Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

12629/2005 ΜΠΡ. ΘΕΣΣΑΛ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΙΩΣΗΦΙΔΟΥ


12629/2005 ΜΠΡ ΘΕΣΣΑΛ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΙΩΣΗΦΙΔΟΥ

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ (INTRACOM IT SERVICES)

12629/2005 ΜΠΡ ΘΕΣΣΑΛ (390818)
(ΑΡΜ 2006/240) Ρύθμιση επικοινωνίας τέκνου με γονέα : Η ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου. Το συμφέρον του τέκνου μπορεί να επιβάλει τον περιορισμό ή και τον αποκλεισμό του δικαιώματος επικοινωνίας με κριτήριο την αρχή της αναλογικότητας. Κρίση ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει το χρονικό περιορισμό του δικαιώματος επικοινωνίας, το οποίο εφεξής θα ασκείται σε δημόσιο χώρο με την παρουσία κοινωνικού λειτουργού. Υποβολή αιτήματος διενέργειας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης με το σημείωμα σε δίκη ρύθμισης δικαιώματος επικοινωνίας. Κρίση ότι πρόκειται για αίτηση διενέργειας συντηρητικής απόδειξης με ιατρική πραγματογνωμοσύνη, η οποία υποβάλλεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 348 ΚΠολΔ. Με σημείωμα Α-Ν.Α.Λ. στον ΑΡΜΕΝΟΠΟΥΛΟ. "Η περίληψη αυτή ελήφθη από το περιοδικό ΑΡΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ, εκδόσεως του Δ.Σ. Θεσσαλονίκης".

ΜονΠρθεσ 12629/2005

Δικαστής: Αναστασία Ιωσηφίδου. Δικηγόροι: Χ. Παναγιωτίδου - Ν. Διαλυνάς, Κ. Πακιρτζίδου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1520 ΑΚ, ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό και, στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων του ανηλίκου ως προς την άσκηση του δικαιώματος αυτού, το Δικαστήριο καθορίζει τον τρόπο κατά τον οποίο θα γίνεται η επικοινωνία. Για τον καθορισμό της επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο είναι αδιάφορο για ποιο λόγο οι γονείς δεν ζουν μαζί, ποιος από αυτούς έχει την επιμέλεια του τέκνου και αν αυτός που αξιώνει την επικοινωνία είναι υπαίτιος για τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των γονέων ή τη λύση του γάμου τους. Η άσκηση του δικαιώματος της επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο αποβλέπει κυρίως στο καλώς εννοούμενο συμφέρον του τέκνου και πρέπει συνεπώς να ρυθμίζεται με τέτοιον τρόπο, ώστε η πραγματοποίηση της να γίνεται κάτω από τους όρους που αποτελούν τις αναγκαίες προφυλάξεις για να εξουδετερωθεί ο τυχόν δυνάμενος να προέλθει από την επικοινωνία κίνδυνος για το ανήλικο.
Εξάλλου, η ρύθμιση του παραπάνω δικαιώματος λειτουργεί μέσα στο γενικότερο πλαίσιο διατάξεων που προβλέπουν την άσκηση του δικαιώματος αλλά και του καθήκοντος των γονέων για τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους, για την οποία ο νόμος επιτάσσει, η ρύθμιση αυτή να αποβλέπει πρωτίστως στο συμφέρον του τέκνου. Επομένως και το δικαστήριο, όταν ρυθμίζει την άσκηση της προσωπικής επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο του, πρέπει πάντοτε να αποφασίζει με οδηγό το καλώς εννοούμενο συμφέρον του τελευταίου, λαμβάνοντας υπόψη του τις προκύπτουσες συντρέχουσες συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες θα ασκείται η προσωπική αυτή επικοινωνία στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. ΑΠ 534/91 Δνη 32.1505, Εφθεσ 1560/2003 Αρμ 2003.1273, ΕφΑΘ 2758/98 Δνη 39.1646, Εφθεσ 2322/97 Δνη 40.358, ΕφΑΘ 4818/1997 Δνη 39.879), επιβάλλοντας, εφόσον είναι αναγκαίο για την προστασία του συμφέροντος του τέκνου, περιορισμούς στην άσκηση της, οι οποίοι μπορούν να αναφέρονται στον τόπο και το χρόνο της επικοινωνίας, την παρουσία τρίτων προσώπων κατά τη διάρκεια της, ή ακόμη να συνίστανται στη λήψη μέτρων που διαμορφώνουν την επικοινωνία με ιδιαίτερο τρόπο λόγω ειδικών περιστάσεων. Εάν όμως υφίστανται εξαιρετικές, ακραίες καταστάσεις, ή η άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας γίνεται με τρόπο καταχρηστικό, είναι δυνατόν και να αποκλειστεί η άσκηση του με δικαστική απόφαση, εφόσον πάντοτε αυτό είναι αναγκαίο μόνον για το συμφέρον του τέκνου, η σχετική δε δικαστική απόφαση, σε περίπτωση μεταβολής στο μέλλον των συνθηκών που οδήγησαν στον αποκλεισμό αυτό, μπορεί να μεταρρυθμιστεί με νέα απόφαση, η οποία θα άρει τον αποκλεισμό (βλ. ΑΠ 509/1992 αδημ., ΕφΛαρ 575/2003 αδημ., Γεωργιάδη-Σταθόπουλου ΑΚ, Οικογενειακό Δίκαιο, άρθρο 1520 σελ. 231, Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Το δικαίωμα επικοινωνίας στα πλαίσια του εκσυγχρονισμένου Οικογενειακού Δικαίου, σε Αρμ 42.1097-1103, ιδίως σελ. 1098- 1099- βλ. αντιθ. ότι δεν νοείται πλήρης αποκλεισμός, ΑΠ 534/91 ό.π., ΕφΟεσ 1560/2003 ό.π., ΕφΑΘ 2758/98, ό.π., ΕφΟεσ 2322/97 ό.π., ΕφΑΘ 4818/1997 ό.π.), με βάση δε την αρχή της αναλογικότητας, η επιβολή του αποκλεισμού τελεί υπό την προϋπόθεση ότι άλλα ηπιότερα μέτρα κατάλληλης ρύθμισης της επικοινωνίας έμειναν χωρίς αποτέλεσμα, ή η αναποτελεσματικότητα τους είναι δεδομένη εκ των προτέρων (βλ. Γεωργιάδη- Σταθόπουλο, ό.π., σελ. 232-233).
Σημαντικό κριτήριο για την εξειδίκευση του συμφέροντος του ανηλίκου αποτελεί η προσωπική του γνώμη, η αναζήτηση της οποίας (γνώμης του) εξαρτάται από την ωριμότητα αυτού, η οποία προϋποθέτει μια κάποια ηλικία (βλ. ΕφΑΘ 1898/2000 Δνη 42.455, ΕφΑΘ 6742/1996 αδημ., Γεωργιάδη-Σταθόπουλο, ό.π., ιδίως σελ. 232, Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 1100). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1536 ΑΚ, αν από τότε που εκδόθηκε δικαστική απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα και την επικοινωνία των γονέων με το ανήλικο τέκνο, μεταβλήθηκαν οι συνθήκες, το δικαστήριο οφείλει, κατόπιν αιτήσεως ενός ή και των δύο γονέων, των πλησιέστερων συγγενών ή και του Εισαγγελέα, να προσαρμόσει την απόφαση του στις νέες συνθήκες, με την ανάκληση ή τη μεταρρύθμιση της, σύμφωνα με το συμφέρον του τέκνου (βλ. ΑΠ 1377/96 Δνη 38.1953, ΕφΟεσ 1560/2003 Αρμ 2003.1273, ΕφΟεσ 2322/1997 Δνη 40.358), αρμόδιο δε Δικαστήριο είναι εκείνο που εξέδωσε τη σχετική απόφαση και που κρίνει κατά την ίδια διαδικασία (βλ. ΕφΟεσ 2322/1997 Δνη 40.358).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την με αριθμό καταθέσεως 2137/19.1.2005 αίτηση του ο αιτών, επικαλούμενος επείγουσα περίπτωση και ουσιώδη μεταβολή των συνθηκών, ζητά να μεταρρυθμιστεί η με αριθμό 4089/1992 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και με την οποία ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του με το ανήλικο τέκνο του, ηλικίας τότε 2 ετών και ήδη 14 ετών, ώστε να αυξηθεί ο χρόνος επικοινωνίας του μ` αυτό, ο οποίος λόγω ηλικίας του δεν είναι πλέον επαρκής, και να γίνεται η επικοινωνία αυτή κατά το χρόνο που προσδιορίζεται στην αίτηση και είναι προς το συμφέρον του ανηλίκου.
Ζητά επίσης να απειληθεί κατά της καθής χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση για κάθε παράβαση της απόφασης που θα εκδοθεί, και να καταδικαστεί αυτή στην πληρωμή των δικαστικών του εξόδων. Η αίτηση, η οποία αρμόδια εισάγεται για συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ), σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσας, είναι νόμιμη και ο αντίθετος ισχυρισμός της καθής περί ελλείψεως επείγουσας περίπτωσης, για το λόγο ότι η απόφαση της οποίας ζητείται η μεταρρύθμιση εκδόθηκε το έτος 1992, χωρίς έκτοτε ο αιτών να ασκήσει τακτική αγωγή για την οριστική ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Στηρίζεται δε στις διατάξεις των άρθρων 1520,1536 ΑΚ, 696 παρ. 3, 735,176 και 950 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ` ουσίαν. Η καθής η αίτηση, με προφορική δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων της κατά τη συζήτηση, άσκησε προφορικά ανταίτηση, την οποία αναπτύσσει και με το έγγραφο σημείωμα της και με την οποία, επικαλούμενη επείγουσα περίπτωση, ζητά επίσης να μεταρρυθμιστεί η παραπάνω απόφαση και να αποκλεισθεί πλήρως η άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του αιτούντος με το τέκνο τους, διότι αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του τελευταίου και να καταδικαστεί ο αιτών στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων. Η ανταίτηση αυτή παραδεκτά και αρμόδια ασκείται στο Δικαστήριο αυτό κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. του ΚΠολΔ) και, σύμφωνα επίσης και με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσας, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 1520, 1536 του ΑΚ, 696 παρ. 3, 735 και 176 του ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ` ουσίαν, συνεκδικαζόμενη με την παραπάνω κύρια αίτηση, λόγω της συνάφειας τους.
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων του μάρτυρα του αιτούντος - καθού η ανταίτηση Κ.Π. και της μάρτυρος της καθής η αίτηση - ανταιτούσας Β.Χ. που εξετάστηκαν στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση, την χωρίς όρκο εξέταση του αιτούντος - καθού η ανταίτηση κατά τη συζήτηση, από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, καθώς και από τις ομολογίες των διαδίκων και όλη γενικά τη διαδικασία πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 28.4.1990 στη θεσσαλονίκη, ο οποίος ήδη λύθηκε αμετάκλητα, από το γάμο τους δε αυτόν απέκτησαν ένα τέκνο, τον Μ.0., που διανύει ήδη το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του. Μετά την οριστική διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, που επήλθε στο τέλος Δεκεμβρίου 1991, με την με αριθμό 322/1992, ήδη αμετάκλητη, απόφαση αυτού του δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνων, η άσκηση της γονικής μέριμνας του τέκνου τους ανατέθηκε στην ανταιτούσα μητέρα του, με την οποία και διαμένει έκτοτε, ενώ με την με αριθμό 750/1992 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατά την παρούσα διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ρυθμίστηκε εκτός άλλων και η άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του αιτούντος με το τέκνο τους και συγκεκριμένα ορίσθηκε ότι αυτός θα επικοινωνεί μαζί του δύο φορές κάθε εβδομάδα, ημέρα Τρίτη και Πέμπτη, επί μία ώρα κάθε φορά και, ύστερα από συνεννόηση με τη μητέρα του, επί δύο ώρες κάθε Κυριακή. Ακολούθως, κατόπιν σχετικής αιτήσεως της ήδη ανταιτούσας και προφορικής ανταιτήσεως του ήδη αιτούντος, με την με αριθμό 4089/92 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατά την ίδια διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, μεταρρυθμίστηκε η παραπάνω απόφαση ως προς τη διάταξη της που αφορούσε το δικαίωμα επικοινωνίας του τέκνου τους με τον αιτούντα και το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι ο τρόπος άσκησης του δικαιώματος αυτού εκ μέρους του γίνεται με τρόπο βλαπτικό για το ανήλικο και δεν είναι προς το συμφέρον του η συχνή επικοινωνία του μ` αυτόν, όρισε η επικοινωνία αυτή να πραγματοποιείται μια φορά την εβδομάδα, επί δύο ώρες και συγκεκριμένα ημέρα Παρασκευή από ώρα 6 μ.μ. μέχρι ώρα 8 μ.μ., εκτός των διαστημάτων της θερινής άδειας της μητέρας του ανηλίκου και του χρονικού διαστήματος των εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, κατά τα οποία ορίσθηκε ότι η επικοινωνία θα πραγματοποιείται, κατά μεν την περίοδο των εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα δύο φορές την εβδομάδα επί δύο ώρες κάθε φορά και συγκεκριμένα ημέρα Τρίτη και Πέμπτη από ώρα 6 μ.μ. μέχρι ώρα 8 μ.μ., κατά δε την περίοδο των θερινών διακοπών (από 1 Ιουλίου έως 16 Σεπτεμβρίου) δύο επίσης φορές την εβδομάδα επί δύο ώρες κάθε φορά και συγκεκριμένα, ημέρα Τρίτη και Πέμπτη από ώρα 6 μ.μ. μέχρι ώρα 8 μ.μ. Ορίσθηκε επίσης ότι ο πατέρας του ανηλίκου θα παραλαμβάνει αυτόν από την είσοδο της πολυκατοικίας όπου βρίσκεται η οικία της μητέρας του και θα τον επιστρέφει στο ίδιο μέρος.

Μετά την έκδοση της τελευταίας παραπάνω, με αριθμό 4089/92, απόφασης, ο και ήδη αιτών επιδίωξε την ανάκληση της και την εκ νέου ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του, η σχετική όμως αίτηση του απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την με αριθμό 2615/1993 απόφαση αυτού του δικαστηρίου και ακολούθως με νέα αίτηση του επιδίωξε και πάλι τη μεταρρύθμιση της και τη διεύρυνση του δικαιώματος επικοινωνίας του και η αίτηση του όμως αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την με αριθμό 412/95 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, μέχρι δε σήμερα δεν έχει ασκήσει τακτική αγωγή για την οριστική ρύθμιση του δικαιώματος αυτού και ήδη, με την υπό κρίση αίτηση του, επιδιώκει εκ νέου τη μεταρρύθμιση της παραπάνω (4089/1992) απόφασης και την αύξηση του χρόνου επικοινωνίας του με το ανήλικο τέκνο του. Το τελευταίο, κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης αυτής διήνυε το δεύτερο έτος της ηλικίας του και ήδη, όπως προαναφέρεται, διανύει το δέκατο πέμπτο, είναι δε μαθητής της Γ` τάξεως του ιδιωτικού Γυμνασίου θεσσαλονίκης... Όπως πιθανολογήθηκε από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, από την αρχή της ρύθμισης της, η επικοινωνία του αιτούντος με το τέκνο του δεν υπήρξε ομαλή, εξαιτίας των ιδιαίτερα εχθρικών και τεταμένων σχέσεων μεταξύ των γονέων του, που είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργούνται κάθε φορά έντονα και πολλές φορές βίαια επεισόδια μεταξύ τους, παρουσία του τέκνου τους, με δυσμενείς συνέπειες στον ψυχικό κόσμο αυτού. Συγκεκριμένα με την παραπάνω απόφαση, της οποίας ζητείται η μεταρρύθμιση, έγινε δεκτό ότι ο πατέρας του ανηλίκου, συστηματικά, κάθε φορά που ασκούσε το δικαίωμα επικοινωνίας του με τον ανήλικο, συμπεριφερόταν "κατά τρόπο εριστικό, υβριστικό, απροκλήτως δε, με επιθετικό ύφος και άγριο τόνο εξύβριζε και απειλούσε την αιτούσα (μητέρα του ανηλίκου) και τη μητέρα της, με αισχρές φράσεις, πάντοτε παρουσία του παιδιού, με αποτέλεσμα να προκαλείται τρόμος στο νήπιο, να ξεσπά σε κλάματα και κραυγές και να διαταράσσεται τοιουτοτρόπως συχνά η οικιακή ειρήνη τόσο του ανηλίκου όσο και της μητέρας του και της συνοικούσας μαζί γιαγιάς του", μνημονεύονται δε στο σκεπτικό της απόφασης οι από 3.8.1992 μηνύσεις της αιτούσας και της μητέρας της, καθώς και τα από 19.5.1992, 21.5.1992, 5.7.1991, 12.7.1992, 17.5.1991, 12.6.1992 αποσπάσματα από το βιβλίο συμβάντων αδικημάτων του ΙΑ` Α.Τ. θεσσαλονίκης. Επίσης έγινε δεκτό με την ίδια απόφαση, ότι η συχνότητα της επικοινωνίας του ανηλίκου με τον πατέρα του, υπό τις παραπάνω συνθήκες, δημιούργησε σ` αυτό αίσθημα ανασφάλειας και φόβου. Όπως δε πιθανολογείται από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης και μέχρι σήμερα, καθ` όλο το χρονικό διάστημα των δεκατριών περίπου ετών που μεσολάβησαν από την έκδοση της, ο αιτών εξακολούθησε να ασκεί με τον ίδιο προαναφερόμενο τρόπο το δικαίωμα της επικοινωνίας του με τον ανήλικο, γεγονός που είχε ως συνέπεια την έντονη άρνηση του τελευταίου να επικοινωνεί μαζί του. Την άρνηση αυτή ο αιτών αποδίδει σε επηρεασμό του ανηλίκου από τη μητέρα του, γεγονός που οξύνει την εχθρότητα του προς το πρόσωπο της, η οποία δεν αμβλύνθηκε καθόλου με την πάροδο των ετών, αλλά εκδηλώνεται κάθε φορά που πρόκειται να πραγματοποιηθεί η επικοινωνία του με το τέκνο τους, αλλά και άλλες ημέρες κατά τις οποίες αυτός απαιτεί να επικοινωνήσει μ` αυτό, παρότι δεν έχει τέτοιο δικαίωμα με βάση την παραπάνω απόφαση και παρά την αντίθετη θέληση του ίδιου του ανηλίκου. Ο τελευταίος, όπως διαπιστώθηκε και κατά την προσωπική επικοινωνία του με τη δικαστή του δικαστηρίου αυτού, που έγινε ιδιαιτέρως, εμφανίζει πολύ αρνητική στάση απέναντι στον πατέρα του, εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο ασκεί αυτός το δικαίωμα επικοινωνίας του, η οποία κάθε φορά συνοδεύεται από επεισόδια.
Συγκεκριμένα πιθανολογήθηκε ότι ο αιτών, καθ` όλο το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την έκδοση της απόφασης της οποίας ζητά τη μεταρρύθμιση μέχρι την παρούσα συζήτηση, μη συμμορφούμενος με το διατακτικό της απόφασης αυτής, που ορίζει τις συγκεκριμένες ημέρες και ώρες της επικοινωνίας και ότι αυτός θα παραλαμβάνει το τέκνο του από την είσοδο της πολυκατοικίας όπου βρίσκεται η κατοικία της ανταιτούσας, απαιτεί να εισέρχεται εντός της οικίας της, παρά τη θέληση της και μάλιστα και σε ημέρες που δεν έχει κατά την παραπάνω απόφαση δικαίωμα επικοινωνίας, κάμπτοντας την άρνηση της να του επιτρέψει την είσοδο με τη δημιουργία εντόνων επεισοδίων, τα οποία πολλές φορές λήγουν μόνον με την επέμβαση αστυνομικών οργάνων και τα οποία γίνονται αντιληπτά από τους ενοίκους της οικοδομής και περιοίκους, εξυβρίζοντας την με χυδαίες λέξεις και φράσεις και χαρακτηρισμούς μειωτικούς για την προσωπικότητα της, εκμεταλλευόμενες τις ιδιαίτερες συνέπειες που έχει ή κατά τον παραπάνω τρόπο δημόσια έκθεση της. Τέτοια περιστατικά, που επαναλαμβάνονται μέχρι σήμερα με ολοένα αυξανόμενη ένταση, πολλές φορές και εντός της οικίας της ανταιτούσας, παρουσία πάντοτε και του τέκνου τους αλλά και τρίτων προσώπων, όπως η εξετασθείσα ως μάρτυρας της κατά την παρούσα συζήτηση νοσηλεύτρια, η οποία τα τελευταία τρία έτη φροντίζει την κατάκοιτη χήρα μητέρα της ανταιτούσας και γιαγιά του ανηλίκου που συνοικεί μαζί τους, καθώς και των καθηγητριών αγγλικής γλώσσας και φυσικής, που παραδίδουν ιδιαίτερα μαθήματα στον ανήλικο, από τις οποίες ορισμένες φορές απαίτησε και να διακόψουν τα μαθήματα, σε ώρες και ημέρες που δεν ορίζεται στην παραπάνω απόφαση ως χρόνος άσκησης της επικοινωνίας του, καταφερόμενος και εναντίον τους με τρόπο εξυβριστικό και απειλητικό. Μάλιστα και κατά το χρόνο των θερινών διακοπών του ανηλίκου με η μητέρα του, μετέβαινε στον τόπο όπου παραθέριζαν και απαιτούσε να επικοινωνεί με τον ανήλικο, χωρίς να προβλέπεται τέτοιο δικαίωμα του από τη σχετική παραπάνω δικαστική απόφαση. Ο χρόνος δε της επικοινωνίας του με τον ανήλικο αναλώνεται από τον αιτούντα κυρίως στο να καταφέρεται συστηματικά εναντίον της ανταιτούσας μητέρας του, με ιδιαίτερα προσβλητικούς χαρακτηρισμούς και στο να εκδηλώνει απειλητικές διαθέσεις εναντίον του προσώπου της και ιδίως της επαγγελματικής της υπόστάσης. Επίσης, πιθανολογήθηκε ότι ο αιτών τα τελευταία έτη και ιδίως μετά τη συνταξιοδότηση του από την εργασία του στον... όπου υπηρετούσε ως ανώτερος διοικητικός υπάλληλος (ο ακριβής χρόνος της συνταξιοδότησης του δεν προέκυψε), εμφανίζεται αιφνιδιαστικά στο σχολείο του ανηλίκου ή έξω από την κατοικία του, κατά την επιστροφή του από το σχολείο, απαιτώντας να επικοινωνήσει μαζί του και δημιουργώντας επεισόδια παρουσία των συμμαθητών του, όταν ο ανήλικος εκδηλώνει την αρνητική του στάση απέναντι του, το τελευταίο δε διάστημα εμφανίσθηκε στο σχολείο του κατ` επανάληψη τον ίδιο μήνα, μεταφέροντας μαζί του τούρτες γενεθλίων και απαιτώντας από αυτόν, παρουσία των συμμαθητών του, χωρίς να έχει γενέθλια, να εορτάσει κάθε φορά τα γενέθλια του, προκαλώντας του αισθήματα ταπείνωσης και ντροπής, που ενέτειναν την αρνητική του διάθεση απέναντι του. Όπως έχει ήδη λεχθεί, ο αιτών αποδίδει την άρνηση του ανηλίκου να επικοινωνεί μαζί του, την οποία και ο ίδιος επικαλείται στην αίτηση του, όπου αναφέρει ότι η στάση του είναι ψυχρή και αρνητική απέναντι του, σε επηρεασμό του από την ανταιτούσα μητέρα του, η οποία, όπως επίσης υποστηρίζει, παρεμποδίζει την επικοινωνία του με τον ανήλικο "με μεθοδεύσεις", επικαλούμενος με την αίτηση του ως συγκεκριμένη μεθόδευση μόνον ότι αυτή "κανόνισε την παράδοση ιδιαίτερου μαθήματος Φυσικής στο παιδί, ακριβώς κατά την ώρα και ημέρα της επικοινωνίας", η βασιμότητα όμως των ισχυρισμών του αυτών από κανένα στοιχείο δεν πιθανολογείται.

Συγκεκριμένα, τους παραπάνω ισχυρισμούς του υποστήριξε μόνον ο ίδιος, κατά τη χωρίς όρκο εξέταση του κατά τη συζήτηση, χωρίς όμως πειστικότητα, ενώ ο μάρτυρας του, συνταξιούχος δικηγόρος, ο οποίος δήλωσε ότι διατηρεί φιλικές σχέσεις μαζί του, όχι όμως στενές, περιορίσθηκε στο να υποστηρίξει ότι πιστεύει πως ο αιτών αγαπά τον ανήλικο, τον οποίο ο ίδιος (μάρτυρας) συνάντησε μόνον δύο φορές πριν ένα ή δύο έτη και πριν τρία έτη, κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας του με τον αιτούντα και διαπίστωσε ότι ήταν ψυχρός απέναντι στον τελευταίο και απλώς ανεχόταν την επικοινωνία τους, καθώς και ότι ο αιτών τον πληροφόρησε ότι η μητέρα του όρισε, σε ώρα που αυτός δικαιούται να επικοινωνεί μαζί του, ιδιαίτερο μάθημα. Όπως όμως κατηγορηματικά κατέθεσε η μάρτυρας της ανταιτούσας, η οποία έχει προσωπική αντίληψη των όσων κατέθεσε και η κατάθεση της κρίνεται αξιόπιστη, ουδέποτε η ανταιτούσα προσδιόρισε ιδιαίτερο μάθημα του ανηλίκου κατά την ώρα που σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας του ο αιτών και, συγκεκριμένα, το ιδιαίτερο μάθημα της Φυσικής που παρακολουθεί, γίνεται ημέρα Παρασκευή από ώρα 16.00 έως 17.00, ενώ ο προσδιοριζόμενος στη δικαστική απόφαση χρόνος επικοινωνίας την ίδια ημέρα είναι από 18.00 έως 20.000 Όμως ο αιτών, παρότι ο ανήλικος ρητά εκφράζει στον ίδιο ότι δεν επιθυμεί να έχει επαφές μ` αυτόν, όπως το γεγονός αυτό κατατέθηκε από τους μάρτυρες και των δύο πλευρών και στο παρελθόν αλλά και πρόσφατα, κατήγγειλε αβάσιμα κατ` επανάληψη στις αστυνομικές αρχές την ανταιτούσα ότι παρεμποδίζει την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του με τον ανήλικο (βλ. και το από 4.3.2005 έγγραφο του διοικητή του ΙΑ` Α.Τ. θεσσαλονίκης) και μάλιστα μερικές φορές προέβη σε τέτοιες καταγγελίες ενώ ο ανήλικος τον ανέμενε στην είσοδο της οικοδομής όπου βρίσκεται η οικία του, όπως συνηθίζει τους τελευταίους δύο περίπου μήνες, προκειμένου να αποτρέψει τη δημιουργία επεισοδίων με τη μητέρα του και την επέμβαση των αστυνομικών οργάνων στα οποία καταφεύγει ο πατέρας του. Όπως δε προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από τον ίδιο, με αριθμούς πρωτ. 14820/9.9.2003 και 14820.8/15.3.2005 απαντητικά προς αυτόν έγγραφα της Ανεξάρτητης Αρχής "Συνήγορος του Πολίτη", ο αιτών, ήδη από το έτος 2003, έχει αναφερθεί και στην αρχή αυτή, καταγγέλλοντας την ανταιτούσα για παρεμπόδιση της επικοινωνίας του με τον ανήλικο. Οι αναφορές του προς την παραπάνω αρχή δεν προσκομίζονται, όπως όμως προκύπτει από το περιεχόμενο του τελευταίου παραπάνω εγγράφου, πριν από την άσκηση της υπό κρίση αίτησης του, στις 4.9.2003 απέστειλε τέτοια αναφορά στην ενλόγω Αρχή, καταγγέλλοντας την ανταιτούσα ότι παρεμποδίζει την επικοινωνία του με τον ανήλικο στο χώρο του σχολείου του, με σχετική εντολή της προς τη Διεύθυνση του σχολείου, ενώ, όπως έχει ήδη αναφερθεί, τέτοιο δικαίωμα επικοινωνίας με τον ανήλικο στο χώρο του σχολείου δεν έχει, σύμφωνα με την με αριθμό 4089/1992 απόφαση, με την οποία ορίζεται ρητά ο χρόνος της επικοινωνίας και ο τόπος απ` όπου θα παραλαμβάνει τον ανήλικο. Η όλη παραπάνω συμπεριφορά του αιτούντος έχει ολέθριες συνέπειες στον ψυχικό κόσμο του ανηλίκου, ο οποίος μάλιστα, όπως και από την προσωπική του επικοινωνία με τη δικαστή αυτού του δικαστηρίου διαπιστώθηκε, είναι ένας ιδιαίτερα ευαίσθητος και συναισθηματικός έφηβος, με συγκροτημένη σκέψη και ωριμότητα, που όμως διακατέχεται από ανάμικτα αισθήματα φόβου, ντροπής και αγωνίας. Οι επαφές του με τον αιτούντα έχουν φτάσει να του προκαλούν πανικό και αναμένει απ` αυτόν ανά πάσα στιγμή να βλάψει τη μητέρα του και να τον αποσπάσει από αυτήν, πιθανότατα η οποία του προκαλεί τρομακτική ανασφάλεια και αισθήματα απελπισίας και διαρκούς αγωνίας και τον οδηγεί στο να μη δημιουργεί φιλίες με παιδιά της ηλικίας του και να μη συμμετέχει σε άλλες συνήθεις γι` αυτήν την ηλικία δραστηριότητες, προκειμένου να μην απομακρύνεται από την οικία του, φοβούμενος ότι κατά την απουσία του ο πατέρας του θα προκαλέσει κακό στη μητέρα του. Η αγωνία του δε αυτή κορυφώθηκε μόλις πληροφορήθηκε ότι ο αιτών άσκησε την υπό κρίση αίτηση επιδιώκοντας την αύξηση του χρόνου επικοινωνίας του και καταλαμβανόμενος από απόγνωση επιχείρησε να θέσει τέλος στη ζωή του. Συγκεκριμένα πιθανολογήθηκε ότι ο ανήλικος, στις 25.2.2005, τις νυκτερινές ώρες, επιχείρησε να αυτοκτονήσει, λαμβάνοντας άγνωστη ποσότητα από τα φάρμακα της κατάκοιτης γιαγιάς του, η ενέργεια του δε αυτή έγινε αντιληπτή από την προαναφερόμενη νοσηλεύτρια, η οποία εξετάστηκε ως μάρτυρας της ανταιτούσας κατά τη συζήτηση και η οποία κατόρθωσε να του προκαλέσει έμετο, όπως δε διαπιστώθηκε τα φάρμακα που πήρε ήταν σκευάσματα σιδήρου, μεταφέρθηκε όμως με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, όπου εξετάσθηκε και, αφού δεν διαπιστώθηκαν παθολογικά συμπτώματα, αποχώρησε χωρίς να ακολουθήσει νοσηλεία του, λόγω της σχετικής επιμονής της μητέρας του (βλ. την από 2.3.2005 βεβαίωση του Διευθυντή του ΕΚΑΒ θεσσαλονίκης και την από 1.3.2005 βεβαίωση του Διευθυντή της Α` Παθολογικής Κλινικής του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ). Μάλιστα ο ανήλικος, πριν από την παραπάνω απόπειρα του, έγραψε ένα σημείωμα προς τη μητέρα του, το οποίο προσκομίσθηκε από αυτήν κατά τη συζήτηση και το περιεχόμενο του οποίου είναι κατά λέξη το εξής: "Συγγνώμη μανούλα που αναγκάζομαι να αυτοκτονήσω αλλά δεν μπορώ να αντέξω τους εξευτελισμούς που θα μας κάνει αυτός ο αλήτης. Σε παρακαλώ μη στενοχωρηθείς αλλά ίσως έτσι απαλλαγείς και εσύ από αυτόν μια για πάντα. Σ` αφήνω με αγάπη". Από όλα τα παραπάνω πιθανολογείται πλήρως ότι η συνέχιση της άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας του αιτούντος, υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες, είναι ιδιαίτερα βλαπτική για το συμφέρον του ανηλίκου, όπως αυτό προσδιορίζεται και μέσα από τη γνώμη του ίδιου του ανηλίκου, η οποία συνεκτιμάται από το Δικαστήριο και πρέπει συνεπώς να μεταρρυθμιστεί η με αριθμό 4089/1992 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, λόγω μεταβολής των συνθηκών που λήφθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της, όχι όμως με αύξηση του χρόνου επικοινωνίας του όπως ζητά ο αιτών πατέρας του ανηλίκου, ούτε με πλήρη, προς το παρόν, αποκλεισμό της άσκησης του δικαιώματος αυτού, όπως ζητά η ανταιτούσα μητέρα του, αλλά με περιορισμό του και με ρύθμιση της άσκησης του υπό όρους που θα διασφαλίζουν την ψυχική ηρεμία και ισορροπία του ανηλίκου. Ενόψει δε της κρισιμότητας της ψυχικής κατάστασης αυτού και του ότι διανύει την ιδιαίτερα ευαίσθητη και κρίσιμη περίοδο της εφηβείας του, η επικοινωνία του αιτούντος με αυτόν πρέπει να γίνεται μία φορά κάθε μήνα, επί μια ώρα και συγκεκριμένα την πρώτη Παρασκευή κάθε μήνα, από ώρα 18.00 μέχρι ώρα 19.00, καθ` όλο το διάστημα του έτους, σε δημόσιο χώρο, με την παρουσία κοινωνικής λειτουργού, η οποία θα οριστεί με αίτηση του αιτούντος από την Εταιρία Προστασίας Ανηλίκων θεσσαλονίκης. Ο τρόπος αυτός επικοινωνίας κρίνεται ως ο πλέον ενδεδειγμένος για το αληθινό συμφέρον του ανηλίκου.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές και κατ` ουσίαν η αίτηση του αιτούντος καθώς και η υπό κρίση ανταίτηση, ως προς το αίτημα περιορισμού της επικοινωνίας του καθού η ανταίτηση με τον ανήλικο, που ως έλασσον περιέχεται στο μείζον αίτημα της ανταιτούσας για πλήρη αποκλεισμό της επικοινωνίας αυτής και, μεταρρυθμιζομένης της με αριθμό 4089/1992 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, να ρυθμιστεί η άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του αιτούντος -καθού η ανταίτηση, όπως προαναφέρεται και ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολο τους μεταξύ των διαδίκων (άρθρο 178 του ΚΠολΔ). Πρέπει να σημειωθεί ότι με το σημείωμα που κατέθεσε μετά την παρούσα συζήτηση, στις 28.3.2005, ο αιτών - καθού η ανταίτηση, επικαλούμενος το περιστατικό της απόπειρας αυτοκτονίας του ανηλίκου, το οποίο ο ίδιος αμφισβητεί ότι συνέβη, υπονοώντας εμμέσως πλην σαφώς ότι ενδέχεται να επινοήθηκε και να μεθοδεύτηκε η εμφάνιση του ως αληθινού περιστατικού από την ανταιτούσα, προς επίτευξη του σκοπού της να αποκλείσει την επικοινωνία του με τον ανήλικο (βλ. στην τρίτη σελίδα του σημειώματος του "εξάλλου, δεν είναι η πρώτη φορά που η καθής δεν διστάζει να παρουσιάσει ως διαταραγμένη την προσωπικότητα του παιδιού για να εξυπηρετήσει κάποια σκοπιμότητα") και επικαλούμενος επίσης ότι, αν πράγματι το περιστατικό αυτό συνέβη, "είναι απολύτως απαραίτητη η διεύρυνση του χρόνου επικοινωνίας του", υποβάλλει για την περίπτωση αυτή (που πράγματι δηλαδή ο ανήλικος επιχείρησε να αυτοκτονήσει), αίτημα διενέργειας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ανηλίκου και συγκεκριμένα ζητά να διαταχθεί "ως ασφαλιστικό μέτρο η εξέταση του παιδιού από ειδικό γιατρό για την εξακρίβωση της ψυχικής του υγείας... ώστε να διαφανεί και αν θα έπρεπε αυτό να παρακολουθείται από καιρό, πράγμα που θα έπρεπε να φροντίσει η καθής, δεν το έκανε όμως γιατί δεν το αντιλήφθηκε ως όφειλε και συνεπώς αποκλειστικά υπαίτια για την κατάσταση αυτή και συνεπώς ακατάλληλη για την άσκηση της επιμέλειας του τέκνου", δηλώνοντας και ότι επιφυλάσσεται να προσφύγει κατ` αυτής στα πολιτικά ή ποινικά δικαστήρια. Το αίτημα αυτό του αιτούντος, το οποίο, με το παραπάνω περιεχόμενο, μόνον ως αίτηση διεξαγωγής συντηρητικής απόδειξης με ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη, που θα χρησιμοποιηθεί από αυτόν σε άλλη δίκη, την οποία δεν προσδιορίζει συγκεκριμένα, μπορεί να εκτιμηθεί, πέραν του ότι η αίτηση αυτή είναι προεχόντως απορριπτέα, ως απαραδέκτως ασκηθείσα με το σημείωμα του στην παρούσα δίκη, σε κάθε περίπτωση είναι μη νόμιμη, καθόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπει ο νόμος για τη συντηρητική απόδειξη, η οποία ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 348 ΚΠολΔ, διατάσσεται και πριν από την έναρξη της δίκης, αν συμφωνούν οι διάδικοι ή υπάρχει κίνδυνος να χαθεί αποδεικτικό μέσο ή να δυσκολευτεί η χρήση του, ή πρόκειται να διαπιστωθεί η παρούσα κατάσταση πράγματος ή έργου, που αποτελεί ή πρόκειται να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής διένεξης και μόνο για συγκεκριμένο αμφισβητούμενο ισχυρισμό, με την προϋπόθεση ότι ο διάδικος που ζητά τη συντηρητική απόδειξη επικαλείται και πιθανολογεί συμφέρον, που δικαιολογεί την έκτακτη αυτή δικαστική ενέργεια, διατάσσεται δε από το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να δικάσει την κυρία δίκη, δηλαδή εκείνη στην οποία θα χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο η συντηρητική απόδειξη, εκτός αν ο κίνδυνος είναι άμεσος, οπότε μπορεί να υποβληθεί και σε κάθε άλλο δικαστήριο που μπορεί να αποφασίσει γρηγορότερα, κατά τις διατάξεις της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων (βλ. ΜονΠρΗρακλ 549/1999, ΝοΒ 47.1321, ΜονΠρθεσ 47/1997 Δνη 38.707, ΜονΠρΧαλκ 53/91 ΑρχΝ 1991.241, ΜονΠρΑΘ 2140/1986 Δνη 27.378, ΜονΠρΕδ 177/80 Δνη 21.442, Τζίφρα, Ασφαλιστικά Μέτρα, έκδ. Γ`, σελ. 516, Μπέη, Αι διαδικασίαι ενώπιον του Μον. Πρωτοδικείου, τόμ. Β`, σελ. 370-371, Β. Βαθρακοκοίλη, Ερμηνευτική - Νομολογιακή ανάλυση ΚΠολΔ, άρθρα 348, αριθμ. 3- 11, 349 αριθμ. 2-5).

Δεν υπάρχουν σχόλια: