Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

2131/2008 Α.Π. Παραβίαση της προς διατροφή υποχρεώσεως.


2131/2008 Α.Π.  Παραβίαση της προς διατροφή υποχρεώσεως.
Απόφαση 2131 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Διατροφής υποχρέωση.


http://www.areiospagos.gr/
Περίληψη:
Παραβίαση της προς διατροφή υποχρεώσεως. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (358 ΠΚ) με την έννοια της εκ πλαγίου παραβίασής της. Ειδικότερα, δεν εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει στη σύζυγό του την επιδικασθείσα διατροφή, αλλ’ ούτε προσδιορίζεται ότι η επιδικάσασα τη διατροφή απόφαση γνωστοποιήθηκε σ’ αυτόν με επίδοσή της και πότε.


Αριθμός 2131/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σφακιωτάκη, για αναίρεση της 2248/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 263/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 358 ΠΚ, όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής που του την έχει επιβάλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει, έστω και προσωρινά, το δικαστήριο, με τρόπο τέτοιο ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκασθεί να δεχθεί τη βοήθεια άλλων, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβιάσεως της υποχρεώσεως προς διατροφή απαιτείται παράλειψη του δράστη να καταβάλει τη διατροφή, που οφείλει από το νόμο και έχει αναγνωρισθεί εις βάρος του, έστω και προσωρινά, με δικαστική απόφαση, από κακοβουλία, δηλαδή από κακεντρέχεια ή κακή θέληση, για να στερήσει το δικαιούχο των μέσων προς ικανοποίηση των βιοτικών του αναγκών, παρόλο ότι έχει τη δυνατότητα καταβολής της διατροφής. Για το λόγο αυτό πρέπει, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση τα περιστατικά εκείνα, από τα οποία συνάγεται ότι ο υπόχρεος είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει τη διατροφή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 2248/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στα ..... στις 23-3-2004 παραβίασε κακόβουλα την υποχρέωση διατροφής της συζύγου του Ψ, που ήταν επιβεβλημένη από το νόμο και είχε αναγνωρισθεί αναδρομικά και για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του έτους 2002 έως και Φεβρουάριο του έτους 2004 με την υπ' αριθ. 4/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα διατροφών), συνολικού ποσού 4.520 ευρώ, (20 μήνες Χ 195 ευρώ μηνιαίως), σε τρόπο ώστε η ως άνω δικαιούχος της διατροφής να περιέλθει σε στερήσεις και να αναγκασθεί να δεχθεί τη βοήθεια άλλων. Εξάλλου, ο εκ μέρους του συνηγόρου του κατηγορουμένου προβληθείς ισχυρισμός ότι ο τελευταίος δεν μπορεί να καταβάλλει την επιδικασθείσα στη σύζυγό του μηνιαία διατροφή και όταν έχει τη δυνατότητα την καταβάλλει, πέραν της σχετικής αοριστίας του, δεν αποδείχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμος. Πρέπει συνεπώς, ενόψει των προαναφερομένων, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της αποδιδόμενης σ' αυτόν ως άνω πράξης κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό". Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως τον κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ του ότι "στα ..... την 23/03/2004 κακόβουλα παραβίασε την επιβεβλημένη από το νόμο και αναγνωρισμένη από το Δικαστήριο υποχρέωσή του για διατροφή μηνών Ιουλίου 2002 έως και Φεβρουάριο 2004, συνολικού ποσού 4.520 ευρώ (20 μήνες Χ 195 ευρώ για κάθε μήνα) κατά τρόπο ώστε η σύζυγός του Ψ, η οποία δικαιούται τη διατροφή να περιέλθει σε στερήσεις και να αναγκασθεί να δεχθεί τη βοήθεια άλλων. Η δε υποχρέωση αυτή αναγνωρίστηκε με την 4/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών". Στη συνέχεια δε το Δικαστήριο της ουσίας επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ ημερησίως.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το άνω Δικαστήριο αφενός μεν δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και επί τη βάσει των οποίων κατέληξε στην πιο πάνω κρίση του, αφετέρου δε στέρησε την εν λόγω απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως είναι ελλιπής, αφού δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλλει στη σύζυγό του Ψ τη διατροφή που είχε επιδικασθεί εις βάρος του δυνάμει της ανωτέρω υπ' αριθ. 4/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία (οικονομική δυνατότητα) εμπεριέχεται στην έννοια της κακοβουλίας, που αποτελεί πρόσθετο στοιχείο προς θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του άνω εγκλήματος. Επιπλέον, δεν προσδιόρισε το Δικαστήριο της ουσίας, όπως έπρεπε για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του και την εφαρμογή του νόμου, ότι η επιδικάσασα τη διατροφή πιο πάνω απόφαση γνωστοποιήθηκε με επίδοσή της στον αναιρεσείοντα και πότε, δεδομένου ότι η αναγνώριση τέτοιας υποχρεώσεως για χρονικό διάστημα προγενέστερο από την έκδοση της αποφάσεως και τη γνωστοποίησή της στον υπόχρεο δεν συνεπάγεται καμιά ποινική κύρωση εις βάρος του. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης, κατά τα ανωτέρω, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή της πιο πάνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως της διατάξεως αυτής, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή αυτών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 2248/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Και

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


Δεν υπάρχουν σχόλια: