παιδί πιο ευαίσθητο στις διαπροσωπικές αλληλεπιδράσεις. Διαθέτει ένα ρεπερτόριο από αντιδράσεις (όπως το χαμόγελο, το βάδισμα, το βλέμμα), οι οποίες προσανατολίζουν την προσοχή των άλλων σε αυτό και στις ανάγκες του. Οι ανταποδοτικές επιδράσεις των προσώπων γύρω του στις προκλήσεις του αυτές ενισχύουν ακόμη περισσότερο τις έμφυτές του αυτές αντιδράσεις, με αποτέλεσμα την έντονη επιθυμία του παιδιού να βρίσκεται κοντά
στο πρόσωπο αυτό. Αναπτύσσεται, δηλαδή, το φαινόμενο της προσκόλλησης.
Στο παρακάτω κεφάλαιο αναφέρονται τα στάδια που ακολουθεί η διαδικασία αυτή ανάπτυξης της προσκόλλησης του παιδιού στο μητρικό πρόσωπο (Herbert, 1995).

Τα τρία στάδια στην ανάπτυξη της προσκόλλησης

Στην πορεία ανάπτυξης του φαινομένου της προσκόλλησης έχουν εντοπιστεί τρία επάλληλα στάδια:
α) Από τις πρώτες μέρες της ζωής του, το βρέφος ηρεμεί με την κοινωνική επαφή (χάδι, κούνημα της κούνιας κ.ά.). Μέσα στις πρώτες εβδομάδες αρχίζει κιόλας να ανταποκρίνεται στην παρουσία των ανθρώπων, χωρίς όμως να μπορεί να ξεχωρίσει τον έναν από τους άλλους. Αυτό είναι το στάδιο της αδιαφοροποίητης προσκόλλησης, κατά το οποίο το βρέφος δείχνει σημεία προσκόλλησης, χωρίς όμως αναφορά σε συγκεκριμένα πρόσωπα.
β) Γύρω στον 4ο μήνα, το βρέφος συμπεριφέρεται γενικά με τον ίδιο περίπου φιλικό τρόπο προς όλους, όπως και πριν, αλλά αντιδρά με τρόπο πιο χαρακτηριστικό προς τη μητέρα του. Μεταξύ του 5ου και του 7ου μήνα υπάρχει πια εκείνος ο δεσμός που κάνει το παιδί να θέλει να διατηρεί τοπική εγγύτητα με τη μητέρα του. Όταν η μητέρα βγαίνει έξω από το δωμάτιο, το μωρό κλαίει και «προσπαθεί» να την ακολουθήσει Εμφανίζει το λεγόμενο άγχος του αποχωρισμού. Το βρέφος βρίσκεται πια στο στάδιο της μονοπροσωπικής προσκόλλησης. Στην ηλικία αυτή τα παιδιά φαίνεται ότι περνάνε και από μια φάση ντροπαλότητας απέναντι στους ξένους είναι το λεγόμενο άγχος προς τα ξένα πρόσωπα.
γ) Μερικούς μήνες μετά την εμφάνιση της μονοπροσωπικής προσκόλλησης, το βρέφος αρχίζει να διαμορφώνει πρόσθετες προσκολλήσεις, πρώτα σε ένα ακόμη πρόσωπο (συνήθως στον πατέρα) και αργότερα σε περισσότερα (στα μεγαλύτερα αδέλφια, γιαγιά). Τον 18ο μήνα τα περισσότερα βρέφη έχουν ήδη αναπτύξει πρόσθετες προσκολλήσεις, κυρίως προς πρόσωπα που έχουν στενή επαφή και αλληλεπίδραση μαζί του. Αυτό είναι το στάδιο της πολυπροσωπικής προσκόλλησης.
Αυτή η διαμόρφωση πρόσθετων προσκολλήσεων αναπτύσσεται και προχωρεί τόσο γρήγορα σε μερικά παιδιά που δίνεται η εντύπωση ότι η πολλαπλή προσκόλληση παρουσιάζεται ταυτόχρονα με την πρώτη, τη μονοπροσωπική προσκόλληση. Ο αριθμός των προσώπων, στα οποία το παιδί προσκολλάται, είναι ανάλογος του αριθμού των προσώπων που έχουν στενή επαφή και αλληλεπίδραση μαζί του. Γενικά, έχει διαπιστωθεί ότι τα άτομα που δίνουν στο παιδί πολλά διαπροσωπικά ερεθίσματα - ακόμη και αν δεν είναι στις υποχρεώσεις τους να ικανοποιούν και να φροντίζουν τις πρωταρχικές, τις βιολογικές, ανάγκες του - γίνονται αντικείμενα προσκόλλησης.
Η περίοδος αυτή των δύο πρώτων ετών, κατά την οποία σχηματίζονται οι πρώτες προσκολλήσεις του παιδιού, είναι πραγματικά ευαίσθητη. Παρεμβάσεις ή διάσπαση αυτών των συναισθηματικών δεσμών μπορεί να έχουν σοβαρό αντίκτυπο. Στη φάση αυτή έχει αποφασιστική σημασία να υπάρχει ένα ή περισσότερα πρόσωπα πολύ κοντά στο παιδί. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον ένα πρόσωπο που να του παρέχει σταθερή φροντίδα καθώς και πλούσια και ποικίλα διαπροσωπικά ερεθίσματα (οπτικά, ακουστικά, απτικά). Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι ένα πρόσωπο πρέπει να είναι σε συνεχή επιφυλακή κάθε στιγμή ή να βρίσκεται πλάι στο παιδί σε εικοσιτετράωρη βάση. Απλώς σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει μια σταθερή συνέχεια. Σημασία έχει, όπως θα δούμε και παρακάτω, όχι ο χρόνος που μένει ο γονέας με το παιδί, αλλά η ποιότητα των ερεθισμάτων που του παρέχει.
Μερικοί θεωρητικοί θα έλεγαν ότι, για να αναπτυχθούν αυτές οι ασφαλείς πολυπροσωπικές προσκολλήσεις, απαιτείται μια πολύ μεγαλύτερη χρονική περίοδος (όχι μόνο τα δύο πρώτα χρόνια της ζωής), γιατί στα περισσότερα παιδιά, αντιδράσεις έντονης προσκόλλησης, όπως φαίνεται από το φόβο του αποχωρισμού, υπάρχουν μέχρι το τέλος του 3ου χρόνου. Αν και η άποψη αυτή θεωρείται από πολλούς υπερβολική (συντηρητική), εντούτοις, αξίζει να την έχει στο μυαλό του ο γονέας, όταν αφήνει κάθε πρωί το μικρό νήπιο στον παιδικό σταθμό ή στο νηπιαγωγείο και αναλόγως να ερμηνεύει τις αντιδράσεις του παιδιού στον αποχωρισμό. Γενικά, πρέπει τα παιδιά να έχουν κλείσει τα τρία τους χρόνια για να μπορούν να νιώθουν ασφαλή σε άγνωστα μέρη, με «άγνωστα» πρόσωπα. Από την ηλικία αυτή και ύστερα, αρχίζει σταθερά η ανεξαρτητοποίηση του παιδιού. Τότε αρχίζει το παιδί να βασίζεται στον εαυτό του. Τότε αρχίζει, πραγματικά, την προσπάθειά του - μια μακρά και επώδυνη υπόθεση -να αποκόψει τον «ψυχολογικό ομφάλιο λώρο» και να αυτονομηθεί (Herbert, 1995).


Ο αποχωρισμός του παιδιού από τους γονείς του: Επιπτώσεις στην ψυχοκοινωνική του ανάπτυξη

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι οι πρόωροι, παρατεταμένοι ή μόνιμοι αποχωρισμοί του παιδιού από τους γονείς του διαταράσσουν τον συναισθηματικό του κόσμο. Η μελέτη της συμπεριφοράς υγιών φυσιολογικών παιδιών, τα οποία για κάποιον λόγο – παρατεταμένη παραμονή του γονέα στο νοσοκομείο, τοποθέτηση του παιδιού σε βρεφοκομείο - αποχωρίστηκαν από τους γονείς τους στο 2ο και 3ο έτος της ζωής τους, έχει δείξει ότι οι αντιδράσεις του παιδιού στον αποχωρισμό ακολουθούν μια αρκετά προβλέψιμη πορεία.
Στο πρώτο στάδιο το παιδί αντιδρά με κλάματα και θυμό. Απαιτεί την επιστροφή της μητέρας του και φαίνεται να ελπίζει πως θα πετύχει να την φέρει πίσω. Αυτό το στάδιο αποτελεί τη φάση της «διαμαρτυρίας» και συχνά διαρκεί αρκετές ημέρες.
Σιγά-σιγά όμως, το παιδί γίνεται ολοένα και πιο ήρεμο. Ενώ είναι φανερό ότι η απουσία της μητέρας το απασχολεί έντονα και εξακολουθεί να λαχταρά την επιστροφή της, ωστόσο οι ελπίδες του έχουν σε μεγάλο βαθμό εξασθενίσει. Αυτό το στάδιο είναι η φάση της «απελπισίας». Συχνά οι φάσεις αυτές, η διαμαρτυρία και η απελπισία, εναλλάσσονται: η ελπίδα γίνεται απελπισία και η απελπισία γίνεται ανανεωμένη ελπίδα.
Τελικά, επισυμβαίνει μια μεγαλύτερη αλλαγή στη στάση του παιδιού απέναντι στην απουσία της μητέρας: το παιδί μοιάζει σαν να ξέχασε τη μητέρα του, έτσι που, όταν την ξαναβλέπει, παραμένει ανεξήγητα αδιάφορο απέναντί της, και μπορεί ακόμη να δείχνει ότι δεν την αναγνωρίζει. Αυτό λέγεται στάδιο της «αποκόλλησης».

Σε όλες αυτές τις φάσεις του αποχωρισμού, το παιδί είναι επιρρεπές σε εκρήξεις οργής και σε άλλες μορφές αυτοκαταστροφικής και καταστροφικής συμπεριφοράς.
Η συμπεριφορά του παιδιού, μετά το ξανασμίξιμο με τους γονείς του, εξαρτάται από τη φάση στην οποία βρισκόταν κατά τη διάρκεια του αποχωρισμού. Συνήθως, για ένα διάστημα, το παιδί είναι απαθές και αδιάφορο, σε ποιον όμως βαθμό και για πόσο διάστημα γίνεται αυτό, εξαρτάται από τη διάρκεια του χωρισμού και από το αν δεχόταν ή όχι το παιδί συχνές επισκέψεις κατά την περίοδο αυτή. Για παράδειγμα, αν του λείψανε οι επισκέψεις για αρκετές εβδομάδες και έχει φθάσει στα πρώτα στάδια της αποκόλλησης, είναι πιθανόν ότι η έλλειψη ανταπόκρισης από μέρους του θα διαρκέσει για ένα διάστημα που ποικίλλει από λίγες ώρες μέχρι αρκετές ημέρες. Όταν τελικά αυτή η έλλειψη ανταπόκρισης υποχωρήσει, τότε το παιδί εκδηλώνει έντονα αμφιθυμικά συναισθήματα απέναντι στη μητέρα του. Το παιδί κατακλύζεται από θύελλα συναισθημάτων: συνεχώς είναι «κολλημένο» επάνω στη μητέρα του και, όταν η μητέρα πάει να το αφήσει μόνο του, έστω και για μια στιγμή, νιώθει έντονο άγχος και οργή. Το παρακάτω παράθεμα είναι ένα κομμάτι από συνέντευξη μητέρας ενός 4χρονου κοριτσιού, σχετικά με τις αντιδράσεις του παιδιού της στον πρώιμο αποχωρισμό τους:
Από τότε που την άφησα - το παιδί ήταν τότε δύο ετών - γιατί έπρεπε να μείνω στο νοσοκομείο (δύο φορές, 17 μέρες την καθεμία) δεν με εμπιστεύεται πια. Δεν μπορώ να πάω πουθενά - ούτε μέχρι τη διπλανή γειτόνισσα ή στα μαγαζιά στη γωνία. Πρέπει πάντα να την πάρω μαζί μου. Δεν εννοεί να με αφήσει. Σήμερα, την ώρα του μεγάλου διαλείμματος, βγήκε από την πόρτα του σχολείου και ήλθε σπίτι τρέχοντας σαν τρελή. «Μαμά.., μου είπε, «νόμιζα πως έφυγες... Δεν μπορεί να το ξεχάσει. Τριγυρνάει στα πόδια μου όλη την ώρα. Δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο. Κάθομαι, την παίρνω στην αγκαλιά μου και την χαϊδεύω και προσπαθώ να της δείξω ότι την αγαπώ. Αν δεν το κάνω, λέει: «Μαμά, δεν με αγαπάς πια... Πρέπει να είμαι συνεχώς μαζί της.
Ο Bowlby υποστηρίζει ότι, αν ο αποχωρισμός είναι παρατεταμένος - αν διαρκέσει πάνω από 6 μήνες - και συμπέσει με την εποχή που αρχίζει το παιδί να αλληλεπιδρά με τα πρόσωπα γύρω του και να κοινωνικοποιείται, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος το παιδί να μείνει στη φάση της «αποκόλλησης» μόνιμα. Αυτό συμβαίνει κυρίως, όταν το σοκ δεν απαλυνθεί με πολλή στοργή από κάποιον στον οποίον το παιδί θα μπορούσε να βασιστεί. Ο Bowlby ερμηνεύει μια τέτοιου είδους αλληλουχία γεγονότων ως κάτι παρόμοιο με αυτό που συμβαίνει με το βαρύ πένθος στους ενηλίκους. Επειδή όμως το παιδί δεν μπορεί να καταλάβει τι συμβαίνει, δεν κατορθώνει να ξεπεράσει την εμπειρία της «αποστέρησης» και παραμένει «καθηλωμένο» σε αυτήν. Έχει παρατηρηθεί ότι πολλά τέτοια παιδιά παραμένουν, μονίμως πλέον, κοινωνικώς αδιάφορα και συναισθηματικώς ψυχρά.
Αυτό που θέλουμε να τονίσουμε εδώ είναι ότι υπάρχουν βέβαιοι κίνδυνοι για το παιδί που πρόωρα αποχωρίζεται από τους γονείς του και, ιδιαίτερα, για το ορφανό παιδί. Ο Rutter μετά από μια κριτική θεώρηση πολλών ερευνητικών δεδομένων για το θέμα αυτό, κατέληξε στις εξής διαπιστώσεις:
α) Πολλά από τα παιδιά που μπαίνουν σε νοσοκομείο ή σε οικοτροφείο δείχνουν μια άμεση αντίδραση έντονης στενοχώριας και λύπης.
β) Πολλά παιδιά παρουσιάζουν καθυστέρηση στην ανάπτυξή τους, αν συμβεί να εισαχθούν σε κακής ποιότητας ίδρυμα. Ακόμη μπορεί να παρουσιάσουν μειωμένες νοητικές ικανότητες, αν παραμείνουν εκεί για μακρό χρονικό διάστημα.
γ) Υπάρχει σημαντική σχέση ανάμεσα στην εγκληματικότητα και στις διαλυμένες οικογένειες.
δ) Ο ανάλγητος ψυχοπαθητικός εγκληματίας έχει περάσει αλλεπάλληλες εμπειρίες αποχωρισμού ή/και έχει μείνει σε ίδρυμα στα πρώτα χρόνια της ζωής του.
ε) Ο νανισμός παρατηρείται ιδιαίτερα σε παιδιά απορριπτικών και άστοργων οικογενειών.

Το πώς το παιδί αντιμετωπίζει το πρόβλημα του αποχωρισμού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πώς χειρίστηκαν τα πρόσωπα γύρω του, την προσωρινή απουσία ή την απώλεια των γονέων του. Στην περίπτωση του ορφανού παιδιού που έχει χάσει τον έναν γονέα, πολλά εξαρτώνται από τα ψυχικά αποθέματα που διατηρεί ο επιζών γονέας. Στη διπλή ορφάνια - όπου δεν υπάρχει γονέας για να απαλύνει το σοκ - το παιδί γίνεται περισσότερο ευάλωτο.

Υπάρχει και ένα άλλο είδος αποχωρισμού, ανάμεσα στο γονέα και στο παιδί, ο οποίος συμβαίνει παρόλο που οι γονείς και το παιδί βρίσκονται σταθερά μαζί. Είναι ο ψυχολογικός αποχωρισμός που προκαλείται από την απορριπτική στάση των γονέων απέναντι στο παιδί. Η γονεϊκή απόρριψη παίρνει τη μορφή της ψυχρότητας και της αδιαφορίας (παθητική απόρριψη) ή και τη μορφή της έκδηλης εχθρότητας και σκληρότητας εκ μέρους των γονέων (ενεργητική απόρριψη). Η απόρριψη δεν παίρνει πάντα τη μορφή σωματικής βίας ή πλήρους παραμέλησης. Μπορεί να είναι απόρριψη συναισθηματική και εσώτερη, τελείως αθέατη, έτσι που το παιδί να φτάνει στο σημείο να πιστεύει ότι η απλή του παρουσία, αυτή καθαυτή, κάνει τους γονείς του δυστυχισμένους- ότι είναι ένας ανεπιθύμητος-ενοχλητικός μπελάς και κάτι που πρέπει να ταπεινωθεί, να εξουθενωθεί.
Οι απορριπτικοί γονείς έχουν την τάση όχι μόνο να αποθαρρύνουν το παιδί να απαιτεί τη φροντίδα και τη στοργή τους, αλλά και να το τιμωρούν, όταν δείχνει συμπεριφορά εξάρτησης. Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς ότι οι βαριές μορφές απορριπτικής συμπεριφοράς οδηγούν το παιδί στην καταστολή των εκδηλώσεων εξαρτημένης συμπεριφοράς. Αυτό φαίνεται καθαρά σε ευρήματα ερευνών, όπου τα επιθετικά αγόρια που έχουν απορριπτικούς γονείς παρουσιάζουν λιγότερη εξάρτηση από ό,τι παρουσιάζουν τα μη επιθετικά αγόρια που έχουν στοργικούς γονείς. Υπάρχει όμως μία εξαίρεση. Αν οι γονείς είναι συγκρατημένοι ή είναι φειδωλοί στις εκδηλώσεις ενδιαφέροντος, αγάπης και στοργής προς το παιδί, αλλά ωστόσο δεν τιμωρούν τις εκδηλώσεις εξάρτησης, είναι πιθανό να ενταθούν ακόμη περισσότερο οι ανάγκες του παιδιού για προσοχή και φροντίδα. Το παιδί, δηλαδή, όσο πιο πολύ «σπρώχνεται» μακριά από τους γονείς του, τόσο περισσότερο «γαντζώνεται» επάνω τους, ζητώντας τη στοργή και τη φροντίδα τους.
Η δυσκολία με την τάση του παιδιού για εξάρτηση είναι ότι κάθε παιδί έχει γευθεί τις χαρές της γονεϊκής φροντίδας. Ακόμη και η πιο απρόθυμη και αδιάφορη μητέρα δεν μπορεί να αποφύγει να ικανοποιήσει κάποιες από τις ανάγκες του παιδιού της. Έτσι, το παιδί ξέρει τι του λείπει και λαχταράει περισσότερα - ιδιαίτερα αν δεν το έχουν ειδικά αποθαρρύνει με την τιμωρία. Σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται η διαφορά στην αντιμετώπιση ανάμεσα στα προβλήματα εξάρτησης και στα προβλήματα άλλων θεμάτων ανατροφής του παιδιού, όπως π.χ. είναι τα θέματα της σεξουαλικής ορμής. Το πιθανότερο είναι ότι οι εκδηλώσεις ερωτικής μορφής ποτέ δεν ενθαρρύνονται από τους γονείς μάλλον αποδοκιμάζονται ή, στην καλύτερη περίπτωση, αγνοούνται από τους γονείς. Αντίθετα, στην περίπτωση των εκδηλώσεων εξάρτησης, ακριβώς εξαιτίας της πλήρους αδυναμίας του παιδιού να αυτοεξυπηρετηθεί, είναι αδύνατο το παιδί να μην αμείβεται, έστω και σποραδικά, με κάποιες εκδηλώσεις φροντίδας και στοργής (Herbert, 1995).

Η υπερπροστασία και η ενίσχυση της εξάρτησης

Είδαμε προηγουμένως ότι υπάρχει ο γονέας ο απορριπτικός, που η συμπεριφορά του χαρακτηρίζεται από ψυχρή και αδιάφορη παραμέληση ή και από σκληρότητα και εχθρότητα. Όπως όμως συμβαίνει συνήθως με αυτά τα θέματα, υπάρχει και το αντίθετο άκρο. Δεν έχουμε μόνο ελλειμματική γονεϊκή φροντίδα και στοργή, αλλά και υπερβολική-υπέρμετρη προστασία. Σε μια τέτοια περίπτωση, το παιδί μπορεί να κοιμάται στο ίδιο δωμάτιο με τους γονείς του για χρόνια. Η μητέρα έχει την τάση να το παραχαϊδεύει, να είναι πάνω του όλη την ώρα και να το προσέχει συνεχώς, να το αποθαρρύνει να παίρνει πρωτοβουλίες, να το εμποδίζει να ενεργεί με τρόπο ανεξάρτητο κ.λπ. Ανησυχεί υπερβολικά για την υγεία του και γι’ αυτό του δίνει πολλά φάρμακα και το ντύνει βαριά. Πολύ συχνά συμβαίνει, για κάθε πρόβλημα του παιδιού, η μητέρα να σκέφτεται και να αποφασίζει για λογαριασμό του παιδιού. Σε αντάλλαγμα αυτής της απόλυτης υπακοής του παιδιού, η μητέρα δείχνει υπερβολική ανεκτικότητα σε κάθε του ιδιοτροπία, προσπαθώντας έτσι να παρατείνει την παιδική του ηλικία και να το κρατήσει «δεμένο στην ποδιά της».
Οι υπερπροστατευτικοί γονείς συχνά παραπαίουν ανάμεσα στην κυριαρχική και στην υποτακτική συμπεριφορά: άλλοτε υποτάσσοντας το παιδί στις δικές τους θελήσεις και άλλοτε υποτασσόμενοι οι ίδιοι στις θελήσεις του παιδιού. Αυτού του είδους η υπερπροστατευτικότητα συχνά αποτελεί την κύρια αιτία να προκληθούν ψυχολογικά προβλήματα στα παιδιά. Πρόκειται γι’ αυτό που συχνά έχει αποκληθεί «η αγάπη που πνίγει». Αν το παιδί αποθαρρύνεται και εμποδίζεται να αποφασίζει και να ενεργεί αυτόνομα, να εξερευνά τον κόσμο γύρω του και να πειραματίζεται, κινδυνεύει να καταντήσει ένα δειλό, αδέξιο και γεμάτο φόβους και αβεβαιότητα άτομο.
Πρέπει όμως να διευκρινιστεί ότι, εδώ, μιλάμε για πραγματικά ακραία γονεϊκή συμπεριφορά, η οποία είτε εμπεριέχει υπερβολική επιείκεια και υποχωρητικότητα (ο γονέας που κακομαθαίνει - χαλάει το παιδί) ή υπερβολική κυριαρχική διάθεση (ο γονέας που συνεχώς περιορίζει και καταπιέζει το παιδί) είτε τα συνδυάζει και τα δύο (Herbert, 1995).

Το κακομαθημένο παιδί

Ο όρος «κακομαθημένο παιδί» είναι, χωρίς αμφιβολία, από τους όρους που αφήνουν περιθώρια για πολλές ερμηνείες. Τι ακριβώς σημαίνει, είναι, σε μεγάλο βαθμό, θέμα προσωπικής εκτίμησης. Είναι, άραγε, αλήθεια ότι «κακομαθαίνει» το παιδί, όταν π.χ. οι γονείς το παίρνουν αγκαλιά κάθε φορά που εκείνο κλαίει για να τραβήξει την προσοχή τους; Άραγε, όταν το παιδί επιδιώκει να πάρει από τον καθέναν μας γύρω του ό,τι περισσότερο και ό,τι καλύτερο μπορέσει, το κάνει αυτό γιατί θέλει να έχει το «επάνω χέρι»;

Όταν ένα μωρό κλαίει, το κάνει γιατί σίγουρα χρειάζεται κάτι. Όμως, ούτε το ίδιο ούτε οι γονείς του ξέρουν πάντοτε τι ακριβώς χρειάζεται. Ανάμεσα σε αυτά που πραγματικά χρειάζεται, και μάλιστα σε αφθονία, είναι ασφαλώς η ανθρώπινη στοργική παρουσία και προσοχή, τα πλούσια ερεθίσματα και οι περιβαλλοντικοί διερεθισμοί, καθώς και η συντροφιά και η στενή διαπροσωπική αλληλεπίδραση. Πολλοί ειδικοί πιστεύουν ότι σε όλες τις περιπτώσεις (εκτός από μια μόνο περίπτωση, τα προβλήματα του νυκτερινού ύπνου - αν βέβαια τα προβλήματα αυτά τα παρουσιάσει το παιδί, αφού προηγουμένως έχει φτάσει στο στάδιο να μπορεί να κοιμάται κανονικά όλη τη νύχτα) δεν υπάρχει κανένας απολύτως φόβος «να χαλάσει» ο χαρακτήρας του παιδιού, «να κακομάθει» το παιδί, με τη δοτική συμπεριφορά μας κατά τη βρεφική ηλικία. Από την άλλη όμως πλευρά, ο φόβος μήπως δημιουργηθούν στο παιδί κακές συνήθειες συχνά ενσταλάζετε και φωλιάζει όλο και περισσότερο στις νεαρές, άπειρες μητέρες από ποικίλες πηγές: από τους δικούς τους γονείς - υποτίθεται ότι εκείνοι είναι πιο έμπειροι. από τη δική τους την αγωνία να δώσουν στο παιδί τους μια σωστή ανατροφή, ακόμη και από δογματικούς, ανενημέρωτους για το τι λέει η επιστημονική έρευνα, ειδικούς. Οι άπειρες μητέρες συχνά ακούνε να τις συμβουλεύουν και να τις προειδοποιούν ότι πρέπει να προσέξουν, γιατί πολλές κακές συνήθειες των παιδιών οφείλονται στην υπερβολική προσοχή που τους έδωσαν οι γονείς τους όταν ήταν μικρά. Με άλλα λόγια, γιατί «τα κακόμαθαν» οι γονείς τους, και έτσι τους έδωσαν το «πάνω χέρι».
Δυστυχώς, οι ατυχείς γονείς σύρονται προς δύο αντίθετες κατευθύνσεις: προς τη μια που τους λένε ότι αν είναι ανεκτικοί, το παιδί θα γίνει ένας εγωκεντρικός, καθόλου αγαπητός και ισχυρογνώμων τύραννος και προς την άλλη που τους λένε ότι, αν είναι υπερβολικά αυστηροί, αν είναι αυταρχικοί και τιμωρητικοί, η στάση τους αυτή θα έχει ως αποτέλεσμα το παιδί τους να γίνει ένα υποχωρητικό, άβουλο και υποτακτικό πλάσμα, μια χαμερπής ασημότητα.
Έχει λεχθεί ότι οι γονείς, κατά κανόνα, βρίσκονται κάπου ανάμεσα σε δύο ακραίες απόψεις σχετικά με την πραγματική φύση της παιδικής ηλικίας. Οι απόψεις τους αυτές - οι οποίες σημειωτέον δεν λειτουργούν πάντοτε στο συνειδητό επίπεδο - επηρεάζουν σημαντικά τον τρόπο που χειρίζονται διάφορα θέματα ανατροφής και, ιδιαίτερα, το θέμα της πειθάρχησης-χειραγώγησης του παιδιού. Στο ένα άκρο βρίσκεται η απαισιόδοξη άποψη, η οποία βλέπει το παιδί ως «φύσει κακό» βλέπει, μέσα και ολόγυρα στο αναπτυσσόμενο παιδί, το «προπατορικό αμάρτημα». Σαν να βρίσκεται, ας πούμε, μέσα στο παιδί ένας «ανεξέλεγκτος», «όλο μηχανορραφίες», «άπληστος» μικρός διάβολος που πρέπει να καταπνιγεί με κάθε τρόπο. Επιτήρηση και πειθαρχία είναι οι όροι «κλειδιά» αυτής της θεωρίας, η οποία θα μπορούσε να ονομαστεί η σχολή του «κτυπώ το κακό στη ρίζα του». Στο άλλο άκρο βρίσκεται η άποψη, η οποία βλέπει το παιδί ως «φύσει καλό», ως μια εξιδανικευμένη και ρομαντική έκφανση του «ευγενούς αγρίου». Οι οπαδοί αυτής της άποψης βλέπουν, μέσα και ολόγυρα στις δυνάμεις ανάπτυξης του παιδιού, την έμφυτη αρετή. Κάθε είδους παρέμβαση στις «φυσικές», «ενστικτώδεις» ή «αυθόρμητες» διαδικασίες ανάπτυξης είναι λάθος. «Η φύση ξέρει καλύτερα, το παν είναι η ελευθερία» είναι το απόσταγμα αυτής της εξίσου απλουστευτικής, αλλά αισιόδοξης, άποψης.
Αυτές οι δύο απόψεις φαίνονται καθαρά στη στάση που κρατάνε οι μητέρες απέναντι στο κλάμα των μικρών παιδιών. Ο John και η EIizabeth Newson, στην έρευνά τους για την ψυχοδυναμική της οικογένειας στο Nottingham, διαπίστωσαν ότι οι πιο αυστηρές μητέρες ήταν πεπεισμένες - το θεωρούσαν θέμα αρχής - ότι τα παιδιά πρέπει μερικές φορές να τα αφήνουμε να κλαίνε. Κατά την άποψή τους, όλα τα παιδιά έχουν την τάση να είναι πεισματάρικα και πονηρά. Ήδη από την ηλικία των 12 μηνών έχουν διαμορφώσει χαρακτηριστικά που χρειάζεται να αντιμετωπιστούν χωρίς υποχωρήσεις. Το παιδί πρέπει να μάθει «ποιος είναι το αφεντικό» και, στην ηλικία των12 μηνών, δεν ήταν και τόσο μικρό για να μην μπορεί να καταλάβει ότι δεν είναι δυνατό να γίνεται πάντα το δικό του. Αυτές οι μητέρες επέμεναν ότι τα παιδιά δεν πρέπει να τα αφήνουμε να συνηθίσουν στην επιείκεια και ότι κάθε πρόσκαιρη χαλάρωση των κανόνων θα μπορούσε να τα συνηθίσει σε κάτι τέτοιο. Οι Newsons, στις συνεντεύξεις τους, άκουσαν συχνά τους γονείς να τους λένε ότι, όταν η οικογενειακή ζωή ξέφευγε από τον καθημερινό της ρυθμό – όπως π.χ. όταν είχαν κάποια επίσκεψη στο σπίτι ή σε περιόδους διακοπών, αναγκάζονταν συχνά να παίρνουν αγκαλιά το μωρό όταν έκλαιγε, «για να μην ενοχλούνται οι άλλοι» και ότι αυτό είχε ολέθρια αποτελέσματα στο χαρακτήρα του παιδιού. Έπειτα από κάθε τέτοια παραχώρηση-υπαναχώρηση, οι γονείς ένιωθαν ότι ήταν πολύ δύσκολο να κερδίσουν το «χαμένο έδαφος» στην ανατροφή του μωρού τους. Γι’ αυτή την ομάδα των μητέρων συνεπώς, το να αφήσουμε το παιδί να κλαίει ήταν ένα αναπόφευκτο μέρος της σωστής ανατροφής του παιδιού.
Από την άλλη πλευρά, στην ομάδα των ανεκτικών μητέρων, ήταν κοινή η πεποίθηση ότι τα μωρά, ιδιαίτερα σε μια τέτοια τρυφερή ηλικία, δεν κλαίνε χωρίς λόγο. Αυτές οι μητέρες πίστευαν ότι το κλάμα- και η δυσθυμία γενικότερα - θα πρέπει να αποφεύγεται όσο το δυνατόν περισσότερο, για το καλό της ψυχικής και σωματικής υγείας του παιδιού. Οι Newsons βρήκαν ότι η βαθύτερη πίστη και στάση των γονέων αυτών είναι ότι ένα παιδί που κλαίει είναι ένα δυστυχισμένο παιδί. Ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό των γονέων αυτών ότι η δοτική τους στάση απέναντι στο παιδί, ιδιαίτερα σε σχέση με το κλάμα, χαλάει το χαρακτήρα του παιδιού, ότι το παιδί κακομαθαίνει. Πίστευαν ότι η ανησυχία και η δυσθυμία του παιδιού δεν έχει καμιά ηθική διάσταση και φυσικά πρέπει, όσο είναι δυνατόν, να την προλαβαίνουμε στα παιδιά.
Αυτές οι αντικρουόμενες απόψεις περιπλέκουν επίσης και τις αντιλήψεις μας για θέματα πειθαρχίας και τιμωρίας, θέματα τα οποία δεν είναι (ή δεν θα πρέπει να είναι) σε καμιά περίπτωση ταυτόσημα.
Πάντως τα μέχρι τώρα δεδομένα δείχνουν ότι είναι σχεδόν αδύνατο να «χαλάσει» ο χαρακτήρας ενός παιδιού, εξαιτίας της δοτικής συμπεριφοράς των γονέων, κατά τον πρώτο χρόνο της ζωής του. Όμως, είναι δυνατόν να πέσει τότε ο σπόρος, από την πλευρά των γονέων, για να συμβεί κάτι τέτοιο αργότερα. Είναι βέβαιο ότι τα παιδιά, που όταν ήταν βρέφη, οι γονείς τους έσπευδαν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους αμέσως μόλις τις εκδήλωναν, κλαίνε λιγότερο στις επόμενες ηλικίες από ό,τι τα παιδιά που οι γονείς τους έδειχναν αδιαφορία. Όμως η απλόχερη και άμεση αυτή ικανοποίηση των αναγκών του παιδιού από τους γονείς πρέπει να γίνεται μόνο κατά τον πρώτο χρόνο της ζωής, τότε δηλαδή που το παιδί βρίσκεται σε απόλυτη εξάρτηση από τους άλλους. Δεν πρέπει να συνεχίζεται και στα επόμενα χρόνια. Από το 2ο έτος και ύστερα πρέπει να ενισχύεται η αυτονομία του παιδιού.
Σε μια έρευνα για την εξάρτηση, από τις πιο εμπεριστατωμένες, διαπιστώθηκε ότι σχεδόν το 50% των μητέρων, που εξετάστηκαν, ανταποκρίνονταν στο κλάμα του μωρού τους - συνήθως (ή, σε μερικές περιπτώσεις, πάντοτε) παίρνοντας το μωρό αμέσως αγκαλιά. Μια τέτοια άμεση ανταπόκριση των μητέρων δεν είχε καμιά αιτιολογική συνάφεια με την εξάρτηση που αργότερα παρουσίαζαν τα παιδιά. Το 1/3 των μητέρων ήταν ευερέθιστες και τιμωρούσαν συχνά τα παιδιά τους, όταν πήγαιναν από πίσω τους και ήθελαν αγκαλιά. Διαπιστώθηκε ότι οι μητέρες αυτές με τα νευρικά τους αυτά μαλώματα, καθώς οι ίδιες προσπαθούσαν να κρατήσουν το παιδί μακριά τους, αύξαναν τη συχνότητα των εκδηλώσεων εξάρτησης. Τα πιο εξαρτημένα παιδιά ανήκαν σε μητέρες, οι οποίες, ενώ στην αρχή για λίγο απέρριπταν θυμωμένες τις εκδηλώσεις της εξάρτησης, όμως τελικά ενέδιδαν, παρέχοντας έτσι στο παιδί μερική ενίσχυση.
Φαίνεται ότι οι μητέρες, που, κατά τη βρεφική ηλικία, πρόθυμα ανταποκρίνονται και ικανοποιούν τις ανάγκες του παιδιού, δημιουργούν στο παιδί τη λεγόμενη ασφαλή προσκόλληση δηλαδή, τα παιδιά αυτά αργότερα νιώθουν σιγουριά και εσωτερική ασφάλεια, ακόμη και όταν η μητέρα τους δεν βρίσκεται μαζί τους. Αντίθετα, οι μητέρες, που, κατά τη βρεφική ηλικία, δεν ικανοποιούν τις ανάγκες του παιδιού, δημιουργούν στα παιδιά τους τη λεγόμενη ανασφαλή προσκόλληση δηλαδή, τα παιδιά νιώθουν ανασφάλεια και αβεβαιότητα ακόμη και όταν η μητέρα τους βρίσκεται μαζί τους. Γι’ αυτό, τα παιδιά αυτά θέλουν να είναι όλη την ώρα μαζί με τη μητέρα τους, αλλά και όταν είναι μαζί της, συνεχώς διαμαρτύρονται και παραπονούνται ότι η μητέρα τους θα τα εγκαταλείψει (Herbert, 1995).


Δεξιότητες αυτοεξυπηρέτησης: Ένας δείκτης της ανεξαρτητοποίησης του παιδιού

Η ανεξαρτητοποίηση ενός παιδιού φαίνεται και στο βαθμό που κατορθώνει το παιδί να αυτοεξυπηρετείται. Το επίπεδο αυτοεξυπηρέτησης που οι γονείς περιμένουν από τα παιδιά τους εξαρτάται όχι μόνο από τις προσωπικές τους αντιλήψεις, αλλά και από την κοινωνία στην οποία ζουν. Σε παλιότερες εποχές αναμενόταν ότι τα παιδιά θα άρχιζαν να συνεισφέρουν στο οικογενειακό εισόδημα από την πρώτη ακόμη παιδική ηλικία. Επίσης, σε μερικές κοινωνίες οι μητέρες συνεχίζουν το θηλασμό, τα χάδια και τις αγκαλιές για πολύ περισσότερο χρόνο από ό,τι σε άλλες.
Η έρευνα των Newsons στο Nottingham, για το πώς μεγαλώνουν οι γονείς τα παιδιά τους, μας δίνει πληροφορίες για το πόση αυτοεξυπηρέτηση αναμενόταν από παιδιά που μεγάλωναν στη βρετανική αυτή πόλη. Τα παιδιά, ήδη από την ηλικία των τεσσάρων ετών, σε ποσοστό 79%, μπορούσαν να κάνουν μικροψώνια στα μαγαζιά της γειτονιάς, αν και πολλές φορές οι μητέρες τους θα έπρεπε να τα περιμένουν έξω από το κατάστημα, ενώ γινόταν η συναλλαγή. Επίσης, σε ποσοστό 17% ντύνονταν μόνα τους το πρωί, σε ποσοστό 39% αναλάμβαναν να αλλάζουν το βράδυ και σε ποσοστό 34% τακτοποιούσαν μόνα τους τα παιχνίδια τους. Σχετικά με την ανάγκη σωματικής επαφής με τους γονείς, οι Newsons διαπίστωσαν ότι το 97% των μητέρων καλοδέχονταν και ενθάρρυναν τις εκδηλώσεις τρυφερότητας σε αυτή την ηλικία, παρότι σε μερικές περιπτώσεις οι εκδηλώσεις αυτές δεν ευχαριστούσαν το παιδί. Η αποποίηση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί ένα εντελώς φυσιολογικό βήμα στην ανάπτυξη του παιδιού ως αυτόνομης προσωπικότητας.
Υπάρχουν βασικές διαφορές στην ανάπτυξη της ανεξαρτητοποίησης ανάμεσα στα αγόρια και στα κορίτσια. Τα κορίτσια, αν και μαθαίνουν τις διάφορες δεξιότητες αυτοεξυπηρέτησης περίπου στην ίδια ηλικία - αν όχι και νωρίτερα - με τα αγόρια, ωστόσο τείνουν να δείχνουν πιο έντονη συμπεριφορά προσκόλλησης και μεγαλύτερη ανάγκη για σωματική επαφή με τους γονείς τους από ό,τι τα αγόρια της ίδιας ηλικίας. Αυτή η διαφορά πιθανόν να είναι το αποτέλεσμα της διαφορικής συμπεριφοράς που η κοινωνία περιμένει από κάθε φύλο. Σε πολλές κοινωνίες η εξαρτημένη συμπεριφορά είναι αποδεκτή για τα κορίτσια, ενώ τα αγόρια, από νωρίς πρέπει να αποδεικνύουν την ανεξαρτησία τους, τόσο τη σωματική όσο και τη συναισθηματική.
Η ανάπτυξη της ανεξαρτησίας δεν προχωρεί πάντοτε με σταθερότητα. Μπορεί ακόμη καμιά φορά να γίνουν και βήματα προς τα πίσω. Μια έντονη εσωτερική σύγκρουση στη ζωή του παιδιού είναι δυνατό να οδηγήσει σε ψυχολογική παλινδρόμηση και αυτό συνεπάγεται κάποια απώλεια ανεξαρτησίας. Κλασικό παράδειγμα παλινδρόμησης είναι το νήπιο που ξαφνικά βρίσκεται να μοιράζεται την αγάπη και την προσοχή της μητέρας του με ένα νεογέννητο αδελφάκι. Η ζήλια του τότε συχνά συνοδεύεται από ένα είδος συμπεριφοράς που φανερώνει επιστροφή σε προγενέστερης ηλικίας τρόπους προσαρμογής. Μπορεί να αρχίσει πάλι να κλαίει και να παραπονιέται, να κρεμιέται από τη φούστα της μητέρας του, να μιλάει σαν μωρό και ακόμη «να βρέχεται» επάνω του. Αυτή η εκζήτηση της προσοχής των άλλων δείχνει ότι το παιδί έχει καταλήξει στο συμπέρασμα πώς, για να διεκδικήσει την προηγούμενη μονοπωλιακή θέση του, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να ξαναγίνει «μωρό».
Αν οι γονείς παρατηρήσουν στο παιδί τους κάποια σημάδια παλινδρόμησης, μπορεί να χρειαστεί, για να το βοηθήσουν, να του προσφέρουν απλόχερα αγάπη και προσοχή, αλλά όχι με τρόπο και σε χρόνο που να φαίνεται ότι επιβραβεύουν τις ανώριμες παλινδρομιστικές πράξεις του. Ο Freud διατύπωσε την άποψη ότι, όταν ένα άτομο δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας περισσότερο ώριμης ζωής, παλινδρομεί σε ένα προγενέστερο στάδιο της εξέλιξής του, στο οποίο ήταν αποτελεσματικό και ευτυχισμένο. Έτσι, το νήπιο που βιώνει υπέρμετρο άγχος, γιατί η μητέρα του χρησιμοποιεί αυστηρό και σκληρό τρόπο για να το ασκήσει στη χρήση της τουαλέτας, μπορεί να παλινδρομήσει στην ανημποριά και στην πλήρη εξάρτηση της βρεφικής ηλικίας. Τέτοιες όμως παλινδρομιστικές στρατηγικές είναι συνήθως αυτο-αναιρετικές, γιατί προκαλούν την οργή των γονέων. Πάντως, το ζηλιάρικο παιδί, που νιώθει ότι κάποιος άλλος παίρνει την αγάπη της μητέρας του, θα καλοδεχτεί κάθε ενασχόληση των γονέων μαζί του, έστω και αν αυτή είναι αρνητική, ακόμη και αν πρόκειται για πράξεις επώδυνης τιμωρίας (Herbert, 1995).

Καλύτερα να προλαμβάνουμε παρά να θεραπεύουμε

Φαίνεται ότι πρέπει να υπάρχει μια ενδιάμεση κατάσταση ανάμεσα αφενός στον υπερπροστατευτικό γονέα - που με τη συμπεριφορά του κάνει το παιδί ανασφαλές και προσκολλημένο επάνω του, γιατί δεν το αφήνει ποτέ να τον «αποχωριστεί» συναισθηματικά και να προσπαθήσει να κάνει κάτι μόνο του - και αφετέρου στον απορριπτικό γονέα - που κάνει και αυτός το παιδί ανήσυχο και κολλημένο επάνω του, γιατί, για να το πειθαρχήσει, το απειλεί συνεχώς ότι θα το εγκαταλείψει, και που το αφήνει να καταλάβει ότι είναι ανεπιθύμητο και δεν βλέπει την ώρα που θα απαλλαγεί από την παρουσία του. Επίσης, κάποια ενδιάμεση κατάσταση πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στον υπερ-επιεική (τον απεριόριστα ανεκτικό) και τον υπερ-περιοριστικό και κυριαρχικό (τον αυταρχικό) τρόπο ανατροφής και πειθάρχησης του παιδιού.
Όταν οι γονείς επιχειρούν να καθορίσουν ποιες είναι οι βασικές αρχές που πρέπει να εφαρμόσουν για να βοηθήσουν το παιδί τους να ασκήσει αποτελεσματικό έλεγχο στο περιβάλλον, πρέπει να έχουν κατά νου ότι το παιδί, στην πορεία της ανάπτυξής του, περνάει από διάφορα επάλληλα ποιοτικώς διαφοροποιημένα επίπεδα κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Κάθε τέτοιο επίπεδο αντιστοιχεί σε διαφορετικής μορφής κοινωνικές απαιτήσεις. Ο Danziger περιγράφει τις αναπτυξιακές αυτές διαφοροποιήσεις ως εξής:
Μια διάκριση των διαφόρων μορφών υποστήριξης, που το παιδί απαιτεί και δέχεται από τους γονείς, γίνεται με βάση το στάδιο ανάπτυξής του. Σε ένα πρώτο στάδιο, η υποστήριξη αυτή είναι βασικά βιο-σωματική και συνδέεται με την ικανοποίηση των πρωταρχικών βιολογικών αναγκών του παιδιού, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκών του για σωματική επαφή και περιβαλλοντική σταθερότητα. Στο επόμενο στάδιο, το παιδί χρειάζεται υποστήριξη στην ενεργό εξερεύνηση του φυσικού και κοινωνικού του περιβάλλοντος, διαμέσου του πειραματικού χειρισμού των διαφόρων αντικειμένων και διαμέσου της υπόδυσης ρόλων. Τελικά, το παιδί ψάχνει για υποστήριξη στις προσπάθειές του να ακολουθήσει κανόνες και να συμμορφώνεται προς τις ηθικές επιταγές.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι απαιτήσεις που έχει το παιδί για υποστήριξη από τους γονείς του είναι απαιτήσεις για αναγνώριση και για επιβεβαίωση του εαυτού του ως κάποιας ύπαρξης, μόνο όμως που η αναγνώριση και η επιβεβαίωση αυτή του εαυτού του παίρνει διαφορετική μορφή στις διάφορες ηλικίες. Στην αρχή, το παιδί έχει ανάγκη να αναγνωριστεί ως εξαρτημένη ύπαρξη που πρέπει να της παρασχεθεί προστασία και ανθρώπινη επαφή. Αργότερα, έχει ανάγκη να αναγνωριστεί ως ένα δραστήριο και εκτελεστικό πλάσμα που θέλει να το προσέχουν και που έχει ανάγκη τα πραγματικά ή φανταστικά του κατορθώματα να επιβεβαιώνονται από τους γύρω του. Τελικά, ζητάει να επιβεβαιωθεί ως ένα καλό πλάσμα που γνωρίζει τους κοινωνικούς και ηθικούς κανόνες και ενεργεί σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς (Herbert, 1995).


Το παιδί του διαζυγίου

Ορισμένες φορές οι γονείς έπειτα από μια επώδυνη πορεία καταλήγουν στο διαζύγιο. Οι συνθήκες δεν είναι εύκολες για τους διαζευγμένους και κανένας δεν μένει ικανοποιημένος από μία τέτοια λύση. Εάν οι γονείς φτάσoυν τελικά σε αυτή την απόφαση, πρέπει να σκεφτoύν το αντίκτυπο που θα έχει στα παιδιά τους και πώς πρέπει να χειριστούν την κατάσταση. Το διαζύγιο είναι μία από τις χειρότερες εμπειρίες στη ζωή ενός παιδιού. Το αν θα τους προκαλέσει ψυχολογικά προβλήματα ή όχι εξαρτάται αφενός από την προσωπικότητα του παιδιού και αφετέρoυ από το χειρισμό των γονιών. Αυτοί έχουν την υποχρέωση να προστατεύσουν το παιδί και να το απομακρύνουν από τις συγκρούσεις και τις βίαιες καταστάσεις που πιθανόν εξελίσσονται στην οικογένεια. Το πιο σοβαρό λάθος είναι η εκμετάλλευση του παιδιού, η τοποθέτησή του στο μέσο της δίνης που παρασύρει τους ίδιους τους γονείς και η προσπάθεια του καθενός να το χρησιμοποιήσει για δικό του συμφέρον.

Η τραυματική εμπειρία του διαζυγίου έχει άμεσα και έμμεσα αποτελέσματα. Μελέτες δείχνουν ότι τα παιδιά ελπίζουν στην επανασύνδεση της οικογένειας ακόμη και έπειτα από δέκα με δεκαπέντε χρόνια. Στη ζωή τους ως ενήλικοι έχουν μειωμένη ικανότητα να διαμορφώσουν σταθερές σχέσεις με άτομα του άλλου φύλoυ. Το παιδί των διαζευγμένων γονιών έχει πολλές πιθανότητες να γίνει ένας οξύθυμος, ανασφαλής και επιθετικός ενήλικος. Υπάρχουν όμως και μελέτες σύμφωνα με τις οποίες τα παιδιά αυτά τα καταφέρνoυν καλύτερα από εκείνα που ζουν σε δυστυχισμένες οικογένειες με διαρκείς εντάσεις και καυγάδες, αλλά οι γονείς τους δεν είναι χωρισμένοι. Μία από τις σημαντικότερες παραμέτρους που καθορίζει τις επιπτώσεις της διάλυσης της οικογένειας στα παιδιά είναι η στάση των γονιών πριν από και μετά το διαζύγιο.

Η στάση των γονιών

Το πρώτο θέμα που συνήθως τίθεται είναι σχετικό με την ανακοίνωση του διαζυγίου. Οι εξηγήσεις που θα δοθούν στο παιδί θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο κοντά στην αλήθεια. Καλό είναι να τονιστεί ότι πρόκειται για μια κοινή απόφαση που αφoρά μόνο στους γονείς. Τα παιδιά -ιδίως μικρότερης ηλικίας- έχουν την τάση να ερμηνεύουν τα πάντα με επίκεντρο τον εαυτό τους. Έτσι, συχνά βιώνουν το διαζύγιο ως εγκατάλειψη, απόρριψη ή ενοχοποιούν τον εαυτό τους ότι είναι κακά παιδιά και γι’ αυτό ο γονιός που έφυγε δεν τα αγαπά. Τα μεγαλύτερα παιδιά μπορούν να καταλάβουν τις δυσμενείς συνέπειες που έχει για τους ενήλικους ένας αποτυχημένος γάμος και να αντιληφθούν τους πραγματικούς λόγους του διαζυγίου, χωρίς να πιστεύουν ότι ο χωρισμός επέρχεται εξαιτίας τους.

Ο χωρισμένος γονιός πρέπει να μην ξεχνά ότι η εκδήλωση οποιασδήποτε μορφής εχθρότητας και η εκτόξευση κατηγοριών προς τον πρώην σύζυγο τρομάζουν και στενοχωρούν το παιδί. Αν πρόκειται για το γονιό του ίδιου φύλoυ, μια τέτοιου είδους συμπεριφορά παρεμποδίζει την ταυτοποίηση του παιδιού μαζί του, διαδικασία απαραίτητη για την ολοκλήρωση της ταυτότητάς του. Σημαντικό είναι να παραμένει συχνή η επαφή του παιδιού με το γονιό που φεύγει. Πρέπει μάλιστα να είναι απαλλαγμένη από τη ζήλια και τον ανταγωνισμό που μαστίζουν τις σχέσεις των γονιών μετά το διαζύγιο, με σκοπό τη μονοπώληση της αγάπης και της αφoσίωσης του παιδιού. Οι επισκέψεις επιβάλλεται να είναι σαφείς, καθορισμένες και συνεπείς όσον αφoρά στην ημέρα και στην ώρα. Το παιδί που περιμένει το γονιό ο οποίος δεν έρχεται, βλέπει το φόβο του για εγκατάλειψη να επιβεβαιώνεται και βυθίζεται σε πραγματική απελπισία. Η μόνιμη κατοικία του παιδιού θα πρέπει να είναι το σπίτι του ενός γονιού. Με το να μοιράζει εξίσου το χρόνο του σε δύο σπίτια χάνει κάθε έννοια του μόνιμου δικού του χώρου και βρίσκεται σε μια διαρκή σύγχυση. Μπορεί όμως να περνά Σαββατοκύριακα ή σχολικές διακοπές στο σπίτι του άλλου γονιού και καλό θα είναι να έχει και εκεί ένα δικό του δωμάτιο με τα αγαπημένα του παιχνίδια.

Αν υπάρχουν αδέρφια, δεν θα πρέπει να χωρίζονται τις μέρες των επισκέψεων. Καθώς προχωρά η διαδικασία του διαζυγίου, τα άλλα μέλη της οικογένειας γίνονται ακόμη πιο σημαντικά. Τα αδέρφια ισχυροποιούν τις σχέσεις τους και προστατεύονται μεταξύ τους από τυχόν αυθαιρεσίες των γονιών και από το άγχος του αποχωρισμού. Τα ζητήματα πειθαρχίας είναι ένα άλλο θέμα που δεν πρέπει να παραβλεφθεί. Ο γονιός με τον οποίο μένει το παιδί έχει συνήθως την τάση να το υπερπροστατεύει και να χαλαρώνει τους κανόνες πειθαρχίας για να απαλύνει τον πόνο και το στρες του. Οι διαζευγμένες μητέρες ανησυχούν ιδιαίτερα μήπως δεν μπορέσουν να επιβάλουν την πειθαρχία σε ένα αγόρι, λόγω της έλλειψης του ανδρικού προτύπου.

Τα περισσότερα παιδιά έχουν ανάγκη από σταθερά όρια και κανόνες πειθαρχίας. Σε μια φάση της ζωής τους κατά την οποία νιώθουν ότι τα πάντα αλλάζουν γύρω τους, η πειθαρχία αποτελεί μια ασφαλή βάση για να μπορέσουν να κυριαρχήσουν στο άγχος τους και να συνεχίσουν να τα καταφέρνoυν στο σχολείο και στην κοινωνική τους ζωή. Το ιδανικό θα είναι οι ίδιοι κανόνες και οι ίδιες συνήθειες να υιοθετούνται στα σπίτια και των δύο γονιών.


Ψυχολογικά προβλήματα των παιδιών των διαζευγμένων

Τα ψυχολογικά προβλήματα εκδηλώνονται κυρίως όταν το παιδί βρίσκεται στο μέσο της σύγκρουσης, όταν είναι μάρτυρας σε σκηνές εχθρότητας μεταξύ δύο ανθρώπων που αγαπά και πρέπει να αποφασίσει ποιος από τους δύο έχει δίκιο. Μάλιστα, η ψυχική του ένταση είναι πολύ μεγάλη, όταν αποτελεί αντικείμενο της διαμάχης των εμπόλεμων γονιών και σημείο αναφοράς για τις κατηγορίες που εκτοξεύουν ο ένας εναντίον του άλλου για αδιαφορία, εγκατάλειψη, ανεπάρκεια ή μεροληπτική στάση.
Συχνά επίσης το παιδί χρησιμοποιείται για τη ρύθμιση των οικονομικών διαφορών τους. Τα παιδιά που παρουσιάζουν ψυχολογικά προβλήματα είναι εκείνα που έχουν παίξει το ρόλο του εξιλαστήριου θύματος σε μια περίοδο κατά την οποία οι γονείς είναι βαθιά δυστυχισμένοι και απογοητευμένοι.

Η τραυματική εμπειρία του διαζυγίου επηρεάζει κατ’ αρχάς τις επιδόσεις στο σχολείο. Παιδιά που ήταν καλοί μαθητές παύουν να ενδιαφέρονται για τα μαθήματα ή παρουσιάζουν δυσκολία να συγκεντρωθούν και να διαβάσουν. Η συμπεριφορά τους διακρίνεται από έντονες διακυμάνσεις και υπάρχει περίπτωση να είναι υπερβολικά υπάκουα ή έντονα προκλητικά. Εκδηλώνουν κρίσεις θυμού, λένε ψέματα ή καταστρέφουν αντικείμενα. Τα μικρότερα παιδιά μπορεί να παλινδρομήσουν και να παρουσιάσουν ενούρηση, τραυλισμό, διαταραχές στον ύπνο και στη διατροφή ή γενικότερα να υιοθετήσουν προηγούμενες συμπεριφορές. Εκδηλώνουν επιθυμία να κοιμούνται με το γονιό που μένει σπίτι και δυσκολεύονται για οποιονδήποτε λόγο να τον αποχωριστούν. Καλύπτοντας τις δικές τους προσωπικές ανάγκες, οι γονείς πολλές φορές ικανοποιούν αυτές τις επιθυμίες. Στερούν όμως από το παιδί τη δυνατότητα να αναπτύξει την ανεξαρτησία του και να καλλιεργήσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Οι στενές σχέσεις με το γονιό του αντίθετου φύλου, χωρίς την εξισορροπιστική συμβολή του τρίτου προσώπου, αντενδείκνυνται κυρίως στην εφηβεία.

Τα προβλήματα του παιδιού ίσως ενταθούν όταν ο γονιός ξαναπαντρευτεί. Το νέο πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί εισβολέας και το παιδί να βιώσει μία νέα εγκατάλειψη. Χρειάζονται μεγάλη προσπάθεια και υπομονή εκ μέρους του γονιού για να γίνει αποδεκτή η νέα κατάσταση, χωρίς να νιώσει το παιδί ότι περνά σε δεύτερη μοίρα. Πρέπει επίσης να διαφυλαχθεί η θέση του άλλου φυσικού γονιού, του οποίου η παρουσία θα είναι πάντα αισθητή στη ζωή της μεικτής οικογένειας. Όσο καλύτερη διατηρηθεί η σχέση των δύο πρώην συζύγων, τόσο λιγότερα είναι το στρες και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το παιδί.


Το υιοθετημένο παιδί

Η υιοθεσία αποτελεί την κατάληξη της επιθυμίας των ενηλίκων να αποκτήσουν παιδί, όταν όλοι οι άλλοι τρόποι δεν έχουν φέρει αποτέλεσμα. Είναι μια λύση για εκείνους που πραγματοποιούν με αυτό τον τρόπο την επιθυμία τους να γίνουν γονείς, ταυτόχρονα όμως και για το παιδί, που αποφεύγει τις συνέπειες ενός προβληματικού περιβάλλοντος και τη ζωή στο ίδρυμα. Η υιοθεσία όμως ενέχει και κινδύνους. Συνήθως υπάρχει άγνοια της κληρονομικότητας που προέρχεται από τους βιολογικούς γονείς. Επίσης, εντοπίζεται πάντα ένας βαθμός συναισθηματικής στέρησης που ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία κατά την οποία το παιδί αποχωρίστηκε τη φυσική του μητέρα. Αν το παιδί ξεκίνησε τη ζωή του σε ίδρυμα, η έλλειψη αισθητηριακών ερεθισμάτων είναι πιθανόν να επιβραδύνει τη νοητική του εξέλιξη.

Το υιοθετημένο παιδί είναι εύθραυστο και ενδεχομένως υπάρχει κίνδυνος να αντιμετωπίσει ψυχολογικά προβλήματα. Οι θετοί γονείς επίσης είναι περισσότερο ευάλωτοι στο άγχος και την αβεβαιότητα και ανησυχούν υπερβολικά ακόμη και για φυσιολογικές αντιδράσεις που παρατηρούνται στην εξελικτική πορεία του παιδιού. Θα ήταν λάθος όμως να υποθέσουμε ότι η ανησυχία για ορισμένες πλευρές της υιοθεσίας ή ο εντοπισμός πιθανών πηγών άγχους οδηγεί απαραίτητα σε ψυχολογικά προβλήματα. Πολλά από τα υιοθετημένα παιδιά έχουν ευτυχισμένα και δημιουργικά παιδικά χρόνια. Ορισμένα παρουσιάζουν διαταραχές στην παιδική ηλικία, οι οποίες όμως μπορεί να εξαφανιστούν όταν φτάσουν στην ενηλικίωση. Κάτω από κατάλληλες συνθήκες, οι πρώιμες δυσκολίες -οι οποίες προέρχονται από τις ψυχολογικές διεργασίες που είναι απαραίτητες για την αποδοχή της υιοθεσίας- μπορούν να ξεπεραστούν και να μην ακολουθήσουν τα υιοθετημένα άτομα στο υπόλοιπο της ζωής τους.

Ψυχολογικές διεργασίες της υιοθεσίας

Η διαμόρφωση της ταυτότητας είναι μια φυσιολογική διεργασία που ακολουθεί κάθε παιδί. Η αίσθηση της ταυτότητας αναπτύσσεται σταδιακά και αναφέρεται στην εικόνα που έχει κανείς για τον εαυτό του. Παράμετροι όπως η εθνικότητα, η οικογενειακή ιστορία, η σύνθεση της οικογένειας και η ποιότητα των γονεϊκών φροντίδων συμμετέχουν στο χτίσιμο της ταυτότητας του ατόμου. Όσο πιο σταθερά είναι αυτά τα στοιχεία, τόσο πιο ολοκληρωμένη είναι η ταυτότητα και τόσο πιο ικανοποιημένοι νιώθουμε για τον εαυτό μας. Η αβεβαιότητα και η σύγχυση που διακατέχουν ορισμένα υιοθετημένα άτομα για τη βιολογική τους οικογένεια σχετικά με το ποιοι είναι και γιατί δόθηκαν για υιοθεσία αυξάνουν την αίσθηση ανασφάλειας και δυσχεραίνουν τη διαμόρφωση της ταυτότητας. Τα υιοθετημένα παιδιά πρέπει να ενσωματώσουν στην αναπτυσσόμενη προσωπικότητά τους δύο οικογένειες, μία βιολογική και μία ανάδοχη, η οποία έχει την ευθύνη για την ψυχοσωματική του ανάπτυξη. Από την πρώτη υπάρχουν τα αισθήματα της απόρριψης και της απώλειας. Δεν απασχολεί το παιδί μόνο το γεγονός ότι διαλύθηκε η οικογένειά του. Εξίσου βασανιστικές είναι και οι ερωτήσεις αν το ήθελαν, αν το αγαπούσαν, αν άξιζε να το αγαπούν. Αν μείνουν αναπάντητα αυτά τα ερωτήματα, μπορεί να οδηγήσουν σε έλλειψη αυτοεκτίμησης και αρνητική εικόνα για τον εαυτό του. Συναισθήματα κατάθλιψης, απελπισίας, ενοχής, θυμού συνυπάρχουν και συχνά εκφράζονται στους βιολογικούς γονείς. Η επούλωση αυτών των πληγών προϋποθέτει αγάπη, ζεστασιά, σταθερότητα και συνεχή φροντίδα εκ μέρους των θετών γονιών. Το νέο στοργικό, σταθερό και θετικό περιβάλλον στο οποίο ζει το παιδί, μπορεί να ανατρέψει τις πρώιμες αρνητικές εμπειρίες.

Δεν είναι όμως μόνο το οικογενειακό περιβάλλον, αλλά και η κοινωνική αποδοχή που παίζει ρόλο στη διαμόρφωση της ταυτότητας του υιοθετημένου παιδιού. Συχνά το κοινωνικό κατεστημένο που εκφράζεται από την ευρύτερη οικογένεια και το σχολείο, στιγματίζει αυτά τα παιδιά. Το υιοθετημένο παιδί αρχίζει να βλέπει τον εαυτό του διαφορετικό από τα άλλα παιδιά και πρέπει να καταβάλλει μια επιπρόσθετη προσπάθεια για να αποδεχτεί αυτήν τη διαφορά. Σε οικογένειες άλλης εθνικότητας, πολιτισμού ή φυλής, η βιολογική διαφορά είναι εμφανής, τα υιοθετημένα παιδιά βρίσκονται σε δυσκολότερη θέση και καλούνται να επιδείξουν επιτεύγματα που τα άλλα παιδιά δεν είναι αναγκασμένα να πραγματοποιήσουν. Τα υιοθετημένα παιδιά ανάλογα με την ηλικία υιοθεσίας έχουν αυξημένες πιθανότητες να παρουσιάσουν μαθησιακές δυσκολίες ή προβλήματα συμπεριφοράς. Έρευνες δείχνουν ότι για τις σχολικές επιδόσεις η ηλικία της υιοθεσίας δεν παίζει κανένα ρόλο μέχρι τους 18 μήνες. Υπάρχουν αυξημένα ποσοστά αποτυχίας στο σχολείο όταν η υιοθεσία γίνει ανάμεσα στους 18 μήνες και τα τρία έτη, ενώ μετά τα τέσσερα έτη εμφανίζονται και διαταραχές της συμπεριφοράς.

Συμπερασματικά, καλό είναι η υιοθεσία να γίνεται σε όσο το δυνατόν μικρότερη ηλικία, έτσι ώστε η επίδραση των αρνητικών παραγόντων ενός αντίξοου περιβάλλοντος να παραμείνει περιορισμένη. Το αν θα παρουσιαστούν προβλήματα στη συνέχεια εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πόσο θετική εικόνα έχει αναπτύξει το παιδί για τον εαυτό του, από την ποιότητα των σχέσεων με τη θετή οικογένεια, καθώς και από το πόσο επιτυχής ήταν ο χειρισμός για την ενημέρωση και την παροχή πληροφοριών γύρω από την υιοθεσία.

Η στάση των θετών γονιών

Οι φορείς υιοθεσίας συμβουλεύουν τους θετούς γονείς να ενημερώνουν τα παιδιά πολύ νωρίς, έτσι ώστε να μεγαλώνουν με αυτή την ιδέα και να αποτελεί μέρος της συνείδησής τους. Παιδιά που δεν γνωρίζουν ότι είναι υιοθετημένα και το ανακαλύπτουν πολύ αργότερα, βιώνουν μεγάλη δυστυχία και παρουσιάζουν ψυχολογικά προβλήματα.
Η κατάλληλη ηλικία για να ενημερωθεί το παιδί από τους θετούς γονείς είναι τότε που θα αρχίσει να ρωτά από πού έρχονται τα μωρά, δηλαδή ανάμεσα στα δύο με τέσσερα χρόνια. Σε αυτή την ηλικία οι εξηγήσεις πρέπει να πάρουν τη μορφή ενός παραμυθιού, μιας ιστορίας που να μπορεί να γίνει κατανοητή από το παιδί. Το γεγονός ότι τα παιδιά ενημερώνονται νωρίς δεν σημαίνει ότι καταλαβαίνουν πλήρως το νόημα της υιοθεσίας. Μόνο μετά την ηλικία των έξι έως επτά ετών αρχίζουν σταδιακά να συνειδητοποιούν και να αντιλαμβάνονται την ιδιαιτερότητα της θέσης τους. Ενημέρωση για την υιοθεσία πρέπει να γίνεται σε πρώιμα στάδια και να λαμβάνεται υπόψη το στάδιο της νοητικής και της συναισθηματικής ανάπτυξης του παιδιού. Η αποδοχή όμως γίνεται σταδιακά και συνεχίζεται μέχρι την ενήλικη ζωή. Οι θετοί γονείς έχουν δικαιολογημένους φόβους μήπως η αλήθεια σε αυτή την πρώιμη ηλικία πληγώσει το παιδί. Πρέπει όμως να γνωρίζουν ότι έχει δικαίωμα να μάθει την αλήθεια που το αφορά και ότι η σαφήνεια σχετικά με το παρελθόν του και τις συνθήκες γέννησής του παίζει σημαντικό ρόλο στην εικόνα που σχηματίζει για τον εαυτό του και στην αυτοεκτίμησή του.

Οι θετοί γονείς έχουν και οι ίδιοι να αντιμετωπίσουν αισθήματα αποστέρησης και απώλειας. Το γεγονός ότι δεν κατάφεραν να αποκτήσουν φυσικά παιδιά αυξάνει το φόβο τους μήπως δεν φερθούν καλά και χάσουν το θετό παιδί. Οι αντιδράσεις τους μπορεί να είναι ακραίες, από την υπερπροστασία μέχρι την απόρριψη, και οι προσδοκίες τους πολύ υψηλές ή πολύ χαμηλές. Θα πρέπει και οι ίδιοι να αποδεχτούν την πραγματικότητα και την ιδέα ότι πιθανόν δεν θα έχουν το τέλειο παιδί, δηλαδή εκείνο που θα ταυτίζεται πλήρως με τις επιθυμίες τους. Η συμπεριφορά τους και η σταθερότητα των θετικών συναισθημάτων τους αντικαθιστούν το ρόλο των πραγματικών γονιών, γεγονός που αναγνωρίζεται από το παιδί. Αν όμως εκείνο πιέζεται υπερβολικά για να ανταποκριθεί στις προσδοκίες τους, νιώθει ότι δεν το σέβονται και διακατέχεται από το αίσθημα της απελπισίας και της μοναξιάς. Εάν το παιδί λυπάται που έχει αυτού
Ετικέτες Προσκόλληση

Δεν υπάρχουν σχόλια: