Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

231/2003 ΕΦ. ΔΩΔ. ΜΙΧΑHΛ ΔΕΤΣΗΣ


231/2003 ΕΦ. ΔΩΔ. ΜΙΧΑHΛ ΔΕΤΣΗ,

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ (INTRACOM IT SERVICES)

231/2003
ΕΦ ΔΩΔ (352674)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Στις διαφορές γονικής μέριμνας εφαρμόζεται στάδιο υποχρεωτικής προδικασίας που περιλαμβάνει κοινωνική έρευνα συνθηκών διαβίωσης του τέκνου και σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς κατόπιν ακροάσεως των διαδίκων ή πληρεξουσίων ως διαδικαστική προϋπόθεση παραδεκτού συζήτησης της αγωγής. Στο πλαίσιο τήρησης κανόνων καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης η μή αυτοπρόσωπη εμφάνιση για τρίτη φορά του διαδίκου για απόπειρα συμβιβασμού θεωρείται ως άρνηση και αποτυχία συμβιβαστικής επίλυσης. Δεν είναι ενεργητικά ανομιμοποίητη η έφεση λόγω μη αναγραφής της ιδιότητας της μητέρας ως ασκούσας αγωγή διατροφής για λογαριασμό ανηλίκου τέκνου, άν συνάγεται από το δικόγραφο. Η από κοινού άσκηση γονικής μέριμνας περιλαμβάνει την επιμέλεια, διοίκηση περιουσίας και αντιπροσώπευση και σε διακοπή της έγγαμης συμβίωσης και προσφυγή στο Δικαστήριο εξετάζεται το συμφέρον του τέκνου, συμφωνία των γονέων, και επιλέγεται η μικρότερη διατάραξη της ζωής του, για λόγους προστασίας του ψυχικού και συναισθηματικού κόσμου ενώ η ανάθεση μπορεί να είναι ολική ή μερική.


ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ 231/2003
ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Πρόεδρο Εφετών, Νικόλαο Πάσσο και Σπυριδούλα Μακρή - Εισηγήτρια, Εφέτες και το Γραμματέα Παναγιώτη Πανιέρα. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στη Ρόδο την 9-5-2003, για να δικάσει την ακόλουθη υπόθεση: ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: Ι.Η., κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε στο Δικαστήριο διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Παντελίδη (με αριθ. 114.943 γραμμάτιο προείσπραξης Δ.Σ Ρόδου).
ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ε.Σ., κατοίκου ..... , ως ασκούσας την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους .... Η., η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο μαζί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Καβουριό. Η εφεσίβλητη άσκησε κατά του εκκαλούντος και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, την από 22-11-2000 και με αριθ. εκθ. κατ. 359/24-11-2000, αγωγή της περί διατροφής και αναθέσεως σ` αυτήν της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων της. Το Δικαστήριο εκείνο με την υπ` αριθμ. 185/2001 οριστική απόφασή του, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εναγόμενος άσκησε στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, απευθυνόμενη στο παρόν, την ένδικη από 18-10-2001 και με αριθ. εκθ. κατ. Πρωτοδικείου 368/19-10-2001 και Εφετείου 439/19-10-2001, έφεσή του και τους από 1-4-2002 και με αριθ. εκθ. κατ. 9/15-7-2002 προσθέτους λόγους αυτής. Της εφέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής ορίσθηκε δικάσιμος, μετ` αναβολές, η αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής. Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους και αναφέρθηκαν στις γραπτές προτάσεις που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. (Α) Σύμφωνα με το αρ. 681Β Κ.Πολ.Δ. "1. Με την ειδική διαδικασία των αρ. 666 παρ.1, 667, 670, 671 §§ 1-3 και 672 έως 676 δικάζονται οι διαφορές που αφορούν (α) .... (β) την άσκηση της γονικής μέριμνας αναφορικά με το τέκνο, κατά την διάρκεια του γάμου και σε περίπτωση διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου, ή όταν πρόκειται για τέκνα χωρίς γάμο των γονέων τους, τη διαφωνία των γονέων κατά την κοινή άσκηση από αυτούς της γονικής τους μέριμνας, καθώς και την επικοινωνία των γονέων και των υπολοίπων ανιόντων με το τέκνο". Εξάλλου, σύμφωνα με το αρ. 681Γ Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το αρ. 38 ν. 2447/1996 και του οποίου αντικαταστάθηκαν στην συνέχεια οι παράγραφοι 2-4 με το αρ. 19 § 3 ν. 2521/1997 "1. Στις διαφορές της περίπτωσης β` της πρώτης παραγράφου του αρ. 681Β εφαρμόζονται και τα αρ. 598, 600, 601, 605, 606, 744 και 759 § 3. Αν οι διαφορές αυτές ενωθούν με οποιανδήποτε από τις διαφορές των αρ. 592 § 1 ή 614 § 1, εφαρμόζονται τα αρ. 744 και 759 § 3. 2. Στις ίδιες διαφορές καθιερώνεται στάδιο υποχρεωτικής προδικασίας που περιλαμβάνει την έρευνα, από όργανα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, των συνθηκών διαβίωσης του ανηλίκου και την υποβολή στο δικαστήριο, έως την ημέρα της συζήτησης, σχετικής αναλυτικής έκθεσης ... το μονομελές ή πολυμελές δικαστήριο είναι εξάλλου υποχρεωμένο, κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της αγωγής και πριν από κάθε συζήτηση να προσπαθήσει, με την ποινή του απαραδέκτου, να επιλύσει συμβιβαστικά την διαφορά, ύστερ` από ακρόαση των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους. Ο συμβιβασμός πρέπει ν` αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου, αλλιώς δεν δεσμεύει το δικαστήριο...". Το κατά την § 2 του αρ. 681Γ Κ.Πολ.Δ. καθιερούμενο για τις ως άνω διαφορές στάδιο υποχρεωτικής προδικασίας, η παράλειψη του οποίου συνεπάγεται, κατά το τελευταίο εδάφιο της § 2, το απαράδεκτο που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα, περιλαμβάνει και την προσπάθεια του μονομελούς πρωτοδικείου ή του πολυμελούς δικαστηρίου, κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της αγωγής και πριν από κάθε συζήτηση, για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς. Η μνεία στο κείμενο της ως άνω διάταξης του πολυμελούς δικαστηρίου αναφέρεται προφανώς στο Εφετείο, αφού η αρμοδιότητα σε πρώτο βαθμό ανήκει στο μονομελές πρωτοδικείο (αρ. 17 § 1 Κ.Πολ.Δ.). Από την λεκτική διατύπωση της διάταξης του αρ. 681Γ § 2 εδ. β` Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η οριζομένη εκεί προϋπόθεση της απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς συνιστά όρο του παραδεκτού της αγωγής, πλην όμως λόγοι σκοπιμότητας και οικονομίας της δίκης επιβάλλουν να γίνει δεκτό, ότι συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της συζήτησης της αγωγής. Αντίθετα, με την διάταξη του αρ. 19 § 4 ν. 2521/1997, με την οποία επεκτείνεται η εφαρμογή της διάταξης του αρθ. 796 § 3 Κ.Πολ.Δ. και στην περίπτωση του αρ. 681Γ § 2 εδ. α` Κ.Πολ.Δ., ορίζεται ότι (και) στην περίπτωση αυτή, αν η έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα, το δικαστήριο δικάζει χωρίς έκθεση (Β.Βαθρακοκοίλη, Οι τροποποιήσεις του Κ.Πολ.Δ. 1997, του αρ. 681Γ σελ. 52 - 53, Χρ. Κοσμίδη, Η εκδίκαση των υποθέσεων οικογενειακού δικαίου μετά τις πρόσφορες δικονομικές μεταρρυθμίσεις, Αρμ. 52. 1037 επ.). Σύμφωνα με τα παραπάνω στην προκειμένη περίπτωση που αφορά έφεση κατά της 185/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου που έκρινε επί αγωγής αναθέσεως της γονικής μέριμνας, άλλως της επιμέλειας ανηλίκου τέκνου στον ένα γονέα, καθώς και επί ανταγωγής ρύθμισης του δικαιώματος επικοινωνίας του ετέρου σ` αυτό: (1) Ουδέν απαράδεκτο για την συζήτηση της υπόθεσης δημιουργείται από την έλλειψη (μη υποβολή) της σχετικής έκθεσης της κοινωνικής υπηρεσίας. (2) Ως προς την απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς εκ μέρους του Δικαστηρίου, η οποία απαιτεί και προϋποθέτει την αυτοπρόσωπη εμφάνιση και παράσταση των διαδίκων, παρατηρείται ότι η συζήτηση της υπόθεσης ανεβλήθη ήδη τρεις φορές λόγω απουσίας του εκκαλούντος, ώστε να είναι και αυτός παρών προκειμένου να τηρηθεί η προϋπόθεση αυτή του παραδεκτού της συζήτησης της υπόθεσης. Η απουσία του κατά την προκείμενη συζήτηση, με την προοπτική, ενδεχομένως και με την επιδίωξη, της κήρυξής της απαράδεκτης, συνιστά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, κατάχρηση δικονομικών δικαιωμάτων και δυνατοτήτων, η οποία αποτελεί παραβίαση της γενικότερης αρχής της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης που καθιερώνει το αρ. 116 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με το οποίο οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοί τους οφείλουν να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης και να αποφεύγουν ενέργειες που άγουν προφανώς σε παρέλκυση της δίκης, με βάση δε την αρχή αυτή πρέπει να ελέγχονται από το δικαστήριο οι ενέργειες των διαδίκων, στους οποίους ανήκει κατά κανόνα η πρωτοβουλία της διεξαγωγής και ταχείας περάτωσης της δίκης, καθόσον ειδικότερα (α) το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερ` από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν (αρ. 106 Κ.Πολ.Δ.) (β) οι διαδικαστικές πράξεις ενεργούνται με πρωτοβουλία και επιμέλεια των διαδίκων (αρ. 108 Κ.Πολ.Δ.), ώστε ν` αποφεύγεται η συστηματική παρέλκυση και άσκοπη διαιώνιση της δικαστικής εκκρεμότητας που επιφέρει δυσμενή αποτελέσματα και σημαντική βλάβη κατά παράβαση των ως άνω βασικών δικονομικών αρχών και υποχρεώσεων. Η παράβαση των καθηκόντων που επιβάλλει το αρ. 116 Κ.Πολ.Δ. στους διαδίκους κτλ. μπορεί να έχει ως κύρωση την επιβολή χρηματικών ποινών κατ` αρ. 205 Κ.Πολ.Δ. ή, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, και την επιδίκαση αποζημίωσης, όχι όμως και το απαράδεκτο της συζήτησης (Α.Π 5/1998, Ελλ.Δ/νη 40. 57), διότι διαφορετικά ο στρεψόδικος διάδικος θα επιτύγχανε τον σκοπό του. Άλλωστε, η επανειλημμένη απουσία του εκκαλούντος από την συζήτηση της υπόθεσης, κατά τις ορισθείσες μετ` αναβολή δικασίμους, της οποίας πρέπει απαραιτήτως να προηγηθεί απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, στην πραγματικότητα σημαίνει άρνηση και τελικά αποτυχία της απόπειρας αυτής. Επομένως, παραδεκτά χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης παρά την μη αυτοπρόσωπη παρουσία του εκκαλούντος και την λόγω αυτής αδυναμία πραγματοποίησης προσπάθειας συμβιβαστικής επίλυσης, η οποία, πάντως, κατά τα προαναφερθέντα, πρέπει να θεωρηθεί ότι απέτυχε. (Β) Περαιτέρω η ένδικη με αρ. εκθ. κατ. 368/2001 (αρ. κατ. Εφετείου 439/2001) έφεση του εναγομένου κατά της υπ` αριθμ. 185/2001 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνων (αρθρ. 681Β σε συνδ. με τα άρθρα 666 παρ. 1, 667, 670, 671 παρ. 1-3 και 672- 676 Κ.Πολ.Δ), έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα πριν από την επίδοση της εκκαλουμένης (επίδοση εκκαλουμένης στις 23-11-2001- κατάθεση έφεσης στις 19-10-2001) και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495 παρ.1 και 2, 499, 511, 513 παρ. 1 εδ. β, 516 παρ. 1, 517 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Επομένως, φερομένη παραδεκτώς στο Δικαστήριο αυτό που είναι αρμόδιο για την εκδίκασή της (αρθρ. 19 Κ.Πολ.Δ) πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στη συνέχεια, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 533 Κ.Πολ.Δ). ΙΙ. Με την από 22-11-2000 (αριθμ. εκθ. κατ. 359/2000 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου η ενάγουσα, υπό την ιδιότητά της ως ασκούσα προσωρινά την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου της .............. , που απέκτησε από τον γάμο της με τον εναγόμενο, με τον οποίο βρίσκεται σε διάσταση, ζήτησε αφενός μεν να της ανατεθεί οριστικά η άσκηση της γονικής μέριμνας, άλλως της επιμέλειας του ανωτέρω ανήλικου τέκνου, αφετέρου δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλλει κάθε μήνα για διατροφή του ανηλίκου τέκνου, λόγω αδυναμίας αυτοδιατροφής του εξ ιδίων πόρων, το ποσό των 195.000 δραχμών, με τους νόμιμους τόκους από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας δόσεως.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής στο ακροατήριο του ανωτέρω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (20-2-2001) ο εναγόμενος άσκησε ανταγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά, με την οποία ζήτησε επικουρικά, σε περίπτωση που ανατεθεί στην ενάγουσα η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου, την ρύθμιση της άσκησης του δικαιώματος της προσωπικής επικοινωνίας του με αυτό (τέκνο). Για την αγωγή και την ανταγωγή, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η εκκαλούμενη 185/2001 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές και 1) ανατέθηκε στην ενάγουσα η αποκλειστική άσκηση της επιμέλειας για το ανωτέρω ανήλικο τέκνο, 2) υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλλει ως χρηματική διατροφή για το ανήλικο τέκνο, για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής και εφεξής, το ποσό των 150.000 δραχμών, το πρώτο πενθήμερο κάθε μηνός, με τους νόμιμους τόκους από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας δόσης έως την εξόφλησή της και 3) καθόρισε την επικοινωνία του αντενάγοντα με το ανήλικο τέκνο του κατά τον τρόπο και χρόνο που αναφέρεται σ` αυτή. Την απόφαση αυτή προσβάλλει ο εναγόμενος με την κρινόμενη έφεσή του και ζητεί, για τους λόγους που περιέχονται στην έφεση, να εξαφανισθεί αυτή και ν` απορριφθεί εξ ολοκλήρου η αγωγή της εφεσίβλητης. Κατά της ίδιας απόφασης παραπονείται ο εκκαλών με τους από 1-4-2002 με αρ. εκθ. κατ. 9/2002 προσθέτους λόγους εφέσεως, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο και είναι παραδεκτοί διότι αφορούν τα προσβληθέντα με την έφεση κεφάλαια της εκκαλουμένης απόφασης. Επομένως, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτοί και να ερευνηθούν και αυτοί από ουσιαστική άποψη, συνεκδικαζόμενοι υποχρεωτικά μαζί με την έφεση (καθόσον δεν νοείται χωριστή συζήτηση αυτών, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρος των προσθέτων λόγων Βλ. Κεραμεύς - Κονδύλης - Νίκας Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ. άρθρα 520 αρ. 36, 674 αρ. 12). Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η αγωγή δεν είναι ενεργητικά ανομιμοποίητη, όπως αβάσιμα διατείνεται ο εκκαλών με τον 1ο λόγο έφεσης, για το λόγο ότι στην επικεφαλίδα της αναγράφεται μόνο το ονοματεπώνυμο και η κατοικία της ενάγουσας και όχι η ιδιότητά της ως νόμιμης αντιπροσώπου του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων (άρθρα 64 παρ. 1 και 118 αριθ. 3 Κ.Πολ.Δ), αφού από το όλο περιεχόμενο και το αίτημα της αγωγής αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι η ενάγουσα άσκησε την αγωγή διατροφής όχι ατομικώς αλλά ως εκπρόσωπος του ανηλίκου τέκνου (πρβλ. Α.Π 419/ 1987 ΝοΒ 36. 911, ΕΑ 2847/1993 ΕλλΔνη 35. 471, ΕΑ 11675/1986 ΕλλΔνη 28. 1336, ΕΑ 3372 /1984 Δ. 15. 561) και επομένως ο λόγος αυτός έφεσης πρέπει ν` απορριφθεί. Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, ουδέν απαράδεκτο για την συζήτηση της αγωγής δημιουργήθηκε από την έλλειψη (μη υποβολή) της σχετικής έκθεσης της κοινωνικής υπηρεσίας και ο 3ος λόγος των προσθέτων λόγων έφεσης είναι αβάσιμος κι απορριπτέος.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1513 και 1514 Α.Κ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 17 του ν. 1329/1983, προκύπτει ότι η γονική μέριμνα ασκείται από κοινού από τους γονείς. Η πολιτεία εμπιστεύεται στους γονείς το λειτούργημα της φροντίδας και ανατροφής των παιδιών, ως εκ του φυσικού δεσμού και της στοργής αυτών απέναντι στα τέκνα και παρέχει σ` αυτούς, για το σκοπό, αυτό, τις σχετικές εξουσίες ώστε να μπορούν να επιτελέσουν το έργο αυτό. Το περιεχόμενο της γονικής μέριμνας αναλύεται σε επί μέρους δικαιώματα τα κυριότερα των οποίων είναι η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου, η διοίκηση της περιουσίας του και η αντιπροσώπευσή του. Σε περίπτωση διακοπής της συζυγικής συμβίωσης οπότε ανατρέπονται οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος και δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση των γονέων, ανακύπτει θέμα διαμονής των ανήλικων τέκνων μαζί με τον πατέρα ή τη μητέρα και ρύθμισης άσκησης της γονικής μέριμνας από καθένα από τους φορείς αυτής. Ο νόμος (άρθρο 1511 Α.Κ) ορίζει σαν κατευθυντήρια γραμμή για τη ρύθμιση της άσκησης της γονικής μέριμνας σε περίπτωση διαφωνίας των γονέων και προσφυγής στο δικαστήριο, το συμφέρον του τέκνου (βλ. ως προς τα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου Α.Π 728/1990 ΕλλΔνη 32. 1233, Α.Π 1019/1994 ΕλλΔνη 1995. 1065, ΕφΑθ. 5659/1994 ΕλλΔνη 1995. 1584, ΕφΑθ. 5870/1993 ΕλλΔνη 1995. 1583). Το συμφέρον αυτό, εφόσον δεν υπάρχει κάποιος περιορισμός από το νόμο, λαμβάνεται υπόψη υπό την ευρεία και γενική έννοια και για τη διαπίστωση της συνδρομής του εξετάζεται σε συνδυασμό προς όλα τα επωφελή και πρόσφορα για το ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις. Σημαντικό στοιχείο κρίσεως πρέπει να θεωρείται η υπάρχουσα συμφωνία των γονέων για την άσκηση της γονικής μέριμνας, η οποία επιμαρτυρεί την κοινή και κατά τεκμήριο αντικειμενική αντίληψη για το συμφέρον του τέκνου (βλ. Α.Π 728/1990 ο.π.). Μεγάλης δε σημασίας είναι η κατά το δυνατόν μικρότερη διατάραξη του μέχρι τούδε τρόπου ζωής του παιδιού, ώστε η δικαστική κρίση πρέπει να κατατείνει στη διαφύλαξη, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, του ψυχικού και συναισθηματικού κόσμου του παιδιού. Στην περίπτωση που υπάρχουν σοβαρές διαφωνίες των γονέων μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, καλό είναι η άσκηση της γονικής μέριμνας να ανατίθεται σε ένα από τους γονείς, ώστε το παιδί να έχει να κάνει με ένα πρόσωπο. Αν όμως το συμφέρον του τέκνου το επιβάλλει θα μπορεί το δικαστήριο να διατάξει διαφορετική ρύθμιση και κυρίως να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας και να αναθέσει μερικώς μόνο στον ένα γονέα την άσκηση αυτής, ως προς ορισμένο τομέα. Στην κρινόμενη περίπτωση, από την ανώμοτη κατάθεση της ενάγουσας, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου Π.Σ. ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως αυτές περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασής του, όλα γενικά και χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τις από 21-2-2001 και με την επιμέλεια της ενάγουσας ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις των Χ.Κ., Χ. συζ. Κ.Σ. και Κ.Σ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Ρόδου Πετρούλας Μακρή, για τις οποίες συντάχθηκαν οι 196, 197 και 198/2001 πράξεις της, ληφθείσες μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη πριν από 24 τουλάχιστον ώρες, κατ΄ άρθρο 671 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, κλήτευση του εναγομένου (με δήλωση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας που καταχωρίστηκε στα πρακτικά), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 29-2-1992 στη Σύμη, από τον οποίο απέκτησαν ένα τέκνο, τον .......... που γεννήθηκε στις 18-1-1994. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και διακόπηκε οριστικά τον Οκτώβριο του 1999, με την αποχώρηση της ενάγουσας από τη συζυγική οικία. Με το από 9-11-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό οι διάδικοι αποφάσισαν να λύσουν το γάμο τους με συναινετικό διαζύγιο, κατά το άρθρο 1441 ΑΚ, και συμφώνησαν να ανατεθεί η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνων τους στον πατέρα και η μητέρα να έχει δικαίωμα επικοινωνίας μαζί του κατά τον οριζόμενο σ` αυτό τρόπο και χρόνο. Όμως οι διάδικοι άλλαξαν γνώμη και δεν προχώρησαν τελικά σε έκδοση συναινετικού διαζυγίου και επομένως δεν επικυρώθηκε με δικαστική απόφαση το παραπάνω συμφωνητικό. Το ανήλικο τέκνο από την παραπάνω διάσταση των γονέων του (Οκτώβριο 1999) μέχρι τον Ιούνιο 2000 διέμενε με τον πατέρα του, η δε επικοινωνία με τη μητέρα του ήταν προβληματική. Από τον Ιούνιο 2000 μέχρι σήμερα ο ανήλικος .......... , ο οποίος είναι μαθητής της Γ΄ τάξης του Δημοτικού σχολείου ... , διαμένει συνεχώς με την ενάγουσα μητέρα του στη ... , στην οποία έχει ανατεθεί προσωρινά η άσκηση της επιμέλειάς του με την 1355/2000 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία ρυθμίστηκε προσωρινά και η άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του πατέρα με το τέκνο του. Η ενάγουσα είναι ηθική, έντιμη, στοργική και άξια μητέρα, αγαπά, φροντίζει και περιποιείται το τέκνο της και επιδεικνύει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη σωστή διατροφή και διαπαιδαγώγηση αυτού, το οποίο (τέκνο) πάσχει από παιδικό ζαχαρώδη διαβήτη, ακολουθεί συγκεκριμένη αγωγή με χορήγηση ινσουλίνης σε συγκεκριμένες δόσεις δύο φορές την ημέρα, συγκεκριμένο πρόγραμμα διατροφής και επίσης υποβάλλεται και σε περιοδικό (ανά τρίμηνο) ιατρικό έλεγχο στο Νοσοκομείο ......... "......", στο οποίο το συνοδεύει η ενάγουσα. Μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης έχει δημιουργήσει ήρεμο οικογενειακό περιβάλλον, σε μισθωμένο απ` αυτή διαμέρισμα στη ... , στο οποίο το ανήλικο, το οποίο στην τρυφερή ηλικία που βρίσκεται (9 ετών σήμερα) και λόγω της ανωτέρω ασθένειάς του έχει άμεση ανάγκη των φροντίδων και περιποιήσεων της μητέρας του, ακόμη δε της μητρικής αγάπης, στοργής και θαλπωρής, έχει προσαρμοστεί πλήρως και είναι στενά συνδεδεμένο με τη μητέρα του, η οποία διαθέτει αρκετό χρόνο για την ανατροφή, περιποίηση και φροντίδα του. Βέβαια και ο εναγόμενος, ο οποίος δεν ζήτησε με αντίθετη αγωγή την επιμέλεια του ανηλίκου, είναι στοργικός πατέρας αγαπά και ενδιαφέρεται για το τέκνο του και επικοινωνεί με αυτό, όπως όρισε η ανωτέρω απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, χωρίς να παρεμποδίζεται από την ενάγουσα. Ενόψει τούτων και λαμβάνοντας υπόψη αφενός μεν τις συνθήκες ζωής των διαδίκων και του τέκνου τους, των δεσμών του τελευταίου με τους γονείς του, ζώντας σχεδόν από την αρχή της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης συνεχώς μαζί με τη μητέρα του, αφετέρου δε τις ανάγκες του, όπως αυτές προσδιορίζονται από τις συνθήκες της ζωής του και ειδικότερα από τον τρόπο διαβιώσεώς του, την ηλικία του, την ανωτέρω ασθένειά του, την οικονομική του κατάσταση, τις ασχολίες του και τον τόπο κατοικίας του, το Δικαστήριο κρίνει ότι για το συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων πρέπει να ανατεθεί η οριστική επιμέλεια του προσώπου του στην ενάγουσα μητέρα του, η οποία είναι κατάλληλη προς τούτο. Εφόσον, λοιπόν, η εκκαλουμένη απόφαση ανέθεσε την άσκηση της επιμέλειας του ως άνω ανηλίκου αποκλειστικά στην ενάγουσα μητέρα του, ορθώς το νόμο εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα 2ος λόγος έφεσης και 1ος και 2ος λόγοι των προσθέτων λόγων έφεσης τυγχάνουν αβάσιμοι κι απορριπτέοι. Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων δεν διαθέτει περιουσία, ούτε οποιοδήποτε εισόδημα, αφού λόγω της ηλικίας του και της ιδιότητάς του ως μαθητής δεν εργάζεται και δεν μπορεί να εργασθεί. Διαμένει με την μητέρα του, η οποία εργάζεται λίγες ώρες στο σπίτι της ως κομμώτρια, σε μισθωμένη οικία στη .... για την οποία η τελευταία καταβάλλει μηνιαίο μίσθωμα 65.000 δρχ. απορριπτομένου του 3ου και τελευταίου λόγου των προσθέτων λόγων έφεσης, ο οποίος υποστηρίζει ότι η εφεσίβλητη δεν επιβαρύνεται με δαπάνη μισθώσεως κατοικίας. Εξάλλου, ο εναγόμενος εργάζεται ως ναυτικός (μηχανικός) σε πλοίο που δρομολογείται στη γραμμή ..... και τα μηνιαία εισοδήματά του ανέρχονται κατά μέσο όρο σε 400.000 δρχ. Διαμένει στη ... σε ιδιόκτητη οικία και δεν βαρύνεται με την καταβολή μισθώματος, ούτε έχει υποχρέωση διατροφής άλλων προσώπων, ενώ διαθέτει Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο μάρκας ...... . Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνάγεται ότι με βάση τις ανάγκες του τέκνου των διαδίκων, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του, η ανάλογη διατροφή του, η οποία περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για την εν γένει συντήρηση (τροφή, οίκηση, ένδυση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψή κ.τ.λ.) ανατροφή, διασκέδαση κτλ και εκπαίδευσή του και γενικά τις συνήθεις δαπάνες παιδιού της ηλικία του, ανέρχεται, με βάση και τις οικονομικές δυνατότητες του υποχρέου πατέρα του στο ποσό των 130.000 δρχ. δηλ. 382 ευρώ το μήνα (και όχι των 150.000 δρχ. όπως εσφαλμένα κατά το σημείο τούτο κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση), το οποίο υποχρεούται να καταβάλλει σε χρήμα αυτός, ο οποίος, πρέπει να σημειωθεί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τις κατ` αυτήν υποβληθείσες προτάσεις του, δεν προέβαλε ένσταση συνεισφοράς στην διατροφή αυτή και της ενάγουσας μητέρας του ανηλίκου. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει, απορριπτομένων των προσθέτων λόγων έφεσης και απορριπτομένης κατά τα λοιπά της ένδικης έφεσης να γίνει αυτή (έφεση) δεκτή κατά το προδιαληφθέν μέρος της, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση μόνον καθόσον μέρος της έγινε δεκτή η αγωγή κατά το περί διατροφής του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων αίτημά της, καθώς και κατά την διάταξή της για την δικαστική δαπάνη, να κρατηθεί η υπόθεση, να εκδικασθεί από το Δικαστήριο τούτο η αγωγή (αρ. 535 § 1 Κ.Πολ.Δ.), που είναι νόμιμη ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1496, 1498 Α.Κ, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα, με την προαναφερόμενη ιδιότητά της, στην αρχή κάθε μήνα (πρώτο πενθήμερο), ως διατροφή του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων το ποσό των 382 Ευρώ, για το χρονικό διάστημα από την άσκηση της αγωγής και εφεξής, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας περιοδικής παροχής. Τέλος, η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθεί λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους, αλλά και λόγω της ιδιότητάς τους ως συγγενών (αρ. 178 § 1, 179 Κ.Πολ.Δ.).

Για τους λόγους αυτούς
Δικάζοντας κατ` αντιμολία των διαδίκων.
Συνεκδικάζει την με αρ. κατ. 368/2001 (αρ. κατ. Εφετείου 439/2001) έφεση και τους με αρ. κατ. 9/2002 πρόσθετους λόγους έφεσης.
Δέχεται τυπικά την ένδικη έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης.
Απορρίπτει τους πρόσθετους λόγους έφεσης και ό,τι κρίθηκε ως απορριπτέο.
Δέχεται κατά τα λοιπά την έφεση και κατ` ουσίαν.
Εξαφανίζει την 185/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (διαδικασία διαφορών που αφορούν επιμέλεια και διατροφή τέκνων), μόνο καθ` όσον μέρος της δέχθηκε εν μέρει την με αρ. κατ. 359/2000 αγωγή κατά το περί επιδίκασης διατροφής αίτημά της, καθώς και κατά την διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης.
Κρατά την υπόθεση και δικάζει την αγωγή κατά το μέρος τούτο.
Δέχεται αυτή εν μέρει.
Υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα, ως έχουσα την επιμέλεια του τέκνου των διαδίκων ..... και για λογαριασμό αυτού, στην αρχή κάθε μήνα (πρώτο πενθήμερο) το ποσό των τριακοσίων ογδόντα δύο (382) ΕΥΡΩ, για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής και εφεξής, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας περιοδικής καταβολής. Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων την δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στη Ρόδο την 14-9-2003, σε μυστική διάσκεψη και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στη Ρόδο την 15-9-2003, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Ο Πρόεδρος                                                        Ο Γραμματέας
   

Δεν υπάρχουν σχόλια: