Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

231-2009 ΕφΠειρ. ΙΩΑΝΝΗ ΠΑΖΑΡΙΔΗ

Επιμέλεια Ανηλίκου, Γονική Μέριμνα Ανηλίκου. Ποινή απαραδέκτου η έκθεση κοινωνικής υπηρεσίας.

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ 231/2009
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Στις διαφορές περί αναθέσεως της γονικής μέριμνας, ή της επιμέλειας ανηλίκου τέκνου, ή περί ρυθμίσεως της επικοινωνίας αυτού με τους γονείς του και τους λοιπούς ανιόντες, καθιερώνεται στάδιο υποχρεωτικής προδικασίας, που περιλαμβάνει την έρευνα, από όργανα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, των συνθηκών διαβίωσης του ανηλίκου και την υποβολή στο δικαστήριο, έως την ημέρα της συζήτησης, σχετικής αναλυτικής έκθεσης. 
Για την τήρηση αυτής της προδικασίας απαιτείται η ίδρυση των κατά πρωτοδικείο κοινωνικών υπηρεσιών, που θα λειτουργούν ως αυτοτελείς αποκεντρωμένες υπηρεσίες. Εως την έκδοση των σχετικών προεδρικών διαταγμάτων, η τήρηση της παραπάνω προϋπόθεσης ατονεί και έτσι δεν δημιουργείται απαράδεκτο.
Το μονομελές, ή πολυμελές δικαστήριο είναι υποχρεωμένο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο της αγωγής και πριν από κάθε συζήτηση, να προσπαθήσει, με την ποινή του απαράδεκτου, να επιλύσει συμβιβαστικά τη διαφορά, ύστερα από ακρόαση των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους. Ο συμβιβασμός πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου, αλλιώς δεν δεσμεύει το δικαστήριο. Η απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς γίνεται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του δικάζοντος δικαστηρίου και απαιτείται προς τούτο η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των αντιδίκων γονέων του τέκνου, προκειμένου να ακουσθούν.


ΑΠΟΦΑΣΗ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ231/2009
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Ιωάννη Παζαρίδη, Πρόεδρο Εφετών, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Νικόλαο Δαύρο Εισηγητή, Εφέτες και από τη Γραμματέα Γεωργία Λογοθέτη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Δεκεμβρίου 2008, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των: ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ- ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ:Α. Μ. του Χ., κατοίκου Κορυδαλλού Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας του δικηγόρου Δήμητρας Μπότη (με δήλωση κατ΄άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ) .ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ-ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ:Α. συζ. Α. Μ., το γένος Δ. και Π. Μ., κατοίκου Κορυδαλλού ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της Π. και Χ. Μ., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Γεωργίου Τσακαλιά Η εφεσίβλητη -εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την 30-8-2006 από και με αριθ. εκθ. καταθ. 7196/2006 αγωγή της. επί της οποίας εκδόθηκε η 5684/2007 οριστική απόφασή του που δέχτηκε τ΄ αναφερόμενα σ΄αυτή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και τα δύο διάδικα μέρη με τις από 7-1-2008 και 11-1-2008 και με αριθ . εκθ. καταθ, 32/2008 και 33/2008 εφέσεις τους αντίστοιχα των οποίων δικάσιμος ορίστηκε η 8η Μαϊου 2008 και κατόπιν αναβολής αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας .
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου και συζητήθηκε.
Η πληρεξούσια δικηγόρος του εκκαλούντος- εφεσιβλήτου ανέπτυξε τις απόψεις της με τις προτάσεις που κατέθεσε, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης- εκκαλούσας αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε.
Μελέτησε τη δικογραφία. Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο
Ι. Οι υπό κρίση δύο αντίθετες εφέσεις α΄) από 7.1.2008 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου 32/11.1.2008 του εναγόμενου και ενάγοντος Α. Χ. Μ. και β΄) από 20.12.2007 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου 33/11.1.2008 της ενάγουσας και εναγόμενης Α. συζύγου Α.Μ. το γένος Δ. Μ., στρεφόμενες αμφότερες κατά της υπ αριθμ. 5684/2007 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 § 1, 667, 670, 671 §§ 1 έως 3 και 672 έως 676 Κ.Πολ.Δικ. σύμφωνα με το άρθρο 681Β΄ § 1 του ίδιου κώδικα επί δύο αντιστοίχως αντίθετων αγωγών των διαδίκων κατ αλλήλων με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου 7196/1.9.2006 και 1126/6.2.2007, τις οποίες συνεκδίκασε και δέχθηκε εν μέρει, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στον εκκαλούντα Α. Χ. Μ. την 14η Δεκεμβρίου 2007 (υπ αριθμ.7545/14.12.2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Γ. Λ.) και αμφότερες κατατέθηκαν στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 11η Ιανουαρίου 2008 (άρθρα 495 §§ 1 & 2, 496, 498, 511, 513 § 1 στοιχ. β΄, 516 § 1, 518 § 1 και 520 § 1 Κ.Πολ.Δικ.). Πρέπει, επομένως, συνεκδικαζόμενες κατ άρθρο 246 Κ.Πολ.Δικ., να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξετασθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους, κατά την ίδια ειδική διαδικασία, που εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρο 533 Κ.Πολ.Δικ.).- Με αυτές θα συνεκδικασθούν επίσης και οι ασκηθέντες διά των προτάσεων της εκκαλούσας (άρθρο 674 § 1 Κ.Πολ.Δικ.) πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, οι οποίοι, αναφερόμενοι σε προσβαλλόμενο με την έφεσή της κεφάλαιο της εκκαλουμένης αποφάσεως (άρθρο 520 § 1 Κ.Πολ.Δικ.), πρέπει να εξετασθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους.
ΙΙ. Η ενάγουσα Α. σύζυγος Α. Μ. το γένος Δ.Μ., με την από 30.8.2006 και υπ αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου 7196/1.9.2006 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ισχυριζόμενη ότι η μετά του εναγόμενου συζύγου της έγγαμη συμβίωση διασπάσθηκε τον Οκτώβριο του έτους 2005, ότι η επιμέλεια των δύο ανηλίκων τέκνων τους ανατέθηκε σ αυτή προσωρινά με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, ότι το συμφέρον των τελευταίων επιβάλλει να ανατεθεί σ αυτήν οριστικά η άσκηση της επιμέλειάς τους, ότι αυτά στερούνται εισοδημάτων και ατομικής περιουσίας, ώστε αδυνατούν να καλύψουν εξ ιδίων τα έξοδα διαβιώσεώς τους και, τέλος, ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις ρυθμίσεως της χρήσεως της οικογενειακής τους κατοικίας και των εντός αυτής κινητών πραγμάτων με την παραχώρηση της χρήσεως σαυτή για να χρησιμεύσει ως κύρια κατοικία της ίδιας και των ανηλίκων, ζήτησε να ανατεθεί σαυτήν οριστικά η επιμέλεια των δύο ανηλίκων τέκνων, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει, ως διατροφή τούτων σε χρήμα, ποσό 960,00  και 750,00  μηνιαία για καθένα εξ αυτών (συνολικά 1710,00 ) για χρονικό διάστημα δύο ετών και να ρυθμισθεί η χρήση της οικογενειακής κατοικίας επί της οδού Τ. αριθμ. 121 του Κορυδαλλού και των εντός αυτής αναφερόμενων κινητών πραγμάτων με την παραχώρηση της χρήσεως σ αυτή.- Ο ενάγων Α. Χ.Μ. (εναγόμενος διά της παραπάνω αγωγής), με τη δική του, από 1.2.2007 και υπ αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου 1126/6.2.2007, αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε, αναφορικά προς την ίδια οικογενειακή διαφορά, τα στοιχεία της οποίας παρέθεσε με τρόπο σαφή και δικονομικά ορισμένο, να ανατεθεί σ αυτόν η επιμέλεια των δύο ανηλίκων τέκνων, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει, ως διατροφή τούτων σε χρήμα, ποσό 350,00 μηνιαία για χρονικό διάστημα δύο ετών, αλλιώς να ρυθμισθεί η επικοινωνία του με αυτά κατά τον προτεινόμενο τρόπο και, τέλος, να διαταχθεί η μετοίκηση της εναγόμενης από την ανήκουσα στον ίδιο κατά κυριότητα οικογενειακή κατοικία, αλλιώς να παραχωρηθεί στην εναγόμενη μερικώς η χρήση της, εντελώς δ επικουρικά να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει ως αντάλλαγμα το ποσό των 350,00 μηνιαία ή να συμψηφισθεί το ποσό αυτό με την αντίστοιχη υποχρέωσή του για καταβολή διατροφής σε χρήμα στα ανήλικα τέκνα.- Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μετά συζήτηση αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την εκκαλουμένη υπ αριθμ. 5684/2007 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει αμφότερες τις αγωγές, τις οποίες συνεκδίκασε, ανέθεσε οριστικά την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων στη διάδικο μητέρα τους, υποχρέωσε τον έτερο διάδικο πατέρα τούτων να καταβάλει ως διατροφή σε χρήμα των ανηλίκων ποσό 410,00 μηνιαία για καθένα εξ αυτών επί χρονικό διάστημα δύο ετών, ρύθμισε την επικοινωνία του ίδιου με αυτά και παραχώρησε στην ενάγουσα την αποκλειστική χρήση της οικογενειακής κατοικίας των διαδίκων, καθώς και τη χρήση των αναφερόμενων (και ευρισκόμενων εντός αυτής) κινητών πραγμάτων.- Κατά της εν λόγω αποφάσεως παραπονούνται ήδη οι διάδικοι με τις κρινόμενες δύο αντίθετες εφέσεις τους, με τις οποίες, αποδίδοντας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση και αξιολόγηση του ενώπιόν του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού, ζητούν την εξαφάνισή της, έκαστος προς το σκοπό παραδοχής της αγωγής του εξ ολοκλήρου και ολοσχερούς απορρίψεως της αντίστοιχης αγωγής του αντιδίκου του. ΙΙΙ.(α΄) Σύμφωνα με το άρθρο 681Γ΄ § 2 Κ.Πολ.Δικ., στις διαφορές περί αναθέσεως της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας ανηλίκου τέκνου ή περί ρυθμίσεως της επικοινωνίας αυτού με τους γονείς του και τους λοιπούς ανιόντες, καθιερώνεται στάδιο υποχρεωτικής προδικασίας, που περιλαμβάνει την έρευνα, από όργανα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, των συνθηκών διαβιώσεως του ανηλίκου και την υποβολή στο δικαστήριο, έως την ημέρα της συζητήσεως, σχετικής αναλυτικής εκθέσεως. Για την τήρηση, όμως, της προδικασίας αυτής απαιτείται η κατά τα άρθρα 49 επ. Ν. 2447/1996 ίδρυση των κατά πρωτοδικείο κοινωνικών υπηρεσιών, που θα λειτουργούν ως αυτοτελείς αποκεντρωμένες υπηρεσίες. Συνεπώς, έως την έκδοση των σχετικών προεδρικών διαταγμάτων, η τήρηση της ανωτέρω προϋποθέσεως ατονεί και έτσι δεν δημιουργείται απαράδεκτο (Εφ.Θεσ. 564/2008, Αρμενόπουλος 62 σελ. 1836, Εφ.Αθ. 2105/2000 Ελλ.Δικ. 42 σελ. 177). Το μονομελές ή πολυμελές δικαστήριο είναι, εξ άλλου, υποχρεωμένο, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο της αγωγής και πριν από κάθε συζήτηση, να προσπαθήσει, με την ποινή του απαράδεκτου, να επιλύσει συμβιβαστικά τη διαφορά, ύστερα από ακρόαση των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους. Ο συμβιβασμός πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου, αλλιώς δεν δεσμεύει το δικαστήριο. Η απόπειρα συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς, με την παραπάνω έννοια, γίνεται κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του δικάζοντος δικαστηρίου και απαιτείται προς τούτο η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των αντιδίκων γονέων του τέκνου, προκειμένου να ακουσθούν, αφού δεν προβλέπεται απόπειρα συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς μετά τη συζήτηση και πριν την έκδοση αποφάσεως. Επομένως, αν οι γονείς του τέκνου δεν εμφανισθούν αυτοπροσώπως στο δικαστήριο, η συζήτηση της υποθέσεως γίνεται χωρίς την τήρηση της προδικασίας της απόπειρας συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς και δεν δημιουργείται απαράδεκτο της συζητήσεως από την μη τήρηση αυτής (Α.Π. 2130/2007 στην τράπεζα νομικών πληροφοριών «Νόμος»).
Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα Α. σύζυγος Α. Μ. το γένος Δ. Μ. επέδωσε στην ενταύθα εδρεύουσα (οδός Μ. αριθμ. 12) «Εταιρία Προστασίας Ανηλίκων Πειραιώς» αντίγραφο της ένδικης αγωγής της και την από 4.9.2006
αίτησή της περί διενέργειας κοινωνικής έρευνας για το ζήτημα της επιμέλειας των δύο ανηλίκων τέκνων αυτής και του εναγόμενου (υπ αριθμ. 6666 & 6665/22.9.2006 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Γ. Λ.). Αμφότερα τα έγγραφα (αγωγή, αίτηση), όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες εκθέσεις επιδόσεως, παραλήφθηκαν από την προϊσταμένη και εκπρόσωπο της «Εταιρίας Προστασίας Ανηλίκων Πειραιώς» με τη σημείωση της επιφυλάξεως «λόγω ελλείψεως κοινωνικής υπηρεσίας». Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν αμέσως ανωτέρω, η συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο διεξήχθη παραδεκτά χωρίς την υποβολή εκθέσεως κοινωνικής έρευνας για τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων. Εξ άλλου, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπως αποδεικνύεται από τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του, εμφανίσθηκαν αυτοπρόσωπα οι διάδικοι μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους και το Δικαστήριο προέβη σε απόπειρα συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς, η οποία απέτυχε, ώστε παραδεκτά ακολούθως προχώρησε στη συζήτηση. Τέλος, κατά τη συζήτηση των ένδικων εφέσεων στο παρόν Δικαστήριο, εμφανίσθηκε αυτοπρόσωπα μόνον η διάδικος Α. σύζυγος Α. Μ. το γένος Δ. Μ. μετά του πληρεξουσίου της δικηγόρου, ενώ ο έτερος διάδικος Α. Χ. Μ. εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του και μάλιστα με την κατ άρθρο 242 § 2 Κ.Πολ.Δικ. δήλωση, χωρίς να εμφανισθεί και ο ίδιος αυτοπρόσωπα, ώστε, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αμέσως ανωτέρω, δεν είναι δυνατή η απόπειρα συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς στο παρόν στάδιο και η συζήτηση διεξάγεται παραδεκτά χωρίς αυτήν. Συνακόλουθα προς όλα τα παραπάνω, ο πρώτος λόγος της εφέσεως του διαδίκου Α. Χ. Μ., με τον οποίο διατυπώνονται αιτιάσεις για την μη τήρηση της προβλεπόμενης από το άρθρο 681Γ΄§ 2 Κ.Πολ.Δικ. προδικασίας, ελέγχεται ως αβάσιμος κατ ουσία και πρέπει να απορριφθεί. (β΄) Ως προς την ουσία της ένδικης διαφοράς, από την επανεκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων Ε. Τ. και Δ. Χ. Μ., που εξετάσθηκαν ενόρκως, με επιμέλεια εκατέρου των διαδίκων, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, περιλαμβάνονται δε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του, των ένορκων βεβαιώσεων α΄) υπ αριθμ. 2491, 2492 & 2493/5.6.2007 της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Κ.  Α., ενώπιον της οποίας εξετάσθηκαν κατά σειρά οι μάρτυρες Μ. Σ.. Α., Ν. Ν.. Α. και Χ. Δ.. Μ. με επιμέλεια της ενάγουσας και εναγόμενης, κατόπιν προηγούμενης, νομότυπης και εμπρόθεσμης, κλητεύσεως του αντιδίκου της (υπ αριθμ. 7209/31.5.2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Γ. Λ.) και β΄) υπ αριθμ. 713, 714 & 715/13.2.2007 της Ειρηνοδίκη Πειραιώς, ενώπιον της οποίας εξετάσθηκαν κατά σειρά οι μάρτυρες Δ. Χ. Μ., Ε.- Σ. Μ.. Κ. και Α. σύζυγος Λ. Κ. το γένος Ι. Κ. με επιμέλεια του εναγόμενου και ενάγοντος, κατόπιν προηγούμενης, νομότυπης και εμπρόθεσμης, κλητεύσεως της αντιδίκου του (υπ αριθμ. 10699Γ΄/8.2.2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Α. Β.) και όλων των εγγράφων, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα εξής: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στον οικισμό Β. του νομού Λακωνίας την 12η Σεπτεμβρίου 1998 και από το γάμο αυτό απέκτησαν δύο τέκνα, την Π. και τον Χ., που γεννήθηκαν στις 11.6.1999 και 17.6.2002 αντίστοιχα. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων υπήρξε σχετικά αρμονική κατά τα πέντε πρώτα χρόνια του γάμου τους. Στη συνέχεια όμως ο εναγόμενος άρχισε να αδιαφορεί για την ενάγουσα και να επιδίδεται στη δημιουργία εξωσυζυγικών σχέσεων, με αποτέλεσμα να διαρρηχθούν σύντομα οι μεταξύ τους σχέσεις. Στις 17.10.2005 ο εναγόμενος επιτέθηκε στην ενάγουσα, την εξύβρισε και την έσυρε έξω από τη συζυγική οικία. Για το επεισόδιο αυτό παραπέμφθηκε σε δίκη ενώπιον του Αυτόφωρου Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιώς, λόγω της ιδιότητάς του ως επικελευστή του Πολεμικού Ναυτικού, κατηγορούμενος για απόπειρα παράνομης βίας, εξύβριση και απειλή, όπου, μετά την ανάκληση της εγκλήσεως της ενάγουσας, έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη εις βάρος του για τις πράξεις της εξυβρίσεως και της απειλής, ενώ κηρύχθηκε αθώος λόγω αμφιβολιών για την πράξη της παράνομης βίας. Έκτοτε, η έγγαμη σχέση των διαδίκων εισήλθε σε στάδιο διαρκούς δοκιμασίας και η συμβίωσή τους διασπάστηκε, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε σωματική και ψυχική επαφή μεταξύ τους, μολονότι συμβίωσαν κάτω από την ίδια στέγη, μέχρι τότε που διατάχθηκε η μετοίκηση του εναγόμενου (ενάγοντος) δυνάμει της υπ' αριθμ. 8199/2006 αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την ίδια απόφαση, η επιμέλεια των ανωτέρω ανηλίκων τέκνων των διαδίκων ανατέθηκε προσωρινά στην ενάγουσα (εναγόμενη), υποχρεώθηκε δε ο εναγόμενος (ενάγων) να προκαταβάλλει προσωρινά στην τελευταία εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα, ως μηνιαία διατροφή για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους, ποσό 400,00 στο καθένα, ρυθμίστηκε προσωρινά η χρήση των κινητών πραγμάτων των διαδίκων συζύγων, καθώς και το δικαίωμα επικοινωνίας του εναγόμενου με τα ανήλικα τέκνα του. Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι αμφότεροι οι διάδικοι, ανεξάρτητα από τη δυσμενή εξέλιξη του γάμου τους και από τις εντάσεις, που δημιουργήθηκαν μεταξύ τους, οι οποίες δεν έχουν ακόμη εκτονωθεί, συνδέονται μετά των ανηλίκων τέκνων τους με αισθήματα αγάπης και αφοσιώσεως, που επιβεβαιώνονται και από την μέχρι τώρα συμπεριφορά τους προς αυτά μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως, ώστε οι αιτιάσεις, που διατυπώνονται παρ αυτών κατ αλλήλων για ακαταλληλότητα περί την φροντίδα των ανηλίκων πηγάζουν κυρίως από τη συναισθηματική τους πικρία για το ναυάγιο της προσωπικής του σχέσεως. Είναι αξιοσημείωτο ότι η ενάγουσα (εναγόμενη), η οποία τυγχάνει επισμηνίας της Πολεμικής Αεροπορίας και υπηρετεί στο Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας (γραφείο εκπροσώπου τύπου), μετά από αίτησή της και στα πλαίσια σχετικής κατευθυντήριας διαταγής της ηγεσίας της Πολεμικής Αεροπορίας για τη μέριμνα της υπηρεσίας υπέρ του στρατιωτικού προσωπικού, προσέρχεται στην εργασία της κατά τη θερινή περίοδο από 09:30΄ έως 14:30΄ κατά παρέκκλιση του ωραρίου (07:00 - 1 4:30΄) και κατά τη χειμερινή περίοδο από 09:30΄ έως 15:00 κατά παρέκκλιση του ωραρίου (07:30΄ - 15:00), για λόγους διευκολύνσεώς της, επειδή επιμελείται μόνη της δύο ανήλικα τέκνα ευρισκόμενη σε διάσταση με το σύζυγο της, ενώ η υπηρεσία, που έχει οριστεί να εκτελεί πέραν του ωραρίου στο υπασπιστήριο του Αρχηγού Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας, προβλέπεται χωρίς διανυκτέρευση από 14:30΄ έως 20:00. Εν όψει των ανωτέρω και κρίνοντας με γνώμονα το αληθινό συμφέρον των ανηλίκων, σε συνδυασμό με την τρυφερή παιδική ηλικία τους, επιβάλλεται να ανατεθεί η επιμέλειά τους αποκλειστικά στην ενάγουσα (εναγόμενη), προκειμένου να επιτευχθεί η ομαλή ψυχοσωματική τους ανάπτυξη σε ένα σταθερό και μη μεταβαλλόμενο συνεχώς κοινωνικό περιβάλλον, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, ανέθεσε την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων στην εξ αυτών μητέρα τους, την οποία έκρινε ως καταλληλότερη με τις αυτές, ως άνω, αιτιολογίες, ώστε οι περί του αντιθέτου, σχετιζόμενοι άμεσα ή έμμεσα με το ζήτημα αυτό, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι της εφέσεως του εναγόμενου ελέγχονται ως αβάσιμοι κατ ουσία και πρέπει να απορριφθούν. Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι οι διάδικοι σύζυγοι, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεως και πριν από τη διακοπή της, χρησιμοποιούσαν ως οικογενειακή κατοικία το υπό στοιχεία Ι-1 διαμέρισμα του ισόγειου τριώροφης οικοδομής, που βρίσκεται στον Κορυδαλλό Αττικής και επί της οδού Τ., αριθμ. 121, κυριότητας του εναγόμενου (ενάγοντος). Το εν λόγω διαμέρισμα, εμβαδού 96 τετρ. μέτρων, αποτελείται από δύο (2) υπνοδωμάτια, καθιστικό, έτερο δωμάτιο, κουζίνα, WC και εξώστες στον ακάλυπτο χώρο. Οι διάδικοι συνομολογούν ότι, μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεώς τους, δεν μπορούν πλέον να συγκατοικήσουν, ώστε τούτο, σε συνδυασμό με το επίσης μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι μεταξύ τους ανακύπτουν έριδες και διαπληκτισμοί, οδηγεί στην κρίση ότι συντρέχουν όλες οι κατ άρθρο 1393 Α.Κ. προϋποθέσεις για τη ρύθμιση από το Δικαστήριο της χρήσεως της ανωτέρω συζυγικής οικίας. Το συμφέρον των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων επιβάλλει να αποφευχθεί η αλλαγή του οικείου περιβάλλοντος, στο οποίο αυτά διαβιώνουν από της γεννήσεώς τους. Μια τέτοια αλλαγή, που συνεπάγεται και αλλαγή γειτονιάς και φίλων, είναι ενδεχόμενο να ασκήσει δυσμενή επίδραση στην ψυχοσωματική τους ανάπτυξη, που ήδη έχει ασφαλώς επιβαρυνθεί από τη σύγκρουση των διαδίκων γονέων τους, όπως βεβαιώνει και η κλινική ψυχολόγος - ψυχοθεραπεύτρια Ί.Θ., που εξέτασε τα ανήλικα τέκνα με πρωτοβουλία της διαδίκου μητέρας τους, στην από 9.5.2007 παιδοψυχιατρική γνωμάτευσή της. Εν όψει των δεδομένων αυτών, λόγοι επιείκειας επιβάλλουν να παραχωρηθεί η αποκλειστική χρήση του παραπάνω ισόγειου διαμερίσματος, όπου και διέμενε η οικογένεια των διαδίκων μέχρι τη διάσπαση της συμβιώσεως των συζύγων, καθώς και η χρήση των κινητών πραγμάτων, που αναφέρονται στην πρώτη αγωγή (της συζύγου), στην ενάγουσα. Η παραχώρηση της χρήσεως της οικογενειακής στέγης πρέπει να γίνει χωρίς άμεσο χρηματικό αντάλλαγμα, αλλά θα υπολογιστεί στη διατροφή, που ο εναγόμενος (ενάγων) οφείλει να καταβάλλει στα τέκνα του. Ο διαχωρισμός του διαμερίσματος σε δύο αυτοτελή τμήματα, επαρκή και κατάλληλα για να ικανοποιήσουν συγχρόνως τις στεγαστικές ανάγκες της ενάγουσας (εναγόμενης) και των δύο ανηλίκων τέκνων των διαδίκων αφ ενός και του εναγόμενου (ενάγοντος) αφ ετέρου, δεν ενδείκνυται εν προκειμένω, τόσο λόγω των τεχνικών και πολεοδομικών προβλημάτων, που ανακύπτουν, όσο και (κυρίως) λόγω της έκρυθμης καταστάσεως στις σχέσεις των διαδίκων και της υφιστάμενης εντάσεως, που σε μια τέτοια περίπτωση όχι μόνο θα συντηρηθεί, αλλά και θα προσλάβει μεγαλύτερες διαστάσεις.- Στο ίδιο συμπέρασμα για το ζήτημα αυτό και με τις αυτές, ως άνω, αιτιολογίες, κατέληξε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, ώστε οι περί του αντιθέτου δεύτερος, έβδομος και όγδοος λόγοι της εφέσεως του εναγόμενου ελέγχονται ως αβάσιμοι κατ ουσία και πρέπει να απορριφθούν.- Αποδεικνύεται ακόμη ότι τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων στερούνται εισοδημάτων, περιουσίας και πόρων ούτε, βέβαια, έχουν τη δυνατότητα να εργαστούν λόγω της ανηλικότητάς τους, με αποτέλεσμα να αδυνατούν να καλύψουν εξ ιδίων τα έξοδα διαβιώσεώς τους. Υπόχρεοι, ως εκ τούτου, για την κάλυψη των εξόδων αυτών, είναι οι διάδικοι γονείς τους κατά το λόγο της οικονομικής δυνατότητας έκαστου. Οι αποδοχές του εναγόμενου για το έτος 2006 από την εργασία του ως επικελευστή (μηχανικού) στο Πολεμικό Ναυτικό, ανήλθαν στο ποσό των 25.919,71 (βλ. την από 27.3.2007 βεβαίωση αποδοχών του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού), ήτοι περί τα 2160,00 μηνιαία. Το εισόδημα από εργασία και δη από μεταλλικές κατασκευές ή τοποθετήσεις πλακιδίων ή παροχή υπηρεσιών προπονητή πάλης, όπως ισχυρίσθηκε η ενάγουσα, δεν αποδείχθηκε με τον επιβαλλόμενο εν προκειμένω δικονομικό βαθμό πλήρους βεβαιότητας. Ο ίδιος διάδικος, μετά την αποχώρησή του από τη συζυγική οικία στις 11.1.2006, διαμένει σε μισθωμένη οικία επιβαρυνόμενος με τη δαπάνη ενοικίου, ποσού 400,00 μηνιαία. Επίσης, επιβαρύνεται με την αποπληρωμή δύο προσωπικών δανείων, συνολικού ύψους 17.000,00, που έλαβε από την ALPHA BANK, ποσού μηνιαίας δόσεως συνολικά 339,92 πλην όμως οι καταβολές αυτές δεν αφαιρούνται από τα εισοδήματά του, αλλ απλά συνεκτιμώνται ως βιοτικές ανάγκες αυτού (βλ. σχετικά Εφ.Αθ. 6077/1994 Ελλ.Δικ. 36 σελ. 391). Στην αποκλειστική του κυριότητα ανήκει και η υπό στοιχεία Υ-1 αποθήκη του υπόγειου της παραπάνω, κείμενης επί της οδού Τ. αριθ. 121 του Κορυδαλλού, τριώροφης οικοδομής, εμβαδού 126 τετρ. μέτρων, καθώς και ένα ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο, τύπου TOYOTA YARIS, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι έχει άλλα εισοδήματα, ακίνητη περιουσία, που να του αποφέρει εισόδημα ή άλλες δαπάνες διαβιώσεως, εκτός από τις συνήθεις τοιαύτες. Από την άλλη πλευρά, η εναγόμενη και ενάγουσα, μητέρα των ανηλίκων, που υπηρετεί ως επισμηνίας στην Πολεμική Αεροπορία, αποκόμισε το έτος 2006 από την εργασία της το ποσό των 18.478,77 (βλ. την από 5.6.2007 ταμειακή βεβαίωση του οικονομικού τμήματος της Πολεμικής Αεροπορίας), ήτοι περί τα 1540,00 μηνιαία. Επίσης, από μισθώματα του ανήκοντος σ' αυτή κατά ποσοστό 33% εξ αδιαιρέτου μίσθιου καταστήματος, που βρίσκεται στον Αγγελώνα Λακωνίας, λαμβάνει μηνιαία το ποσό των 130,00 (βλ. το με αριθμό πρωτοκόλλου 3394/9.2.2007 πιστοποιητικό της Δ.Ο.Υ. Κορυδαλλού, που αφορά εισοδήματα του οικονομικού έτους 2006), ενώ δεν επιβαρύνεται με δαπάνη ενοικίου, αφού διαμένει στη συζυγική οικία, κυριότητας του εναγόμενου (ενάγοντος). Καταβάλλει ετησίως, για ασφάλιστρα ασφαλίσεως ζωής των ανηλίκων τέκνων της, συνολικό ποσό 1209,43 , ενώ επιβαρύνεται και με την αποπληρωμή ενός προσωπικού δανείου, που έλαβε από την τράπεζα EUROBANK, ύψους 15.000 , πλην όμως οι καταβολές αυτές, όπως ήδη προαναφέρθηκε, δεν αφαιρούνται από τα εισοδήματά της, αλ απλά συνεκτιμώνται ως βιοτικές ανάγκες αυτής. Εισοδήματα από οποιαδήποτε άλλη πηγή ή περιουσία δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει. Τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων αντιμετωπίζουν τις συνήθεις δαπάνες των παιδιών της δικής τους ηλικίας, 8 και 5 ετών αντίστοιχα. Η ανήλικη Π. φοιτά σε δημόσιο δημοτικό σχολείο, ενώ ο ανήλικος Χ. δε φοιτά σε σχολείο. Για τη φύλαξη των παιδιών κατά το χρόνο απουσίας της ενάγουσας (εναγόμενης) στην εργασία της, η τελευταία έχει προσλάβει οικιακή βοηθό, στην οποία καταβάλλει μηνιαία το ποσό των 500,00 Η ανήλικη Π. παρακολουθεί μαθήματα παραδοσιακών χορών έναντι 10,00. Η μηνιαία και μαθήματα κολύμβησης έναντι 25,00 μηνιαία. Με βάση τις προπεριγραφείσες οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων γονέων και τις εν γένει περιστάσεις και συνθήκες ζωής τους στο δεδομένο κοινωνικό περιβάλλον και χρόνο, τα μηνιαία έξοδα διαβιώσεως των ανηλίκων τέκνων τους, ανέρχονται στο ποσό των 950,00 για το καθένα. Το ποσό αυτό ανταποκρίνεται στα απαραίτητα έξοδα για την διατροφή, συντήρηση, ένδυση, εκπαίδευση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και ψυχαγωγία τους, είναι δε ανάλογο με τις ανάγκες τους αυτές, όπως προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής τους, λαμβανομένης υπ όψη και της ηλικίας τους. Στο εν λόγω ποσό συνυπολογίζεται και η προσφορά της προσωπικής εργασίας και απασχολήσεως της ενάγουσας (εναγόμενης) για την περιποίηση και φροντίδα των ανηλίκων (παρασκευή γευμάτων, επιμέλεια υγιεινής και καθαριότητος των χώρων που διαμένουν και των ενδυμάτων τους κλπ), η οποία είναι αποτιμητή σε χρήμα. Κατ' ακολουθία, λοιπόν, των ανωτέρω οικονομικών δυνατοτήτων των διαδίκων, αφού συνυπολογιστεί η συνεισφορά της ενάγουσας (εναγόμενης), κατά μερική παραδοχή της σχετικής ενστάσεως συνεισφοράς, που διατύπωσε ο εναγόμενος, η συμμετοχή του τελευταίου στην κάλυψη των εξόδων διαβιώσεως των ανηλίκων πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 535,00  μηνιαία για καθένα εξ αυτών. Όμως, από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί η αξία της παροχής στέγης στα ανήλικα τέκνα εκ μέρους του εναγόμενου (ενάγοντος), η οποία προσδιορίζεται στο ποσό των 250,00  συνολικά (125,00 για κάθε παιδί), το δε υπόλοιπο, προς συμπλήρωση του ως άνω ορισθέντος ποσού διατροφής των ανηλίκων, βαρύνει την ενάγουσα (εναγόμενη) μητέρα τους, η οποία την παρέχει με τις προαναφερθείσες καθημερινές φροντίδες της, που αποτιμώνται σε χρήμα, την εργασία της και τους λοιπούς οικονομικούς της πόρους.- Στο ίδιο συμπέρασμα για το ζήτημα αυτό και με τις αυτές, ως άνω, αιτιολογίες, κατέληξε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, ώστε οι περί του αντιθέτου τρίτος και ένατος (τελευταίος) λόγοι της εφέσεως του εναγόμενου ελέγχονται ως αβάσιμοι κατ ουσία και πρέπει να απορριφθούν, όπως και η έφεσή του στο σύνολό της.-
(γ΄) Κατά τη διάταξη του άρθρου 1520 Α.Κ., ο γονέας, με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό και στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων του ανηλίκου, ως προς την άσκηση του ανωτέρω δικαιώματος, το δικαστήριο καθορίζει τον τρόπο, κατά τον οποίο θα γίνεται η επικοινωνία. Το αυστηρά προσωπικό αυτό δικαίωμα του γονέα για επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο του απορρέει από το φυσικό δεσμό του αίματος και του αισθήματος στοργής προς αυτό, συντελεί δε στην ανάπτυξη του ψυχικού του κόσμου και της εν γένει προσωπικότητάς του, γι αυτό η άσκησή του αποβλέπει κυρίως στο καλώς εννοούμενο συμφέρον του τέκνου. Εξ άλλου, η ρύθμιση του ανωτέρω δικαιώματος επικοινωνίας λειτουργεί μέσα στο γενικότερο πλαίσιο διατάξεων, που προβλέπουν την άσκηση του δικαιώματος, αλλά και του καθήκοντος των γονέων περί τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους (άρθρα 1510 επ. Α.Κ.), για την οποία ο νόμος (άρθρα 1511 και 1512 Α.Κ.) επιτάσσει η ρύθμιση αυτή να αποβλέπει πρωτίστως στο συμφέρον του τέκνου. Επομένως, όταν το δικαστήριο ρυθμίζει την άσκηση της προσωπικής επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο του, πρέπει πάντοτε να αποφασίζει με οδηγό το καλώς εννοούμενο συμφέρον του τελευταίου, λαμβάνοντας υπ όψη του τις εκάστοτε προκύπτουσες και συντρέχουσες συνθήκες και περιστάσεις, κάτω από τις οποίες θα ασκείται η προσωπική αυτή επικοινωνία στη συγκεκριμένη περίπτωση (Α.Π. 1516/2005 Νο.Β. 2006 σελ. 400, Α.Π. 534/1991 Ελλ.Δικ. 32 σελ. 1505, Εφ.Θεσ. 564/2008 Αρμενόπουλος 62 σελ. 1836).- Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατόπιν μερικής παραδοχής της αγωγής του διαδίκου Α. Χ. Μ., ρύθμισε το δικαίωμα επικοινωνίας του με τα ανήλικα τέκνα ατού και της εν διαστάσει συζύγου του, υποχρεώνοντας την τελευταία να ανέχεται την επικοινωνία αυτή επί τη απειλή, σε αντίθετη περίπτωση, χρηματικής ποινής 300,00 και προσωπικής κρατήσεως ενός μήνα, όρισε δε ότι αυτός έχει δικαίωμα να επικοινωνεί μαζί τους ως εξής:
α΄) Κάθε Τρίτη και Πέμπτη από ώρα 17:00 έως ώρα 20:00, β΄) κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο από ώρα 10:00 του Σαββάτου έως ώρα 20:00 της Κυριακής, γ΄) κατά τις εορτές Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς από τις 24 Δεκεμβρίου και ώρα 10:00 έως τις 30 Δεκεμβρίου και ώρα 20:00 ή από τις 30 Δεκεμβρίου και ώρα 10:00 έως τις 5 Ιανουαρίου και ώρα 20:00, αντιστοίχως, εναλλάξ κατ' έτος, αρχής γενομένης από την εβδομάδα των Χριστουγέννων του έτους 2007, δ΄) κατά τις εορτές του Πάσχα, από τη Μεγάλη Τρίτη και ώρα 10:00 έως τη Δευτέρα της Διακαινησίμου εβδομάδας και ώρα 20:00 ή από την Δευτέρα της Διακαινησίμου εβδομάδας και ώρα 10:00 έως την Κυριακή του Θωμά και ώρα 20:00, αντιστοίχως, εναλλάξ κατ' έτος, αρχής γενομένης από την Μεγάλη Εβδομάδα του έτους 2008, ε΄) κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών για το χρονικό διάστημα από 21 Ιουλίου και ώρα 10:00 μέχρι 10 Αυγούστου και ώρα 21:00, ορίζοντας επιπρόσθετα ότι ο ενάγων, πατέρας των ανηλίκων, θα τα παραλαμβάνει και θα τα παραδίδει στον τόπο της κατοικίας τους.- Η εκκαλούσα (εναγόμενη διά της δεύτερης αγωγής) διατυπώνει αιτιάσεις με την έφεσή της για την προαναφερθείσα κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενη ότι η ένδικη αγωγή του αντιδίκου συζύγου της έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, αλλιώς ως νομικά αβάσιμη (δεύτερος λόγος), ότι αυτή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη επειδή στρέφεται εναντίον της και υπό την ατομική της ιδιότητα, ενώ έπρεπε να εναχθεί μόνο με την ιδιότητά της ως ασκούσας την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της, αλλιώς ότι η ίδια αγωγή έπρεπε να απορριφθεί κατουσία ως ασκηθείσα κατά κατάχρηση δικαιώματος (τρίτος λόγος), καθώς και ότι έπρεπε, προς αποφυγή εγέρσεως προσχηματικών και αβάσιμων αμφισβητήσεων, να διαταχθεί η παραλαβή και παράδοση των τέκνων από τον ενάγοντα πατέρα τους επί τη υπογραφή έγγραφης αποδείξεως (τέταρτος και τελευταίος λόγος). Οι λόγοι αυτοί ελέγχονται ως αβάσιμοι κατ ουσία και πρέπει να απορριφθούν, διότι, από τη μελέτη του δικογράφου της ένδικης αγωγής του ενάγοντος, το ουσιώδες περιεχόμενο της οποίας παρατέθηκε ανωτέρω, προκύπτει ότι αυτή φέρει όλα τα αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματός του στοιχεία, στρέφεται δε παραδεκτά κατά της εναγόμενης και με την ατομική της ιδιότητα, αφού κατ αυτής υφίσταται η αξίωση του ενάγοντος για επικοινωνία με τα ανήλικα τέκνα (βλ. σχετικά Βασ. Βαθρακοκοίλη «Ερμηνεία - Νομολογία Αστικού Κώδικα», έκδοση 2004, υπό το άρθρο 1520 αριθμ. 29 και Εφ.Αθ. 11697/1989 Ελλ.Δικ. 33 σελ. 157), ανεξάρτητα από το ότι, στην ίδια αγωγή, είχε σωρευθεί και αίτημα περί ρυθμίσεως της χρήσεως της οικογενειακής κατοικίας, που πέραν πάσης αμφιβολίας αναφέρεται ατομικά στην εναγόμενη. Ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος για επικοινωνία με τα ανήλικα τέκνα του, πέραν της ρηματικής του διατυπώσεως, ουδέν αξιόλογο και πειστικό ουσιαστικό έρεισμα ευρίσκει στο αποδεικτικό υλικό, ενώ και η αξίωση της εκκαλούσας (εναγόμενης) για χορήγηση έγγραφης αποδείξεως κάθε φορά, που ο ενάγων σύζυγός της θα παραλαμβάνει τα τέκνα για επικοινωνία και θα τα επιστρέφει ακολούθως σ αυτή, όχι μόνο δεν υπηρετεί κάποια θεμιτή σκοπιμότητα, αλλά εγκυμονεί και τον σοβαρό κίνδυνο ευτελισμού του σκοπού, που καλείται να προαγάγει η επικοινωνία αυτή, επί πλέον δε της δημιουργίας αρνητικών συναισθημάτων στα ανήλικα τέκνα των διαδίκων, τα οποία ασφαλώς θα αισθανθούν ότι αντιμετωπίζονται από τους γονείς τους ως αντικείμενα κάποιας τρέχουσας συναλλαγής.- Ως προς τη συχνότητα της επικοινωνίας, εν τούτοις, ιδίως κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, που είναι και ημέρες αυξημένων σχολικών υποχρεώσεων των ανηλίκων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε με την προαναφερθείσα ρύθμιση ως προς την εκτίμηση και την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, όπως βάσιμα παραπονείται η εκκαλούσα (εναγόμενη) με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση εφέσεώς της, ο οποίος διευκρινίζεται περαιτέρω και από τον πρόσθετο λόγο εφέσεως, που διατυπώνεται με τις προτάσεις της. Πρέπει, λοιπόν, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να γίνει εν μέρει δεκτή η δεύτερη έφεση ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, ακολούθως δε, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 535 § 1 Κ.Πολ.Δικ., να εξαφανισθεί αντίστοιχα εν μέρει η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς τη διάταξή της περί ρυθμίσεως της επικοινωνίας του ενάγοντος με τα ανήλικα τέκνα αυτού και της εναγόμενης, συνακόλουθα δε και ως προς τη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων (βλ. σχετικά Βασ. Βαθρακοκοίλη «Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας», υπό το άρθρο 535 αριθμ. 4), να κρατηθεί ως προς το κεφάλαιο αυτό η υπόθεση από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προς εκδίκασή της επί της ουσίας και να ρυθμισθεί η επικοινωνία του ενάγοντος με τα ανήλικα τέκνα του κατά τον οριζόμενο στο διατακτικό τρόπο, στη διαμόρφωση του οποίου, εν όψει και της αμέσως προηγούμενης νομικής σκέψεως και των διατάξεων, που παρατέθηκαν εκεί, λαμβάνεται υπ όψη προεχόντως το συμφέρον των ανηλίκων, που επιβάλει την αδιατάρακτη, κατά το δυνατό, ενασχόλησή τους με τις σχολικές τους υποχρεώσεις, δευτερευόντως δε οι λοιπές υποχρεώσεις των διαδίκων γονέων τους, τις οποίες οι τελευταίοι, με την εμπειρία και τις εν γένει ικανότητες, που διαθέτουν, μπορούν να διευθετήσουν.- Τέλος, λόγω της μερικής νίκης και ήττας εκατέρωθεν, θα καταδικασθεί ο εφεσίβλητος και εκκαλών (εναγόμενος και ενάγων) στην πληρωμή ανάλογου με την έκταση της ήττας του μέρους των δικαστικών εξόδων της αντιδίκου του, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρα 178 § 1, 183 και 191 § 2 Κ.Πολ.Δικ.), στον προσδιορισμό των οποίων θα συνυπολογισθούν τα έξοδα του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας για τις συνεκδικασθείσες δύο αγωγές και τα έξοδα του παρόντος δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας για τις δύο συνεκδικαζόμενες εφέσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια: