Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 2011

179-2009 ΜΠρΑθ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΝΟΚΑ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΤΡΟΦΩΝ

Αριθμός Απόφασης
179/2009
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αλεξάνδρα Νόκα, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και τη Γραμματέα Μαρία Χορού.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2008, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Της ενάγουσας - εναγομένης: [ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΜΗΤΕΡΑΣ], συζ. [ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΠΑΤΕΡΑ], κατοίκου ΧΧΧΧΧΧΧΧ Η.Π.Α. και ήδη προσωρινής κατοίκου ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ, για την ίδια ατομικά και ως ασκούσης την προσωρινή επιμέλεια των ανήλικων τέκνων της [ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΑΙΔΙΩΝ], η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίου δικηγόρου Θεοδώρας Κωνσταντά.
Του εναγομένου - ενάγοντος: [ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΠΑΤΕΡΑ], κατοίκου ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Αριστείδη Κοντοάγγελου.
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 17-8-2007 αγωγή της, που κατατέθηκε με αριθμό 1974/2007, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 11ης -2-2008 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 15-5-2008 αγωγή του, που κατατέθηκε με αριθμό 1668/2008, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 14 ΑΚ οι προσωπικές σχέσεις των συζύγων ρυθμίζονται κατά σειρά: 1) από το δίκαιο της τελευταίας κατά τη διάρκεια του γάμου κοινής ιθαγένειάς του, εφόσον ο ένας τη διατηρεί, 2) από το δίκαιο της τελευταίας κατά τη διάρκεια του γάμου κοινής συνήθους διαμονής τους και 3) από το δίκαιο με το οποίο οι σύζυγοι συνδέονται στενότερα, ενώ κατά το άρθρο 18 ΑΚ, οι σχέσεις μεταξύ γονέων και τέκνων ρυθμίζονται κατά σειρά: 1) από το δίκαιο της τελευταίας κοινής ιθαγένειάς τους, 2) από το δίκαιο της τελευταίας κοινής συνήθους διαμονής τους και 3) από το δίκαιο της ιθαγένειας του τέκνου. Στον όρο «σχέσεις γονέων και τέκνων» περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου και η υποχρέωση διατροφής (ΕφΑθ 1550/1996 ΕλλΔνη 1996.1395). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1513 ΑΚ, συνδυαζόμενη και προς το άρθρο 1514 ΑΚ, στην περίπτωση διακοπής της συμβίωσης των συζύγων η άσκηση της γονικής μέριμνας του ανηλίκου τέκνου τους ρυθμίζεται από το δικαστήριο, το οποίο μπορεί να την αναθέσει σ' έναν από τους γονείς ή και σε τρίτο ή να την κατανείμει μεταξύ των γονέων. Για τη λήψη της απόφασης το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και τις τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου, σχετικά με την επιμέλεια και τη διοίκηση της περιουσίας του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1511 παρ. 2 ΑΚ, όταν κατά τις διατάξεις του νόμου το δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με το χρόνο της άσκησής της, πρέπει ν' αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου. Η απόφαση του δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγενείας, της εθνικής ή της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσίας, αλλά να στηρίζεται στις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές της ισότητας και της ισονομίας των φύλων (άρθ. 4 παρ. 1-2 του Συντάγματος) και στα ατομικά δικαιώματα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθ. 5 παρ. 1 του Συντάγματος) και 'της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης (άρθ. 13 παρ. 1 του Συντάγματος), όπως οι σχετικοί περιορισμοί προβλέφθηκαν ρητά στο προαναφερόμενο άρθρο 1511 παρ. 2 εδ. β του ΑΚ (βλ. Χ. Κούσουλα, Η Γονική Μέριμνα, 1987, σελ. 150 επ.). Από την παραπάνω διάταξη του ΑΚ, που αποτελεί εξειδίκευση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης, προκύπτει ότι ο δικαστής, κατά τη ρύθμιση της άσκησης της γονικής μέριμνας, δεν πρέπει κατ' αρχήν να κάνει διακρίσεις με βάση τη θρησκεία των γονέων, με την έννοια κυρίως ότι δεν δικαιούται να κρίνει ποια θρησκεία είναι σωστή (βλ. Χ. Κούσουλα, ό.π., σελ. 151). Στα πλαίσια όμως της αναζήτησης του συμφέροντος του τέκνου θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να συνεκτιμώνται οι επιπτώσεις των θρησκευτικών πεποιθήσεων των γονέων στη ρύθμιση της άσκησης της γονικής μέριμνας. Έτσι το δικαστήριο θα πρέπει να αρνηθεί την ανάθεση της γονικής μέριμνας στο γονέα εκείνον που, λόγω των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, εκθέτει το παιδί του σε άμεσους κινδύνους για την ομαλή ψυχοσωματική και πνευματική του ανάπτυξη, ανεξαρτήτως του αν η θρησκεία του είναι ή όχι γνωστή (ΕφΘεσ 1433/2003 Αρμ 2003.1439).
Στην προκείμενη περίπτωση με την από 17-8-2007 αγωγή η ενάγουσα ζητεί να της ανατεθεί οριστικά η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων τέκνων [ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΑΙΔΙΩΝ], υπηκόων Αμερικής, που απέκτησε με τον εναγόμενο σύζυγό της, με τον οποίο βρίσκεται σε διάσταση και να υποχρεωθεί ο τελευταίος να της καταβάλλει διατροφή σε χρήμα, ποσού 800 ευρώ μηνιαίως για την ίδια ατομικά, η οποία από εύλογη αιτία διέκοψε την έγγαμη συμβίωσή τους και αδυνατεί να αντιμετωπίσει τις ανάγκες της διατροφής της από εισοδήματα ή την περιουσία της και διατροφή ποσού 1.100 και 650 ευρώ μηνιαίως για τα ανήλικα τέκνα τους αντίστοιχα, τα οποία αδυνατούν να διαθρέψουν τον εαυτό τους, για το χρονικό διάστημα των δύο ετών από την επίδοση της αγωγής, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας δόσης μέχρι την εξόφληση, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στα δικαστικά της έξοδα.
Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή, για .την εκδίκαση της οποίας το Δικαστήριο αυτό, όσον αφορά την ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου των ανήλικων τέκνων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Κανονισμού του Συμβουλίου της ΕΚ 2201/2003 για την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων στις γαμικές διαφορές και στις διαφορές γονικής μέριμνας, έχει διεθνή δικαιοδοσία, διότι τα ανήλικα τέκνα έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην Ελλάδα, ενώ όσον αφορά την απαίτηση διατροφής τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Κανονισμού του Συμβουλίου της ΕΚ 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ο οποίος περιλαμβάνει τις αξιώσεις διατροφής στο ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής του, έχει διεθνή δικαιοδοσία, διότι ο εναγόμενος έχει την κατοικία του στην Ελλάδα, αρμοδίως καθ' ύλην και κατά τόπο (άρθρ. 17 αρ. 1 και 681 Β' ΚΠολΔ) εισάγεται προς συζήτηση κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 681 Β', 681[' και 666 παρ. 1, 667, 670, 671 παρ. 1 έως 3 και 672 έως 676 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω οι διάδικοι και τα ανήλικα τέκνα έχουν ελληνική ιθαγένεια, επομένως σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, η υπό κρίση διαφορά διέπεται, όσον αφορά την απαίτηση διατροφής της ενάγουσας από τον εναγόμενο από το δίκαιο της τελευταίας κατά τη διάρκεια του γάμου κοινής ιθαγένειάς τους (άρθρ. 14 ΑΚ), ενώ όσον αφορά την επιμέλεια και διατροφή των ανηλίκων τέκνων από το δίκαιο της τελευταίας κοινής ιθαγένειας αυτών και του εναγομένου (άρθρ. 18 ΑΚ), το οποίο είναι το ελληνικό. Με βάση τα προαναφερόμενα η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προπαρατεθείσες διατάξεις καθώς και σε εκείνες των άρθρων 1389, 1390, 1391, 1392, 1485, 1486, 1487, 1489 παρ. 2, 1493, 1496, 1498, 1510, 1511, 1512, 1513, 1514, 1516 παρ. 2, 1518, 340, 341, 345 του ΑΚ, 907 και 910 αριθ. 4 του ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες προσαυξήσεις (βλ. τα υπ' αριθμ. 012428, 087741, 068109, 177102,031428 και 207646 αγωγόσημα, με τα επικολληθέντα σ' αυτά κινητά επισήματα του Τ.Ν. και του Τ.Π.Δ.Α.), ενώ ο εναγόμενος έχει προκαταβάλλει στην ενάγουσα τα κατ' άρθρο 173 παρ. 4 ΚΠολΔ έξοδα της δίκης.
Με την από 15-5-2008 αγωγή ο ενάγων ζητεί να ανατεθεί αποκλειστικά σε αυτόν η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου των ως άνω ανηλίκων τέκνων, που απέκτησε με την εναγομένη σύζυγό του, με την οποία βρίσκεται σε' διάσταση, να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλλει για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους, τα οποία αδυνατούν να διαθρέψουν τον εαυτό τους, διατροφή σε χρήμα ποσού 180 και 100 ευρώ αντίστοιχα το μήνα με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας δόσης μέχρι την εξόφληση και για το χρονικό διάστημα των δύο ετών από την επίδοση της αγωγής, επικουρικά δε, για την περίπτωση κατά την οποία απορριφθούν τα ως άνω αιτήματά του, να ρυθμιστεί η άσκηση του δικαιώματός του επικοινωνίας με τα παραπάνω ανήλικα τέκνα του κατά τον ειδικότερο τρόπο που υποδεικνύει στην αγωγή του, να απειληθεί κατά της εναγομένης χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η τελευταία στα δικαστικά του έξοδα.
Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή αρμοδίως και παραδεκτώς, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρ. 17 αρ. 1 και 31 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά την ίδια ως άνω διαδικασία και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις καθώς και σε εκείνες των άρθρων 1520 ΑΚ, 219 . παρ. 1, 2 και 950 παρ. 2 ΚΠολΔ. Νόμιμο επίσης είναι και το αίτημα να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και όσον αφορά τη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του ενάγοντος με τα ανήλικα τέκνα (βλ. Γεωργιάδη - Σταθόπουλου ΑΚ, υπ' άρθρο 1520 αρ. 104 και 1518 αρ. 131). Πρέπει επομένως να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, συνεκδικαζόμενη με την ως άνω αγωγή (άρθρ. 246 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι: α) ο ενάγων έχει καταβάλλει το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες προσαυξήσεις (βλ. τα υπ' αριθμ. 083066 και 281228 αγωγόσημα.) β) η εναγομένη έχει προκαταβάλλει τα, κατ' άρθρο 173 παρ. 4 ΚΠολΔ, έξοδα. της δίκηξ, γ) απέτυχε η απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς κατ' άρθρο 681Γ' παρ. 2 ΚΠολΔ και δ) τηρήθηκε προβλεπόμενη από το ίδιο άρθρο προδικασία με τη διαβίβαση προς το Δικαστήριο τούτο, δυνάμει της υπ' αριθμ. 49/11-6-2008 πράξης του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατόπιν της από 11-6-2008 αίτησης της ενάγουσας - εναγομένης, της υπ' αριθμ, πρωτ. 136017-2-2008 παιδοψυχιατρικής γνωμάτευσης του παιδοψυχιάτρου του Παιδοψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής Χ. Ανδρούτσου, της υπ' αριθμ. πρωτ. 6353/6-6-2008 συμπληρωματικής αυτής γνωμάτευσης, της από 17-12-2007 έκθεσης κοινωνικής έρευνας της κοινωνικής λειτουργού της Διεύθυνσης Κοινωνικής Πρόνοιας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής Άννας Χιουκτούρ και της από 23-5-2008 έκθεσης κοινωνικής έρευνας της Κοινωνικής Λειτουργού της «ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΝΗΛΙΚΩΝ ΑΘΗΝΩΝ» Ανδρομάχης Αλαμάνου.
Η ενάγουσα με προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και επαναλαμβάνεται στις έγγραφες προτάσεις τη, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι από την από 27-3­-2007 απόφαση - πρακτικά του Πρωτοδικείου Καλιφόρνιας της Κομητείας Λος Άντζελες επί της υπ' αριθμ. ΒΗΟ04199 υπόθεσης, με την οποία έγινε δεκτό το αίτημα του εναγομένου - ενάγοντος για επιστροφή των ανηλίκων τέκνων στην Ελλάδα κατ' εφαρμογήν της Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης της 25ης-10-1980 για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών και με την οποία (απόφαση) έγινε δεκτός ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί οικογενειακής κακοποίησης σε βάρος εκείνης και των τέκνων των διαδίκων, απορρέει δεδικασμένo όσον αφορά την επικαλούμενη απάγoυσα κακοποίηση. Ο ισχυρισμός αυτός απαραδέκτως προβάλλεται διότι, σύμφωνα με το άρθρο 324 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, επομένως, σύμφωνα με τα όσα η ενάγουσα εκθέτει, δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας ανάμεσα στην ως άνω υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου των Η.Π.Α. και στην υπό κρίση αγωγή, με την οποία ζητείται διατροφή της ενάγουσας και η ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων τέκνων αποκλειστικά στην ίδια.
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τις υπ' αριθμ. 6269, 6270 και 6271/6-6-2008 ένορκες βεβαιώσεις, που νομίμως επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα - εναγομένη, οι οποίες δόθηκαν με επιμέλειά της ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγομένου - ενάγοντος (άρθρ. 671 παρ. Ι εδ. δ', βλ. την υπ' αριθμ 2285/4­-6-2008 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Αργυρούς Εμμανουηλίδου) και λαμβάνονται υπόψη ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, τις υπ' αριθμ. 6277 και 6278/6-6-2008 ένορκες βεβαιώσεις, που νομίμως επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος - ενάγων, οι οποίες δόθηκαν με επιμέλειά του ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας - εναγομένης (άρθρ. 671 παρ. 1 εδ. δ', βλ. την υπ' αριθμ. 4190ΔΊ3-6-2008 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γεωργίου Βαφειάδη) και λαμβάνονται υπόψη ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, τις προαναφερθείσες γνωματεύσεις και εκθέσεις των κοινωνικών υπηρεσιών, τις φωτογραφίες, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 αριθμ. 3,448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ) και τα υπόλοιπα έγγραφα, που οι τελευταίοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Οι διάδικοι συνήψαν ερωτική σχέση το έτος 1996 στο Λος Άντζελες των Η.Π.Α., όπου η ενάγουσα διέμενε μόνιμα με τους γονείς της και φοιτούσε σε κολέγιο, ο δε εναγόμενος είχε μεταβεί εκεί για σπουδές. Κατά το επόμενο έτος η ενάγουσα, 20 μόλις ετών, εγκατέλειψε τις σπουδές της και αναχώρησε με τον εναγόμενο για την Ελλάδα. Στην αρχή διέμενε στην οικία αδελφής του πατέρα της και στη συνέχεια σε χώρο που διαμορφώθηκε κατάλληλα στην πατρική οικία του εναγομένου. Εν τω μεταξύ επισκεπτόταν δύο με τρεις φορές το χρόνο τους γονείς της στις Η.Π.Α. παρά το γεγονός ότι οι σχέσεις της με αυτούς είχαν διαταραχθεί για το λόγο ότι οι τελευταίοι διαφωνούσαν με τη διατήρηση της σχέσης της κόρης τους με τον εναγόμενο. Το έτος 2000 κατά τη διάρκεια εγκυμοσύνης της ενάγουσας, λόγω διαφωνιών της με τον εναγόμενο σχετικά με την πορεία της εγκυμοσύνης αυτής, η τελευταία επέστρεψε στο Λος Άντζελες, όπου στις 3-12-­2000 γεννήθηκε το πρώτο τέκνο των διαδίκων, ο [ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ], από τις εκτός γάμου σχέσεις τους. Με τη γέννηση όμως του τέκνου τους οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων αποκαταστάθηκαν και η ενάγουσα λίγους μήνες αργότερα επέστρεψε μαζί με το τέκνο και πάλι στην Ελλάδα. Τέσσερα έτη αργότερα και συγκεκριμένα στις 17-12-2004 οι διάδικοι τέλεσαν γάμο στη Νέα Ερυθραία Αττικής και την ίδια ημέρα με την υπ' αριθμ. 4335117-12-2004 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευσταθίας Μπόλτση ο εναγόμενος αναγνώρισε εκουσίως το τέκνο του. Στις 21-1-2005 γεννήθηκε στο Μαρούσι Αττικής το δεύτερο τέκνο των διαδίκων [ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ] και οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων ήταν αρμονικές, διέμεναν δε στο ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ επί της οδού ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ σε ενοικιαζόμενη οικία. Το Μάρτιο του έτους 2006 η ενάγουσα με τα ανήλικα τέκνα ανεχώρησε αεροπορικώς για το Λος Άντζελες προκειμένου να παραστούν στο γάμο της αδελφής της. Η ενάγουσα μάλιστα παρακάλεσε τον εναγόμενο να τη συνοδεύσει εκείνος όμως αρνήθηκε, συναίνεσε παρά ταύτα στην πραγματοποίηση αυτού του ταξιδιού και στην περιορισμένης χρονικής διάρκειας παραμονή της ενάγουσας και των τέκνων τους στις Η.Π.Α., όμως η τελευταία, παρά το γεγονός ότι οι σχέσεις της με τον εναγόμενο ήταν αρμονικές, αρνήθηκε στη συνέχεια να επιστρέψει στην Ελλάδα και εκδήλωσε τη βούληση να παραμείνει με τα ανήλικα τέκνα στις Η.Π.Α. και να εγκατασταθεί εκεί μόνιμα με αυτά. Κατόπιν τούτου στις 22-6-2006 εναγόμενος κατέθεσε στο Πρωτοδικείο Καλιφόρνιας Κομητείας Λος Άντζελες αίτηση επιστροφής των τέκνων του στην Ελλάδα σύμφωνα με την προαναφερθείσα Διεθνή Σύμβαση της Χάγης. Αμέσως μετά η ενάγουσα προσέφυγε στο Δικαστήριο του Λος Άντζελες ζητώντας τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων επικαλούμενη απειλές από τον εναγόμενο. Επί της ως άνω αιτήσεως του εναγομένου εκδόθηκε η υπ' αριθμ. BH004199/21-5-2007 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτό ότι τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων είχαν τη συνήθη κατοικία τους στην Ελλάδα και ότι παρακρατήθηκαν στις Η.Π.Α., ότι ο εναγόμενος - ενάγων είχε δικαίωμα επιμέλειας των προσώπων των ανηλίκων τέκνων και ότι η παρακράτηση αυτών από την ενάγουσα - εναγομένη ήταν παράνομη. Eπιπλέoν έγινε δεκτή η αίτηση του εναγομένου - ενάγοντος για την επιστροφή αυτών στην Ελλάδα και διετάχθη η επιστροφή τους μέχρι τις 17-6­-2007, υπό την επιμέλεια της ενάγουσας - εναγομένης, εφόσον εκείνη επιλέξει να ασκήσει την επιμέλειά τους. Στην εν λόγω απόφαση αναφέρεται επίσης ότι το Δικαστήριο αυτό δεν εξέδωσε απόφαση σχετικά με την επιμέλεια του προσώπου των τέκνων, αλλά ανέθεσε την προσωρινή επιμέλεια μόνο για το σκοπό της επιστροφής τους στην Ελλάδα. Μετά ταύτα η ενάγουσα επέστρεψε με τα ανήλικα τέκνα στην Ελλάδα και στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ, 6035/19-7-2007 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία ανατέθηκε προσωρινά στην ενάγουσα η άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων, ορίσθηκε ως κατοικία αυτών η Αθήνα απαγορευομένης της εξόδου τους από την Ελλάδα και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλλει ως διατροφή των ανηλίκων τέκνων το ποσό των 400 και 350 ευρώ αντίστοιχα. Εκδόθηκαν επίσης οι υπ' αριθμ. 9431122-11-2007 και 3561/21-4-2008 αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων του Δικαστηρίου τούτου, με τις οποίες ρυθμίσθηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του εναγομένου - ενάγοντος με τα ανήλικα τέκνα. Κατόπιν των ανωτέρω η ενάγουσα διαμένει με τα ανήλικα τέκνα στο ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ σε διαμέρισμα 50 τ.μ. στο κτίριο οικογενειαρχών μαθητών και καθηγητών, που της παραχώρησε η «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΒΙΒΛΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ», η οποία αποτελεί μη κερδοσκοπικό νομικό πρόσωπο της Ευαγγελικής Εκκλησίας. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων δεν οφείλεται σε λόγους αναγόμενους στη συμπεριφορά του εναγομένου, αλλά στην ίδια την ενάγη οποία, αφού μετέβη για μικρό χρονικό διάστημα στις Η.Π.Α., με τη συναίνεση του εναγομένου, στη συνέχεια αρνήθηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα εγκαταλείποντας έκτοτε τη συζυγική οικία. Εξάλλου από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος κακοποιούσε ενάγουσα κατά τη διάρκεια της σχέσης τους και του έγγαμου βίου τους, αφού κανένας μάρτυρας δεν κατέθεσε κανένα σχετικό περιστατικό, παρά μόνο γενικές και αόριστες αφηγήσεις της ενάγουσας, στις οποίες εκείνη πρoέβαινε πάντοτε μετά την πάροδο μακρού χρόνου από τα αναφερόμενα από αυτήν σχετικά περιστατικά. Άλλωστε η ενάγουσα ουδέποτε απευθύνθηκε σε οποιαδήποτε δημόσια αρχή για να καταγγείλει περιστατικό κακοποίησης της ούτε και σε οποιονδήποτε σύλλογο κακοποιημένων γυναικών, γνωστών για την έντονη δραστηριότητά τους, την άμεση επέμβαση και την παροχή βοήθειας σε σχετικές περιπτώσεις, αλλά έπραξε τούτο για πρώτη φορά ενώπιον των Δικαστηρίων των Η.Π.Α., προκειμένου να αντικρούσει τις αιτιάσεις του εναγομένου για την απαγωγή των τέκνων τους. Αντίθετα από τις προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο φωτογραφίες και από την εν γένει αποδεικτική διαδικασία απoδεικvύεται ότι οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων μέχρι τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους, παρά τις περιόδους εντάσεων και διαφωνιών ήταν αρμονικές και έτρεφαν αισθήματα αγάπης ο ένας για τον άλλον. Επίσης οι ισχυρισμοί της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια της έγγαμής συμβίωσης δεν εργαζόταν και δε συνεισέφερε στις οικογενειακές ανάγκες, αλλά αδιαφορούσε γι' αυτήν και για τα ανήλικα τέκνα τους από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται, αφού ούτε ο εξετασθείς στο ακροατήριο με επιμέλειά της μάρτυρας ούτε εκείνοι που αναφέρονται στις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα ένορκες βεβαιώσεις κατέθεσαν κάποιο σχετικό περιστατικό. Οι ισχυρισμοί της τελευταίας ότι υπήρχαν προβλήματα στις μεταξύ τους σχέσεις λόγω διαφωνιών και συγκρούσεων μεταξύ των γονέων της και του εναγομένου δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν την εγκατάλειψη της συζυγικής οικίας από αυτήν. Κατόπιν των ανωτέρω η ενάγουσα, η οποία χωρίς εύλογη αιτία [διέκοψε την έγγαμη συμβίωση, δεν δικαιούται διατροφής από τον εναγόμενο και συνεπώς το σχετικό αίτημα της αγωγής της πρέπει να Ι απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσίαν. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα - εναγομένη είναι πολύ καλή μητέρα και επιδεικνύει στοργή και' αγάπη στα ανήλικα τέκνα της, έχει αφιερωθεί στο μητρικό ρόλο και επιθυμεί το καλύτερο δυνατό γι' αυτά. Το ίδιο ισχύει και για τον εναγόμενο - ενάγοντα, ο οποίος είναι πολύ καλός πατέρας, αγαπά και φροντίζει τα τέκνα του και επιδεικνύει αμέριστο ενδιαφέρον για την ανατροφή τους. Τ' ανήλικα τέκνα όμως έχουν συνδεθεί συναισθηματικά με τη μητέρα τους, με την οποία διαμένουν συνεχώς από τη γέννησή τους και μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης. Εξάλλου από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύονται οι ισχυρισμοί του εναγομένου - ενάγοντος περί κακοποιήσεως αυτών από τη μητέρα τους, αφού κανένας μάρτυρας δεν κατέθεσε κάποιο σχετικό περιστατικό. Επιπλέον ο ισχυρισμός του εναγομένου - ενάγοντος ότι η ενάγουσα - εναγομένη είναι ακατάλληλη για την ανάθεση σε αυτήν της επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων τέκνων, διότι έχει στρέψει τα τέκνα προς την Ευαγγελική Εκκλησία, αποδεικνύεται αβάσιμος κατ' ουσίαν, διότι κανένας μάρτυρας δεν κατέθεσε οποιοδήποτε σχετικό περιστατικό, η παραμονή τους εξάλλου στο προαναφερόμενο διαμέρισμα της ως άνω εταιρείας, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι έγινε από λόγους θρησκευτικών πεποιθήσεων, αλλά από οικονομικούς, Άλλωστε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ο εναγόμενος - ενάγων δεν επικαλείται οποιονδήποτε κίνδυνο για την ομαλή ψυχοσωματική και πνευματική ανάπτυξη των ανηλίκων τέκνων από την εν λόγω θρησκευτική πίστη. Ενόψει αυτών, μετά από προσωπική επικοινωνία του Δικαστηρίου με τα ανήλικα τέκνα και λαμβανομένης υπόψη της πολύ μικρής ηλικίας τους και των συνθηκών διαβίωσης με τη μητέρα τους, το Δικαστήριο κρίνει, ότι το συμφέρον τους, όπως αυτό προσδιορίζεται από την ανάγκη της ομαλής σωματικής και ψυχοπνευματικής ανάπτυξής τους, επιβάλλει να ανατεθεί η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου τους στην ενάγουσα - εναγομένη, η οποία είναι ικανή και κατάλληλη να ανταποκριθεί στα από την επιμέλεια απορρέοντα καθήκοντά της, ιδίως της επίβλεψης, μόρφωσης, ανατροφής και εν γένει εκπαίδευσης αυτών. Περαιτέρω, εφόσον η επιμέλεια του προσώπου των ανηλίκων ανατίθεται ήδη στη μητέρα, ο πατέρας τους έχει δικαίωμα να επικοινωνεί με αυτά. Εξάλλου το άκρως προσωπικό αυτό δικαίωμα του εναγομένου - ενάγοντος απορρέει από το φυσικό δεσμό του αίματος και του αισθήματος στοργής προς το τέκνο του, συντελεί δε στην ανάπτυξη του ψυχικού κόσμου του τελευταίου και στην εν γένει προσωπικότητά του (βλ. ΑΠ 659/1998 ΝοΒ 47.1412, ΕφΘεσ 1715/2003 Αρμ 2003.1611, ΕφΘεσ 2322/1997 ΕλλΔνη 40.358), ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι αυτός κακοποιούσε τα τέκνα του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα ­εναγομένη. Όμως επειδή τα ανήλικα τέκνα κατά τα τελευταία έτη έχουν βιώσει εντάσεις και συνεχείς αλλαγές περιβάλλοντος, ενώ στην Ελλάδα δεν διαμένουν σε συγκροτημένη οικία αλλά στο ως άνω διαμέρισμα που τους έχει παραχωρηθεί, διότι η ενάγουσα - εναγομένη αφενός μεν δεν διαθέτει κανένα εισόδημα, αφετέρου επιθυμεί τη μόνιμη εγκατάστασή της στην. οικία των γονέων της στις Η.Π.Α., όπου διέμενε τόσο κατά το χρόνο γνωριμίας της με τον εναγόμενο - ενάγοντα, όσο και κατά μεγάλα χρονικά διαστήματα στη συνέχεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι το συμφέρον των ανηλίκων τέκνων επιβάλλει να επιτραπεί στην ενάγουσα - εναγομένη να εγκατασταθεί με τα ανήλικα τέκνα στην οικία των γονέων της στις Η.Π.Α., οι οποίοι ανέκαθεν επεδείκνυαν την αμέριστη ηθική και οικονομική συμπαράσταση προς αυτήν για τη σωστή ανατροφή των ανηλίκων τέκνων. Στην οικία των γονέων της τα ανήλικα τέκνα θα μπορέσουν να ζήσουν σε ένα ήρεμο οικογενειακό περιβάλλον, όπου η ενάγουσα - εναγομένη απαλλαγμένη από τις πρακτικές δυσκολίας προσαρμογής της στην Ελλάδα, θα μπορέσει να τους επιδείξει την απαραίτητη φροντίδα, συνεπικουρούμενη από τους γονείς της, για τη σωστή ανατροφή και την εν γένει εκπαίδευσή τους. Ειδικότερα το ανήλικο τέκνο των διαδίκων Δημήτρης, ο οποίος είναι μεγαλύτερος και έχει βιώσει εντονότερα τόσο τις συνεχείς αλλαγές στη ζωή του όσο και τις διαμάχες των γονέων του, θα μπορέσει να αισθανθεί και πάλι σιγουριά και ασφάλεια κοντά στην εναγομένη και στους γονείς της, με τους οποίους άλλωστε έχει συμβιώσει κατά τη διάρκεια πολλών μηνών κατά τα προηγούμενα έτη. Αντίθετα η παραμονή της ενάγουσας • εναγομένης με τα ανήλικα τέκνα στην Ελλάδα χωρίς τη θέλησή της εγκυμονεί κινδύνους για την ομαλή ψυχοσωματική εξέλιξη των ανήλικων τέκνων, διότι αυτά δεν ζουν σε ήρεμο οικογενειακό περιβάλλον και συγχρόνως δεν περιβάλλονται από οικεία πρόσωπα, τα οποία να εκδηλώνουν την αμέριστη αγάπη και υποστήριξή τους προς αυτά και τίποτε δεν εξασφαλίζει την ήρεμη ψυχοσωματική τους ανάπτυξη, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι έχει επέλθει συναισθηματική ρήξη μεταξύ των γονέων τους και οι σχέσεις τους έχουν διαταραχθεί ανεπανόρθωτα, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να επικοινωνούν πλέον μεταξύ τους για το συμφέρον των τέκνων τους, όπως αποδεικνύεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων και από τις αλλεπάλληλες εκατέρωθεν καταθέσεις αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων και από την εκ μέρους του εναγομένου - ενάγοντος υποβολή μηνύσεων κατά τη ενάγουσας - εναγομένης, με αντίκτυπο στον ευαίσθητο συναισθηματικό κόσμο των ανηλίκων τέκνων, τα οποία αισθάνονται απροστάτευτα και αποπροσανατολισμένα. Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να επιτραπεί στην ενάγουσα - εναγομένη να εγκατασταθεί μόνιμα με τα ανήλικα τέκνα στις Η.Π.Α. και να ρυθμισθεί το δικαίωμα επικοινωνίας του εναγομένου - ενάγοντος με αυτά για όσο χρόνο παραμένουν στην Ελλάδα, αλλά και για την. περίπτωση που εγκατασταθούν στις Η.Π.Α., οπότε το δικαίωμα επικοινωνίας του πρέπει να ρυθμισθεί αναλόγως και να πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια των εορτών των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και του Πάσχα και κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών, κατά τον ειδικότερο τρόπο που εκτίθεται στο διατακτικό, τον οποίο το Δικαστήριο κρίνει ως τον πλέον κατάλληλο, προκειμένου να διατηρηθεί η προσωπική σχέση του ενάγοντος - εναγομένου με τα ανήλικα τέκνα και να αποφευχθεί η μεταξύ τους αποξένωση. Στην δεύτερη από τις πιο πάνω περιπτώσεις πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να επιμελείται για τη μετάβαση των ανηλίκων τέκνων στην Ελλάδα, με δικά της έξοδα, δεδομένου ότι αποδεικνύεται ότι τόσο οι ίδια, όσο και οι γονείς της πραγματοποιούν αρκετές φορές κατ' έτος ταξίδια από τις Η.Π.Α. στην Ελλάδα και αντιστρόφως. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι τα ανήλικα τέκνα αδυνατούν να διαθρέψουν τον εαυτό τους γιατί δεν έχουν δική τους περιουσία, ούτε εισοδήματα από οποιαδήποτε άλλη πηγή και δεν έχουν τη δυνατότητα, λόγω της ηλικίας τους, να εργασθούν. Συνεπώς υπόχρεοι προς διατροφή είναι οι γονείς τους από κοινού, Ο καθένας ανάλογα με τις οικονομικές του δυνάμεις. Η ενάγουσα, όπως προαναφέρθηκε, δεν εργάζεται και διαμένει με τα ανήλικα τέκνα της στο ως άνω διαμέρισμα. Για τη διαμονή τους η ενάγουσα καταβάλλει το ποσό των 920 ευρώ μηνιαίως, το οποίο περιλαμβάνει τα έξοδα στέγασης (566 ευρώ), διατροφής (200 ευρώ) και διδάκτρων (154 ευρώ). Επίσης βαρύνεται με τα έξοδα διατροφής της ιδίας και των ανηλίκων τέκνων για τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες κατά τις οποίες η τραπεζαρία της σχολής παραμένει κλειστή (βλ. την από 6-6-2008 βεβαίωση της Εταιρείας Βιβλικών Σπουδών). Δεν επιβαρύνεται κατά νόμο με την υποχρέωση διατροφής τρίτων προσώπων πλην των ανηλίκων τέκνων της, στις ανάγκες διατροφής των οποίων συνεισφέρει με την προσωπική της εργασία για τη φροντίδα και ανατροφή τους, η οποία είναι αποτιμητή σε χρήμα και ανέρχεται στο ποσό των 50 ευρώ μηνιαίως για το καθένα από αυτά. Ο εναγόμενος από το έτος 2005 διατηρεί φαρμακείο. Για το οικονομικό έτος 2007 δήλωσε εισοδήματα 19.636,50 ευρώ από ακίνητα, 32.180,48 ευρώ ζημία της επιχείρησής του και 23.741,93 ευρώ ακαθάριστα έσοδα από ατομική επιχείρηση. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι από την εκμίσθωση ακινήτων λαμβάνει εισόδημα ύψους 1.636,375 ευρώ μηνιαίως. Κατά το έτος 2007 κατά το ΟΠΟΙΟ παρουσιάζεται ζημία στη λειτουργία του φαρμακείου, εκείνος βρισκόταν για μεγάλα χρονικά διαστήματα στις Η.Π.Α., ως εκ τούτου το ως άνω δηλωθέν εισόδημα δεν είναι αντιπροσωπευτικό των εισοδημάτων του για τα επόμενα έτη, κατά τα οποία λειτουργεί την επιχείρησή του χωρίς προσκόμματα. Κατόπιν τούτου το μηνιαίο εισόδημά του, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.500 ευρώ. Για το εν λόγω φαρμακείο, που διατηρεί επί της οδού Χαριλάου Τρικούπη αρ. 166, καταβάλλει 478,79 ευρώ μηνιαίως ως μίσθωμα. Είναι κάτοχός Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου μάρκας SCODA, για την ασφάλιση του οποίου καταβάλλει 35,31 ευρώ μηνιαίως και μοτοσικλέτας μάρκας ΥΑΜΑΗΑ 650 κυβικών, για την ασφάλιση της οποίας καταβάλλει το ποσό των 19 ευρώ μηνιαίως. Για την αγορά του εν λόγω αυτοκινήτου έχει λάβει δάνειο από την ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, για την εξόφληση του οποίου καταβάλλει 245 ευρώ περίπου μηνιαίως. Το ποσό αυτό δεν αφαιρείται από τα εισοδήματά του, αλλά συνεκτιμάται ως επιπλέον βιοτική του ανάγκη (ΑΠ 471/2005 ΕλλΔνη 2005.1425, ΕφΠειρ 399/2005 ΠειρΝομ 2005.278, ΕφΘεσ 873/1989 ΕλλΔνη 1989.1016). Διαμένει σε διαμέρισμα ιδιοκτησίας της μητέρας του και δεν βαρύνεται με δαπάνη μίσθωσης οικίας, βαρύνεται όμως με τις δαπάνες διατροφής και μετακινήσεων και την εν γένει συντήρησή του. Άλλα εισοδήματα δεν αποδεικνύεται ότι έχει, ενώ δεν επιβαρύνεται κατά νόμο με την υποχρέωση διατροφής τρίτων προσώπων πλην των ανηλίκων τέκνων του. Τα τελευταία διαμένουν με τη μητέρα τους και επιβαρύνονται με ανάλογο μέρος των εξόδων διαμονής και διατροφής τους, όπως αυτά έχουν ήδη περιγραφεί. Φοιτούν σε δημόσια σχολεία και κατά τα λοιπά οι ανάγκες τους είναι οι ίδιες με αυτές των άλλων παιδιών της ηλικίας τους. Το μέτρο της διατροφής τους προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες τους, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής τους και περιλαμβάνει όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση, περίθαλψη και έξοδα ανατροφής. Με βάση τις προαναφερόμενες οικονομικές δυνατότητας των διαδίκων και τις εν γένει περιστάσεις, η κατά μήνα διατροφή για τα ανήλικα τέκνα τους προσδιοριζόμενη από τις συνθήκες ζωής και ανταποκρινόμενες στα απαραίτητα έξοδα για την ένδυση, εκπαίδευση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ψυχαγωγία και διατροφή πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 450 ευρώ για το [ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ] και 400 για το [ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ], το οποίο είναι ανάλογο με τις δυνάμεις των διαδίκων, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής τους και ανταποκρίνεται στα απαραίτητα έξοδα για τη διατροφή και συντήρησή τους, στο οποίο συνυπολογίζεται και η προσφορά της προσωπικής εργασίας και απασχόλησης της ενάγουσας. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η ενάγουσα δεν προσδιορίζει τις ανάγκες των τέκνων για την περίπτωση που εκείνη με τα τέκνα εγκατασταθούν στις Η.Π.Α. Από τα ανωτέρω ποσά ο εναγόμενος είναι σε θέση να καταβάλλει 400 και 350 ευρώ αντίστοιχα. Κατά το υπόλοιπο ποσό, που απαιτείται για τη διατροφή τους, συμμετέχει η ενάγουσα με την προσφορά της προσωπικής της εργασίας και απασχόλησης για την περιποίηση και τη φροντίδα τους, γενομένης εν μέρει δεκτής ως βάσιμης κατ' ουσίαν της ένστασης συνεισφοράς, που προέβαλε παραδεκτά ο εναγόμενος με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, χωρίς να είναι απαραίτητο να περιλαμβάνεται αυτή και στις έγγραφες προτάσεις του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα, διότι στην ειδική διαδικασία η κατάθεση προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική (ΑΠ 62011999 ΕλλΔνη 1999.74, ΕφΔωδ 95/2006 δημ. ΝΟΜΟΣ). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η από 17-8-2007 αγωγή της ενάγουσας πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, να ανατεθεί σε αυτήν αποκλειστικά η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλλει μηνιαία διατροφή για το χρονικό διάστημα των δύο ετών από την επίδοση της αγωγής, για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους, ποσού 400 ευρώ για το Δημήτριο και 350 ευρώ για το Δημήτρη, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε δόσης έως την εξόφλησή τους, η δε από 15-5-2008 αγωγή του ενάγοντος πρέπει να απορριφθεί ως προς την κύρια βάση της που αφορά την ανάθεση σε αυτόν της επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων τέκνων και τη διατροφή αυτών ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και να γίνει δεκτή ως προς την επικουρική της βάση που αφορά τη ρύθμιση της άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας μαζί τους ως βάσιμη και κατ' ουσίαν. Επίσης, πρέπει να κηρυχθεί η παρούσα προσωρινά εκτελεστή τόσο ως προς τη διάταξη που αφορά την υποχρέωση του εναγομένου για καταβολή διατροφής, όσο και ως προς τη διάταξη που αφορά τη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του τελευταίου με τα ανήλικα τέκνα του, καθώς και να απειληθεί χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση κατά της εναγομένης, για την περίπτωση κατά την οποία παραβιάσει τις διατάξεις περί επικοινωνίας του ενάγοντος με τα ανήλικα τέκνα και να καταδικασθεί ο εναγόμενος - ενάγων σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας - εναγομένης, ανάλογο με την εν μέρει νίκη και ήττα του καθενός (άρθρ. 178 ΚΠολΔ), πέραν του ποσού που έχει ήδη προκαταβάλλει, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 17-8-2007 (αριθμ. έκθ, κατάθεσης 1974/2007 αγωγή και την από 15~5-2008 (αριθμ. έκθ, κατάθεσης 1668/2008 αγωγή.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την από 17-8-2007 αγωγή.
AΝΑΘETEI την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων Δημητρίου και Χρήστου αποκλειστικά στην ενάγουσα μητέρα τους και επιτρέπει τη μόνιμη εγκατάστασή τους στις Η.Π.Α.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να προκαταβάλλει μέσα στις πρώτες πέντε (5) ημέρες κάθε μήνα στην ενάγουσα ως διατροφή σε χρήμα για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους, το ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ για το [ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ] και το ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ για το [ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ] μηνιαίως, για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής, με το νόμιμο τόκο, από την καθυστέρηση πληρωμής κάθε δόσης και μέχρι την εξόφληση.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παρούσα προσωρινά εκτελεστή ως προς την αμέσως ανωτέρω διάταξή της.
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 15-5-2008 αγωγή κατά την επικουρική της βάση. ΡΥΘΜΙΖΕΙ το δικαίωμα επικοινωνίας του εναγομένου - ενάγοντος με τα ανήλικα τέκνα και ορίζει ότι αυτός έχει δικαίωμα να επικοινωνεί μαζί τους ως ακολούθως:
Α) Κατά το χρονικό διάστημα που η ενάγουσα και τα ανήλικα τέκνα διαμένουν στην Ελλάδα:
  1. κάθε πρώτο και τρίτο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα από ώρα 11 π.μ, του Σαββάτου έως 20.00 της Κυριακής.
  2. κάθε Τετάρτη από ώρα 16.00 έως 20.00.
  3. κατά τις διακοπές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς από ώρα 17.00 της 23ης Δεκεμβρίου έως ώρα 20.00 της 30ης Δεκεμβρίου κατά τα μονά έτη και από ώρα 17.00 της 31ης Δεκεμβρίου έως ώρα 17.00 της 6ης Ιανουαρίου κατά τα ζυγά έτη.
  4. κατά τις διακοπές του Πάσχα από ώρα 17.00 του Σαββάτου του Λαζάρου έως ώρα 17.00 της Δευτέρας της Διακαινησίμου κατά τα μονά έτη και από ώρα 11.00 π.μ, της Δευτέρας της Διακαινησίμου έως ώρα 20.00 της Κυριακής του Θωμά κατά τα ζυγά έτη.
  5. κατά τις θερινές διακοπές από ώρα 17.00 της 1ης Αυγούστου έως ώρα 20.00 της 31ης Αυγούστου.
Ο εναγόμενος θα παραλαμβάνει τα τέκνα από την κατοικία της εναγομένης και θα τα επιστρέφει στο ίδιο μέρος .
Β) Για την περίπτωση που η εναγομένη και τα ανήλικα τέκνα διαμένουν στις Η.Π.Α.:
1) κατά τις διακοπές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς επί δώδεκα ημέρες συνολικά, κατόπιν κοινής συμφωνίας των διαδίκων, διαφορετικά από 24 Δεκεμβρίου έως 4 Ιανουαρίου,
2) κατά τις εορτές του Πάσχα επί δώδεκα ημέρες, οι οποίες θα καθορίζονται ανάλογα με τις σχολικές υποχρεώσεις των τέκνων και
3) κατά τις θερινές διακοπές από 10η Ιουλίου έως 25η Αυγούστου και όλα τα ανωτέρω ανάλογα με τις σχολικές υποχρεώσεις των ανηλίκων.
Η εναγομένη θα επιμελείται της μετάβασης των ανηλίκων τέκνων στην Ελλάδα και την παράδοσή τους στον ενάγοντα και θα αναλαμβάνει τα έξοδα των μετακινήσεών τους από τις Η.Π.Α. στην Ελλάδα και αντίστροφα,
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παρούσα προσωρινά εκτελεστή ως προς τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις της περί ρυθμίσεως της επικοινωνίας και για τις δύο περιπτώσεις.
ΑΠΕΙΛΕΙ κατά της εναγομένης χρηματική ποινή εκατό (100) ευρώ και προσωπική κράτηση ενός (1) μηνός για κάθε παράβαση των πιο πάνω διατάξεων που αφορούν στη ρύθμιση της επικοινωνίας του ενάγοντος με τα ανήλικα τέκνα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εναγόμενο - ενάγοντα στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας - εναγομένης, το οποίο ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ, πέραν του ποσού που έχει ήδη προκαταβάλλει.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στην Αθήνα στις 6 -2-2009.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                               Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: