Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

ΕΡΕΥΝΑ: Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΩΣ ΜΕΣΟΝ ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ-ΕΚΒΙΑΣΜΟΥ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ- ΜΗΤΕΡΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΑΝΤΡΑ-ΠΑΤΕΡΑ (ΜΕΡΟΣ 2ο)



Από το συγκεκριμένο άρθρο αντιλαμβανόμαστε καταρχάς την προσπάθεια της νομοθεσίας να προστατεύσει την ανύπαντρη μητέρα και τα δικαιώματά της και ασφαλώς συμφωνούμε.
Υπάρχει, όμως, κατά τη γνώμη μας, ένα πρόβλημα. Μπορούμε να φανταστούμε ότι με το υπάρχον δικαστικό κατεστημένο το πόσο δύσκολο είναι ένας πατέρας να αποκτήσει την επιμέλεια ή σε μερικές περιπτώσεις ακόμη και την γονική μέριμνα των παιδιών του.
Σε περίπτωση, όμως, ενός πατέρα, που δεν παντρεύτηκε για διάφορους λόγους με την μητέρα των παιδιών του, αλλά έζησε μαζί της για μερικά χρόνια και κάποια στιγμή χώρισαν, είναι αδύνατον με την υπάρχουσα νομοθεσία, να ασκήσει την γονική μέριμνα και φυσικά δεν γίνεται λόγος για την επιμέλεια των παιδιών.
Μπορούμε να αναλογιστούμε, λοιπόν, ότι οι πατέρες που σύναψαν γάμο με την μητέρα των παιδιών τους, σε περίπτωση διαζυγίου είναι πιθανό να υπάρξει ισχυρή σύγκρουση μεταξύ τους και σφοδρή αντιδικία για την διεκδίκηση της επιμέλειας ή έστω και της γονικής μέριμνας. Οι πατέρες, όμως, που δεν σύναψαν γάμο, σε μία τέτοια περίπτωση, απευθείας βρίσκονται εκτός οικογενείας και μετατρέπονται σε πατέρες μόνο με υποχρεώσεις.
Πίνακας 18. Αιτήσεις μητέρων, οι οποίες διεκδικούσαν διατροφή για τις ίδιες και έγιναν δεκτές από το Δικαστήριο ως κατ’ ουσίαν βάσιμες ή απορρίφτηκαν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες.
Αιτήσεις που ζητούσαν διατροφή για τις ίδιες δεκτές ως κατ’ ουσίαν βάσιμες.
Α3, Β32
Αιτήσεις που ζητούσαν διατροφή για τις ίδιες μη δεκτές ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες.
Παρατηρούμε ότι δυο γυναίκες από τις 9 περιπτώσεις που έχουμε διεκδικήσανε διατροφή για τις ίδιες ατομικά. Και οι δύο γυναίκες, πέραν του ότι παρουσιάστηκε, πως δεν είχαν
85
οικονομικές απολαβές, τελικά στην Δικαστική απόφαση, τους δόθηκε η διατροφή για άλλο λόγο π.χ. «με βάση όσα πιθανολογήθηκαν παραπάνω, η αιτούσα δικαιούται μηνιαία διατροφή από τον σύζυγό της, διότι διέκοψε την έγγαμη συμβίωση από εύλογη αιτία εξαιτίας αντισυζυγικής του συμπεριφοράς».
Σύμφωνα με το άρθρο 1486 του αστικού κώδικα της δικονομίας οι όροι της διατροφής είναι:
Δικαίωμα διατροφής έχει μόνο όποιος δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του.
Το ανήλικο τέκνο, και αν ακόμη έχει περιουσία, έχει δικαίωμα διατροφής από τους γονείς του, εφόσον τα εισοδήματα της περιουσίας του ή το προϊόν της εργασίας του δεν αρκούν για την διατροφή του.
Ο Μαρκάτος, Ν., καθηγητής Ε.Μ.Π. τ. Πρύτανης, σε ομιλία του σε Ημερίδα του συλλόγου για την ανδρική και πατρική αξιοπρέπεια (2006), ανέφερε ότι «η νομοθεσία και η πρακτική στη χώρα μας, αποτελούν κίνητρο για την αύξηση των διαζυγίων, διότι είναι δεδομένη η ανάθεση της επιμέλειας στη γυναίκα και η επιδίκαση παχυλής διατροφής από τον άνδρα, που τον εξουθενώνει και του δημιουργεί ανισορροπία στη ζωή του».
Στον παρακάτω πίνακα (19) παρατηρούμε ότι όσες μητέρες ζητήσανε διατροφή για τα παιδιά τους, αυτό έγινε δεκτό από το Δικαστήριο.
Ο φορέας ΣΥΓΑΠΑ υποστηρίζει ότι: «….στην διατροφή που επιδικάζουν τα δικαστήρια, σιωπηρά, προστίθεται και ένα μερίδιο το οποίο θα οικειοποιηθεί η μητέρα. Το τελευταίο, καταρχάς με την σιωπηρή αφύσικη διόγκωση του ποσού της διατροφής (ένα παιδί δέκα ετών, σε ορισμένες αποφάσεις, εμφανίζεται να χρειάζεται για να φάει το εισόδημα μιας ολόκληρης τετραμελούς οικογένειας!!!)».
Στο δείγμα της συγκεκριμένης έρευνας, όντως, κατά τη γνώμη μας, υπήρχε τουλάχιστον μια τέτοια περίπτωση.

Πίνακας 19. Αιτήσεις μητέρων, οι οποίες ζητούσαν διατροφή για τα παιδιά τους και έγιναν δεκτές από το Δικαστήριο ως κατ’ ουσίαν βάσιμες ή απορρίφτηκαν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες.
Αιτήσεις για διατροφή παιδιού δεκτές ως κατ’ ουσίαν βάσιμες.
Α3, Β32, Γ57,Δ71, Θ168
Αιτήσεις για διατροφή παιδιού μη δεκτές ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες.
Στον παρακάτω πίνακα (20) παρατηρούμε ότι όσοι πατέρες ζητήσανε να καθοριστεί το δικαίωμα επικοινωνίας με τα παιδιά τους έγινε δεκτό από το Δικαστήριο.

Πίνακας 20. Αιτήσεις πατέρων που ζητούσαν το δικαίωμα επικοινωνίας με τα παιδιά τους και έγιναν δεκτές από το Δικαστήριο ως κατ’ ουσίαν βάσιμες ή απορρίφτηκαν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες.
Αιτήσεις για άσκηση επικοινωνίας δεκτές ως κατ’ ουσίαν βάσιμες.
Α6, Δ74, Ε97, Η150, Θ168, Ι182, Κ 196
Αιτήσεις για άσκηση επικοινωνίας μη δεκτές ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες.
Τέλος, από τον πίνακα αυτό, παρατηρούμε πάλι την ύπαρξη της νοοτροπίας και των στερεοτύπων, σχετικά με τους ρόλους των φύλων. Η επιμέλεια των παιδιών ανατίθεται, σχεδόν πάντα, στην μητέρα, ενώ στον πατέρα το δικαίωμα επικοινωνίας.
Θετικά στοιχεία και περιορισμοί της έρευνάς μας
Εδώ θα θέλαμε να αναφέρουμε λίγα λόγια για τα θετικά στοιχεία της ανάλυσης περιεχομένου, αλλά και για τους περιορισμούς της έρευνάς μας.
Καταρχάς, θετικό στοιχείο της έρευνάς μας αποτελούσε το συγκριτικά χαμηλό κόστος, το οποίο οφειλόταν στο ότι τα στοιχεία υπήρχαν σε προσβάσιμη μορφή πριν από την έναρξη της έρευνας. Επίσης, η Χριστίνα Νόβα - Καλτσούνη (2006) προσθέτει στα θετικά στοιχεία της ανάλυσης περιεχομένου το γεγονός ότι το υλικό μπορεί να αναλυθεί κατ’ επανάληψη, επιτρέποντας έτσι τη βελτίωση της αξιοπιστίας και της εγκυρότητας των αποτελεσμάτων.
Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι τα στοιχεία είναι δευτερογενούς μορφής, δηλαδή υπάρχουν ανεξάρτητα από το θέμα της έρευνας, σημαίνει ότι σχεδόν πάντα υπάρχουν κενά ως προς τα ερωτήματα που θέτει η έρευνα. Επίσης, μια άλλη σημαντική αδυναμία της ανάλυσης περιεχομένου είναι ότι οι κατηγορίες κατασκευάζονται εκ των προτέρων από τον ερευνητή και μάλιστα όχι σε «διάλογο» με το κείμενο, αλλά έξω από αυτό. Κατακερματίζοντας το κείμενο σε λέξεις, φράσεις, προτάσεις, ο ερευνητής χάνει την ευκαιρία να εξετάσει και να ερμηνεύσει συνολικά το κείμενο.
Μια από τις σοβαρότερες κριτικές που μπορεί να ασκηθεί σε πολλές έρευνες που έχουν γίνει με τη μέθοδο της ανάλυσης περιεχομένου είναι ότι τα ευρήματα δεν έχουν συγκεκριμένη σημασία ούτε για μια γενικότερη θεωρία, ούτε για την πρακτική. Μπορεί μια ανάλυση περιεχομένου να τηρεί όλα τα κριτήρια αντικειμενικότητας και σωστής ποσοτικής επεξεργασίας, δεν κατορθώνει όμως να προσθέτει τίποτα περισσότερο στην ανάπτυξη της θεωρίας ή στην πρακτική (Νόβα – Καλτσούνη, Χ., 2006).
Για το λόγο αυτό, η ανάλυση περιεχομένου θα πρέπει να αποτελεί συμπληρωματική και όχι αποκλειστική πηγή στοιχείων. Άλλωστε, ο συνδυασμός μεθόδων, ανεξάρτητα από το θέμα της έρευνας, είναι πιο αποτελεσματικός ως προς τη δυνατότητα προσέγγισης της πολυεπίπεδης και σύνθετης κοινωνικής πραγματικότητας.
Ωστόσο, επειδή το θέμα είναι άγνωστο στην Ελλάδα και οι πρώην σύζυγοι και οι πατέρες αρθρώνουν τώρα έναν λόγο ύπαρξης, θεωρήσαμε ότι είναι «politically correct» να ασχοληθούμε με κάποιον τρόπο με τον Λόγο των νέων Πατέρων που διεκδικούν μερίδιο συναισθηματικό, λογικό και νοητικό στην ζωή και εξέλιξη των παιδιών τους.
2Ο ΜΕΡΟΣ
5. ii ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΜΕ ΧΡΟΙΑ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗΣ ΠΑΡΕΝΟΧΛΗΣΗΣ ΠΑΙΔΙΟΥ
Ενδιαφέρον αποτελούν και γι’ αυτό παραθέτουμε εδώ κάποιους ισχυρισμούς των μητέρων, οι οποίοι ισχυρισμοί ενισχύουν το Σύνδρομο Γονικής Αποξένωση (PAS) με την βοήθεια των ψεύτικων εκθέσεων, που δημιουργούν τεχνητές διαταραχές στα παιδιά.
Αναφέραμε σε προηγούμενο κεφάλαιο, ότι οι γονεικοί ρόλοι έχουν εξελιχθεί και ότι ο πατέρας πλέον ασχολείται με την οικογένεια και τα παιδιά ισότιμα με την μητέρα. Επίσης, έχουν εξελιχθεί και οι όροι διαβίωσης, ώστε οι άνθρωποι να αναζητούν πια την προσωπική τους ευτυχία και να μην είναι αναγκασμένοι να μένουν με έναν σύντροφο, ο οποίος δεν θα ικανοποιεί τα “θέλω” και τις προσωπικές τους επιθυμίες. Βάσει της εξέλιξης αυτής, τα τελευταία χρόνια η αύξηση των διαζυγίων στην Ελλάδα είναι πολύ σημαντική.
Δυστυχώς, όμως, ο θεσμός της δικαιοσύνης δεν ακολούθησε την εξέλιξη αυτή. Ακόμη, και αν πραγματοποιήθηκαν αλλαγές στον οικογενειακό νόμο, παραδόξως υπάρχει μια ανισότητα στην μεταχείριση της γυναίκας – μητέρας ενάντια στον πατέρα – άνδρα παραχωρώντας το δικαίωμα της επιμέλειας στην μητέρα, ενώ στον πατέρα το δικαίωμα επικοινωνίας και την υποχρέωση της διατροφής. Έστω και αν η νομοθεσία φαίνεται να αντιμετωπίζει ισότιμα την γυναίκα – μητέρα με τον άνδρα – πατέρα, («οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου» (άρθρο 4 παρ.1) και «οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις» (άρθρο 4 παρ. 2) (Γιαρένη, Ι., 2004, σελ. 37) θεωρούμε ότι υπάρχουν ακόμη οι αντιλήψεις, ότι το παιδί πρέπει να μένει με την μητέρα, ενώ ο πατέρας παρουσιάζεται ως αδιάφορος και ανίκανος να μεγαλώσει ένα παιδί. Μας ξενίζει η ιδέα ότι ένας πατέρας μπορεί να είναι πιο ικανός από μια μητέρα, έστω και αν ξεκινάει από μειονεκτική θέση (όπως την γέννηση παιδιού).
Η άνιση αυτή κοινωνική μεταχείριση ίσως οδήγησε στην προσφυγή στις αίθουσες των δικαστηρίων, ώστε η γυναίκα – μητέρα να είναι σχεδόν σίγουρη ότι θα της παραχωρηθούν όσα διεκδικήσει, με αποτέλεσμα, να ενδέχεται ο θεσμός της δικαιοσύνης να μπορεί να λειτουργήσει ως μέσον επιθετικότητας και εκβιασμού της γυναίκας – μητέρας ενάντια στον άνδρα – πατέρα.
Επίσης, υπάρχουν τα διαζύγια «σφοδρής σύγκρουσης» «High Conflict Divorces» (HCD), τα οποία περιλαμβάνουν την έντονη ή και την παρατεταμένη σύγκρουση μετά τον χωρισμό. Στα διαζύγια αυτά, κοινό χαρακτηριστικό τους γνώρισμα είναι η εχθρότητα, η οποία εκφράζεται είτε ανοικτά, είτε συγκεκαλυμμένα μέσω της τρέχουσας προσφυγής στο δικαστήριο, της λεκτικής και φυσικής επιθετικότητας, της δολιοφθοράς, είτε της εξαπάτησης (Rand, D.C., 1996). Στα διαζύγια σφοδρής σύγκρουσης, οι γονείς δίνουν το μεγαλύτερο κομμάτι της μάχης μεταξύ τους και τα παιδιά τείνουν να αναπτύξουν στρατηγικές επιβίωσης για να αποφύγουν τις συνέπειες του διαζυγίου (π.χ αυξανόμενοι φόβοι για τους ανθρώπους, συνεσταλμένη στάση / απόσυρση, ελάχιστη προσοχή κατά διαστήματα και έλλειψη συγκέντρωσης κ.ά.) (Χατζηφωτίου, Σ., 2005, σελ. 160).
Ψυχολόγοι, όπως ο Johnston, J.R. (1993), θεωρούν ότι η φύση και η μορφή του HCD (διαζύγια «σφοδρής σύγκρουσης», «High conflict divorces») εξαρτάται από την ψυχοσύνθεση των γονιών, που παρεμποδίζουν τις συμφωνίες και παράγουν έναν ατελείωτο, κλιμακώνοντας τον μερικές φορές, κύκλο της δράσης και της αντίδρασης, ο οποίος προάγει και διατηρεί τη γονική σύγκρουση. Τα παιδιά μπορούν να επιδεινώσουν αυτήν την σύγκρουση, με την αφήγηση σε κάθε γονιό, αυτού που θέλει να ακούσει και μετατοπίζουν την αφοσίωση, όταν και όπως τους ζητηθεί (Johnston, J.R., 1993). Όσο πιο παρατεταμένη είναι η σύγκρουση, τόσο πιο πιθανό είναι να αναπτυχθεί το Σύνδρομο Γονικής Αποξένωσης (Maccoby, E.E & Mnookin, R.H., 1992), αν και το συγκεκριμένο σύνδρομο, μπορεί να εκδηλωθεί και χωρίς την προσφυγή στο δικαστήριο ή μετά από αυτή, ή να αποτελέσει προοίμιο για περισσότερη προσφυγή στο δικαστήριο (Dunne, J. & Hedrick, M., 1994). Για το παιδί, το Σύνδρομο Γονικής Αποξένωσης μπορεί να προσφέρει έναν τρόπο, ώστε να επιλυθεί η πίεση που αντιμετωπίζει στο διαζύγιο σφοδρής σύγκρουσης, από την ύπαρξη του στη μέση δύο γονέων που βρίσκονται σε πόλεμο.
Μερικοί άνθρωποι ενεργούν βάσει της ανάγκης τους για δύναμη, επιρροή, κυριαρχία και έλεγχο. Το Σύνδρομο Γονικής Αποξένωσης παρέχει μια διπλή ικανοποίηση, η οποία προέρχεται από τον έλεγχο του παιδιού και την επικοινωνία του πρώην-συζύγου και τη σχέση του με το παιδί. Με τον καταναγκασμό του πρώην συζύγου να συμμετέχει σε άχρηστες δικαστικές υποθέσεις, ο γονιός, που διψάει για δύναμη, αποδεικνύει την ανωτερότητά του με την καταστροφή και την αλλοτρίωση του άλλου.
Επίσης, ο Thompson, B. σε άρθρο του στην ιστοσελίδα http://www.parental-alienation-, αναφέρει ότι υπάρχει μια ειδική κατηγορία αποξένωσης του γονέα. Ο γονιός αυτός συμμετέχει σε μια ανηλεή και πολύπλευρη εκστρατεία της επιθετικότητας και της εξαπάτησης ενάντια στον πρώην-σύζυγο, ώστε να τον τιμωρήσει αποτελεσματικά για το διαζύγιο. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται «κακόβουλο σύνδρομο μητέρων» (Divorce Related Malicious Mother Syndrome, DRMMS). Η προφανής διαφορά μεταξύ PAS (Parental Alienation Syndrome, Γονικό Σύνδρομο Αποξένωσης) και DRMMS είναι ότι το σύνδρομο αυτό αναφέρεται στην υπερβολική προσφυγή στο δικαστήριο, τις κακόβουλες ψεύτικες εκθέσεις (ενεργειών) ενάντια στον πρώην-σύζυγο και μέσα σε αυτές τις ενέργειες συμπεριλαμβάνονται το ψέμα και η εξαπάτηση. Ενώ, το «Γονικό σύνδρομο Αποξένωσης» περιλαμβάνει τα πραγματικά κίνητρα και την ψυχοσύνθεση των ατόμων, που τελικά οδηγούν στα διαζύγια «σφοδρής σύγκρουσης». Εντούτοις, παρά την υπερβολική ετικέτα του συνδρόμου, μία έρευνα που έκανε ο Turkat, I.D. (1995) είναι χρήσιμη για το ποιες καταγγελίες γίνονται από τους αποξενωμένους / εχθρικούς γονείς. Υπάρχουν παραδείγματα από ψεύτικες καταγγελίες προς τις αρχές, που στόχο είχαν τον νέο ή την νέα σύντροφο του \ της πρώην συζύγου.
Ένας γρηγορότερος, λοιπόν, τρόπος για να παρεμποδιστεί η πρόσβαση στα παιδιά είναι να κατηγορηθεί ο ένας γονέας για κακοποίηση παιδιού, ειδικά για σεξουαλική παρενόχληση (Stewart, J.W., 1991). Επειδή η σεξουαλική κακοποίηση είναι πολύ δύσκολο να διαψευστεί, ο κατηγορούμενος και αποξενωμένος γονέας είναι αναγκασμένος να διαθέσει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και πόρους προσπαθώντας να διαψεύσει τις κατηγορίες, όσο του αρνούνται την επαφή με το παιδί του (Patterson, D., 1991). Σε πολλές περιπτώσεις, ο κατηγορούμενος θα κρατηθεί στη φυλακή λόγω του ρίσκου των φυσικών επιθέσεων. Οι δικηγόροι και τα δικαστήρια, που δεν γνωρίζουν τίποτα από HCD (διαζύγια «σφοδρής σύγκρουσης», «High conflict divorces») ή Γονικό Σύνδρομο Αποξένωσης, διατρέχουν το μεγαλύτερο κίνδυνο να πιστέψουν την ψεύτικη κατηγορία, δεδομένου ότι οι κοινωνικοί λειτουργοί και η αστυνομία θεωρούν καθήκον τους να προστατεύσουν την εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων παρά την αλήθεια (Τζαμαλούκα, Γ., 2007).
Συνήθως, στις περισσότερες περιπτώσεις, παρά την αθώωση του γονιού, που έχει ψευδώς κατηγορηθεί, θεωρείται ακόμη ένοχος από τους σχετικούς κοινωνικούς λειτουργούς. Αυτοί αγνοούν το γεγονός, πως η αθώωσή του απέδειξε ότι ο άλλος γονιός κακοποιούσε ψυχολογικά το παιδί με το να το ενθαρρύνει, να κάνει τους ψεύτικους ισχυρισμούς (Johnston, J.R. & Campbell, L.E., 1988).
Ακόμα και όταν αποκαθίσταται το δικαίωμα επικοινωνίας και επαφής του αποξενωμένου, ψευδώς κατηγορούμενου γονιού, έχει χάσει τόσο πολύτιμο χρόνο με το παιδί, που είναι καταστρεπτικό για τη σχέση τους.
Ο Patterson, D. (1991) ανέφερε ότι δεν μπορούμε ποτέ να εξυπηρετήσουμε το συμφέρον ενός παιδιού με το να του αρνηθούμε την αγάπη ενός γονιού, ακόμα κι αν ο γονιός αυτός έχει θυματοποιηθεί από ένα ψέμα.
Σύμφωνα με μια μελέτη, οι ισχυρισμοί των μητέρων αποτελούν των 67% των ψεύτικων ισχυρισμών, ενώ οι ισχυρισμοί των πατέρων λιγότερο από 20% και το υπόλοιπο ποσοστό αποτελείται από τους ισχυρισμούς συγγενών ή τους επαγγελματίες (Thoennes, N. & Tjaden, P.G., 1990). Σε αυτή την μελέτη, που δημοσιεύτηκε για την κακοποίηση παιδιών & παραμέληση, κανένας κοινωνικός λειτουργός ή αστυνομικός δεν έχει καμία δικαιολογία για την μη δυνατότητα της εξέτασης των ψεύτικων ισχυρισμών, όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με μια έκθεση σεξουαλικής κακοποίησης.
Για τον Huntington, D.S. (1986), όμως, πολλοί άνθρωποι επισημαίνουν ότι, ενώ η μητέρα επικαλείται ψεύτικους ισχυρισμούς, οι πατέρες σε ποσοστό 70% ξεκινούν μετά το διαζύγιο τις απαγωγές των παιδιών, οι οποίες έχουν αυξηθεί από τα μέσα της δεκαετίας του '70 σύμφωνα με τα ποσοστά προσφυγής στο δικαστήριο για θέματα επιμέλειας παιδιών. Όμως η λογική αυτή είναι πιο περίπλοκη. Οι αποξενωμένοι γονείς που απαγάγουν τα παιδιά τους συχνά εξαπατώνται από την ίδια τους την προπαγάνδα ενάντια στο γονιό στόχο και απαγάγουν το παιδί ώστε να αποδείξουν την ανάγκη να το απομακρύνουν από τον «σατανικό» γονιό. Οι αποξενωμένοι γονείς συχνά οδηγούνται σε τέτοιες δραστικές πράξεις με πραγματική πρόθεση να σώσουν το παιδί από έναν τέτοιο επικίνδυνο γονιό που αποξενώνει. Το πρόβλημα είναι ότι όταν ο γονιός που αποξενώνει ψεύδεται και αυτά τα ψέματα τα λαμβάνουν σοβαρά υπόψη ο νόμος και οι κοινωνικές υπηρεσίες στο όνομα της παιδικής «προστασίας», η λογική του αποξενωμένου γονιού δεν γίνεται αποδεκτή και το μόνο που καταφέρνει είναι να δώσει στο γονιό που ήδη αποξενώνει μια ακόμα δικαιολογία.
Επίσης, οι Clawar, S.S. και Rivlin, B.V. (1991) βρήκαν ότι οι περισσότεροι εν δυνάμει απαγωγείς αισθάνθηκαν απογοητευμένοι από την νομική υποστήριξη που προσφέρθηκε στις μητέρες που αποξενώνουν και από τον τρόπο που αγνοείται από το νομικό σύστημα η πρόκληση, ο έλεγχος, οι επιθέσεις και οι ψυχολογικοί βασανισμοί προς το γονέα στόχο.
Ακόμα, οι γονείς που προσπαθούν να αλλοτριώσουν τα παιδιά τους συνήθως χρησιμοποιούν τον υπαινιγμό της σεξουαλικής κακοποίησης, για να δυσφημήσουν τον άλλο γονιό με έναν «εικονικό» ισχυρισμό. Μια μητέρα, αναφέρει ο Cartwright, G.F. (1993), υπαινίχθηκε τη σεξουαλική κακοποίηση ισχυριζόμενη, ότι ο πατέρας είχε παρουσιάσει στο παιδί μια πορνογραφική μαγνητοταινία, που, έπειτα, αποδείχθηκε μια κωμωδία του Hollywood, η οποία είχε ενοικιαστεί από ένα οικογενειακό τηλεοπτικό κατάστημα.
Επιπλέον, η επιτυχία του γονιού, που προξενεί το γονικό σύνδρομο αποξένωσης, εξαρτάται και από την ευπιστία των υπηρεσιών προστασίας παιδιών. Είναι αλήθεια ότι προσωπικό που ενέχει πολλά προσόντα, έχει περισσότερο την τάση να παίρνει πιο προκαθορισμένες αποφάσεις, περιμένοντας να καθοδηγηθεί από τους προϊσταμένους του, γεγονός που προκαλεί τον επικίνδυνο πελάτη να συναντήσει έναν επικίνδυνο επαγγελματία (Τζαμαλούκα, Γ., 2007).
Ας σημειωθεί, βέβαια, ότι οι ισχυρισμοί προκύπτουν μόνο, εφόσον ο εχθρικός γονιός είχε δοκιμάσει πολλές άλλες προσπάθειες, ώστε να αποκλειστεί ο άλλος γονιός από την επικοινωνία του με το παιδί. Οι ψεύτικοι ισχυρισμοί μπορούν, επίσης, να διευκολύνουν το διαζύγιο.
Ακόμη, από το 1986, η Ένωση για την Έρευνα σε δικαστικές υποθέσεις που αφορούν την Οικογένεια και τον Συμβιβασμό (the Association of Family and Conciliation Courts Research Unit) που έχει έδρα στον Καναδά http://www.interscience.wiley.com/journal ανακάλυψε ότι οι ισχυρισμοί σεξουαλικών επιθέσεων εμφανίζονταν σε δύο τοις εκατό των υποθέσεων οικογενειακών δικαστηρίων, που φθάνουν σε οκτώ τοις εκατό σε μερικές περιοχές της χώρας. Η Ένωση για την έρευνα διέγνωσε ότι 50% αυτών των ισχυρισμών ήταν απολύτως άκυροι, και ότι οι μητέρες εκμεταλλεύτηκαν πλήρως τη νομοθεσία που εξουσιοδοτεί επαγγελματίες, όπως γιατρούς και δασκάλους (πολλοί από τους οποίους δεν θα μπορούσαν να διακρίνουν πότε υπάρχει πραγματική κακοποίηση), ώστε να εκθέσουν οποιαδήποτε «υποψία» της κακοποίησης παιδιών.
Επίσης, η Ένωση διαπίστωσε ότι οι περισσότερες χώρες δίνουν νομική ασυλία σε οποιονδήποτε κάνει ανώνυμες εκθέσεις (Thoennes, N. και Tjaden, P.G., 1990). Αυτά τα ευρήματα ήταν πολύ κοντά στην αναλογία 2:1 των αληθινών απέναντι στους ψεύτικους ισχυρισμούς που αναφέρθηκαν από το Εθνικό Κέντρο για την Κακοποίηση και την Παραμέληση Παιδιών την ίδια περίοδο.
Επιπλέον, η ενθάρρυνση των παιδιών να υποδύονται αυτούς τους ψεύτικους ισχυρισμούς είναι, φυσικά, μια μορφή κακοποίησης κι αυτή, αλλά η έλλειψη ενδιαφέροντος από πλευράς φορέων, για τον ψεύτικο ισχυρισμό, απεικονίζει και τη διάκριση μεταξύ των φύλων από τη δικαιοσύνη και τα κοινωνικά συστήματα υπηρεσιών στον αγγλοσαξωνικό κόσμο – την Αγγλία, Καναδά, τις ΗΠΑ, Αυστραλία, και Νέα Ζηλανδία - όπου οι άνδρες θεωρούνται πάντα ως «αρπακτικά ζώα» και οι γυναίκες ως «θύματα» (Rand, D.C., 1996).
Όπως αναφέρει η Μπαντεντέρ, E. (2005) «……Εδώ και περίπου δεκαπέντε χρόνια βλέπουμε να αναπτύσσεται η φεμινιστική ιδεολογία. Παραδόξως, ακριβώς τη στιγμή που ο φεμινισμός αναπτύσσει το θέμα της θυματοποίησης των γυναικών, επιβάλλει τον τρόπο σκέψης του σε ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας και τους προστατευτικούς του νόμους στις πολιτικές συλλογικές αποφάσεις. Από τότε που οι ποινές για το βιασμό έγιναν πιο αυστηρές, βλέπουμε ότι δημιουργούνται νέα σεξουαλικά αδικήματα (παρενόχληση, εκπόρνευση των δεκαεξάχρονων δεκαεπτάχρονων) που στοχεύουν κατά κύριο λόγο στους άνδρες και στην ψήφιση νόμων υπέρ των γυναικών (την ισότιμη εκπροσώπηση στην πολιτική ή το πατρώνυμο). Θέλουμε να υπογραμμίσουμε εδώ την πραγματική εξουσία του φεμινισμού σε σημαντικές σφαίρες της κοινωνίας. Αν προσθέσουμε το γεγονός ότι όλοι αυτοί οι νόμοι είχαν τη μεγάλη στήριξη των ΜΜΕ, που συχνά συνοδευόταν και από μια κανονική δίκη του ανδρικού είδους, χωρίς την παραμικρή ανδρική διαμαρτυρία, δημιουργείται η αίσθηση στο άλλο στρατόπεδο ότι οι γυναίκες δεν είναι και τόσο αδύναμα θύματα όσο τους αρέσει να λένε. Αίσθηση που σήμερα γίνεται ακόμη πιο έντονη καθώς οι γυναίκες, που ο αριθμός τους έχει αυξηθεί εδώ και πολλά χρόνια στη Σχολή Δικαστών, είναι αυτές που δικάζουν τους άνδρες, κυρίως σε ό,τι αφορά οικογενειακές υποθέσεις, επιμέλεια παιδιών κ.ά» (Μπαντεντέρ, Ε, 2005, σελ 128 – 129).
Ψεύτικες εκθέσεις
Δεν είναι πάντα κακόβουλος κάθε ψεύτικος ισχυρισμός. Πέρα από τους ευαισθητοποιημένους γονείς, που θεωρούν ότι οι κιτρινισμοί των Μ.Μ.Ε πλημμυρίζουν το σύστημα προστασίας παιδιών, με εκθέσεις, οι οποίες στηρίζονται στο φόβο και καλύπτουν μικρό, αλλά ακόμα ουσιαστικό, αριθμό κακόβουλων ισχυρισμών, o πολλαπλασιασμός στις «ενδεικτικές λίστες» της παιδικής κακοποίησης, οι οποίες αποτελούνται από κοινές καταγγελίες που αποδίδονται λανθασμένα στη σεξουαλική επίθεση, δεν βοηθά.
Αυτές οι «ενδεικτικές λίστες» χρησιμοποιούνται από τους γονείς και τους επαγγελματίες υγείας και εμπλεκόμενους φορείς για να εντοπίσουν την σεξουαλική κακοποίηση, χωρίς, όμως, να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Αυτοί οι κατάλογοι συντάσσονται, όχι μόνο επάνω σε ασαφή συμπτώματα, όπως χαμηλή αυτοεκτίμηση και ενδεικτικές ψυχικές συγκρούσεις, όπως η επιθετική συμπεριφορά και η κοινωνική απόσυρση, αλλά και σε πολυάριθμες κοινές παιδικές συμπεριφορές, όπως η σεξουαλική περιέργεια και οι εφιάλτες. Λίγοι, πάντα, από αυτούς τους επαγγελματίες λαμβάνουν υπόψη τους, ότι τα συμπτώματα, που θεωρούνται απόρροια κακοποίησης, είναι συχνά αντανακλάσεις της πίεσης που τα παιδιά νιώθουν από τους γονείς, οι οποίοι γονείς τα χρησιμοποιούν ως πιόνια στο παιχνίδι ενάντια στον άλλο γονιό (Rand, D.C., 1996).
Ο Rand, D.C. είναι, επίσης, προσεκτικός στα μαθήματα «καλής αφής / κακής αφής» στο σχολείο, τα οποία τελειώνουν συχνά ζητώντας από τα παιδιά να αναφέρουν οποιονδήποτε που σκέφτονται ότι μπορεί να τους είχε αγγίξει με έναν «κακό» τρόπο. Αν νόμιμοι ισχυρισμοί κακοποίησης μπορούν να προκύψουν σε τέτοιες περιστάσεις, τα παιδιά μπορούν επίσης να παρανοήσουν και να έχουν παρερμηνεύσει μια αβλαβή αγκαλιά και τα λοιπά. Η πιθανότητα να συμβεί αυτό αυξάνεται από το ότι οι άνθρωποι που διευθύνουν αυτά τα μαθήματα, συχνά είναι πρόθυμοι να συντάξουν αναφορές. Σε μια περίπτωση, πέρα από τους μισούς γονείς αυτών των παιδιών που παρακολουθούσαν αυτά τα μαθήματα συνελήφθησαν μετά από μια τέτοιου είδους παρουσίαση (Rand, D.C., 1996).
Εάν ένας ισχυρισμός είναι λανθασμένος ή κακόβουλος, το προφανές σημάδι για να ανιχνευτεί αυτό είναι, εάν τα συμπτώματα της «κακοποίησης» εμφανίζονται μετά από το χωρισμό ή όχι. Όταν τα συμπτώματα, όπως το βρέξιμο των κρεβατιών, οι εφιάλτες, η ανησυχία σε σχέση με σεξουαλικά ζητήματα κ.λπ., εμφανίζονται πολύ μετά, αφότου έχει αφήσει ο «κατηγορούμενος» το σπίτι, είναι πολύ πιθανότερο ότι αυτά τα συμπτώματα να αντανακλούν την πίεση που δέχεται το παιδί για να κάνει έναν ισχυρισμό παρά να έχει όντως υποστεί την υποτιθέμενη επίθεση. Όμως, οι κοινωνικοί λειτουργοί και η αστυνομία είναι απλά πάρα πολύ μονόπλευροι για να δεχτούν το προφανές, έτσι ώστε η «αποκαλούμενη» «διαδικασία προστασίας» μπορεί, επίσης, να είναι καταχρηστική, όπως καταδεικνύουν πολλές περιπτώσεις μιας επίμονης ανάκρισης, όπως εξηγεί ο ίδιος συγγραφέας.
Σε κάθε περίπτωση, όπου τα συμπτώματα όπως «το βρέξιμο στο κρεβάτι» και "το τρίψιμο των γεννητικών οργάνων" χρησιμοποιήθηκαν για να αρχίσουν και να δικαιολογήσουν τη δίωξη, αυτά τα συμπτώματα εμφανίστηκαν πάντα ταυτόχρονα με τον ισχυρισμό παρά με την υποτιθέμενη περίοδο επίθεσης. Ήταν σαφώς ένας «δείκτης» ότι το παιδί ετίθετο υπό πίεση για να δημιουργηθεί ένας ψεύτικος ισχυρισμός και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας δόθηκε στον ισχυρισμό αυτό σεξουαλική χροιά.
Δικαστικές αποφάσεις και συνέπειες
Παρακάτω, λοιπόν, παραθέτουμε δυο περιπτώσεις δικαστικών αποφάσεων, από Ελληνικά δικαστήρια των ετών 2001 -2007, με κατηγορίες σεξουαλικής παρενόχλησης, οι οποίες παρ’ όλο που δεν καταδίκασαν τους πατέρες, ωστόσο περιόρισαν την επικοινωνία. (δηλ. μόνον σε ανοιχτούς χώρους, συγκεκριμένους παιδότοπους, παρουσία μητέρας απαραίτητη κλπ). Η συνέπεια απ’ αυτό είναι φυσικά το σύνδρομο γονικής αποξένωσης.
Περίπτωση 1η μη αποδειχθείσας σεξουαλικής παρενόχληση παιδιού
Οι διάδικοι σύζυγοι παντρεύτηκαν το έτος 1997 και συμβίωσαν μέχρι το 2000. Η μητέρα αποχώρησε από την οικογενειακή κατοικία τους, μαζί με τον ανήλικο γιό τους, ο οποίος γεννήθηκε το 1998, και εγκαταστάθηκε στην πατρική κατοικία της. Στη συνέχεια, μετά από αίτηση της μητέρας, εκδόθηκε η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου, σύμφωνα με την οποία η επιμέλεια του παιδιού ανατέθηκε στην ίδια και καθορίστηκε πως να επικοινωνεί ο πατέρας με το παιδί. Συγκεκριμένα καθορίστηκε η επικοινωνία ως εξής: κάθε Δευτέρα και Τετάρτη, (από ώρα 18:00 έως ώρα 09:00 της επομένης), κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο, (από ώρα 18:00 του Σαββάτου έως ώρα 19:00 της Κυριακής), και την 1η ή 2η εβδομάδα του Πάσχα και την 1η ή 2η εβδομάδα των Χριστουγέννων κάθε έτος και εναλλάξ.
Από τις 29.06.2000, οπότε εκδόθηκε η παραπάνω απόφαση, ο πατέρας επικοινωνούσε σχεδόν ανελλιπώς με το παιδί τους, το οποίο πλέον είχε συμπληρώσει το 2ο έτος της ηλικίας του. Στις 11.08.2000, όμως, η μητέρα εκδήλωσε τον προβληματισμό και την ανησυχία της ως προς την ενασχόληση του παιδιού με τα γεννητικά του όργανα και τις διηγήσεις του, οι οποίες είχαν σεξουαλικό περιεχόμενο, σε μια ψυχολόγο που επισκέφτηκε. Έπειτα, την 01.03.2001, όταν το παιδί ήταν πλέον σχεδόν τριών ετών, η μητέρα επισκέφτηκε μια άλλη παιδοψυχίατρο και ζήτησε διερεύνηση πιθανής σεξουαλικής κακοποίησης του παιδιού από τον πατέρα και έναρξη κατάλληλης θεραπευτικής παρέμβασης.
Η παιδοψυχίατρος διαπίστωσε (μεταξύ άλλων) καλή σωματική και γνωστική ανάπτυξη του παιδιού, στενή σχέση μητέρας και παιδιού, αίσθημα εμπιστοσύνης του παιδιού προς τη μητέρα του και παρηγορητική επίδραση αυτής σε αυτό, ασυνήθιστη γνώση του ανήλικου ως προς σεξουαλικά στοιχεία και ασυνήθιστη επίκληση του παιδιού για παιχνίδι με σεξουαλική χροιά. Επίσης, διαπίστωσε ότι το παιδί έδειχνε φοβισμένο να μιλήσει για τα παιχνίδια που παίζει με τον πατέρα του και τον παππού του και ότι στις σχετικές αναφορές αντιδρούσε αναστατωμένο ή εκδήλωνε επιθετικότητα και διέκοπτε την επικοινωνία με την παιδοψυχίατρο. Οι διαπιστώσεις αυτές και οι αναφορές της μητέρας αξιολογήθηκαν από την παιδοψυχίατρο ως ενδείξεις πιθανής σεξουαλικής κακοποίησης ή παρενόχλησης του παιδιού, οι οποίες καθιστούν αναγκαία την περαιτέρω διερεύνηση και αξιολόγηση.
Στην διάρκεια του ίδιου μήνα η μητέρα υπέβαλε νέα αίτηση, ιστορώντας ότι ο πατέρας διέπραξε σοβαρή αξιόποινη πράξη σε βάρος του παιδιού τους, και ζήτησε να ανακληθεί ή να μεταρρυθμιστεί η απόφαση του 2000. Ως προς αυτή την αίτηση εκδόθηκε στις 13.07.2001 η απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση κατά ένα μέρος και μεταρρυθμίστηκε η απόφαση του 2000 ως εξής: καθορίστηκε ότι ο πατέρας έχει δικαίωμα να επικοινωνεί με το παιδί τους από ώρα 17:00 έως 19:00 κάθε δεύτερο και τέταρτο Σάββατο το μήνα ή τις ίδιες ώρες τις αντίστοιχες Κυριακές κατ’ επιλογή της ακριβούς ημέρας από τον πατέρα, και από ώρα 18:00 κάθε πρώτη και τρίτη το μήνα Τετάρτη, για ολόκληρο το χρόνο, εκτός από τα διαστήματα ενός μηνός το καλοκαίρι και μιας εβδομάδας τις εορτές των Χριστουγέννων και Πάσχα, που θα επιλέγει η μητέρα για να είναι συνεχώς μαζί με το ανήλικο παιδί τους.
Στις 24.12.2001 μετά από αίτηση του πατέρα, μεταρρυθμίστηκε η προηγούμενη απόφαση και καθορίστηκε διαφορετικά ο τρόπος επικοινωνίας του πατέρα με το παιδί τους. Πιο συγκεκριμένα ορίστηκε ότι ο πατέρας θα επικοινωνεί: α) κάθε Τετάρτη από ώρα 17:00 έως 20:00, β)κάθε δεύτερο και τέταρτο Σάββατο και κάθε δεύτερη και τέταρτη Κυριακή το μήνα από τις 12:00 μέχρι τις 20:00, γ) κάθε Χριστούγεννα μία εβδομάδα και διακαινήσιμη εβδομάδα και δ) το καλοκαίρι καθημερινά και από ώρα 10:00 μέχρι 21:00 για δεκαπέντε συνεχείς ημέρες από 1.7 έως 31.8 κατ’ επιλογή του ακριβούς χρόνου από τον πατέρα, που θα γνωστοποιείται εγγράφως στην μητέρα μέχρι τις 20 Ιουνίου. Επιπλέον, απειλήθηκαν εναντίον της μητέρας χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση ως μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης.
Η μητέρα, όμως, έχοντας τη γνώμη ότι η ασυνήθιστη γνώση του ανήλικου γύρω από σεξουαλικά στοιχεία οφείλεται στην επιρροή του πατέρα, συνέχισε επίμονα άμεσα ή έμμεσα, να παρακωλύει την προσωπική επικοινωνία του πατέρα με το παιδί τους. Η πεποίθησή της αυτή, βέβαια, ερχόταν σε αντίθεση με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που είχε διενεργηθεί από την ομάδα της Πανεπιστημιακής Παιδοψυχιατριακής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Παίδων «Η Αγία Σοφία».
Στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρεται ότι διαπιστώθηκε πως το παιδί φαινόταν να είναι αρκετά υποβόλιμο, να έχει υποστεί επανειλημμένες τραυματικές εμπειρίες και να χρησιμοποιείται στις συγκρούσεις και τις δικαστικές διαμάχες μεταξύ των γονέων του. Στην κοινή συνάντηση μητέρας - γιου, η συναισθηματική έκφραση και η επαφή τους ήταν αρκετά ανεσταλμένη και ελεγχόμενη, εικόνα που θα μπορούσε να αποδοθεί σε προηγούμενες επαναλαμβανόμενες συνεργασίες με ειδικό της Ψυχικής Υγείας. Η μητέρα φαινόταν αγχωμένη και αδυνατούσε να αναγνωρίσει τις συναισθηματικές ανάγκες του γιου της και να ανταποκριθεί στο γονεικό της ρόλο.
Στις κοινές συναντήσεις πατέρα – γιου το παιδί είχε πολύ μεγάλη αγωνία να δει τον πατέρα του. Στην αρχή και οι δύο ήταν αμήχανοι, αγχωμένοι και συγκινημένοι. Στην πορεία η σχέση τους ήταν αυθόρμητη, τρυφερή και με αμοιβαία συναλλαγή. Φάνηκε η ανάγκη του παιδιού να συνεχίσει να έχει σταθερή επαφή με τον πατέρα του, ο οποίος φαίνεται να ανταποκρίνεται επαρκώς στο γονεικό του ρόλο.
Από τις εκτιμήσεις της πραγματογνωμοσύνης δεν προέκυψαν στοιχεία σεξουαλικής κακοποίησης ή αποπλάνησης από την πλευρά του πατέρα. Μάλιστα, οι προτάσεις των ειδικών επιστημόνων ήταν:
1. Ψυχιατρική εκτίμηση και των δύο γονέων από Ψυχίατρο Ενηλίκων Δημόσιου Νοσοκομείου.
2. Σταθερή επαφή και επικοινωνία του παιδιού με τον πατέρα του.
3. Ατομική ψυχοθεραπεία του παιδιού.
4. Συμβουλευτική των γονέων για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις ανάγκες του παιδιού τους.
Έτσι, κατά τη διάρκεια της δίκης δεν αποδείχθηκε καθόλου ότι είχε λάβει χώρα σεξουαλική κακοποίηση ή παρενόχληση του ανηλίκου. Πολύ περισσότερο δεν αποδείχθηκε ότι τέτοιου είδους ενέργειες διενεργήθηκαν σε βάρος του παιδιού από τον πατέρα του.
Στη διάρκεια του Ιανουαρίου του 2002 ο πατέρας άσκησε αγωγή εναντίον της μητέρας, που την κατηγορούσε για παρεμπόδιση επικοινωνίας του με το παιδί τους. Η αγωγή έγινε δεκτή κατά ένα μέρος και βεβαιώθηκε ότι η μητέρα είχε παραβεί τις διατάξεις της παραπάνω απόφασης από 27.12.2001 έως 30.12.2001 στις ημερομηνίες 09, 12, 16, 26 και 27.01.2002. οπότε, υποχρεώθηκε η μητέρα να καταβάλει στον πατέρα χρηματική ποινή 146,73Ε και απαγγέλθηκε εναντίον αυτής προσωπική κράτηση ενός μήνα.
Η καταδίκη αυτή όμως δεν πτόησε την μητέρα, όπως δεν την είχε πτοήσει προηγούμενη καταδίκη της σε φυλάκιση οχτώ μηνών για παραβίαση του διατακτικού της προηγούμενης δικαστικής απόφασης. Έτσι, λοιπόν, μολονότι μια πραγματογνώμονας-παιδοψυχίατρος και τρεις διαφορετικοί δικαστές αποφάνθηκαν άμεσα ή έμμεσα, αφού αξιολόγησαν τα πραγματικά περιστατικά, ότι η επικοινωνία του ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων δεν είναι βλαπτική (αλλά αντίθετα είναι επωφελής) για το παιδί, η μητέρα, χρησιμοποιώντας ποικίλους τρόπους, συνέχισε να παρεμποδίζει την επικοινωνία παιδιού - πατέρα.
Αρχικά, η παρεμπόδιση αυτή γινόταν με σκόπιμη απουσία της μητέρας και του παιδιού τους από την πατρική κατοικία της μητέρας, όπου μετέβαινε ο πατέρας να παραλάβει το γιο τους προς επικοινωνία. Στη συνέχεια η παρεμπόδιση αυτή γινόταν έμμεσα, με δημιουργία αρνητικών αισθημάτων στο παιδί εναντίον του πατέρα του. Έτσι, με την παρέλευση του χρόνου το παιδί άρχισε να εκδηλώνει επίμονη άρνηση ως προς οποιαδήποτε μορφή επικοινωνίας του με τον πατέρα, μολονότι, εξωτερικά τουλάχιστον, ενώπιον τρίτων, η μητέρα παρότρυνε επίμονα το παιδί να σπεύσει να επικοινωνήσει με τον πατέρα. Φυσικά, ήταν προφανές ( σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου), ότι, αφού δεν αποδείχθηκε συνδρομή άλλων αιτιών, η επίμονη άρνηση του παιδιού να επικοινωνήσει με τον πατέρα του οφειλόταν σε συνεχή, μεθοδευμένη επιρροή της μητέρας και όχι στη συμπεριφορά του πατέρα, αφού αυτός έπαψε ολοσχερώς να επικοινωνεί με το γιο τους τουλάχιστον από τον Ιανουάριο 2001, (όπως ομολόγησε και η μητέρα), και στη διάρκεια του Δεκεμβρίου 2001 η πραγματογνώμονας-παιδοψυχίατρος διαπίστωσε στενό σύνδεσμο μεταξύ τέκνου και πατέρα.
Στη συνέχεια, η μητέρα από το μήνα Φεβρουάριο 2002 έως τον Φεβρουάριο του 2003 παραβίασε επανειλλημένως την παραπάνω απόφαση με αποτέλεσμα ο πατέρας να ασκήσει πάλι αγωγή εναντίον της μητέρας στις 28.2.2003, που ζητούσε να καταδικαστεί η μητέρα και να καταβάλει στον ίδιο το ποσό των 14. 700Ε (ως χρηματική ποινή), νομιμότοκα από την κοινοποίηση της ένδικης αγωγής μέχρι την εξόφληση, να επιβληθεί σε βάρος της μητέρας προσωπική κράτηση 100 μηνών συνολικά για τις επίδικες παραβάσεις της προηγούμενης απόφασης, να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή ως προς την καταψηφιστική διάταξή της και να καταδικαστεί η μητέρα στη δικαστική δαπάνη του ίδιου.
Η μητέρα, όμως, με έγγραφες προτάσεις της, τις οποίες κατέθεσε, αρνήθηκε την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής του πατέρα και ισχυρίστηκε ειδικότερα ότι μέχρι τον μήνα Ιανουάριο 2001 ο πατέρας επικοινωνούσε απρόσκοπτα με το παιδί, έκτοτε όμως το παιδί άρχισε να εκδηλώνει φοβίες, εκρήξεις, δυσκολίες προσαρμογής και έντονη άρνηση ως προς την επικοινωνία με τον πατέρα του, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η επικοινωνία πατέρα - παιδιού, μολονότι η ίδια δεν είχε πρόθεση να αποκλείσει την επικοινωνία αυτή.
Στη διάρκεια, λοιπόν, της δίκης αυτής η μητέρα ομολόγησε ότι ο πατέρας πήγε στο σπίτι της 9 φορές, (ήτοι στις 09, 10,2027.03.2002, 03, 13, 27, 28.04.2002 και 08.06.2002), για να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας. Επιπλέον, όμως, όπως αποδείχθηκε αναμφίβολα, ο πατέρας πήγε στο σπίτι της μητέρας 3 ακόμη φορές, (ήτοι στις 09 και 10.02.2002 και στις 23.03.2002), για να ασκήσει το δικαστικά αναγνωρισμένο δικαίωμα επικοινωνίας του με το ανήλικο παιδί τους (των διαδίκων). Όλες όμως αυτές οι μεταβάσεις του πατέρα στο σπίτι της μητέρας δεν είχαν το επιθυμητό αποτέλεσμα, διότι άλλοτε απουσίαζαν από εκεί η ίδια και το παιδί και άλλοτε αρνήθηκε το παιδί να επικοινωνήσει με τον πατέρα του. Συνεπώς, στη διάρκεια του επίδικου χρονικού διαστήματος η μητέρα παρεμπόδισε άμεσα ή έμμεσα την προσωπική επικοινωνία πατέρα - παιδιού 12 φορές.
Για τους παραπάνω λόγους το Δικαστήριο καταδίκασε την μητέρα να καταβάλει στον σύζυγο της το χρηματικό ποσό των χιλίων επτακοσίων εξήντα (1.760) ευρώ και εβδομήντα έξι (76) λεπτών, ως χρηματική ποινή, νομιμότοκα από την ημέρα, οπότε επιδόθηκε η ένδικη αγωγή στην εναγομένη, μέχρι την εξόφληση της οφειλής. Επίσης, την καταδίκασε σε προσωπική κράτηση δώδεκα (12) μηνών και επέβαλλε σε βάρος της ένα μέρος από τη δικαστική δαπάνη του πατέρα. Όμως το αγωγικό αίτημα προσωρινής εκτέλεσης απορρίφτηκε ως ουσιαστικά αβάσιμο, διότι δεν αποδείχθηκε ότι στην επίδικη υπόθεση νόμιμος λόγος προσωρινής εκτέλεσης, από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 908 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Στις 21.09.2005 πραγματοποιήθηκε πάλι δίκη με αίτηση της μητέρας, η οποία είχε επικαλεστεί ότι επήλθε μεταβολή των πραγμάτων (άρνηση του παιδιού να επικοινωνεί με τον πατέρα του) και ζητούσε για το λόγο αυτό να ανακληθεί η προηγούμενη μεταρρυθμιστική δικαστική απόφαση και να μην επιτραπεί προσωρινά η επικοινωνία πατέρα – γιου.
Η μητέρα ισχυριζόταν ότι δεν εμποδίζει η ίδια την επικοινωνία του παιδιού με τον πατέρα του, αλλά το παιδί αρνείται να ακολουθήσει τον πατέρα του, κλαίγοντας γοερά. Από κανένα, όμως, αποδεικτικό στοιχείο, δεν πιθανολογήθηκε ότι το παιδί αρνούνταν να επικοινωνεί με τον πατέρα του. Αποδείχτηκε ότι το παιδί ήταν κάπως διστακτικό να ακολουθήσει τον πατέρα του, διότι, όπως εντέχνως τον είχε πείσει η μητέρα του, φοβόταν ότι ο πατέρας του θα έκλεινε την μητέρα του στην φυλακή. Ο φόβος αυτός εκφραζόταν κυρίως όταν ήταν παρούσα η μητέρα.
Η αίτηση της μητέρας τελικά απορρίφτηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη αναφέροντας, μάλιστα, ως συμπέρασμα στην δικαστική απόφαση, ότι «σε κάθε περίπτωση και αν ακόμα θεωρηθεί ότι το ανήλικο τέκνο, υποβαλλόμενο εντέχνως από τη μητέρα, αρνείται, να επικοινωνήσει με τον καθού -πατέρα του, η κατάσταση αυτή διατηρείται, όπως η ίδια η αιτούσα ομολογεί στην αίτηση της, από το έτος 2001 και κατά συνέπεια δεν υφίσταται επείγουσα περίπτωση για τη λήψη των αιτουμένων ασφαλιστικών μέτρων».
Στη συνέχεια, στις 17.01.2007 συνεδρίασε το Μονομελές Πρωτοδικείο, μετά από άσκηση αγωγής, που έκανε ο πατέρας, για αφαίρεση από τη μητέρα της άσκησης γονικής μέριμνας του παιδιού και να ανατεθεί αποκλειστικά στον ίδιο. (Η αίτηση της αγωγής του πατέρα αρχικά ασκήθηκε στις 13.02.2004 και επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε απόφαση το 2005, κατά την οποία το Δικαστήριο ανέβαλλε να αποφασίσει και διέταξε τη διενέργεια παιδοψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του παιδιού. Επαναφέρθηκε για συζήτηση η παραπάνω αγωγή μετά από κλήση του πατέρα στις 23.05.2006).
Κατά τη διάρκεια της δίκης αυτής, το παιδί ήταν πλέον εννιά (9) ετών και μαθητής της τρίτης τάξης του Δημοτικού Σχολείου. Επίσης, αναφέρθηκε στο Δικαστήριο ότι με απόφαση που είχε εκδοθεί το 2001, η άσκηση της γονικής μέριμνας του παιδιού είχε ανατεθεί αποκλειστικά στην μητέρα και υποχρεώθηκε η ίδια να ανεχθεί την επικοινωνία του πατέρα με το παιδί τους, ενώ το 2006 είχε εκδοθεί απόφαση, η οποία ρύθμιζε οριστικά την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας ως εξής: κάθε Τρίτη και κάθε Κυριακή του μήνα από ώρα 18:00 έως ώρα 20:00, με την παρουσία της μητέρας, σε έναν παιδότοπο της αρεσκείας του παιδιού, για τον οποίο ο πατέρας θα ενημερώνεται προηγουμένως.
Σε αυτή την δικαστική απόφαση αναφέρεται, πως αποδείχτηκε ότι η μητέρα αφοσιώθηκε στην ανατροφή του παιδιού και το περιβάλλει με στοργή, αγάπη και ενδιαφέρον για την ομαλή ψυχοσωματική του ανάπτυξη. Καταβάλει κάθε προσπάθεια, για την άνετη διαβίωση του παιδιού, έχει δε δημιουργήσει ένα ήρεμο και ομαλό οικογενειακό περιβάλλον, με συνέπεια να έχει δημιουργηθεί ανάμεσά τους ιδιαίτερος οικογενειακός δεσμός με αισθήματα αγάπης. Επίσης, η μητέρα δεν εμποδίζει την επικοινωνία του παιδιού με τον πατέρα του, όμως το ίδιο αρνείται να επικοινωνεί μαζί του.
Στην έκθεση της πραγματογνωμοσύνης παιδοψυχιάτρου μεταξύ άλλων αναφέρονται τα εξής: «…. Την 18.04.2006 οργανώθηκε η κοινή συνάντηση πατέρα – γιου στην οποία συμμετείχε η Π/Ψ (πραγματογνώμονας)…. Η εικόνα του παιδιού για τον πατέρα του είναι αρνητική και απαξιωτκή, δείχνει συναισθήματα θυμού και απόρριψης όταν μιλά για αυτόν και από την πρώτη συνάντηση ζητά βοήθεια ώστε να μην τον βλέπει, γιατί τον «κακοποίησε»…….Το παιδί, παρ’ όλη την ψυχολογική προετοιμασία από την Π/Ψ, ήταν πολύ επιθετικό και θυμωμένο, αναστατωμένο και με έντονο άγχος στα πρόθυρα υστερικής κρίσης. Φώναζε τόσο σε μας πριν μπει στο γραφείο ο πατέρας του όσο και σε εκείνον όταν μπήκε, να φύγει. Η συνάντηση διακόπηκε σύντομα, καθώς κρίθηκε ότι η κατάσταση ήταν τραυματική για όλους.. .. Προς το παρόν δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις αν και επιβάλλεται η επικοινωνία του παιδιού με τον πατέρα…..».
Επίσης, κατά την ιδιαίτερη ακρόαση του παιδιού των διαδίκων από το δικαστή, το παιδί με σχετική ωριμότητα εξέφρασε την άποψή του, η οποία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν φάνηκε να ήταν προϊόν άμεσου επηρεασμού ή ψυχολογικής πίεσης. Το παιδί είπε ότι θέλει να διαβιεί με την μητέρα του και ότι θέλει μόνο να τον βλέπει ο πατέρας του σε ανοικτό χώρο, με την παρουσία την μητέρας του.
Το συμπέρασμα του Δικαστηρίου, βάσει των όσων προαναφέρθηκαν, ήταν ότι η τυχόν μεταβολή στον τρόπο ζωής του παιδιού, με την ένταξή του στο περιβάλλον του πατέρα του, θα δημιουργήσει προβλήματα προσαρμογής του παιδιού και ασφαλώς θα επηρεάσει σοβαρά την ψυχοσωματική του υγεία και συνεπώς το αληθινό συμφέρον του είναι να διατηρηθεί η ίδια πραγματική κατάσταση. Οπότε απορρίφτηκε η αγωγή του πατέρα για αφαίρεση της άσκησης γονικής μέριμνας της μητέρας και ανάθεσής της στον ίδιο.
Με βάσει τα παραπάνω και μετά από σειρά ετών δικαστικής διαμάχης και παρεμπόδισης του δικαιώματος επικοινωνίας του πατέρα από την μητέρα, επήλθε η γονική αποξένωση του παιδιού προς τον πατέρα του. Επίσης, η πλύση εγκεφάλου που είχε υποστεί το παιδί από την ίδια του την μητέρα, θεωρούμε, πως είναι πασιφανής σε όλες τις παραπάνω δικαστικές αποφάσεις. Κατά τη γνώμη μας και μόνο η παρεμπόδιση επικοινωνίας του πατέρα με το παιδί αποτελεί ένδειξη κακής άσκησης επιμέλειας και γονικής μέριμνας. Αντιθέτως, ενώ φαινόταν, ότι με τις ψευδείς κατηγορίες της μητέρας εναντίον του πατέρα για σεξουαλική παρενόχληση και η ουσιαστική απαγόρευση της επικοινωνίας του με το γιο τους, αναμφίβολα θα ερχόταν ο πατέρας αντιμέτωπος με την γονική αποξένωση του παιδιού προς τον ίδιο, παρόλα αυτά, δεν τέθηκε, όμως, σε εφαρμογή καμία απειλή της μητέρας, προς αποφυγή του επικείμενου αυτού αποτελέσματος, αν και είχαν προβλεφθεί οι απειλές, ως μέσα εξαναγκασμού της μητέρας να συμμορφωθεί με τις διατάξεις των δικαστικών αποφάσεων.
Περίπτωση 2η μη αποδειχθείσας σεξουαλικής παρενόχληση παιδιού
Οι διάδικοι παντρεύτηκαν το 1996. Η μητέρα είναι ιατρός – νευρολόγος, ενώ ο πατέρας ψυχίατρος. Από το γάμο τους απέκτησαν δύο κόρες, που γεννήθηκαν τα έτη 1997 και 1999 αντίστοιχα. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν υπήρξε ομαλή με αποτέλεσμα να χωρίσουν 2 μήνες περίπου μετά την γέννηση της δεύτερης κόρης τους. Έκτοτε βρίσκονται σε διάσταση. Η μητέρα εγκαταστάθηκε μαζί με τα παιδιά της σε άλλη πόλη, ενώ ο πατέρας παρέμεινε στην ίδια πόλη και κατοίκησε μαζί με τη μητέρα του.
Ενόψει της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, εκδόθηκε απόφαση το 2000, κατόπιν αιτήσεως της μητέρας. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή α) ανατέθηκε προσωρινά η επιμέλεια των παιδιών στην μητέρα, β) υποχρεώθηκε ο πατέρας να προκαταβάλλει μηνιαίως στην μητέρα 105.264 δρχ. ως προσωρινή διατροφή των παιδιών και γ) ρυθμίστηκε κατόπιν σχετικής ανταίτησης του πατέρα το δικαίωμα επικοινωνίας του με τα παιδιά του.
Αξίζει να αναφερθεί, ότι κατά τη συζήτηση της ανταίτησης του πατέρα, η μητέρα αρνήθηκε την ανταίτηση και ζήτησε να περιοριστεί η επικοινωνία του πατέρα ισχυριζόμενη ότι ο ίδιος πάσχει από ψυχική ασθένεια και κάνει χρήση ισχυρών ηρεμιστικών. Ο ισχυρισμός της, όμως, αυτός απορρίφτηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Έτσι, το δικαίωμα προσωρινής επικοινωνίας του πατέρα με τις κόρες τους ρυθμίστηκε ως εξής: 1) δύο φορές το μήνα, την πρώτη και Τρίτη εβδομάδα, από ώρα 18:00 της Παρασκευής έως 18:00 της Κυριακής, 2) μία εβδομάδα στις γιορτές Χριστουγέννων – νέου έτους, εναλλακτικά από 24 έως 30 – 12 του παρόντος έτους και από 31-12-2001 έως 6-1-2002 κ.ε. (ώρα έναρξης κάθε επικοινωνία 10:00 και ώρα λήξης αυτής 18:00), 3) μία εβδομάδα στις γιορτές του Πάσχα, εναλλακτικά κατά τα έτη που λήγουν σε μονό αριθμό από την 10:00 ώρα της Μεγάλης Δευτέρας έως την 18:00 ώρα της Κυριακής του Πάσχα και κατά τα λοιπά ενδιάμεσα έτη από 10:00 της Δευτέρας μετά την Κυριακή του Πάσχα έως την 18:00 ώρα της Κυριακής του Θωμά, 4) ένα μήνα τον Ιούλιο στα έτη που λήγουν σε μονό αριθμό ή τον Αύγουστο στα έτη που λήγουν σε ζυγό αριθμό από ώρα 10:00 της πρώτης ημέρας έως 18:00 της τελευταίας ημέρας. Επίσης, προσδιορίστηκε ότι η παραλαβή των παιδιών παρά του δικαιούχου γονέα θα γίνεται από την κατοικία της μητέρας, ομοίως δε θα γίνεται και η επιστροφή.
Ο πατέρας, λοιπόν, πάντοτε με συνοδεία της μητέρας του ή της τροφού του, με μισθωμένο ταξί, παρελάμβανε την Παρασκευή τα παιδιά από την πόλη, όπου έμεναν με την μητέρα, διέμεναν μαζί του στην πόλη, όπου κατοικούσε και στη συνέχεια με όμοιο τρόπο τα επέστρεφε στην κατοικία της μητέρας τους.
Στις 10 Ιανουαρίου του 2001 ο πατέρας, επικαλούμενος επείγουσα περίπτωση, άσκησε εναντίον της μητέρας αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσε να μεταρρυθμιστεί η προηγούμενη απόφαση, με την οποία ρυθμιζόταν προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας του με τις κόρες του, ώστε 1) να απειληθεί η μητέρα υπέρ αυτού και κατά της μητέρας, που παρεμποδίζει τις καθορισμένες επικοινωνίες, χρηματική ποινή 200.000 δραχμών και 2) να μεταβληθεί ο χρόνος έναρξης κάθε επικοινωνίας για να είναι εφικτή η παροχή δικαστικής (Εισαγγελικής) και αστυνομικής συνδρομής (να συμπίπτει με το κανονικό ωράριο λειτουργίας των σχετικών υπηρεσιών).
Στις 20 Μαρτίου 2001 δικάστηκε η υπόθεση, κατά την οποία αποδείχτηκε, ότι η προηγούμενη απόφαση, ενώ επιδόθηκε την 21-12-2000 στην μητέρα, η ίδια αρνήθηκε να παραδώσει τα παιδιά στις καθορισμένες με την απόφαση επικοινωνίες της 24 έως 30-12-2000 και 5 έως 7-1-2001. Έγινε κατορθωτή η επικοινωνία μόνο με παρέμβαση του Εισαγγελέα για ειρηνική επίλυση της διαφοράς.
Οι ισχυρισμοί της μητέρας (ότι τα παιδιά ήταν άρρωστα) αποδείχτηκαν αναληθείς και ουσιαστικά αβάσιμοι. Το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ήταν ότι η συμπεριφορά της μητέρας, «δεν συνιστά απλή παρεμπόδιση της επικοινωνίας, αλλά την καθιστά ανέφικτη».
Για τους λόγους αυτούς το δικαστήριο έκρινε ότι επήλθε μεταβολή των πραγμάτων και μεταρρύθμισε την προηγούμενη απόφαση με προσθήκη νέας διάταξης σε αυτή περί απειλής χρηματικής ποινής κατά της μητέρας και υπέρ του πατέρα 200.000 δραχμών για κάθε αδικαιολόγητη παρεμπόδιση της καθορισμένης επικοινωνίας, εκδηλουμένη ιδιαίτερα με την άρνηση παράδοσης των τέκνων ή την απομάκρυνση τους από τον τόπο παράδοσης.
Στις 14-5-2001 η μητέρα, επικαλούμενη μεταβολή των συνθηκών, αφού αποκαλύφτηκε ότι η μεγαλύτερη κόρη τους, ηλικίας τεσσάρων ετών, δέχθηκε σεξουαλική παρενόχληση από τον πατέρα της, άσκησε αίτηση εναντίον του, με την οποία ζητούσε να ανακληθεί η πρώτη απόφαση του Δικαστηρίου και να αποκλειστεί το δικαίωμα επικοινωνίας του πατέρα με τις κόρες τους.
Στις 25 Σεπτεμβρίου 2001 πραγματοποιήθηκε η δίκη. Η μητέρα ισχυρίστηκε ότι το Φεβρουάριο του 2001, τα παιδιά, και ιδίως η μεγαλύτερη κόρη τους, παρουσίασαν ανορεξία, αδικαιολόγητα κλάματα, νυχτερινή ενούρηση, εγκόπριση, διαταραχές του ύπνου τους με αφυπνίσεις και κλάματα, περιστατικά που ανάγκασαν την ίδια να συμβουλευτεί παιδοψυχίατρο. Το Μάρτιο του 2001, η μεγαλύτερη κόρη τους διηγήθηκε χωριστά και κατά διάφορα χρονικά διαστήματα, στην μητέρα της και σε δυο άλλους μάρτυρες, ότι ο πατέρας την ξυπνάει το βράδυ τη γδύνει, τη χαϊδεύει και την φιλά στα γεννητικά της όργανα και τη «γλύφει» στο λαιμό, χωρίς φυσικά να καταλαβαίνει η μικρή τη σημασία των πράξεων αυτών και χωρίς να προσπαθεί να τα αποκρύψει. Οι διηγήσεις αυτές θορύβησαν την μητέρα και ενημέρωσε η ίδια τον παιδοψυχίατρο, ο οποίος έκανε προσωπικές συναντήσεις με τα παιδιά.
Σύμφωνα πάντα με ισχυρισμούς της μητέρας, στις 9-4-2001 ο πατέρας παρέλαβε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, τις κόρες του για την γιορτή του Πάσχα και τις επέστρεψε στην πόλη, όπου διέμενε η μητέρα, στις 16-4-2001, δεύτερη ημέρα του Πάσχα. Την ίδια ημέρα, η μητέρα διαπίστωσε στο αιδοίο της μεγαλύτερης κόρης τους «κοκκινίλες» και προσέφυγε στην παιδίατρο των παιδιών, η οποία αφού εξέτασε την κόρη τους, διαπίστωσε τα εξής: «στις 16-4-2001 εξέτασα στο ιατρείο μου την μεγαλύτερη κόρη των διαδίκων. Υπήρχε ερεθισμός και οίδημα στην υπερηβική περιοχή, οίδημα και ερεθισμός και ερυθρότης των μεγάλων χειλέων του αιδοίου και την κλειτορίδας. Η εικόνα δεν ταιριάζει με παράτριμα ή αιδοιίτιδα μυκητισικής ή μικροβιακής αιτιολογίας. Το κοριτσάκι δεν φορά pamper – φορά βαμβακερά εσώρουχα και δεν δικαιολογείται ο ερεθισμός από τα εσώρουχα».
Ενόψει του γεγονότος αυτού η μητέρα στις 16-5-2001 (ένα μήνα μετά) υπέβαλε έγκληση για παράβαση του άρθρου 339 ΠΚ ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ο οποίος διέταξε προκαταρκτική εξέταση. Ο πατέρας, από την άλλη, υπέβαλε κατά της μητέρας έγκληση για συκοφαντική δυσφήμιση.
Ο παιδοψυχίατρος, ο οποίος συνεργαζόταν με τις κόρες των διαδίκων, κατέθεσε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, ότι βάσει των μεθόδων παιδοψυχιατρικής που ακολούθησε διέγνωσε ότι η μεγαλύτερη κόρη τους είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση, προφανώς από τον πατέρα της. Αυτό όμως δεν αποτελεί απόδειξη, διότι ο παιδοψυχίατρος ήταν ιδιωτικός. Διαφορετικά θεωρούμε πως αν ήταν εμπειρογνώμονας, ο πατέρας θα είχε καταδικαστεί.
Το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ήταν: «ενόψει του αποδεικτικού υλικού βάσει της πιθανολόγησης που απαιτεί μικρότερο βαθμό πεποιθήσεως ως προς τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αρκεί να κρίνονται απλώς πιθανά από το δικαστή προκειμένου να παρασχεθεί η ζητούμενη δικαστική προστασία, πιθανολογείται συμπεριφορά του πατέρα που εγγίζει τα όρια της σεξουαλικής κακοποίησης της κόρης τους».
Έτσι, το Δικαστήριο έκανε δεκτή κατά ένα μέρος την αίτηση της μητέρας και περιόρισε τον τρόπο του δικαιώματος επικοινωνίας του πατέρα, έτσι ώστε να μην περιλαμβάνονται διανυκτερεύσεις, αλλά να επικοινωνεί με τα παιδιά του κάθε πρώτη και τρίτη Παρασκευή ώρα 17:00 έως 19:00 και κάθε πρώτο και τρίτο Σάββατο από ώρα 10:00 έως 13:00 σε κάποιον από τους παιδότοπους της πόλης, όπου διαμένει η μητέρα, παρουσία της μητέρας του πατέρα.
Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ο τρόπος αυτός επικοινωνίας διασφαλίζει την υγεία των παιδιών, δεν θέτει σε κίνδυνο την ψυχοσωματική ανάπτυξή τους, δεν διασπά την αγωγή και διαπαιδαγώγησή τους, ούτε παρακωλύει την υπεύθυνη και σωστή άσκηση των υποχρεώσεων της μητέρας, που έχει την επιμέλεια, και γενικά, η επικοινωνία αυτή, πατέρα – παιδιών, λειτουργεί προς το συμφέρον των παιδιών ενόψει του παιδοκεντρικού οικογενειακού δικαίου.
Βλέπουμε λοιπόν ότι δημιουργείται ένα κλίμα δεδομένης ενοχής του πατέρα. Συχνό είναι το φαινόμενο μάλιστα να χρησιμοποιείται από την πλευρά της συζύγου τακτική «μείωσης» του άνδρα, που παρουσιάζεται βίαιος και χωρίς ψυχικό δεσμό με το παιδί. Οι ισχυρισμοί από την πλευρά των γυναικών για σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών ή βάναυση συμπεριφορά από τον πατέρα αποτελούν κοινή πρακτική, χωρίς να στηρίζονται σε συγκεκριμένα στοιχεία. Το γεγονός αυτό δείχνει, ότι οι πατέρες αντιμετωπίζονται ως γονείς «δεύτερης κατηγορίας» και αυτό δεν στιγματίζει μόνο τους άντρες για το υπόλοιπο της ζωής τους, αλλά είναι καταστροφικό και για τα παιδιά.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, λοιπόν, με όλους τους ψεύτικους ισχυρισμούς δεν είναι ότι ένας γονιός έκανε μια κακόβουλη αναφορά ή ότι τα παιδιά ενθαρρύνονται για να ακολουθούν αυτούς τους ισχυρισμούς, αλλά ότι αυτό που αποκαλείται σύστημα «προστασίας» των παιδιών είναι τόσο προκατειλημμένο με τη δίωξη του «κατηγορούμενου» στους στερεοτυπικούς ισχυρισμούς, παρά το να προστατεύει τα παιδιά που κακοποιούνται συναισθηματικά από τους γονείς, οι οποίοι προκαλούν τη γονική αλλοτρίωση. Δεν υπάρχουν ούτε αστυνομίες, ούτε φύλακες ενάντια στους ψεύτικούς ισχυρισμούς.
Πολλοί κοινωνικοί λειτουργοί και αστυνομικοί πιστεύουν ότι δεν υπάρχουν ψεύτικοι ισχυρισμοί. Ο λόγος για αυτό είναι ότι κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, οι κοινωνικοί λειτουργοί, αστυνομικοί, δικαστές και επαγγελματίες ψυχικής υγείας ήταν όλοι τους πρόθυμοι «καταναλωτές» της φεμινιστικής ιδεολογίας ότι «τα παιδιά δεν λένε ψέματα για την σεξουαλική κακοποίηση», το οποίο προφανώς προσφέρει γόνιμο έδαφος για τους ψεύτικούς ισχυρισμούς.
Δεδομένου ότι οι άνθρωποι που δέχονται αυτές τις κρίσεις είναι αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι που στο παρελθόν αγνοούσαν ή δεν έδιναν σημασία στους ισχυρισμούς των παιδιών, επειδή τότε προσυπέγραφαν το φροϋδικό αξίωμα ότι «τα παιδιά φαντασιώνονται», χωρίς να εννοούμε ότι δεν πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη μας τα λεγόμενά τους, αλλά με διεπιστημονικές ομάδες προσέγγισης και πλούσιες τεχνικές συνέντευξης.
Δεν μπορεί, λοιπόν, να υπάρξει καμιά αμφιβολία ότι οι ψεύτικοι ισχυρισμοί κακοποίησης έχουν γίνει ένα όπλο στις περιπτώσεις διαζυγίου και επιμέλειας και οι κοινωνικές υπηρεσίες ή το αστυνομικό προσωπικό δεν μπορούν να συγχωρεθούν για την αφέλεια τους απλά και μόνο, επειδή ένα παιδί έχει υποστηρίξει τον ισχυρισμό. Παρόλο που τα παιδιά πράγματι λένε ψέματα και πολλά περισσότερα συνομιλούν μεταξύ τους, ο πιο σημαντικός παράγοντας όταν ένας γονιός εξασφαλίζει την συμμόρφωση ενός παιδιού είναι η επιρροή των άλλων ανθρώπων.
Όταν κοινωνικοί λειτουργοί, αστυνομικοί ή φεμινιστικής προσέγγισης θεραπευτές δέχονται τον ισχυρισμό των γονιών που στοιχειοθετούν μια κατηγορία χωρίς να αμφιβάλλουν για αυτόν, το παιδί αφήνεται χωρίς διαφυγή από την επιρροή των γονιών (Clawar, S.S. and Rivlin, B.V., 1991). Στο Η. Β. ( Μ. Βρετανία) οι υπηρεσίες προστασίας των παιδιών δεν πιστεύουν ένα παιδί που αρνείται ότι έχει συμβεί κακοποίηση, όταν ένας γονιός το αναφέρει ˙ αυτοί ισχυρίζονται ότι το παιδί είναι σε «άρνηση» και προσπαθούν ακόμη σκληρότερα για να αποσπάσουν μια ισχυριζόμενη κατηγορία, έτσι ώστε να «σώσουν» το παιδί.
Στις ΗΠΑ, αναφέρει ο Thompson, B. http://www.parental-alienation-, τα πράγματα είναι λιγάκι καλύτερα. Το Κογκρέσο τροποποίησε το Νόμο για την Πρόληψη και Θεραπεία της Παιδικής Κακοποίησης το 1996, έτσι ώστε να εξαλείψει την γενική ασυλία για τα άτομα που εσκεμμένα κάνουν ψεύτικες αναφορές. Κάποιες πολιτείες έχουν, επίσης, θεσπίσει νόμους ενάντια στις σκόπιμες εκθέσεις που αφορούν στην παιδική κακοποίηση. Η υπηρεσία της Καλιφόρνιας για την Πρόληψη της Παιδικής Κακοποίησης περιλαμβάνει ακόμη και ένα Τμήμα για τους ψεύτικους ισχυρισμούς στις «Οδηγίες» για τις μεθόδους έρευνας των φορέων και εφιστά την προσοχή των αναγνωστών στο γεγονός ότι η καθοδήγηση των παιδιών κατά τη διάρκεια των διαφωνιών για την επιμέλεια τους από τους γονείς είναι ένα σημαντικό πρόβλημα που στην αρχή δημιουργεί σύγχυση αλλά με τον καιρό, «όλα τα συστήματα (γονείς – παιδιά) θα μάθουν να λειτουργούν ομαλά χωρίς να είναι απαραίτητη συχνή επαφή μεταξύ των γονιών» (Lansky Vicki, 1994, σελ. 162 )
Στην Μ. Βρετανία όσο πιο παράξενες και απίστευτες είναι οι κατηγορίες, τόσο περισσότερο οι αρχές είναι πρόθυμες να τις πιστέψουν γεγονός που αποδεικνύει ότι τέτοιες κατηγορίες αποτελούν αναπόφευκτο αποτέλεσμα φτωχών τεχνικών συνέντευξης και ανίχνευσης της αιτίας και της ιστορίας της κατηγορίας. Όσο διαρκεί η αποτυχία να λαμβάνουμε υπόψη μας την δυναμική του PAS (Parental Alienating Syndrome, Γονικό Σύνδρομο Αποξένωσης), η οποία οφείλεται σε ενδημική αντι-ανδρική (anti-male) και αντι-πατρική ιδεολογία που επικρατεί στη Μ. Βρετανία, τόσο αναπόφευκτο είναι το σύστημα της παιδικής προστασίας να επικυρώνει και να διαιωνίζει την ψυχολογική κακοποίηση του ίδιου του παιδιού (Thompson, B., http://www.parental-alienation-).
3ο ΜΕΡΟΣ
5iii ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΠΑΤΕΡΑ ΩΣ ΓΟΝΕΑ «ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ».
Παραθέτουμε δυο δικαστικές αποφάσεις, που αφορούν τον ίδιο άνδρα, γιατί θεωρούμε ότι διαφαίνεται στη δικογραφία μια μεροληπτική στάση υπέρ των γυναικών και αντι-πατρική υιοθέτηση στάσης από δύο πρώην συζύγους, που χρησιμοποίησαν ακόμα και την ίδια δικηγόρο.
Ο άντρας αυτός είχε παντρευτεί το 1983. Από το γάμο αυτό, το έτος 1989, απέκτησε ένα παιδί. Το 1993 χώρισε με τη σύζυγό του, με συναινετικό διαζύγιο και με ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ τους, ανατέθηκε η επιμέλεια του ανήλικου γιου τους στον ίδιο και ρυθμίστηκαν τα σχετικά θέματα της επικοινωνίας της μητέρας με το παιδί.
Το 1995 ο ίδιος ξαναπαντρεύτηκε, καθώς και η πρώην σύζυγός του, το 1996, με κάτοικο του Καναδά, η οποία και έκτοτε διαμένει στον Καναδά. Ο άντρας, από το νέο του γάμο, απέκτησε δύο κόρες. Η έγγαμη, όμως, συμβίωσή με τη νέα σύζυγό του διακόπηκε οριστικά το 2003, με την μετοίκηση της συζύγου του και των δυο παιδιών τους από την μέχρι τότε οικογενειακή τους στέγη.
Με απόφαση του Δικαστηρίου, που εκδόθηκε το 2004, ανατέθηκε προσωρινώς η αποκλειστική άσκηση της επιμέλειας των παιδιών τους στην μητέρα. Από την διακοπή της έγγαμης συμβιώσεώς τους, η μητέρα διαμένει με τις κόρες τους και το σύντροφό της, ο οποίος είναι αυστριακός υπήκοος στην Ελλάδα, ενώ ο πρώην άντρας της (ο εν λόγω κύριος) επικοινωνεί με τα παιδιά, κατά τον τρόπο που όρισε η παραπάνω απόφαση, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη μετά την απόρριψη των ασκηθεισών εφέσεως και εντεφέσεως.
Με απόφαση του εφετείου το 2006, λοιπόν, ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας με τις κόρες τους ως εξής: 1) κάθε δεύτερο και τέταρτο Σαββατοκύριακο εκάστου μηνός από της 10:00 πρωινής ώρας του Σαββάτου έως και της 19:00 βραδινής ώρας της Κυριακής, 2) κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα μία εβδομάδα εναλλάξ με την πρώην σύζυγό του και 3) κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών από 1 έως 31 Αυγούστου.
Το ενδιαφέρον της περίπτωσης αυτού του κυρίου είναι ότι και οι δύο πρώην σύζυγοί του με διαφορά δύο μηνών, η πρώτη πρώην σύζυγός του στις 11.5.2006 και η δεύτερη πρώην σύζυγός του στις 7.7.2006, άσκησαν αγωγή εναντίον του και μάλιστα με την ίδια δικηγόρο. Η πρώτη σύζυγός του ζητούσε να της ανατεθεί με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, η επιμέλεια του ανήλικου παιδιού τους, ηλικίας σήμερα περίπου 17 ετών και μαθητής Β' Λυκείου, και να καταδικαστεί ο ίδιος στη δικαστική δαπάνη.
Η δεύτερη πρώην σύζυγός του, επικαλούμενη μεταβολή συνθηκών, ζητούσε να μεταρρυθμιστεί η οριστική και τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε το 2004, όσον αφορά στο δικαίωμα επικοινωνίας του πατέρα με τις κόρες του, ηλικίας σήμερα 10 και 6 ετών αντιστοίχως, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικαστεί ο ίδιος στα δικαστικά έξοδα.
Από τη μελέτη της δικαστικής απόφασης, που αφορούσε την πρώτη πρώην σύζυγο, προέκυψε ότι οι ισχυρισμοί της μητέρας παρουσιάστηκαν ως δεδομένα αποδεκτά από το Δικαστήριο, όπως π.χ. «η μητέρα του (δηλ. η ίδια) και ο πατριός του (ο Καναδός), περιβάλλουν με αγάπη και στοργή τον ανήλικο και μπορούν να φροντίσουν για την καλή ψυχοσωματική του ανάπτυξη…..», ενώ οι ισχυρισμοί του πατέρα απορρίφτηκαν.
Κατά τη γνώμη μας, όχι απλώς απορρίφτηκαν, αλλά με έντεχνο τρόπο υπήρχε μια υποβόσκουσα αμφισβήτησή του, ως προς την ανατροφή του παιδιού, αλλά και μια ίσως ακύρωση και υποτίμηση των ισχυρισμών του. Όπως η έκφραση π.χ. «ο εναγόμενος, ενώ δεν εκφράζει άμεσα κάποια αντίρρηση,..............., εντούτοις προβάλλει σαν επιχείρημα ότι...............» ή «ο εναγόμενος, δείχνει μεγάλη αγάπη για το τέκνο του και προσπάθησε όλα αυτά τα χρόνια να το αναθρέψει σωστά………….., πλην όμως η σχολική πορεία του ανηλίκου αποδεικνύει ότι μάλλον ο εναγόμενος δεν μπορεί να βοηθήσει το παιδί προκειμένου να αντεπεξέλθει στις σχολικές του υποχρεώσεις με απόλυτη επιτυχία».
Συνοπτικά, στη δικογραφία παρουσιάζεται, κατά τη γνώμη μας, η μητέρα ως τέλεια και ιδανική αμαυρώνοντας όμως έτσι εντέχνως τον πατέρα με εκφράσεις π.χ. «η τυχόν συνέχιση της επιμέλειας αυτού στον πατέρα του και η συνακόλουθη απόσπασή του από την μητέρα του, οπωσδήποτε θα δημιουργήσει αισθήματα ανασφάλειας και θα έχει ενδεχομένως επώδυνες επιπτώσεις τόσο στον ψυχικό του κόσμο αλλά κυρίως στην εν γένει διαμόρφωση της προσωπικότητάς του». Δηλαδή τι υπονοείται εδώ;
Ότι ο πατέρας δεν μπόρεσε να ανταπεξέλθει στον γονεικό του ρόλο ως τώρα και αν συνεχίσει το παιδί να διαμένει μαζί του θα είναι καταστροφικό για την μετέπειτα εξέλιξή του; Δεν γνωρίζουμε αν όντως είναι καλύτερα για το παιδί να πάει στον Καναδά μαζί με την μητέρα του, αλλά όπως και να έχει το ζήτημα είτε είναι καλύτερα ή χειρότερα, αυτό δεν νομίζουμε ότι μπορεί να υποβιβάσει την παροχή φροντίδας και όλων των εφοδίων που πρόσφερε ο πατέρας όλα αυτά τα χρόνια και κατάφερε να τον αναθρέψει ως την ηλικία των 17 χρόνων.
Η δικαστική απόφαση, που αφορούσε την δεύτερη πρώην σύζυγό του, αναφέρει ότι, βάσει του άρθρου 1518 παρ. 1 ΑΚ, η μητέρα στα πλαίσια ασκήσεως του δικαιώματος επιμέλειας των δύο ανήλικων παιδιών της περιλαμβάνει και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής αυτών, με αποτέλεσμα η ίδια να έχει αποφασίσει τη μετεγκατάστασή τους στην Αυστρία, όπου θα κατοικούν από τον Σεπτέμβριο μαζί με τον σύντροφό της σε μισθωμένο από αυτόν διαμέρισμα.
Επιπλέον, προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι η μητέρα διενεργεί διαδικασίες, για την εν λόγω μετοίκηση, από τις 10.1.2006, ενώ το 2006 ρυθμίστηκε οριστικώς και το δικαίωμα επικοινωνίας του πατέρα με τις κόρες τους και στις 10.5.2006 η μητέρα επικαλείται μεταβολή συνθηκών και ζητά να μεταρρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας του πατέρα.
Οι ισχυρισμοί του πατέρα, ώστε να αποφευχθεί η εγκατάσταση των παιδιών τους στην Αυστρία, θεωρήθηκαν αβάσιμοι. Το δικαστήριο έκρινε πως το συμφέρον των παιδιών επιβάλλει την μετεγκατάστασή τους στην Αυστρία.
Κατά τη γνώμη μας, ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάστηκε το σκεπτικό του Δικαστηρίου, θεωρούμε ότι συνέβαλλε αρκετά στην συναισθηματική φόρτιση με εκφράσεις, όπως π.χ. «το συμφέρον των δυο ανήλικων παιδιών υπαγορεύει να συνεχίσουν να απολαμβάνουν το ζεστό οικογενειακό περιβάλλον που έχουν δημιουργήσει η ενάγουσα με το σύντροφό της, έστω και στην Αυστρία……». Βέβαια, η έκφραση αυτή ίσως να αναφέρεται και στην έκθεση της κοινωνικής έρευνας που συντάχθηκε στα πλαίσια της δίκης για την επιμέλεια τις 26.9.2005 και 27.1.2006.
Επιπλέον, εντύπωση προκαλεί και η κρίση του Δικαστηρίου, βάσει της οποίας στηρίχθηκε και η απόφαση, ότι η μετεγκατάσταση αυτή θα συμβάλει στην ψυχική ηρεμία των κοριτσιών, δεδομένου ότι έχουν ιδιαιτέρως ταλαιπωρηθεί από τις διενέξεις των γονιών τους και σε καμία περίπτωση δεν θα οδηγήσει στον αποκλεισμό της επικοινωνίας τους με τον πατέρα τους.
Το Δικαστήριο για τους λόγους αυτούς μεταρρύθμισε την προηγούμενη απόφαση και ρύθμισε το δικαίωμα επικοινωνίας του πατέρα ως εξής: α) επί είκοσι συνεχείς ημέρες κατά τις καλοκαιρινές διακοπές, ήτοι από την 1η Αυγούστου μέχρι την 20η Αυγούστου κάθε έτους. Τα ανήλικα παιδιά θα τα παραλαμβάνει από το σπίτι της ενάγουσας στην Αυστρία ο πατέρας αυτοπροσώπως, ο οποίος θα καθορίζει και τον τόπο επικοινωνίας, και θα τα επιστρέφει ο ίδιος επίσης στο σπίτι της μητέρας κατά τα ανωτέρω χρονικά σημεία, β) δυο φορές την εβδομάδα δια τηλεφώνου.
Στη δικαστική απόφαση αναφέρεται ως συμπέρασμα ότι το καλώς εννοούμενο συμφέρον των ανηλίκων επιβάλλει πλέον η επικοινωνία τους με τον πατέρα τους, να γίνεται κατά τον προαναφερόμενο τρόπο (δηλ. 20 μέρες το χρόνο και τηλεφωνικά δύο φορές την εβδομάδα), ο οποίος «ανταποκρίνεται πρωτίστως στο συμφέρον των ανηλίκων και θα βοηθήσει να αναπτυχθεί και διατηρηθεί ο ψυχικός δεσμός ανάμεσα σε αυτά και τον πατέρα, ο οποίος θα έχει τη δυνατότητα ενημερώσεως για την διαβίωση και την ανάπτυξή τους, και δεν υπάρχει από την επικοινωνία αυτή κίνδυνος για την ψυχική τους ηρεμία και την ομαλή ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους».
Το «δεν υπάρχει κίνδυνος…….» τι δηλώνει; Ότι αν ο πατέρας επικοινωνούσε περισσότερο με τα παιδιά τους, θα τα εξέθετε σε κίνδυνο ή ότι οι 20 μέρες το χρόνο είναι αρκετές για ένα παιδί να βλέπει τον πατέρα του και δεν θέτει σε κίνδυνο την ψυχική του ηρεμία;
Αποτέλεσμα των παραπάνω σκεπτικών και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάστηκαν και στις δύο αγωγές ήταν να γίνουν δεκτές ως κατ’ ουσίαν βάσιμες και να καταδικαστεί ο πατέρας στα δικαστικά έξοδα των πρώην συζύγων του, λόγω της ήττας του. Δεν γνωρίζουμε τι προηγήθηκε μεταξύ του συγκεκριμένου άντρα και των πρώην συζύγων του, αλλά νομίζουμε ότι είναι φανερό, πως υπήρξε κάποια συνεννόηση μεταξύ των δυο πρώην συζύγων, αν όχι ως προς το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα που ασκήθηκαν οι αγωγές, τουλάχιστον ως προς την πληρεξούσια δικηγόρο τους.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
6.i Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ - ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας μας δείχνουν, ότι όντως υφίσταται μια εύνοια της επιθετικότητας των γυναικών – μητέρων από τον θεσμό της δικαιοσύνης. Άρα επιβεβαιώνεται η πρώτη υπόθεση της έρευνάς μας. Οι γυναίκες – μητέρες, όπως παρατηρήσαμε, ενδέχεται να διακατέχονται από συναισθήματα θυμού ή και οργής προς τους πρώην συζύγους τους και είτε μέσω της νομοθεσίας, είτε μέσω των δικαστηρίων (δικαστικού κατεστημένου) να ευνοούνται στην εκδήλωση της επιθετικότητας τους.
Ο θυμός τους όμως αυτός και η επιθετικότητά τους δεν έχει ως παραλήπτη μόνο τον πρώην σύζυγό τους και πατέρα των παιδιών τους, αλλά και τα ίδια τα παιδιά τους, τα οποία εμπλέκονται σε έναν ανίερο πόλεμο. Επειδή, ο πόλεμος αυτός έχει ολέθρια αποτελέσματα για όλους τους εμπλεκομένους, και βέβαια κυρίως για τα παιδιά, η κοινωνική εργασία μπορεί να παίξει σπουδαίο ρόλο στην αντιμετώπιση των προβλημάτων, καθώς και η μεταρρύθμιση της νομοθεσίας και του δικαστικού κατεστημένου μπορεί να συμβάλει, κυρίως, στην πρόληψη του φαινομένου αυτού.
Οι δικαστές «υπερηφανεύονται» ότι εργάζονται με γνώμονα το «συμφέρον του παιδιού». Σε ορισμένες περιπτώσεις, όμως, όπως προκύπτει από την βιβλιογραφία που έχουμε προαναφέρει, καθώς και από την εργασία που παρουσιάσαμε, προωθείται η παθολογία. Αυτό, συμβαίνει, ενδεχομένως, είτε γιατί αγνοούν τις τακτικές εξόντωσης, που ακολουθούν ορισμένες γυναίκες, ενάντια στους πρώην συζύγους τους και τις συνέπειες στα παιδιά τους, είτε γιατί αδυνατούν να πράξουν αντίθετα στις επιθυμίες των παιδιών (όταν π.χ. δηλώνουν επίμονα, ότι δεν θέλουν να επικοινωνούν με τον πατέρα τους), οι οποίες επιθυμίες τους μπορεί να είναι απόρροια της πλύσης εγκεφάλου που έχουν υποστεί ή του γονικού συνδρόμου αποξένωσης, είτε γιατί διατηρούν μια μεροληπτική στάση απέναντι στις γυναίκες και τους άνδρες, λόγω των προσωπικών τους στερεοτυπικών αντιλήψεων.
Ο διορισμός, λοιπόν, οικογενειακών δικαστών (Χατζηφωτίου, Σ., 2005, σελ. 130), οι οποίοι θα κατέχουν τις ειδικές γνώσεις και πρακτικές, που θα είναι απαραίτητες για τις συγκεκριμένες οικογένειες κρίνεται απαραίτητο. Όπως, επίσης, και η συνεργασία τους με τους κοινωνικούς λειτουργούς, ώστε να διασφαλιστεί η πρόληψη, αλλά και η αντιμετώπιση των δυσμενών συνεπειών, κυρίως, στα παιδιά, που προκύπτουν από καταστάσεις συγκαλυμμένης επιθετικότητας και βίας στις αίθουσες των δικαστηρίων.
Βέβαια, ιδιαίτερα στο επάγγελμα των κοινωνικών λειτουργών, αναφέρουν οι Χατζηφωτίου, Σ. (2005 , σελ. 182) και Τζαμαλούκα, Γ. (2007) ότι η αντίληψη, η αποτίμηση και η διαχείριση του κινδύνου σε περιπτώσεις που καλούνται οι κοινωνικοί λειτουργοί να αναλάβουν (όπως κακοποιημένες γυναίκες και παιδιά), αλλά και οι αποφάσεις που πρέπει να πάρουν, ουσιαστικά αποτελούν περίπλοκη διαδικασία. Η αποτίμηση του κινδύνου δεν είναι μια καθαρά τεχνική υπόθεση, αλλά επηρεάζεται από τις αξίες και τις αντιλήψεις αυτών που είναι εντεταλμένοι να αναλαμβάνουν την κοινωνική φροντίδα (Breton, Μ., 1990).
Στην κοινωνική εργασία, όμως, καθώς και σε άλλες περιοχές κοινωνικής παρέμβασης, οι αποφάσεις που αναφέρονται στον κίνδυνο συνδέονται με κρίσεις πιθανότητας, και διαφορετικά είδη συνεπειών.
Οι σωστές αποφάσεις όμως είναι αυτές για τις οποίες η κατάλληλη πληροφορία ανιχνεύεται από διαφορετικές πηγές, σταθμισμένη από την διαθέσιμη γνώση των συνεπειών και των πιθανοτήτων, και της οποίας γνώσης τα αποτελέσματα επανατροφοδοτούν αυτήν την γνώση, ώστε να είναι ικανή να εμπνεύσει μελλοντικές καλές πρακτικές.
Όλο και περισσότερες έρευνες όπου αφορούν στην αποτίμηση του κινδύνου και την κοινωνική φροντίδα δίνουν έμφαση στην αποτίμηση του κινδύνου ζημιογόνων ή αμφίβολων συνεπειών, όπως λέει ο Gunn, J. (1997, σελ. 163).
Ο Lawson, J. (1996) αναφέρει ότι η διαχείριση του κινδύνου δεν είναι το ίδιο με το να ξεφορτωνόμαστε τον κίνδυνο. Η διαχείριση του κινδύνου μας προμηθεύει ένα σχέδιο για να ακολουθούμε στρατηγικές και για να επιφέρουμε αποτελέσματα. Επίσης, κάθε διαχείριση του κινδύνου πρέπει να είναι ευέλικτη και προσαρμοστική.
Υπάρχουν και λιγότερο προφανείς όψεις κινδύνου που προκύπτουν από λανθασμένες επαγγελματικές κρίσεις.
Ο Burke, P. (1990) περιγράφει τις διπλές ευθύνες των κοινωνικών λειτουργών, που πρέπει να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις της υπηρεσίας και την ίδια στιγμή να υποστηρίξουν το επικίνδυνο άτομο, ενώ συγχρόνως παρεμβαίνουν για να πάρουν το παιδί από τον επικίνδυνο γονιό.
Επίσης, πολλές φορές ο κίνδυνος από λανθασμένες εκτιμήσεις των επαγγελματιών υγείας, που οδηγούν σε τελείως ακατάλληλες ενέργειες, χειροτερεύει από το άγχος τόσο των εργαζόμενων όσο και των χρηστών υγείας. Στη διεθνή βιβλιογραφία υπογραμμίζεται ότι υπάρχει, συχνά, έλλειψη διαφάνειας γύρω από το ποιος είναι υπεύθυνος, λόγω ελλιπούς υποστήριξης της ιεραρχίας απέναντι στο προσωπικό πρώτης γραμμή. Οι Valentine, M. (1994) και Thomas, N. (1994) υποστηρίζουν ότι η συνήθης εχθρική στάση κριτικής από τον κοινωνικό λειτουργό προς τον χρήστη της υπηρεσίας, δημιουργεί μια κατάσταση κατά την οποία οι μεν κοινωνικές υπηρεσίες νιώθουν ότι βρίσκονται υπό απειλή και έτσι ανταποκρίνονται με το να εισάγουν περισσότερο έλεγχο και περισσότερους κανονισμούς, οι οποίοι καταλήγουν συχνά να ματαιώνουν τις σωστές επαγγελματικές αποφάσεις.
Σύμφωνα με την Πανταζοπούλου – Φωτεινέα, A. (2003) παράγοντες κινδύνου, επίσης, είναι η επαγγελματική εξουθένωση (συναισθηματική εξάντληση, αποπροσωποποίηση, κυνική αντιμετώπιση αποδεκτών των υπηρεσιών).
Επικινδυνότητα, βεβαίως, σημαίνει να βλάπτεις τους άλλους και η βλάβη μπορεί να γίνει είτε με πρόθεση είτε όχι. Όταν για παράδειγμα, μια υπόθεση απομάκρυνσης παιδιού από μια οικογένεια φτάσει στο δικαστήριο, θα πρέπει να στοιχειοθετηθεί ότι αυτό είναι «προς το συμφέρον του παιδιού».
Aυτό χρειάζεται πολυεπιστημονική προσέγγιση, γιατί αυτό είναι προτιμότερο ακόμα και αν δεν συμφωνούν όλες οι προσεγγίσεις, από το να ασκείται μια αυστηρή μονολιθική επαγγελματική εξουσία.
Σχετικά πρόσφατα έχει αναγνωριστεί από την διεθνή βιβλιογραφία η σημασία της παρέμβασης και συνεργασίας και των κοινοτικών φορέων, τόσο στην αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων (Gibelman, M., 1995, Ζαιμάκης, Γ., 2002), όσο και ειδικότερα στην αντιμετώπιση του φαινομένου της οικογενειακής βίας (Baldry, A., 2002).
Η κοινωνική υπηρεσία, λοιπόν, χρειάζεται να αναγνωρίζει τον κίνδυνο σε δυνητικά επικίνδυνες καταστάσεις, αλλά με τέτοιον τρόπο, ώστε οι ξεκάθαρες περιπτώσεις να γίνονται και πειστικές περιπτώσεις.
Επομένως, είναι αναγκαίο να ξεχωρίζουμε τους όρους «κίνδυνο» και «κρίση» γιατί ο κίνδυνος μπορεί να χρειάζεται διερεύνηση, ενώ η κρίση μια ειδική μέθοδο παρέμβασης.
Ο Milner, J. (1995) προτείνει να χρησιμοποιούνται οι στατιστικές προβλέψεις μαζί με άλλες μεθόδους αποτίμησης, για παράδειγμα στην παιδική κακοποίηση (όπως δομημένη κλινική συνέντευξη, ανεξάρτητες συνεντεύξεις από άλλα μέλη του περιβάλλοντος του παιδιού και άμεση παρατήρηση).
Πιο συγκεκριμένα η Χατζηφωτίου, Σ. (2005) πρότεινε το σύνολο των ενδιαφερομένων επαγγελματιών και κοινοτικών – κοινωνικών φορέων να εναρμονίζει τις προσπάθειές του και να απαιτείται η συνεργασία όλων των οργανισμών της κοινότητας, όπως κοινωνικές και δικαστικές υπηρεσίες, νοσοκομεία, σχολεία, συμβουλευτικά κέντρα, επιχειρήσεις, εκκλησιαστικές αρχές και ΜΚΟ, γυναικείες οργανώσεις, ΜΜΕ και άλλοι φορείς. Επομένως η αποτίμηση του κινδύνου και η διαχείρισή του είναι και πολυπαραγοντική και διεπιστημονική
Θετικό, βέβαια, είναι το γεγονός, όπως μας ενημέρωσε σε προσωπική επικοινωνία που είχαμε με τον πρόεδρο του συλλόγου ΣΥΓΑΠΑ (Σύλλογος Για την Ανδρική και Πατρική Αξιοπρέπεια) κ. Σπιτάλα Ν., το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που έδειξε για τον σύλλογο ΣΥΓΑΠΑ η Γραμματεία Ισότητας του Υπουργείου, η οποία τον κάλεσε σε ημερίδα για την Παγκόσμια Ημέρα του Παιδιού, το Δεκέμβριο του 2006 στην Αθήνα. Ήταν η πρώτη φορά που η Γραμματεία Ισότητας κάλεσε σύλλογο που δεν ήταν γυναικείος σύλλογος. Έπειτα, τον Μάιο του 2007 η Γραμματεία Ισότητας παρουσίασε στην Βουλή και συζητήθηκαν οι θέσεις του συλλόγου ΣΥΓΑΠΑ και αυτό το χρονικό διάστημα αναμένεται η λήψη των αποφάσεων (www.sos-sygapa.eu_).
Επίσης, ο Gardner (1991) αναφέρει ορισμένους τρόπους, με τους οποίους θα ήταν χρήσιμο να αντιμετωπιστούν καταστάσεις, οι οποίες σχετίζονται με διαφωνίες πρώην συζύγων για την επιμέλεια των παιδιών τους. Καταρχάς, θα πρέπει από τους δικαστές να διορίζονται δικαστικοί επίτροποι, οι οποίοι θα είναι πεπειραμένοι και θα κατέχουν τις ειδικές γνώσεις που είναι απαραίτητες για την διευθέτηση των κρίσεων για την επιμέλεια. Οι δικαστικοί επίτροποι θα είναι εξοικειωμένοι με τις αιτίες, τις εκδηλώσεις και την κατάλληλη θεραπεία των παιδιών με γονικό σύνδρομο αποξένωσης.
Οι δικαστικοί επίτροποι μπορούν να είναι ισχυροί σύμμαχοι για τους θεραπευτές που θα κληθούν στη συνέχεια να βοηθήσουν τα παιδιά να ξεπεράσουν τα προβλήματα, που, ενδεχομένως, δημιουργήθηκαν από το διαζύγιο, αλλά μπορούν να βοηθήσουν και τους γονείς στην καλύτερη αντιμετώπιση της συγκεκριμένης κατάστασης, χωρίς «παράπλευρες απώλειες».
Συγκεκριμένα, ο Gardner, R.A. (1991) προτείνει στις διαφωνίες για την επιμέλεια να δίνεται προτεραιότητα σε εκείνο το γονιό (ανεξαρτήτως φύλου) με τον οποίο το παιδί έχει αναπτύξει τον ισχυρότερο και υγιέστερο ψυχολογικό δεσμό. Όμως, λόγω του ότι οι μητέρες είναι ακόμα σήμερα συχνότερα οι αρχικοί υποστηρικτές των παιδιών, στις περισσότερες μητέρες θα δινόταν γονική προτεραιότητα στις διαφωνίες επιμέλειας που δικάζονται κάτω από αυτήν την αρχή. Εάν, εντούτοις, παρά την ανωτερότητα της μητέρας κατά την διάρκεια της γέννησης, ήταν ο πατέρας ο αρχικός υποστηρικτής - ειδικά κατά τη διάρκεια των πρώτων ετών ζωής - ένας τέτοιος πατέρας θα ήταν πολύ καλά να χρησιμεύσει καλύτερα ως ο αρχικός έχων την επιμέλεια γονιός.
Αυτή η πρόταση του Gardner, R.A. είναι ουσιαστικά ουδέτερη στο φύλο ικανοποιώντας τις σημερινές απαιτήσεις για την ισότητα των φύλων, επειδή επιτρέπει την αποδοχή ενός πατέρα να μπορεί να ξεπεράσει τη μητέρα στα χρόνια που διαμορφώνεται ένα παιδί, ακόμα κι αν αρχίζει από μειονεκτική θέση. Μια μητέρα μπορεί να είναι καλή με τα νήπια και τα μικρά παιδιά, τα οποία εξαρτώνται συνολικά από αυτή, αλλά μπορεί να αντεπεξέλθει με δυσκολία με τους εφήβους, των οποίων την ανεξαρτησία ανέχεται μετά δυσκολίας. Ένας πατέρας μπορεί να είναι σχεδόν απολύτως ανάρμοστος στη φροντίδα ενός νηπίου, αλλά μπορεί να υπερέχει ως γονιός, όταν μπορεί να μοιραστεί τον αθλητισμό και άλλες δραστηριότητες με τα παιδιά σε επόμενα επίπεδα ανάπτυξης.
Θεωρούμε ότι αυτήν η πρόταση, όπως «το τεκμήριο του ισχυρότερου, υγιούς ψυχολογικού δεσμού», θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του παιδιού σε μια διαφωνία επιμέλειας. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι ο γονιός που είχε τη μεγαλύτερη συμμετοχή με το παιδί, κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, είναι αυτός πιθανότερο να έχει τον ισχυρότερο ψυχολογικό δεσμό. Εντούτοις, εάν πρόωρα δεν ήταν καλή η γονική φροντίδα, έπειτα ο δεσμός που αναπτύσσεται συνήθως είναι παθολογικός.
Συνεπώς, δεν αναφερόμαστε καθόλου σε οποιοδήποτε είδος ψυχολογικού δεσμού, αλλά ενός υγιούς ψυχολογικού δεσμού. Μια παρανοϊκή μητέρα, η οποία έχει προγραμματίσει έτσι το γιο της ώστε επίσης, να έχει αναπτύξει παρανοϊκά συναισθήματα για τον πατέρα του, μπορεί να έχει ένα ισχυρό ψυχολογικό δεσμό με το γιο της, ισχυρότερο από αυτόν που αυτός μπορεί να έχει με τον πατέρα του. Αλλά αυτό δεν είναι, βεβαίως, ένας υγιής δεσμός.
Τέλος, παραθέτουμε το πως, ορισμένες θεραπευτικές προσεγγίσεις σε συνεργασία με το δικαστήριο, μπορούν να βοηθήσουν στην καλύτερη αντιμετώπιση της γονικής αποξένωσης, που δημιουργείται στο παιδί για τον ένα γονιό. Με βάση τους τρεις τύπους γονικής αποξένωσης (βαριά, μέτρια, ήπια) ακολουθούν οι κατάλληλες θεραπευτικές προσεγγίσεις που προτείνει ο Gardner, R.A. (1991).
6 ii ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ
(Για την απλότητα της παρουσίασης χρησιμοποιούμε την μητέρα ως παράδειγμα, λόγω του ότι συχνότερα είναι ο γονιός που προτιμά το παιδί, αλλά και ο έχων την επιμέλεια. Σε περίπτωση που συμβαίνει το αντίθετο, θα πρέπει στον πατέρα να δοθούν οι ανάλογες εκτιμήσεις και θεραπευτικές προσεγγίσεις).
ΒΑΡΙΑ ΜΟΡΦΗ ΓΟΝΙΚΗΣ ΑΠΟΞΕΝΩΣΗΣ
Όσον αφορά τις θεραπευτικές προσεγγίσεις σε αυτήν την κατηγορία, η παραδοσιακή θεραπεία για τη μητέρα δεν είναι η συχνότερα δυνατή. Συνήθως, δεν έχει απολύτως καμία διορατικότητα στα βαθιά ψυχιατρικά προβλήματά της και είναι με αυτόν τον τρόπο συνολικά μη δεκτική στην αναλυτική επεξεργασία. Συχνά, θα ελέγξει τους θεράποντες και άλλους εκτιμητές που δεν συμμερίζονται τις αυταπάτες που διατηρεί κατά του συζύγού της. Αυτοί οι εξεταστές με αυτόν τον τρόπο ενσωματώνονται στο παρανοϊκό της σύστημα. Μια δικαστική απόφαση ώστε να εισαχθεί σε θεραπεία είναι ανώφελη, πάντα κατά τον Gardner, R.A. (1991). Οι δικαστές είναι μερικές φορές αφελείς, όσον αφορά την πεποίθησή τους, ότι κάποιος μπορεί να διατάξει ένα πρόσωπο στην αναλυτική επεξεργασία. Οι περισσότεροι δικαστές αντιλαμβάνονται, ότι δεν μπορούν να διατάξουν «μια ψυχρή σύζυγο να έχει έναν οργασμό ή έναν ανίκανο σύζυγο να έχει έναν ερεθισμό». Ακόμα, κάποιοι νομίζουν ότι κάποιος μπορεί να διατάξει κάποιον να πειστεί και να υποστεί τη θεραπεία. Συνεπώς, το δικαστήριο κάνει καλά να μην διατάξει τέτοια θεραπεία, επειδή θα γίνει μόνο μια διακωμώδηση της θεραπείας.
Όσον αφορά τα παιδιά είναι σημαντικό για τους δικαστές να εκτιμήσουν, ότι η θεραπεία για τα παιδιά δεν είναι συνήθως δυνατή, ενώ τα παιδιά ζουν ακόμα στο σπίτι της μητέρας. Ανεξάρτητα από το πόσο συχνά εμφανίζονται στην θεραπεία, ανεξάρτητα από το πόσο ειδικευμένος (ικανός) είναι ο θεραπευτής, ο χρόνος στη θεραπεία είναι μόνο ένα μικρό μέρος του συνολικού χρόνου έκθεσης στο διασυρμό του πατέρα από τη μητέρα. Υπάρχει ένας παθολογικός ψυχολογικός δεσμός εδώ μεταξύ της μητέρας και των παιδιών, που δεν πρόκειται να αλλάξει από τη θεραπεία, εφ' όσον ζουν τα παιδιά με τη μητέρα και δηλητηριάζονται διαρκώς ψυχικά ενάντια στον πατέρα.
ΜΕΤΡΙΑ ΜΟΡΦΗ ΓΟΝΙΚΗΣ ΑΠΟΞΕΝΩΣΗΣ
Όσον αφορά την δικαστικά-διατεταγμένη θεραπεία για αυτές τις οικογένειες, είναι σημαντικό να χρησιμοποιηθεί ένας θεραπευτής. Δεν έχουμε να κάνουμε με μια κατάσταση, στην οποία η μητέρα πρέπει να έχει το θεράποντά της, ο πατέρας το θεραπευτή του, και τα παιδιά τους δικούς τους. Ένα τέτοιο θεραπευτικό πρόγραμμα, αν και φαινομενικά είναι πλήρες σεβασμού των ιδιαίτερων αναγκών κάθε συμβαλλόμενου μέρους, δεν είναι πιθανό να είναι αποτελεσματικό στη μεταχείριση των οικογενειών με Γονικό Σύνδρομο Αποξένωσης. Τέτοια πολυδιάσπαση μειώνει την επικοινωνία μεταξύ των οικογενειακών μελών, ιδρύει τα ανταγωνιστικά υποσυστήματα μέσα στην οικογένεια, και είναι με αυτόν τον τρόπο πιθανό να εντείνει τις παθολογικές αλληλεπιδράσεις, που συμβάλλουν στο γονικό σύνδρομο αποξένωσης.
Η εμπειρία δείχνει, ότι οι μητέρες στην βαριά μορφή γονικής αποξένωσης, που δεν έχουν απολύτως καμία διορατικότητα στα ψυχιατρικά προβλήματά τους, δεν έχουν γενικά θεραπευτές. Εντούτοις, οι μητέρες στη μέτρια κατηγορία επιδιώκουν συχνά τους θεράποντες. Επιλέγουν χαρακτηριστικά έναν θεραπευτή, με τον οποίο αναπτύσσουν μια αμοιβαία κοινωνία θαυμασμού και στην οποία ο θεράπων (συνειδητά ή ασυναίσθητα) γίνεται ο πρωτοπόρος της μητέρας, στην πάλη της με τον πρώην σύζυγο.
Περισσότερο συχνά, η μητέρα επιλέγει μια γυναίκα ως θεράποντα - ειδικά μια γυναίκα, που είναι η ίδια ανταγωνιστική προς τους άνδρες. Συχνά, ο θεράπων της μητέρας έχει ελάχιστη, η καθόλου επαφή με τον πατέρα και έτσι δεν ακούει την πλευρά της ιστορίας του. Όταν συναντιούνται με αυτόν, θα είναι χαρακτηριστικά εχθρικοί και άπονοι. Μερικές φορές τα παιδιά θα παρουσιαστούν σε αυτόν τον θεράποντα, για να τους βοηθήσει φαινομενικά να εξετάσουν τις ταπεινώσεις που υποφέρουν στα χέρια του πατέρα τους.
Αν και το δικαστήριο μπορεί να εκτιμήσει την παθολογική φύση του δεσμού που έχει η μητέρα με το θεράποντά της, μπορεί να είναι απρόθυμο να διατάξει τη διακοπή μίας τέτοιας θεραπείας.
Το δικαστήριο, λοιπόν, πρέπει να διατάξει τη μητέρα, να δει το θεράποντα του δικαστηρίου, ακόμη κι αν η συνεργασία της δεν είναι πιθανό να είναι σημαντική και ακόμα κι αν μπορεί να επηρεαστεί σημαντικά από το θεράποντά της (που μπορεί ακόμα να επιμένει να τη βλέπει). Ο θεράπων του δικαστηρίου πρέπει να είναι σε θέση να ανεχτεί τις διαπεραστικές κραυγές και τους ισχυρισμούς των παιδιών για κακομεταχείριση. Κάνοντας φανερά αυτά που τα παιδιά δηλώνουν ότι θέλουν, δεν είναι το ίδιο πάντα με το να κάνεις αυτό που είναι καλύτερο για αυτά.
Ο θεράπων πρέπει να θυμάται ότι τα παιδιά ήταν πιθανό να είχαν μια καλή σχέση με τον πατέρα, πριν από το χωρισμό και ότι οι ισχυροί ψυχολογικοί δεσμοί πρέπει ακόμα να είναι παρόντες. Ο θεράπων πρέπει να δει τη ολοφάνερη έχθρα των παιδιών, ως επιφανειακή και σαν κολακεία στη μητέρα.
Είναι κρίσιμο ο θεράπων να εκτιμά, ότι τα παιδιά τον χρειάζονται σαν μία δικαιολογία για την επίσκεψη στον πατέρα. Όταν "είναι αναγκασμένα" να επικοινωνήσουν με τον πατέρα, μπορούν να ισχυριστούν στη μητέρα, ότι ο θεράπων είναι κακός ή σκληρός και ότι πραγματικά δεν θέλουν να δουν τον πατέρα τους, αλλά ότι ο θεράπων "τα αναγκάζει."
Ο δικαστής, επίσης, μπορεί να εξυπηρετήσει αυτήν την λειτουργία για τα παιδιά. Με μια δικαστική απόφαση, μπορούν να πουν στη μητέρα τους, "μισώ πραγματικά τον πατέρα μου, αλλά εκείνος ο ηλίθιος δικαστής με κάνει να τον δω." Πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση σε αυτό το σημείο. Είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να μειωθεί η ενοχή των παιδιών, όταν τον επισκέπτονται, και, σε πολλές περιπτώσεις, μπορεί να είναι απαραίτητο, εάν η επικοινωνία μπορεί να είναι δυνατή μόνο κατά αυτόν τον τρόπο.
Επιπλέον, είναι σημαντικό να εκτιμηθεί ότι τα μεγαλύτερα παιδιά μπορούν να διαδώσουν τον προγραμματισμό της μητέρας στα μικρότερα. Και τα μεγαλύτερα παιδιά είναι ιδιαίτερα πιθανό να το κάνουν αυτό, κατά τη διάρκεια των επισκέψεων στον πατέρα. Η μητέρα με αυτόν τον τρόπο στηρίζεται στη συνεργασία τους για να «δουλέψει» πάνω στα μικρότερα, όταν βρίσκονται στο «εχθρικό στρατόπεδο» (το σπίτι του πατέρα). Αυτά τα μεγαλύτερα παιδιά οργανώνουν μηχανορραφίες και μέσα στο σπίτι του πατέρα.
Στην κατάσταση, που η μητέρα παρατηρεί άμεσα τα παιδιά - είναι το πλέον πιθανόν να αντισταθούν στη μετάβαση με τον πατέρα τους και θα έχουν σχεδόν σίγουρα και την υποστήριξη της μητέρας τους (προφανή ή συγκεκαλυμμένη) για την απροθυμία τους .Εναλλακτικές μεταβατικές ρυθμίσεις πρέπει, επομένως, να επινοηθούν, ρυθμίσεις που δεν θα βάζουν τα παιδιά σε μια κατάσταση, στην οποία είναι με τη μητέρα και τον πατέρα συγχρόνως.
Μόλις λάβει το δικαστήριο μια τελική απόφαση, ότι τα παιδιά θα παραμείνουν με την μητέρα, έπειτα πρέπει αντιμετωπίσει τις εκστρατείες μίσους. Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό σημείο. Τα παιδιά αναπτύσσουν στις εκστρατείες δυσφήμησής τους, την επιθυμία να διατηρηθεί ο ψυχολογικός δεσμός με τη μητέρα. Η προσφυγή στο δικαστήριο για την επιμέλεια, απειλεί μια διάσπαση αυτού του δεσμού. Μόλις διατάξει το δικαστήριο, ότι τα παιδιά θα παραμείνουν πρώτιστα με τη μητέρα τους, μπορούν να χαλαρώσουν και να τους επιτραπεί να απολαύσουν μια πιο γενναιόδωρη σχέση με τον πατέρα τους.
Επίσης, είναι σημαντικό για τους δικαστές να εκτιμήσουν, ότι δεν είναι όλοι οι θεράποντες κατάλληλοι για να συνεργαστούν με τέτοιες οικογένειες. Όπως προαναφέραμε, πρέπει να είναι έμπειροι για να ανεχτούν τις υπερβολές των παιδιών.
Τις ψεύτικες αντιλήψεις των εμπλεκόμενων σ’ αυτές τι εκστρατείες μίσους θα τις αλλάξουν οι θεράποντες στο βαθμό που μπορούν να παρέχουν στα πρόσωπα αυτά μια ζωντανή εμπειρία. Οι θεράποντες με έναν ισχυρό προσανατολισμό προς την ψυχαναλυτική θεραπεία, συμβιβάζονται γενικά κατά τη θεραπεία των γονικών οικογενειών συνδρόμου αποξένωσης. Όταν ένα γονικό σύνδρομο αποξένωσης είναι παρόν, η θεραπευτική προσέγγιση πρέπει πρώτα να περιλάβει σε έναν σημαντικό βαθμό χειρισμούς και δομές ανθρώπων (συνήθως μέσα από τη δικαστική απόφαση), προτού να μπορέσει κάποιος να καθίσει και να μιλήσει θεραπευτικά με τα ενδιαφερόμενα μέρη.
Επιπλέον, οι θεράποντες που δέχονται σαν έγκυρες τις επιθυμίες του ασθενή (είτε παιδί, είτε ενήλικα) και τις εξετάζουν, ενώ αντενδείκνυται αυτό θεραπευτικά στην πίεση ή εξαναγκάζουν έναν ασθενή, δεν είναι ,επίσης, καλοί υποψήφιοι για να εξυπηρετήσουν τέτοιες οικογένειες. Κάνοντας, λοιπόν, ότι ο ασθενής θέλει και κάνοντας ότι ο ασθενής χρειάζεται, αναγκαία μπορούν να είναι δύο εξ ολοκλήρου διαφορετικά πράγματα. Γι’ αυτόν τον λόγο τα δικαστήρια διαδραματίζουν έναν τέτοιο σημαντικό ρόλο, στη μεταχείριση των οικογενειών, στην οποία το γονικό σύνδρομο αποξένωσης είναι παρόν. Χωρίς ο θεραπευτής να έχει τη δύναμη του δικαστηρίου να επιφέρει τους διάφορους χειρισμούς και τις δομικές αλλαγές, η θεραπεία δεν είναι δυνατή.
ΗΠΙΑ ΜΟΡΦΗ ΓΟΝΙΚΗΣ ΑΠΟΞΕΝΩΣΗΣ
Όσον αφορά τη θεραπεία για το συγκεκριμένο στάδιο γονικής αποξένωσης, στα περισσότερα παιδιά μπορεί να χρειαστεί μια τελική δικαστική απόφαση, που επιβεβαιώνει ότι θα παραμείνουν πρώτιστα με τη μητέρα και την πλήρη διαβεβαίωσή, ότι δεν θα υπάρξει καμία μεταφορά της αρχικής επιμέλειας στον πατέρα τους. Αυτό συνήθως "θεραπεύει" το γονικό σύνδρομο αποξένωσης. Εάν τα παιδιά χρειάζονται τη θεραπεία είναι για άλλα πράγματα, ενδεχομένως, σχετικά με τις κακεντρέχειες του διαζυγίου.
6iii ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ – ΣΥΖΗΤΗΣΗ
Εν κατακλείδει, στην παρούσα εργασία επιχειρήσαμε μια μικρή διερεύνηση του θεσμού της δικαιοσύνης, όσον αφορά την μεταχείριση των δυο φύλων και τους γονεικούς τους ρόλους. Από την εργασία, λοιπόν, αυτή μπορούμε να παρατηρήσουμε, ότι οι άνδρες πιστεύουν πως έχουν πέσει θύματα μιας εξέλιξης που τους επιβλήθηκε (φεμινισμός) και μιας σειράς άδικων κατηγοριών. Ενός φεμινισμού που διαθέτει σήμερα σημαντική ηθική κα ενοχοποιητική εξουσία (Μπαντεντέρ, Ε., 2005). Στο όνομα της ισότητας δημιουργήθηκαν ανισότητες με αρνητικό τελικό αποδέκτη τον πατέρα, αλλά κυρίως το παιδί και τους νέους. Σήμερα, παραβιάζονται βασικά δικαιώματα του παιδιού και του πατέρα – άνδρα και παρεμποδίζεται ο γονεικός ρόλος του πατέρα.
Παροπλισμένοι, αποπροσανατολισμένοι, γεμάτοι πικρία και ανησυχία, οι άνδρες φαντάζονται, στους χειρότερούς τους εφιάλτες, μια μελλοντική ζωή όπου θα είναι αντικείμενα, ευνούχοι, άχρηστοι – ακόμη και στο θέμα της αναπαραγωγής. Οι πιο ηλικιωμένοι μιλούν για τις «πρωταθλήτριες» που τους έβγαλαν νοκ άουτ. Οι πιο νέοι για τη «γυναικεία κυριαρχία». Όλοι φοβούνται λίγο πολύ τις νέες τους αντιπάλους (Μπαντεντέρ, Ε., 2005, σελ. 129).
Παρατηρήσαμε, επίσης, ότι ορισμένες αποφάσεις απαξιώνουν τον πατέρα ως γονιό, αλλά και ηθικά, κοινωνικά και συναισθηματικά, πλήττοντας την πατρική του ιδιότητα και αξιοπρέπεια. Βέβαια, οι δικαστικές αυτές αποφάσεις είναι απόρροια απόψεων από κακοερμηνευμένες ψυχαναλυτικές θεωρίες, οι οποίες υποστηρίζουν ότι το παιδί έχει μόνο ένα πρωταρχικό φροντιστή και αυτός είναι η μητέρα.
Ο Χριστοδουλάκης, Θ. (2006) ανέφερε ότι αυτός είναι ο λόγος, που έγκυροι Δικαστικοί, χωρίς δεύτερη σκέψη και χωρίς ίχνος ενοχών, διαμελίζουν ψυχικά παιδιά, που έχουν την ατυχία να βιώνουν τις συνέπειες, όχι μόνο ενός διαζυγίου, αλλά και μιας νομικής αντίληψης, που πιστεύει ότι τα βοηθάει και ωστόσο βασίζεται σε μία μακρά αλυσίδα επιστημονικών παραλήψεων και λαθών.
Η μέχρι σήμερα απόδοση της επιμέλειας στον ένα γονιό, δημιούργησε νέα προβλήματα και η σύγχυση μεταξύ των εννοιών (αλλά και η εφαρμογή) της γονικής μέριμνας, επιμέλειας, κατοικίας, επικοινωνίας, στα οποία προστίθεται η διατροφή ως ο κύριος λόγος διένεξης, αντιδικίας και σχέσεων-διαζυγίου, έφερε τα αρνητικά αποτελέσματα στον ψυχισμό των παιδιών. Τα παιδιά έχασαν τον προσανατολισμό τους, τα σημεία αναφοράς και την ψυχο-κοινωνική τους ταυτότητα με την απουσία του πατέρα.
Επίσης, παρουσιάσαμε τα τραγικά αποτελέσματα της εξαναγκαστικής αποξένωσης που υφίσταται το παιδί από τον γονιό, που δεν έχει την επιμέλεια. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, ο γονιός που έχει την επιμέλεια, υποθέτει ότι έχει απόλυτη εξουσία στο παιδί δημιουργώντας του αρνητικά αισθήματα κατά του άλλου γονιού (Κακλαμανάκη, Ρ., 2007). Αυτό έχει ως συνέπεια και την ψυχική αποξένωση του παιδιού από τον άλλο γονιό, μετά την φυσική αποξένωση, που προέρχεται εξαιτίας της δικαστικής απόφασης.
Επιπλέον, αναφέραμε την σπουδαιότητά της πρότασης για τα Οικογενειακά Δικαστήρια, αλλά και περιγράψαμε τις θεραπευτικές προσεγγίσεις και την εμπλοκή των κοινωνικών λειτουργών στην καλύτερη αντιμετώπιση παρόμοιων οικογενειακών κρίσεων.
Όπως προαναφέραμε, λόγω του ότι στην συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων την επιμέλεια αναλαμβάνει η μητέρα, μέσω των δικαστικών αποφάσεων, ο πατέρας είναι κυρίως ο γονιός από τον οποίο αποξενώνεται το παιδί.
H καθημερινή, όμως, απρόσκοπτη σχέση-επικοινωνία του πατέρα με τα παιδιά είναι επιβεβλημένη, διότι η βιωματική αυτή σχέση θα του αναπτύξει αισθήματα σταθερότητας, ισορροπίας και κοινωνικότητας. Κρίνεται αναγκαία, λοιπόν, η πραγματοποίηση ερευνών από τους αρμόδιους κλάδους της Επιστήμης, καθώς και η δημιουργία του θεσμού του «Οικογενειακού Δικαστηρίου» στην χώρα μας, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες, ώστε η πολιτεία μας με γνώση και σύνεση να περιορίσει τις συνέπειες μιας έτσι κι αλλιώς κακής, αλλά μερικές φορές αναπόφευκτης λύσης, που είναι το διαζύγιο.
Τέλος, επειδή είναι βέβαιο, πως ζούμε σε μια εποχή διατάραξης, δυναμικής μεταβολής, έως και μετάλλαξης των παραδοσιακών αξιών και ηθικής, όσον αφορά στις διαπροσωπικές σχέσεις των δύο φύλων, το γάμο, την οικογένεια και τα παιδιά,. θεωρούμε πως πρέπει να δοθεί μεγάλη προτεραιότητα στη συναισθηματική ωρίμανση της οικογένειας, η οποία δε θα θεωρηθεί στιγματισμένη, εάν συμβουλευτεί κάποιον ειδικό, ώστε τα μέλη της να αυξήσουν τη δημιουργικότητά τους, να βελτιώσουν την επικοινωνία τους ή να ξεπεράσουν τις αναπόφευκτες κρίσεις της οικογενειακής ζωής. Πρέπει να κατανοηθεί ότι δεν είμαστε παρά μόνο ανθρώπινα πλάσματα, τα οποία μοιάζουμε πολύ μεταξύ μας, κι ότι, εάν δεν είμαστε μέρος της λύσης του προβλήματος, τότε είμαστε το ίδιο το πρόβλημα.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Α/Α
• Αγκασενσκί Σ. (2000) «Πολιτική των φύλων». Εκδόσεις: Πόλις.
• Adler A. (1978) «Η αγωγή του παιδιού». Εκδόσεις: Επίκουρος, Σειρά: Άνθρωπος και κόσμος.
• Albrechtsen Janet (2003) «Fathers Are Not Optional» 7th May 2003, The Australian.
• Ann L. Coker, PhD, Keith E. Davis, PhD, Ileana Arias, PhD, Sujata Desai, PhD, Maureen Sanderson, PhD, Heather M. Brandt, MSPH, Paige H. Smith, PhD, MSPH (2007). «Physical and Mental Health Effects of Intimate Partner Violence for Men and Women» Forensic Science International 167 53–55
• Archer J. (Ed.) (1994) «Male violence». London: Routledge.
• Archer J. (2000). «Sex differences in aggression between heterosexual partners: a meta-analytic review». Psychol Bull.
• Argall, P. and Cowderoy, B. (1997) «We can take it: Young people and drug use» In H. Kemshall and J. Pritchard (eds) Good Practice in Risk Assessment and Management 2: Protection, Rights and Responsibilities. London: Jessica Kingsley Publishers.
• Astor, H. (1994) «Swimming Against the Tide: Keeping Violent Men out of Mediation», in J. Stubbs, (ed.) Women, Male Violence and the Law, Sydney, Federation Press. Β/Β
• Baldry, A. (2002) Victimisation of Domestic and Sexual Violence in eastern Europe, in Nieubeerta P. (ed) Crime Victimisation in Comparative Perspective, Den Haag.
• Barber, B., & Thomas, D. (1986) «Dimensions of fathers' and mothers' supportive behavior: A case for physical affection». Journal of Marriage and the Family, 48, 783–794. [Context Link]
• Barnett Guy 2003, http://guybarnett.com/article.asp?artid=179 accessed on 9/1/2008.
• Biller, H. B., & Borstelmann, L. J. (1967) «Masculine development: An integrative review». Merrill-Palmer Quarterly, 13, 253–294. [BIOSIS Previews Link] [Context Link] 130
Biller, H.B. (1971) «Fathering and female sexual development» Medical Aspects of Human Sexuality. 5, 11, 126-138.
• Breton, M. (1990) «Learning from Social Groupwork Traditions». Social Work with Groups, 13, 3, pp. 21 – 34.
• Bronson, W. C. (1959) «Dimensions of ego and infantile identification». Journal of Personality, 27, 532–545. [Context Link]
• Bryson, V. (1998) «Patriarchy: A Concept Too Useful to Lose». Contemporary Politics, τομ. 5,4.
• Bryson, V. (2000) «Men and Sex Equality». Politics, τομ. 20,1.
• Bryson, V. (2005) «Φεμινιστική Πολιτική Θεωρία» Μεταφρ.: Πανάγου Ε., εκδόσεις: Μεταίχμιο επιστήμες, Αθήνα.
• Burke, P. (1990) «The fieldwork team response: An investigation into the relationship between client categories, referred problems and outcome». British journal of Social work 20, 469-482. C/Γ
• Cadman Alan (2003) «Fathering for the Future» accessed on 9/1/2008 http://www.alancadman.com.au/viewarticle.asp?intarticleid=892
• Cartwright GF (1993) «Expanding the parameters of parental alienation syndrome». American Journal of Family Therapy, 21:3:205-215
Γιαρένη Ιωάννα Αρ. (2004) «Γυναίκα & ανθρώπινα δικαιώματα». Εκδόσεις: Έλλην – Γ. Παρικος & Σια Ε.Ε., Αθήνα.
• Γιώργας Δημητρίου (1995) «Κοινωνική Ψυχολογία : στάσεις, αντίληψη του προσώπου, στερεότυπα , επιθετικότητα, δυαδικές σχέσεις και επικοινωνία». Εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα, Τόμος αΑθήνα.
• Clawar SS. & Rivlin BV (1991) «Children Held Hostage: Dealing with Programmed and Brainwashed Children». Chicago, IL, American Bar Association.
• Coakley, J. (2001) «Sport in Society». Issues and controversies .New York. McGraw Hill.
• Cohen L., Manion L. (1997) «Μεθοδολογία Εκπαιδευτικής Έρευνας» (μτφ. Χ. Μητσοπούλου, Μ. Φιλοπούλου).Εκδόσεις: Έκφραση, Αθήνα.
• Corby, B. (1996) «Risk assessment in child protection work». In H. Kemshall and J. Pritchard (eds) Good Practice in Risk Assessment and Management 1. London: Jessica Kingsley Publishers.

D/Δ
• Δεμερτζής Κ. (2007) Κέντρο δικανικών μελετών: Κύκλος Δικαιικού προβληματισμού, θέμα: «Εισήγηση και προτάσεις για μια ριζική αναμόρφωση του οικογενειακόυ δικαίου: H συνεισφορά της εμπειρίας των χωρισμένων πατέρων», 15 Νοεμβρίου, ώρα 8 μ.μ. Ιστοσελίδα www.kostasbeys. gr.
• Distler, L. S. (1965) «Patterns of parental identification: An examination of three theories». Unpublished doctoral dissertation, University of California, Berkeley. [Context Link]
• Dunne J & Hedrick M (1994) «The parental alienation syndrome: an analysis of sixteen selected cases». Journal of Divorce and Remarriage, 21:3/4:21-38.
• Dunn M.C. (2004) «The politics of father Rights Activists- Do persistent critics of the family court behave in a way which stands up to scrutiny?» Presented to Natinal Abuse free Contact Campaign.
E/E
Elle, 4 Νοεμβρίου 2002 στην Μπαντεντέρ Ελίζαμπετ (2005) Σελ. 74 «Σε λάθος δρόμο: οι αντιφάσεις, οι οπισθοχωρήσεις, το μέλλον». Εκδ: Καστανιώτης. Ζ
• Ζαιμάκης, Γ. (2002) «Κοινοτική Εργασία και Τοπικές Κοινωνίες. Ανάπτυξη, Συλλογική Δράση, Πολυπολιτισμικότητα». Εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα.
F/Φ
Fatherhood Foundation (2002) About Us – History http://www.fathersonline.org/about/index.html
• Fatherhood Foundation (2002i) «Fatherhood Foundation» Newsletter Issue Issue No.9-28 October, 2002.
• Fatherhood Foundation 2003 The 12 Point Plan Fatherhood Foundation 2003i Fatherhood Foundation Newsletter Issue No. 44-30th June, 2003
• Fatherhood Foundation 2003ii Fatherhood Foundation Newsletter Issue No. 24-10th February, 2003.
• Fatherhood Foundation 2003iii Fatherhood Foundation Newsletter Issue No 43-23 June, 2003.

Fatherhood Foundation 2003iv National Fathering Forum Delegates List August 15, 2003.
• Fatherhood Foundation 2003v Fatherhood Foundation Newsletter Issue No. 50-11 August, 2003
• Fatherhood Foundation 2003vi Fatherhood Foundation Newsletter Issue No. 36-5th May, 2003
• Fatherhood Foundation 2003vii Fatherhood Foundation Newsletter Issue No. 57-29th September, 2003 Wenham Margaret 2003i 50-50 Vision 11/07/03 Courier Mail, Brisbane 2003.
• Fiebert, M. S. & Gonzalez, D. M. (1997) «Women who initiate assaults: The reasons offered for such behavior». Psychological Reports, 80, 583-590.
• Fitz-Simmons, M. J. (1935) «Some parent-child relationships as shown in clinical case studies» (Contributions to Education No. 643). New York: Teachers College, Columbia University. [Context Link]
• Flood Michael (2003) «Fatherhood and Fatherlessness». The Australia Institute, Discussion Paper No. 59, November, pp. 21-23.
• Fontes, David L. Psy.D. (1999) «What domestic violence presenters don’t tell you». Information on Male Victims of Domestic Violence, 9728 Kent St., Suite C, Elk Grove, CA 95624 E-mail: maledv@citlink.net
• Φραντζεσκάκη, Ι. (1987) «Αντικοινωνική Συμπεριφορά των νέων. Χουλιγκανισμός, Αναρχισμός, Τρομοκρατία, Ναρκωτικά και λοιπές σύγχρονες μορφές αντικοινωνικής συμπεριφοράς». Εκδόσεις: Σάκκουλα. Αθήνα.
• Frodi, A., Macauley, J. and Thome, P.R. (1977) «Are women always less aggressive than men? A review of the experimental literature». Psychological Bulletin, 84, 634-660.
G
• Gardner, Richard A. (1987) «The Parental Alienation Syndrome and the Differentiation Between Fabricated and Genuine Child Sex Abuse». Creative Therapeutics. Cresskill, New Jersey.
• Gardner, Richard A. (1991) «Νομικές και ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις στους τρεις τύπους γονικών συνδρόμων αποξένωσης στην οικογένεια: όταν η ψυχιατρική και ο νόμος ενώνουν τις δυνάμεις». Court review, volume 28, number 1, p. 14-21 American Judges Association.
• Gardner, Richard A. (2002) Unpublished Manuscript, Accepted for Publication «Does DSM-IV Have Equivalents for the Parental Alienation Syndrome (PAS) Diagnosis?». Department of Child Psychiatry, College of Physicians and Surgeons Columbia University, New York, USA.
• George, M.J. (1994) Riding the Donkey backwards: Men as the unacceptable victims of marital violence. Journal of Men’s Studies 3(2) November p.137-159
• George, M. J. (1997) Into the eye of the Medusa: beyond testosterone, men and violence. Journal of Men’s Studies, 5, 295–313.
• George M.J. (2003) «Invisible touch» Department of Neuroscience, St. B artholomew’s and Royal London Hospital Medical School, Queen Mary College (London University), Mile End Road, London E1 4NS, UK.
• Gibelman, M. (1995) What Social Workers Do? Washington, DC: NASW.
• Gordon, R.M. (1998) «The Medea Complex and the Parental Alienation Syndrome: When Mothers Damage Their Daughter’s Ability to Love a Man. The Mother - Daughter Relationship Echoes Through Time». Ed. by Gerd H. Fenchel. Jason Aronson Inc. Northvale, New Jersey.
• Gunn, J. (1997) «Maintaining a balanced perspective on risk». International Review of Psychiatry 9, 163 - 5.
Η/Η
• Huntington DS (1986) «The forgotten figures in divorce, in Divorce and Fatherhood: The Struggle for Parental Identity». Edited by Jacobs JW, Washington DC, American Psychiatric Association Press.
• Jackman Christine (2003) «When Dads get Deadly» 17 September 2003 The Australian.
• Jacobs, J.W. (1988) «Euripides' Medea: A psychodynamic model of severe divorce pathology». American Journal of Psychotherapy. 42, 2, 308-319.
 • Johnston JR, & Campbell LE (1988) «Impasses of Divorce: The Dynamics and Resolution of Family Conflict». New York, The Free Press.
• Johnston JR (1993) «Children of divorce who refuse visitation, in Nonresidential Parenting». New Vistas in Family Living. Edited by Depner CE, Bray JH, London, Sage Publications.
• Juni, S. And Grimm, D.W. (1993) «Sex-role similarities between adults and their parents». Contemporary Family Therapy.15,3,247-251.
• Jurik & Gregware (1989) «A method for murder: An interactionist analysis of homicides by women». Tempe: Arizona State University, School of Justice Studies.
K/Κ
• K. Daniel O’ Leary (2000) «Are women really more aggressive than men in intimate relationships? Comment on Archer (2000)» Psycological Bulletin Vol. 126, No. 5, 685-689, State University of New York at Stony Brook.
• Κακλαμανάκη Ρούλα (2007) «Η γυναίκα χτες και σήμερα: Ισονομία, ισότητα, αλλά και διαφορετικότητα». Εκδόσεις: Κέδρος Α.Ε., Αθήνα.
• Kelly, J. W., & Worell, L. (1976) «Parent behavior related to masculine, feminine, and androgynous sex role orientations». Journal of Consulting and Clinical Psychology, 44, 843–851. [Context Link]
• Kipnis, A. (1994). «Men, movies and monsters. Heroic masculinity as a crucible to male violence». Psychological Perspectives, 29, 38–51.
• Klein, M. (1984). Narrative of a child analysis. R. Money-Kyrle (Ed.), The writings of Melanie Klein (Vol.4). New York: Free Press. (Original work published in 1961).
• Κυριαζή Νότα (1999) «Η κοινωνιολογική έρευνα: κριτική επισκόπηση των μεθόδων και των τεχνικών». Εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα.
L/Λ
• Lansky Vicki (1994) «Αντιμετωπίζοντας το παιδί μετά το διαζύγιο». Μεταφρ.: Ανδρεοπούλου Σοφία, Εκδόσεις: Αναστασιάδη, Αθήνα.

Lawson, J. (1996) «A framework of risk assessment and management for older people». In H. Kemshall and J. Pritchard (eds) Good Practice in Risk Assessment and Management 1. London: Jessica Kingsley Publishers.
• Leonard, K. E. (1993) «Drinking patterns and intoxication in marital violence: Review, critique and future directions for research». In S. E. Martin, Alcohol and interpersonal violence: Fostering multidisciplinary perspectives (pp. 253-276). Washington, DC: US Department of Health and Human Services.
Libération, 10 Μαρτίου 2002 στην Μπαντεντέρ Ελίζαμπετ (2005) Σελ. 111 «Σε λάθος δρόμο: οι αντιφάσεις, οι οπισθοχωρήσεις, το μέλλον». Εκδ.: Καστανιώτης.
• Lidz, R. W., & Lidz, T. (1949) «The family environment of the schizophrenic patient». American Journal of Psychiatry, 106, 332–345. [Context Link]
• Lidz, T., Parker, B., & Cornelison, A. (1956) «The role of the father in the family environment of the schizophrenic patient». American Journal of Psychiatry, 113, 126–132. [Context Link]
Μ/M
• Maccoby EE. & Mnookin RH (1992) «Dividing the Child: Social and Legal Dilemmas of Custody». Cambridge, MA, Harvard University Press.
• Mc Leod M. (1984) «Women against men: An examination of domestic violence based on an analysis of official data and national victimization data». Justice Quarterly, 1.
• Mann, C. R. (1990). Black female homicide in the United States, Journal of Interpersonal Violence, 5, 176-201.
• Μαράτου – Αλιπράντη (1995) «Η οικογένεια στην Αθήνα: Οικογενειακά πρότυπα και συζυγικές πρακτικές». Εκδόσεις: ΕΚΚΕ, Αθήνα.
• Μαρκάτος Ν., καθηγητής Ε.Μ.Π. τ. Πρύτανης, Χριστοδουλάκης Θ., ψυχίατρος, διευθυντής ψυχιατρικής κλινικής, Χειρδάρης Β., δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων: Ημερίδα του Συλλόγου για την Ανδρική και Πατρική Αξιοπρέπεια (ΣΥΓΑΠΑ), 23/6/2006, που διοργανώθηκε στην Αθήνα με θέμα: «Η διαδικασία του διαζυγίου στην Ελλάδα – δικαιώματα του πατέρα. Αποτελέσματα Παιδείας και Πολιτισμού στην νέο-ελληνική κοινωνία».
• Mead Lawrence (1999) «Welfare reform and the Family» Family Matters No.54 Spring/Summer Page 1 Australian Institute of Family Studies, Melbourne.
• Miller R. (2004) «Female abusers hide behind veil of motherly stereotypes» Monday, February 23, The Express-Times.
• Miller Tony (2003) «Dads In Distress Bare Facts» http://www.dadsindistress.asn.au/information.html
• Milner, J. (1995) «Physical child abuse assessment: Perpetrator assessment». In. J. Campbell (ed) Assessing Dangerousness:Violence by Sexual Offenders, Batterers and Child Abusers. London: Sage.
• Mouseler Virginie (2006) «Οι γυναίκες και οι ομοφυλόφιλοι – Η ψεύτικη αδιαφορία». Μεταφρ.: Τζαμαλούκα Γ.Σ., εκδόσεις: Παπαζήση, Αθήνα.
• Μπαντεντέρ Ελίζαμπετ (2005) «Σε λάθος δρόμο: οι αντιφάσεις, οι οπισθοχωρήσεις, το μέλλον». Εκδόσεις: Καστανιώτης
• Muehlenberg Bill (2004) «Why Families Are In Strife». Family World News June 2004. article 1, Australian Christian Network. http://www.pastornet.net.au/fwn/2004/jun/art11.html
• Mussen, P. H. & Distler, L. (1959) «Masculinity, identification, and father-son relationships». Journal of Abnormal and Social Psychology, 59, 350–356. [Context Link]
• Mussen, P. H. (1961) «Some antecedents and consequences of masculine sex-typing in adolescent boys». Psychological Monographs, 75(2, Whole No. 506). [Context Link]
N/N
• Nicholson A. (1995) Chief Justice, Enhancing Access to Justice, Family Court of Australia Second National Conference Papers, 2-23 September, Family Court of Australia. P1.
• Νόβα – Καλτσούνη Χριστίνα (1994) «Κοινωνικοποίηση: Η Γένεση του Κοινωνικού Υποκειμένου». Εκδόσεις: Gutenberg, Αθήνα. 137
Νόβα – Καλτσούνη Χριστίνα (2006) «Μεθοδολογία εμπειρικής έρευνας στις κοινωνικές επιστήμες, ανάλυση δεδομένων με τη χρήση του ssps 13» Εκδόσεις: Gutenberg, Αθήνα.
O/O
• Olver, R.R., Aries, E. and Batgos, J. (1989) «Self-other differentiation and the mother-child relationship: The effects of sex and birth order». Journal of Genetic Psychology,150,3, 311-322.
• Orlofsky, J. L. (1979) «Parental antecedents of sex-role orientation in college men and women». Sex Roles, 5, 495–512. [Context Link]
P/Π
• Πανταζοπούλου – Φωτεινέα Α. (2003) Εργασιακό περιβάλλον και Ψυχικές Επιπτώσεις (Οργανωτική – Βιομηχανική Ψυχολογία). Προσέγγιση από τον χώρο της Ιατρικής της Εργασίας, Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας, Αθήνα.
• Passmore Daryl (2004) «The Ultimate Revenge», The Sunday Mail, 13 Jun04 p1 Queensland.
• Patterson, D. (1991) «The other victim: the falsely accused parent in sexual abuse and custody case». Journal of Family Law 30:919 941.
• Perry Della and Whitemore Ruth (2002) «Recontextualising Violence: Children, 'Disability' and Gender». People 1st Program WA.
• Peterson, D. R., Becker, W. C., Hellmer, L. A., Shoemaker, D. J., & Quay, H. C. (1959) «Parental attitudes and child adjustment». Child Development, 30, 119–130. [Context Link]
• Pine F. (1995) «On the Origin and Evolution of a Species of Hate: A Clinical-Literary Excursion». In Akhtar,S., Kramer,S., Parens,H.,Eds. The Birth of Hatred. Developmental, Clinical, and Technical Aspects of Intense Aggression.pp 105 132. Jason Aronson Inc. Northvale, New Jersey, London.
R/Ρ
• Rand DC (1996) «Comprehensive psychosocial assessment in factitious disorder by proxy, in Spectrum of Factitious Disorders». Edited by Feldman MD, Eisendrath SJ. Washington DC, American Psychiatric Press, Inc., 1996.

Rathus Zoe, Rendell Kathryn and Lynch A. (2000) «An unacceptable risk: A Report on child contact arrangements where there is violence in the family». Brisbane, Women’s Legal Service.
• Robinson Elly and Rodgers Bryan (2004) Mental Health & Changing Families http://www.anu.edu.au/cmhr/changingfamilies.php
• Rodgers Bryan, Blewitt Kelly, Jacomb Patricia, Rosenman Stephen (2003) «Childhood Adversity and Abuse and Mental Health in Adult Life». Paper presented at 8th Australian Institute of Family Studies Conference, Feb.
• Rohner, Ronald P., Veneziano, Robert A. (2001) «The importance of love of fathers: History and modern elements». Volume 5(4), December, p 382-405, Review of General Psychology, Copyright 2001 by the American Psychological Association, Inc.
• Russell, E., & Ward, J., (2002) «Fan Violence Social Problem or Moral Panic?» Aggression and Violent Behavior ,7: 453-475
S/Σ
• Σαμαράς Απόστολος ψυχολόγος-ψυχοθεραπευτής, Τσάβλου Ε., κοινωνική λειτουργός Κέντρο ψυχικής υγείας Καβάλας, Σπιτάλας Νίκος, καθηγητής ΤΕΙ, πρόεδρος ΣΥ.Γ.Α.Π.Α.: Ημερίδα του Συλλόγου για την Ανδρική και Πατρική Αξιοπρέπεια (ΣΥΓΑΠΑ), 8/4/2006, που διοργανώθηκε στη Δράμα με θέμα: «Διαζύγια, επιπτώσεις στον συναισθηματικό και κοινωνικό κόσμο των παιδιών».
• Σαμπάνη Ε., Τσιλιμπάρη Α. Τσοπάνη Κ. (2007) «Η επιθετικότητα των γυναικών στην συντροφική σχέση». Πτυχιακή Εργασία, Τ.Ε.Ι. Ηρακλείου.
• Selltiz, C., Wrightsman, L.S., και Cook, S.W., (1976) «Research Methods in Social Relations» (3η έκδ.), New York: Holt, Rinehart and Winston.
• Shared Parenting Council of Australia 2002i SPCA Media Release 22 October 2002
• Shared Parenting Council of Australia 2002ii SPCA Media Release November 18, 2002.
• Shared Parenting Council of Australia 2002iii SPCA News Update Vol 1 Issue 2, 30 November 2002
• Shared Parenting Council of Australia 2002iv SPCA News Update Vol 1 Issue 1, 2002. 28 October 2002 p3.
Shared Parenting Council of Australia 2003 Affiliate Organisations http://www.spca.org.au/
• Shared Parenting Council of Australia 2003i Submission to the House of Representatives Standing Committee on Family and Community Affairs Inquiry into Child Custody Arrangements in the event of Family Separation p17
• Shared Parenting Council of Australia 2003ii www.spca.org.au home page.
• Shorter, D. (1976). «The making of the modern family». London: Collins.
• Σπιτάλας Ν., καθηγητής ΤΕΙ, Δραμιλαράκη Μ. παιδοψυχίατρος, Παπαδόπουλος Θ., δικηγόρος στον Άρειο Πάγο, Μητροπολίτης Βέροιας – Νάουσας – Καμπανίας Παντελεήμονα: Ημερίδα του Συλλόγου για την Ανδρική και Πατρική Αξιοπρέπεια (ΣΥΓΑΠΑ), 18/6/2006, που διοργανώθηκε στην Βέροια με θέμα: «Η ακούσια απουσία του πατέρα στο διαζύγιο, επιπτώσεις τον ψυχικό κόσμο των παιδιών. Ηθική και οικογενειακή παράμετρος».
• Skynner Robin & Cleese John (1992) «Οικογένεια, η σύγχρονη Οδύσσεια» Εκδόσεις: Κέδρος, Αθήνα.
• Steinmetz, S.K. (1977) «The battered husband syndrome». International Journal, 2, 499-509.
Stewart JW (1991) «The molestation charge». California Family Law Monthly 7:9:329-335.
• Σύλλογος Για την Ανδρική και Πατρική Αξιοπρέπεια (ΣΥΓΑΠΑ) www.sos-sygapa.eu
Τ/Τ
• ΤΑ ΝΕΑ , 18/04/2006 , Σελ.: N16, Κωδικός άρθρου: A18516N161, ID: 515380 Θέμα: «Δεν βλέπω τα παιδιά λόγω αργίας. Αποφάσεις για γέλια και για κλάματα στην επιμέλεια μετά το διαζύγιο», Νίνα Μουστάκα, Μάρθα Καιτανίδη.
• Thoennes N & Tjaden PG (1990) «The extent, nature, and validity of sexual abuse allegations in custody visitation disputes». Child Abuse & Neglect 12:151-163.
• Thomas, N. (1994) «The social worker as a “bad object”». British journal of Social work 24, 71-86.
• Thompson Bill: http://www.parental-alienation- 140
Τζαμαλούκα Γ, Παπαδάκη Μ, Χατζηφωτίου Σ, Χλιαουτάκης Ι (2006) «Συμπεριφορές συναισθηματικής κακοποίησης σε ενήλικα ζευγάρια: Ένα υπόδειγμα με ερμηνευτικό παράγοντα τον τρόπο ζωής». Το βήμα των Κοινωνικών Επιστημών, τεύχος 46, Σελ.113-155.
• Τζαμαλούκα Γ., Ζύγα Ε., Φωτεινέα Ε., Παπαδακάκη Μ., Χλιαουτάκης Ι. (2006) «Η βίωση της ενδο-γονεϊκής βίας και οι ψυχολογικές της συνέπειες». ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ, Αποδεκτό, Τόμος 13, Τεύχος 3.
• Τζαμαλούκα Γ. (2007) «Μεθοδολογικές προσεγγίσεις αποτίμησης κινδύνου στην κοινωνική φροντίδα και την κοινωνική εργασία». Ποινική Δικαιοσύνη: Νομοθεσία & Νομολογία Θεωρία & Πράξη, τεύχος 10, (100), σελ.217 – 225.
• Tzamalouka G., Parlalis S., Soultatou P., Chliaoutakis J. (2007) «Applying the concept of lifestyle in association with aggression and violence in Greek couples». Journal of Aggressive Behaviour. 32:1-25, Impact Factor 1.20
• Troll, L. (1987) «Mother-daughter relationship through the life span». Applied Social Psychology Annual. 7, 284-305.
• Turkat Ira Daniel (1995) «Divorce related malicious mother syndrome». Journal of Family Violence 10:3:253-264.
V
• Valentine, M. (1994) «The social worker as a “bad object”». British journal of Social work 24, 71-86.
W
• Weber, R.P. (1990) «Basic Content Analysis». London: Sage Publications.
• West William, 2003, New moves to reduce divorce rate. Kairos Catholic Journal Vol 14 No 10 15 June 2003. Catholic Archdiocese of Melbourne.
Χ/Χ
• Χατζηφωτίου, Σ. (2005) «Ενδοοικογενειακή Βία κατά των γυναικών και παιδιών: Διαπιστώσεις και προκλήσεις για την Κοινωνική Εργασία». Εκδόσεις: Τζιόλας, Θεσ/νίκη.

Χριστοδουλάκης Θ., ψυχίατρος, διευθυντής ψυχιατρικής κλινικής, Μαρκάτος Ν., καθηγητής Ε.Μ.Π. τ. Πρύτανης Χειρδάρης Β., δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων,: Ημερίδα του Συλλόγου για την Ανδρική και Πατρική Αξιοπρέπεια (ΣΥΓΑΠΑ), 23/6/2006, που διοργανώθηκε στην Αθήνα με θέμα: «Η διαδικασία του διαζυγίου στην Ελλάδα – δικαιώματα του πατέρα. Αποτελέσματα Παιδείας και Πολιτισμού στην νέο-ελληνική κοινωνία».
SITES ΑΠΟ ΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ
http://www.akidsright.org
www.elsevier.com/locate/forsciint http://www.AKidsRight.Org/video.html http://feminist4fathers.mensnewsdaily.com http://www.sharedparentingworks.org
http://www.medlook.net
http://www.fact.on.ca/Info/pas/links/pas_link.htm
http://www.equalparenting.org/
http://www.childhealth.gr/synedrio5a.html
http://www.in2.gr/dman.php?id=4005
Association of Family and Conciliation Courts Research Unit) http://www.interscience.wiley.com/journal email: office@greekhelsinki.gr ιστοσελίδα: http://cm.greekhelsinki.gr/
http://www.csulb.edu/~mfiebert/assault.htm The Truth on Domestic Violence http://nzmera.orcon.net.nz/altmrfaq.html alt.mens-rights FAQ http://www.landwave.com/family/ More Truth on DV http://nzmera.orcon.net.nz/menlinks.html 1000 Men's/Dads' Links http://www.calib.com/nccanch/pubs/factsheets/canstats.cfm Child Abuse Statistics An "indigenous" people is that which committed the last local genocide http://nzmera.orcon.net.nz/contents.html Sex, Lies & Feminism

ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
ΓΕΡΜΑΝΙΑ
http://whatiscoming up.wordpress. com
http://fulda. vaeteraufbruch. de/DemoFulda
ΙΣΠΑΝΙΑ
http://www.unidospo rlacustodiacompa rtida.org
http://es.youtube. com
ΒΕΛΓΙΟ
http://laviedeperes .over-blog. com/
http://sospapa. babelleir. be/
ΓΑΛΛΙΑ
http://fr.wikipedia .org/wiki/ Fausses_accusati ons_d'abus_ sexuel
www.youtube. com/parentalnet www.dailymotion. com/reseau- parental- europe
FMCP / NMCP / l'Enfant et son pц╗re
ΚΑΝΑΔΑ
http://www.hc-sc.gc.com/nc-cn
http://www.justice. gc.ca/fra/ pi/rpad-pad/ rap-rep
ΕΛΛΑΔΑ
www.sos-sygapa. eu
www.internationalie nation.blogspot. com
ΓΕΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
• Brearley, C.P. (1982) «Risks and Social Work: Hazards and Helping». London: Routledge and Kegan Paul.
• Burke, P. (1999) Social Services Staff. Risks Face and Their Dangerousness to Others. In P. Parsloe. Risk Assessment in social care and Social Work. (eds) Research Highlights. Aberdeen.
• Fiebert Martin S. (2007) «References examining assaults by women on their spouses or male partners: an annotated bibliography». California State University, Long Beach.
• George, M. J. (2007) «The "great taboo" and the role of patriarchy in husband and wife abuse». International Journal of Men's Health, 6, 7-22.
• Jacobs JW. (1986) «Involuntary child absence syndrome: an affliction of divorcing fathers, in Divorce and Fatherhood: The Struggle for Parental Identity». Edited by Jacobs JW, Washington DC, American Psychiatric Association Press.
• Johnston JR. & Roseby V. (1997) «In the Name of the Child: A Developmental Approach to Understanding and Helping Children of Conflicted and Violent Divorce». New York, Free Press.
• Leonard, K.E., Roberts, L.J. (1998): «The effects of alcohol on the marital interactions of aggression and nonaggressive husbands and their wives». Journal of Abnormal Psychology 107: 602-615.
• Macintyre Jenny (2007): «Boys spurn contact with father», Sunday Star Times, 21 October.
• Martin Herbert, (1998) «Χωρισμός και διαζύγιο-αντιμετώπιση προβλημάτων παιδιού και εφήβου». Εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα.
• Papadakaki, M., Tzamalouka, G.S., Chatzifotiou, S., Chliaoutakis, J.E. (2008) «Seeking for risk factors of intimate partner violence (IPV) in a Greek nationale sample: The role lf self-esteem». Journal of Interpersonal Violence, May, 7.
• Pearson Patricia (1998) «When She Was Bad: Violent Women & the Myth of Innocence». Penguin Books, pp. 119-123.

Rand D.C (1993) «Munchausen syndrome by proxy: a complex type of emotional abuse responsible for some false allegations of child abuse in divorce». Issues in Child Abuse Accusations 5:3:135-155
• Rogers, M. (1992) «Delusional disorder and the evolution of mistaken sexual allegations in child custody cases». American Journal of Forensic Psychology 10:1:47-69.
• Rogers, M.L. (1990) «Coping with alleged false sexual molestation: examination and statement analysis procedures». Issues in Child Abuse Accusations 2:2:57-68.
• Scott, D. (1998) «A qualitative study of social work assessment in cases of alleged child abuse». British Journal of Social Work 28, 73-88.
• Straus, M.A. (1997) «Yes, physical assaults by women partners: A social problem, women, men, and gender». Ongoing Debates by M.R. Walsh, New Haven: Yale University Press, pp. 210 – 221.
• Thompson Jr., E. H. (1990). «Courtship violence and the male role». Men's Studies Review, 7 (3), 1, 4-13.
• Turkat, I.D. (1994) «Child visitation interference in divorce». Clinical
Psychology Review 14:8:737-742.
• Turkat, A. (1997) «Management of visitation interference». The Judges' Journal, American Bar Association February 17- 47.
• Young Cathy (2000) "The Sadness of the American Father" The American Spectator, June.

Δεν υπάρχουν σχόλια: