Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

ΑΠ 908/2011: Συνέπειες άρνησης υποβολής στις προβλεπόμενες στον νόμο ιατρικές εξετάσεις για τη διαπίστωση της πατρότητας.

ΑΠ 908/2011
Συνέπειες άρνησης υποβολής στις προβλεπόμενες στον νόμο ιατρικές εξετάσεις για τη διαπίστωση της πατρότητας -.

Αν ο διάδικος χωρίς να έχει ειδικούς λόγους υγείας αρνείται να υποβληθεί στις πρόσφορες ιατρικές εξετάσεις με γενικά αναγνωρισμένες επιστημονικές μεθόδους που του επιβλήθηκαν από το δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο για τη διαπίστωση της πατρότητας, καθιερώνεται αμάχητο τεκμήριο για την απόδειξη των ισχυρισμών του αντιδίκου, με την έννοια ότι στο αίμα του υπάρχουν στοιχεία τα οποία καθιστούν κατά την επιστήμη πιθανή ή σφόδρα πιθανή την πατρότητά του. Το στοιχείο αυτό συνεκτιμάται ελεύθερα μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, από το δικαστήριο, το οποίο μπορεί να οδηγηθεί σε θετική ή αρνητική για την πατρότητα του εναγομένου κρίση.

Αριθμός 908/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1′ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Α., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Στρατή.

Της αναιρεσιβλήτου: Η. Δ. του Σ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Προυσανίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 191/2006 μη οριστική, 63/2007 διορθωτική, 167/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 375/2009 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Μαρτίου 2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 28 Απριλίου 2011 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 4.3.2011 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθ. 375/2009 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.


ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ


Ι. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως “πράγματα” θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997). Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 388 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 245 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο κατά τη διακριτική του, ανέλεγκτη επί της ουσίας ευχέρεια διατάσσει νέα πραγματογνωμοσύνη ή συμπλήρωση της ήδη διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης, ώστε η ειδική απάντηση του Δικαστηρίου στο αντίστοιχο αίτημα διαδίκου, που ισοδυναμεί με ρητή απόρριψη, δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο απέρριψε ως παρελκυστικά υποβαλλόμενο με λόγο της έφεσής του το αίτημα του αναιρεσείοντος για τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης αιματολογικής, ώστε να προσέλθει και να υποβληθεί στις πρόσφορες ιατρικές εξετάσεις με γενικά αναγνωρισμένες επιστημονικές μεθόδους, μετά την παρέλευση της αντίστοιχης προθεσμίας άκαρπης που τάχθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για τη διενέργεια της ίδιας πραγματογνωμοσύνης, κρίνεται αβάσιμος.


ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως δημιουργείται όταν το δικαστήριο αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που του προσδίδει ο νόμος και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά το νόμο, αποδεικτικά μέσα. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. 0 λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με το βάρος της αποδείξεως (άρθρα 338 ΚΠολΔ) υποκειμενικό ή αντικειμενικό και προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας αποφάσεως περί αποδείξεως. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 339, 107, 340, 341 και 393 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την απόδειξη πραγματικών γεγονότων, για την οποία ο νόμος δεν προβλέπει κάποιο περιορισμό ως προς τα αποδεικτικά μέσα, με μόνη εξαίρεση τα επικουρικά, δηλαδή τον όρκο (άρθρο 421 § 3 ΚΠολΔ, που ήδη καταργήθηκε με το άρθρο 14 § 1 του ν. 2915/2001 και ισχύει από 1.1.2002 κατ’ άρθρο 15 ν. 2943/2001) και την εξέταση των διαδίκων (άρθρο 415 § 1 ΚΠολΔ), δεν επιτρέπεται στο δικαστή να περιορίσει αυτά και να μορφώσει έτσι τη δικανική του πεποίθηση από ένα ή και περισσότερα αποδεικτικά μέσα, κατ’ επιλογή του και κατ’ αποκλεισμό έστω και ενός, στη χρήση του οποίου είχε δικαίωμα ο διάδικος. Η έκθεση της πραγματογνωμοσύνης, που διατάσσεται ως αποδεικτικό μέσο κατά το άρθρο 368 ΚΠολΔ, είτε όταν το δικαστήριο κρίνει ότι τα αποδεικτέα θέματα απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, τη γνώμη προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης είτε υποχρεωτικά, ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους, όταν κατά την κρίση του δικαστηρίου για την απόδειξη ορισμένου θέματος χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, εκτιμάται σύμφωνα με το άρθρο 387 ΚΠολΔ ελευθέρως και δεν έχει αυξημένη έναντι των άλλων αποδεικτικών μέσων, δύναμη, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτήν. Η με την τελευταία αυτή διάταξη καθιερούμενη αρχή, ως προς την αποδεικτική δύναμη της πραγματογνωμοσύνης, ισχύει και όταν διατάσσεται ως αποδεικτικό μέσο η εξέταση, από ειδικούς επιστήμονες, του αίματος εκείνου ο οποίος φέρεται στη δίκη της αναγνωρίσεως της πατρότητας τέκνου, που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, ως πατέρας αυτού, εις τρόπον ώστε το πόρισμα της εξετάσεως αυτής, που θα εκτιμηθεί ελεύθερα, σε συνδυασμό με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, να οδηγήσει το δικαστήριο στο σχηματισμό δικανικής πεποίθησης για την αμφισβητούμενη πατρότητα. Με τα δεδομένα αυτά το, (με τη διάταξη του άρθρου 615 § 1 ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 39 του ν. 1329/1923 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 § 2 του ν. 3089/2002), που ορίζει ότι: “Αν στις διαφορές της πρώτης παραγράφου του προηγούμενου άρθρου” στις οποίες περιλαμβάνεται και η αναγνώριση της πατρότητας “ένας διάδικος, χωρίς να έχει ειδικούς λόγους υγείας, αρνείται να υποβληθεί στις πρόσφορες ιατρικές εξετάσεις με γενικά αναγνωρισμένες επιστημονικές μεθόδους, που του επιβλήθηκαν από το δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο για τη διαπίστωση της πατρότητας, οι ισχυρισμοί του αντιδίκου του λογίζονται ότι έχουν αποδειχθεί”), καθιερούμενο αμάχητο τεκμήριο για την απόδειξη των ισχυρισμών του αντιδίκου εκείνου που αρνήθηκε χωρίς να συντρέχουν δικαιολογητικοί της αρνήσεως λόγοι, να υποβληθεί στις εξετάσεις που διατάχθηκαν από το δικαστήριο, πρόδηλη έχει την έννοια, όταν εκείνος που αρνήθηκε είναι ο φερόμενος ως πατέρας εναγόμενος, ότι λογίζονται ότι έχουν αποδειχθεί οι ισχυρισμοί του αντιδίκου του, όχι για την πατρότητα του εναγομένου, αλλά για την ύπαρξη στο αίμα του τελευταίου στοιχείων τα οποία καθιστούν, κατά την επιστήμη, πιθανή ή σφόδρα πιθανή την πατρότητά του. Τεκμαίρεται δηλαδή αμαχήτως, από την άρνηση εκείνου, που υποχρεώθηκε σε εξετάσεις, να υποβληθεί σ’ αυτές, ό,τι ευνοϊκό για τον αντίδικο του θα περιείχε η έκθεση των ιατρών αν η πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε γινόταν κανονικά. Από το στοιχείο δε αυτό, συνεκτιμώμενο ελεύθερα μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, μπορεί το δικαστήριο να οδηγηθεί σε θετική ή αρνητική για την πατρότητα του εναγομένου κρίση, αναλόγως αν από τις άλλες αποδείξεις προκύπτει ή όχι η έλλειψη αναγκαίας για την πατρότητα προϋποθέσεως (ΟλΑΠ 32/1990). Περαιτέρω με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 615 § 1 ΚΠολΔ υπαγορευθείσα τόσο από την ανάγκη προστασίας της γενετικής ταυτότητας του προσώπου, όπως προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 5 εδ. α’ του Συντάγματος, αλλά και στην προστασία της προσωπικότητάς του, όπως καθιερώνεται με τη διάταξη της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 5 του Συντάγματος, δεν επιβάλλεται περιορισμός στο δικαστήριο να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, όχι από την αρχή, αλλά αργότερα, στην περίπτωση που δεν έχει πεισθεί από τα άλλα μέσα, πράγμα το οποίο, εξ άλλου, δεν είναι ορθό, διότι είναι ενδεχόμενο το δικαστήριο από τα άλλα αποδεικτικά μέσα να αχθεί σε αποτέλεσμα τελείως διαφορετικό από αυτό της αναλύσεως του αίματος, που είναι αποδεικτικό μέσο χρήσιμο και ακριβές ως προς τα αποτελέσματα του και δεν πρέπει να διατάσσεται τελευταίο και διότι αντιβαίνει και στην αρχή της οικονομίας της δίκης. Η σύγχρονη δε με τα λοιπά μέσα αποδείξεως διάταξη από το δικαστήριο της ανωτέρω πραγματογνωμοσύνης δεν καθιστά εκ του λόγου αυτού δικαιολογημένη την άρνηση του φερόμενου ως πατέρα εναγομένου, να υποβληθεί στις εξετάσεις που διατάχθηκαν από το δικαστήριο και ανατρέπει το τεκμήριο, ούτε μεταβάλλει το βάρος αποδείξεως της ιστορικής βάσεως της αγωγής, που φέρει ο ενάγων (ΑΠ 3/200). Ενόψει δε των όσων προαναφέρθηκαν για την αιτιολόγηση της θέσπισης του αμάχητου τεκμηρίου του άρθρ. 615 παρ. 1 του ΚΠολΔ και τις προϋποθέσεις εφαρμογής του δεν παραβιάζεται με αυτήν η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος για την παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 375/2009 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: “Το έτος 1977 οι διάδικοι συνήψαν ερωτική σχέση, η οποία διήρκεσε μέχρι το Νοέμβριο του 1992, οπότε διεκόπη με πρωτοβουλία της ενάγουσας, μετά την άρνηση του εναγομένου να αναγνωρίσει ως δικό του το παραπάνω τέκνο. Στα πλαίσια της σχέσης αυτής, οι διάδικοι ήλθαν κατ’ επανάληψη σε σαρκική συνάφεια μεταξύ τους, πραγματοποιούσαν μαζί συχνά ταξίδια στην Αθήνα και σε άλλα μέρη, συνδιασκέδαζαν και γενικά συμπεριφέρονταν ως ερωτικοί σύντροφοι. Την 18-6-1992 η ενάγουσα γέννησε ένα άρρεν τέκνο, το οποίο έλαβε το όνομα Α. – Γ. και το οποίο είναι καρπός της παραπάνω σχέσης των διαδίκων, που διήρκησε, όπως προαναφέρθηκε, μέχρι το Νοέμβριο του 1992, αφού συνελήφθη από τη σαρκική συνάφεια, που είχε η ενάγουσα με τον εναγόμενο κατά το χρονικό διάστημα που περιλαμβάνεται ανάμεσα στην τριακοστή και την εκατοστή ογδοηκοστή μέρα πριν από τον τοκετό, δηλαδή (από 22-8-1991 μέχρι 26-12-1991. Τα παραπάνω προκύπτουν από την σαφή και πειστική κατάθεση της μάρτυρα της απόδειξης, η οποία είναι φίλη της ενάγουσας περισσότερο από τριάντα χρόνια και έχει προσωπική αντίληψη για όσα καταθέτει. Επομένως, εφόσον κατά τη διάρκεια του κρίσιμου χρονικού διαστήματος της σύλληψης, οι διάδικοι ήλθαν κατ’ επανάληψη σε σαρκική συνάφεια μεταξύ τους, τεκμαίρεται κατά νόμο ότι ο εναγόμενος είναι πατέρας του προαναφερόμενου τέκνου σύμφωνα με το άρθρο 1481 ΑΚ. Το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται, καθόσον ουδείς μάρτυρας εξετάστηκε από την πλευρά του εναγόμενου. Περαιτέρω, με την υπ. αρ. 191/2006 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (διορθωθείσα με την 63/2007 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου) αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης από τη μοριακή Βιολόγο Π. Μ., ώστε μέσω της μεθόδου του “υβριδισμού DΝΑ” να γνωμοδοτήσει εάν το τέκνο της ενάγουσας είναι τέκνο του εναγόμενου. Όπως προκύπτει από το 23/2-5-2007 πρακτικό ορκωμοσίας η ανωτέρω διορισθείσα έδωσε τον όρκο του πραγματογνώμονα ενώπιον του εντεταλμένου δικαστή την 2-5-2007. Με την από 3-5-2007 πρόσκληση της ενάγουσας, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο την 3-5-2007 (βλ. την 7057 Β’ /3-5-2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου Π. Π.), κλήθηκε αυτός εμπρόθεσμα, προ δέκα (10) ημερών (Κ.Πολ.Δ. 615 § 3 εδ. β’), να προσέλθει στις 18-5-2008, ενώπιον της παραπάνω πραγματογνώμονα, στο Κέντρο Μεσογειακής Αναιμίας του Λαϊκού Νοσοκομείου Αθηνών επί της οδού Σεβαστουπόλεως αρ. 16, Αμπελόκηποι Αθήνα, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η απαιτούμενη για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης αιμοληψία. Όπως προκύπτει όμως από την από 26-6-2008 έκθεση της πραγματογνώμονα ο εναγόμενος δεν εμφανίστηκε κατά την ανωτέρω ημέρα και ώρα στο παραπάνω κέντρο. Κατόπιν τούτου, με την από 21-5-2007 πρόσκληση της ενάγουσας, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο την ίδια ημέρα (βλ. την 7111 Β721-5-2007 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή) ο τελευταίος κλήθηκε εκ νέου, εμπρόθεσμα, να προσέλθει την 13-6-2008 και ώρα 11π.μ. ενώπιον της πραγματογνώμονα στο παραπάνω κέντρο, πλην όμως αυτός και πάλι δεν εμφανίστηκε, όπως τούτο προκύπτει από την από 26-6-2007 έκθεση της παραπάνω πραγματογνώμονα. Σημειωτέον ότι ο εναγόμενος με τις προτάσεις που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι δεν κατέστη δυνατόν να μεταβεί στο παραπάνω κέντρο, τον ισχυρισμό δε αυτόν επαναλαμβάνει και με την κρινόμενη έφεση του, επικαλούμενος αόριστα προσωπικούς λόγους, χωρίς να προβάλλει ειδικούς λόγους υγείας, οι οποίοι και τις δύο φορές να κατέστησαν αδύνατη την προσέλευσή του στην πραγματογνώμονα.


Για τους λόγους αυτούς η μη προσέλευση του εναγόμενου στην πραγματογνώμονα, παρά την εμπρόθεσμη κλήτευση του, ισοδυναμεί με αδικαιολόγητη άρνηση, με συνέπεια να λογίζεται ότι έχουν αποδειχθεί οι ισχυρισμοί της ενάγουσας, όχι για την πατρότητα του εναγομένου, αλλά για την ύπαρξη στο αίμα του τελευταίου στοιχείων τα οποία καθιστούν, κατά την επιστήμη, πιθανή ή σφόδρα πιθανή την πατρότητα του, ενώ πρέπει να απορριφθεί το υποβαλλόμενο και με την ένδικη έφεση αίτημα του για επανάληψη της πραγματογνωμοσύνης, ως παρελκυστικό. Το παραπάνω στοιχείο, συνεκτιμώμενο με την ως άνω κατάθεση της μάρτυρα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, από την οποία (κατάθεση) συνάγεται, όπως προαναφέρθηκε, το τεκμήριο πατρότητας του άρθρου 1481 ΑΚ, ουδεμία αμφιβολία καταλείπει στο δικαστήριο ότι ο εναγόμενος είναι ο πατέρας του τέκνου που γέννησε η ενάγουσα χωρίς γάμο την 18-6-1992 και που ονομάζεται Α. – Γ.. Επομένως η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε όμοια, δεν έσφαλε και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εναγόμενος με την ένδικη έφεση του κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα”. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλει ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο απέρριψε σιωπηρώς λόγο της εφέσεως του, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν εξήντλησε ως όφειλε, όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως μάρτυρες, έγγραφα κλπ. προς εξακρίβωση της πατρότητας του τέκνου της αναιρεσίβλητης και διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης αμέσως μετά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε εκτίμηση των αποδείξεων, κατά κακή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 625 § 1 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου η μη υποβολή του στις αιματολογικές εξετάσεις ήτο δικαιολογημένη και δεν μπορούσε να έχει τις προβλεπόμενες από το άρθρο αυτό συνέπειες που δέχθηκε το δικαστήριο, του οποίου η κρίση περί της πατρότητας του τέκνου της αναιρεσιβλήτου στηρίχθηκε αποκλειστικώς στην κατάθεση της μάρτυρός της και στο πλάσμα δικαίου από τη μη προσέλευση του στις αιματολογικές εξετάσεις και ότι η κακή αυτή εφαρμογή του άρθρου 615 § 1 του ΚΠολΔ και του εξ αυτού δημιουργημένου πλάσματος δικαίου τόσον από την πρωτόδικη όσον και από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραβιάζει τους ορισμούς του νόμου, ως προς το βάρος της αποδείξεως, καθιστώντας έτσι αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφαση κατ’ άρθρο 559 αριθ. 12 και 13 του ΚΠολΔ. Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, είναι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προηγήθηκαν, απορριπτέος, ως προς μεν την αιτίαση από τον αριθμό 12 του ανωτέρω άρθρου 559 ΚΠολΔ ως απαράδεκτος, καθόσον ο λόγος αυτός, δεν ιδρύεται, όταν το Εφετείο κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, αλλά και τα προκύπτοντα από την προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνει από όλα τα συνεκτιμηθέντα και ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, όπως στην προκείμενη περίπτωση, περισσότερο αξιόπιστη την κατάθεση της μάρτυρος της αναιρεσίβλητης σε συνδυασμό και με το ανωτέρω αμάχητο τεκμήριο για την, απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, ενώ ο αναιρεσίβλητος δεν εξέτασε κανένα μάρτυρα για την ανατροπή του τεκμηρίου. Ως προς δε την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 13, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί με την έκδοση της υπ’ αριθ.191/2006 παρεμπίπτουσας απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, για τη διενέργεια αιματολογικής πραγματογνωμοσύνης σε βάρος του αναιρεσείοντος, δεν παραβιάστηκαν οι ορισμοί του νόμου σχετικά με το βάρος της απόδειξης υποκειμενικό ή αντικειμενικό, έστω και αν η έκδοση της υπ’ αριθ. 191/2005 απόφασης προηγήθηκε της οποιασδήποτε εκτίμησης των αποδείξεων που είχαν διεξαχθεί στο ακροατήριο κατά την πρώτη συζήτηση της ένδικης αγωγής. Τέλος ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το τελευταίο μέρος του, υπό την επίκληση πλημμελειών από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (κατ’ εκτίμηση) που έχει σχέση με την αντίθεση της διάταξης του άρθρου 615 παρ. 1 του ΚΠολΔ προς τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος κρίνεται αβάσιμος, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της νομικής σκέψης της παρούσας παραγράφου.
Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττημένος στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (αρθρ. 176,183 Κ.ΠολΔ)


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


Απορρίπτει την από 4-3-2010 αίτηση του Κ. Κ., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 375/2009 του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια. (2.700) Ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαϊου 2011 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

Η Δικαιοσύνη είναι υπονομευμένη και δεν μπορεί να καταπολεμήσει την πολιτική διαφθορά. Να γίνει ο κάθε Έλληνας πολίτης ένας Ντι Πιέτρο!



Συνέντευξη του πρώην Εισαγγελέα Ιωάννη Σακκά στην Χριστίνα Χαφουσίδου, αρχισυντάκτη της μηνιαίας εφημερίδας ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΓΝΩΜΗ


Ερ. Κύριε εισαγγελέα, σε µια κρίσιµη στιγµή για τη Δικαιοσύνη και για την Πατρίδα, επιλέξατε την εθελουσία έξοδο από το Δικαστικό Σώµα. Ποίοι λόγοι σας ώθησαν σ' αυτή την επιλογή σας;
Απ. Πράγματι ήταν κρίσιμη η στιγμή και επέλεξα την έξοδο, προστατεύοντας το κύρος μου ως Εισαγγελικός Λειτουργός, την προσωπικότητά μου, την αξιοπρέπειά μου, έχοντας συνείδηση του ρόλου μου.
Με τα κατάντια που δημιούργησαν οι δύο εξουσίες Εκτελεστική-Κυβέρνηση και Νομοθετική Εξουσία-Βουλή στο χώρο της Δικαιοσύνης, δεν μπορούσα πλέον να συμπαρίσταμαι ως κομπάρσος σε ένα δομημένο σύστημα κρατικής υποκρισίας και κατά συνέπεια θεώρησα ότι δεν ήταν σωστό να παραμείνω στο Δικαστικό Σώμα και να κοροϊδεύω τη συνείδησή μου και την αξιοπρέπειά μου. Μόνο αν έχεις σθένος και παραιτηθείς από το Δικαστικό Σώμα, μπορείς να είσαι ελεύθερος να μιλήσεις σταράτα. Διαφορετικά, αν μείνεις μέσα, κινδυνεύεις να σε σέρνουν σε πειθαρχικές και ποινικές διώξεις ως δήθεν προσβάλλων το κύρος της Δικαιοσύνης, συνθλίβοντας το λόγο σου. Αυτή είναι η άποψή μου. Μπορούσα να σιωπώ και να μείνω στο Δικαστικό Σώμα ακόμη 15 χρόνια τουλάχιστον, βάσει του άρθρου 88 παρ. 5 του Συντάγματος. Δεν συμβιβάστηκα με τη συνεχή και δομημένη κρατική απαξίωση της Δικαιοσύνης, του τελευταίου οχυρού της Δημοκρατίας που δημιούργησαν σε βάρος της οι δύο εξουσίες Εκτελεστική-Κυβέρνηση, που είχε την πρωτοβουλία του νομοθετείν, και η Νομοθετική Εξουσία-Βουλή, που νομοθετούσε κατά παραγγελία της πρώτης το νομικό χάος, την πολυνομία, τη διαδθορά.
Στην Ελλάδα, βάσει του Συντάγματος, υπάρχει σκόπιμη σύγχυση δικαστικών εξουσιών και λειτουργιών, και μέρος της Δικαστικής Εξουσίας και Λειτουργίας ασκεί και η Βουλή, και μόνο αυτή για ποινική δίωξη κατά διατελεστάντων μελών της Κυβέρνησης κατ’ αρθρο 86 (δηλαδή κατά των κυβερνώντων και υψηλά ισταμένων) και κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας κατ’ άρθρο 49. Ενώ για εξατομικευμένες περιπτώσεις κατά βουλευτή η Βουλή επιλαμβάνεται μόνο για την άρση της βουλευτικής ασυλίας κατά τα άρθρα 61-62 του Συντάγματος. Για τη δίωξη όμως της Βουλής ως συλλογικού οργάνου για κακούργημα το Σύνταγμα δεν πρόβλεψε ειδική συνταγματική ποινική διάταξη αντίστοιχα και συνεπώς εφαρμόζονται οι κοινές διατάξεις περί ποινικής δίωξης και παραγραφής. Η δε κυβέρνηση (Υπουργικό Συμβούλιο) επεμβαίνει στην Τακτική Δικαιοσύνη και διορίζει τις ηγεσίες των Ανωτάτων Δικαστηρίων και Εισαγγαλίας του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 90 του Συντάγματος.
Α) Η Τακτική Δικαιοσύνη, όπως αυτή ορίζεται από τα άρθρα 87 έως 100Α του Συντάγματος, στη χώρα μας έφθασε να καρκινοβατεί και να μην αποδίδει αποτελεσματικά και έγκαιρα δίκαιη δίκη στην πλειονότητά της. Οι Δικαστικοί Λειτουργοί ήταν και είναι σε απόγνωση για το κύρος τους και την αξιοπρέπειά τους, (βλ. διαπιστώσεις στα Δικαστικά Νέα, έκδοση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, αρ. φυλ. 11/10,11,12/2009 με θέμα «Ανεξάρτητη Δικαιοσύνη και πώς την εννοούν», «Μπορεί να νιώθει ανεξάρτητος ο καταπιεσμένος από το φόρτο εργασίας δικαστής», αρ. φυλ. 114/ 7, 8, 9/2010). Πώς συνέβη αυτό; Οι δύο εξουσίες, Εκτελεστική-Κυβέρνηση, που είχε την πρωτοβουλία του νομοθετείν, και η Νομοθετική Εξουσία-Βουλή, που νομοθετούσε, με νόμους, προεδρικά διατάγματα και υπουργικές αποφάσεις, παρήγαγαν για τον λαό Νομικό Χάος, Πολυνομία, που είναι η μητέρα της Διαφθοράς. Οι κυβερνώντες καθώς και οι νομοθετούντες-βουλευτές γνώριζαν και γνωρίζουν αυτή τη δομημένη διαδικασία πολυνομίας και την εξ αυτής επελθούσα διαφθορά. Όμως χρησιμοποιούσαν τη διαδικασία αυτή εν γνώσει τους εδώ και τόσα χρόνια και με τη μέθοδο του καναλιού της πολυνομίας, της πολυπλοκότητας και της μη χρηστής διοίκησης έστειλαν τον κόσμο στα δικαστήρια (με διοικητικές, φορολογικές, αστικές και ποινικές διαφορές). Αποτέλεσμα ήταν η κατακόρυφη αύξηση της δικαστικής μακροχρόνιας ομηρίας της κοινωνίας, που αποτελεί δομημένη κρατική-πολιτική μέθοδος προσανατολισμού της κοινωνίας στα προβλήματα αυτής της ομηρίας με ό,τι οικονομικό, ψυχικό και αντιπαραγωγικό κόστος συνεπάγεται για την κοινωνία. Από το 1995 οι δικαστικοί παραδέχοντο ότι υπήρχε πολυνομία στο αστικό δίκαιο. Έκτοτε επεκτάθηκε ραγδαία η πολυνομία σε όλους τους κλάδους του Δικαίου, με αποτέλεσμα ο κόσμος για να βρει το δίκιο του να εμπλέκεται παρατεταμένα σε μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες με απώλεια εισοδήματος και όσοι αντιλαμβάνοντο τον κίνδυνο της διαδικασίας αυτής να εκτρέπονται σε άλλο κανάλι επίλυσης διαφορών, της διαπλοκής. Τον Οκτώβριο του 2010 μόνο στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών οι ποινικές υποθέσεις συνολικά έφθασαν 1.500.000, που σημαίνει περίπου κατά μέσο όρο εμπλοκή 6.000.000 προσώπων στο νομό Αττικής από ποινικής πλευράς, ενώ παράλληλα εν γνώσει των κυβερνώντων μειονεκτούσε σημαντικά η στελέχωση και η υποδομή των αντίστοιχων δικαστικών υπηρεσιών. Αυτό σημαίνει δρομολογημένα και δομημένα καθεστώς έλλειψης ανεξαρτησίας του δικαστή και του εισαγγελέα, καθόσον έπρεπε να επεξεργασθούν τις δικογραφίες όπως-όπως, καταπιεσμένα από το δομημένο πολυνομιακό φόρτο, για να μη βρεθούν οι ίδιοι κατηγορούμενοι, με ποινικές και πειθαρχικές διώξεις. Δηλαδή έπρεπε να τελειώνουν τις υποθέσεις βιαστικά εντός των προθεσμιών επεξεργασίας, για να φαίνεται ότι τυπικά είναι παραγωγικοί, με αποτέλεσμα να ευημερούν οι αριθμοί, δείχνοντας παραγωγή και επεξεργασία δικογραφιών, ενώ ποιότητα απονομής της ουσιαστικής δικαιοσύνης δεν θα υπήρχε. Δηλαδή το σύστημα δημιουργούσε μία δομημένη υποκρισία σε βάρος του δικαστικού όρκου μας, της συνείδησής μας, μία αναξιοπρεπή κατάσταση, στην οποία δεν συμβιβάστηκα. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί δικαστές Εφέτες παραιτήθηκαν και έφυγαν από το Δικαστικό.
Επί 15 και πλέον χρόνια οι κυβερνώντες και η εκάστοτε Βουλή μας παρουσίαζαν νόμους για δήθεν επιτάχυνση της απονομής της Δικαιοσύνης, ώστε υποκριτικά να φαίνονται στα μάτια του κόσμου ότι ενδιαφέρονται για τη Δικαιοσύνη. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Οι δύο εξουσίες, Κυβέρνηση και Βουλή, με τις πράξεις τους και τις παραλείψεις τους βάλτωσαν τη Δικαιοσύνη (την τρίτη ισότιμη κρατική λειτουργία στην Ελλάδα), το τελευταίο οχυρό της Δημοκρατίας στην Ελλάδα. Όσο αυξανόταν το βάλτωμα, η καταβύθιση της Δικαιοσύνης, άλλο τόσο αυξανόταν παραλλήλως και η διαφθορά στο Ελληνικό Κράτος. Και παράλληλα επί της κρατικής διαφθοράς, επί των σκανδάλων που εμπλέκοντο υπουργοί και επί θεμάτων ποινικής Δικαιοσύνης, η Βουλή ως συλλογικό όργανο με εισαγγελικές αρμοδιότητες ουδέν ουσιαστικό έπραξε.
Β) Και ερχόμαστε στο 2ο βασικό λόγο που υπήρξε σπουδαίος λόγος που με ώθησε στην εθελούσια έξοδό μου από το Δικαστικό Σώμα, καταγγέλοντας. Δεν ανέχομαι να υπηρετώ την ποινική δικαιοσύνη και να διώκω το έγκλημα και να βλέπουμε το έγκλημα των πολιτικών να συγκαλύπτεται από τη Βουλή, το Κοινοβούλιο. Να βλέπουμε το θεσμικό όργανο, τη Βουλή, που είχε από το Σύνταγμα ποινική αρμοδιότητα να ελέγξει και να διώξει τα εγκλήματα των κυβερνώντων, να τα αφήνει να παραγράφονται. Η Βουλή έτσι, ως συλλογικός εκ του Συντάγματος Εισαγγελέας και Ανακριτής, προσέβαλε ανεπανόρθωτα το κύρος της Δικαιοσύνης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται ποινικά και αστικά από πλευράς επανόρθωσης ζημιών.
Δεν δεχόμουν ως Εισαγγελέας να παραγράφονται όλα τα εγκλήματα-κακουργήματα των υπουργών-πολιτικών εξ αιτίας παραλείψεων της Βουλής. Στη Βουλή υπήρχαν και βουλευτές που γνώριζαν νομικά και ορκίστηκαν να σέβονται το Σύνταγμα και να τηρούν τους νόμους. Εάν Εισαγγελέας Πρωτοδικών είχε ποινική υπόθεση ή ενημερώθηκε για κακούργημα και ουδέν έπραξε και το κακούργημα παραγράφτηκε λόγω παράλειψής του, τότε ο δράστης Εισαγγελέας έχει προσβάλλει το κύρος της Δικαιοσύνης και οπωσδήποτε θα του είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για το κακούργημα κατάχρησης εξουσίας κατ’ άρθρο 239, περίπτωση β του Ποινικού Κώδικα, και θα είχε να αντιμετωπίσει κάθειρξη 5 έως 10 έτη και με πειθαρχική διαδικασία θα είχε ήδη αποπεμφθεί από το Δικαστικό Σώμα. Κατά τα άλλα οι πολιτικοί-πρωθυπουργοί-υπουργοί-υφυπουργοί και βουλευτές ισχυρίζονται υποκριτικά ότι θα διωχθεί το έγκλημα των δραστών όσο ψηλά και να ευρίσκονται και θα αποδίδεται δικαιοσύνη. Αντί αυτού όμως η εκάστοτε Βουλή, που μόνο αυτή κατά το υπάρχον Σύνταγμα είναι αρμόδια για την εμπρόθεσμη-γρήγορη άσκηση ποινικής δίωξης κατά υπουργών, σιώπησε συνεισφέροντας στη διαφθορά και δεν επιτέλεσε το εισαγγελικό και ανακριτικό καθήκον της έγκαιρα. Με τις παραλείψεις της απήλλαξε της τιμωρίας υπουργούς και αντίθετα για τους πολίτες παρήγαγε ως έργο της το νομικό χάος, την πολυνομία και έμπλεξε τον κόσμο στα δίχτυα του νομικού χάους, της πολυνομίας και της αντιπαραγωγικότητας και του οικονομικού χρέους.
Τι απέγινε όμως η απόδοση Δικαιοσύνης επί σκανδάλων-κακουργημάτων υπουργών εκ μέρους της Βουλής ως έχουσα αρμοδιότητα Εισαγγελέα λόγω της συνταγματικής πρόβλεψης και του νόμου περί ευθύνης υπουργών κ.λπ. Όπως προανέφερα, μόνον η Βουλή ως Εισαγγελέας, και κανένας άλλος Εισαγγελέας, είχε και έχει την αρμοδιότητα να ασκεί υποχρεωτικά εμπρόθεσμα ποινική δίωξη κατά το άρθρο 86 του Συντάγματος κατά των Πρωθυπουργών, Υπουργών και Υφυπουργών των Κυβερνήσεων, μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος και να μην αφήνει να παραγράφονται τα κυβερνητικά εγκλήματα. Δηλαδή με το άρθρο 86 του Συντάγματος οι βουλευτές ως συλλογικό όργανο είχαν και έχουν αρμοδιότητα να ασκούν δίωξη κατ’ των όσων διατελούν ή διατέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατ’ την άσκηση των καθηκόντων τους όπως όριζε ο νόμος αρχικά το ΝΔ 802/1971, κατόπιν ο Ν 2509/1997 και από 19-3-2003 ο Ν 3126/2003 ΦΕΚ 66 Α. Οι βουλευτές, ως συλλογικό όργανο, ως Βουλή, έχοντες ειδική κρατική εισαγγελική εξουσία και καθήκον να ασκούν ποινική δίωξη ή ανάκριση αξιοποίνων πράξεων κατά Υπουργών, εάν εν γνώσει τους παρέλειψαν να διώξουν κάποιον υπαίτιο υπουργό ή προκάλεσαν την απαλλαγή του υπουργού από την τιμωρία, τελούν από κοινού το κακούργημα της κατάχρησης εξουσίας κατ’ άρθρο 239, περίπτωση β του Ποινικού Κώδικα, το οποίο τιμωρείται με κάθειρξη από 5 έως 10 έτη και παραγράφεται σε 15 έτη από το χρόνο της παράλειψης. Υποκείμενο του εγκλήματος της κατάχρησης εξουσίας, υπό τη μορφή της προκλήσεως "απαλλαγής" του υπαίτιου από την "τιμωρία", μπορεί να είναι όχι μόνον ο δικαιούμενος στην άσκηση ποινικής διώξεως Εισαγγελέας (όπως όταν το έγκλημα τελείται υπό τη μορφή της παραλείψεως διώξεως), αλλά και κάθε ειδικός προανακριτικός «υπάλληλος», αφού ως "ανάκριση" νοείται και η προανάκριση και η προκαταρκτική εξέταση και, επομένως, στην έννοια του "υπαλλήλου" στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η ανάκριση αξιοποίνων πράξεων, εντάσσονται και οι βουλευτές κατ’ άρθρο 86 παράγραφος 2 του Συντάγματος, ως Βουλή.
Υποκειμενικά απαιτείται άμεσος δόλος του βουλευτή, για παράλειψη δίωξης υπαιτίου υπουργού ή πρόκληση απαλλαγής του υπαιτίου υπουργού από την τιμωρία και τη θέληση να προκληθεί η απαλλαγή αυτή, ανεξαρτήτως αν ο υπαίτιος εγκλήματος υπουργός (π.χ. απιστίας σε βάρος του Δημοσίου) απαλλαγεί στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Σε περίπτωση που οι βουλευτές, από κοινού ως συλλογικό όργανο παραλείψουν το ανωτέρω εισαγγελικό καθήκον τους κατά υπουργών, από ενδεχόμενο δόλο (δόλος μικρότερης βαρύτητας) και με σκοπό να βλάψουν το κράτος ή να προσπορίσουν παράνομο όφελος σε άλλον (π.χ. υπουργό με την μη δίωξή του), τότε τελούν από κοινού (με κοινό ενδεχόμενο δόλο) το πλημμέλημα της απλής παράβασης καθήκοντος κατ’ άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 2 ετών και παραγράφεται σε 5 έτη από το χρόνο της παράλειψής τους. Οι ανωτέρω ποινικές διατάξεις ομοίως εφαρμόζονται σε βάρος κάθε αρμοδίου Εισαγγελέα, όταν παρέλειψε να ασκήσει ποινική δίωξη κατά προσώπου που δεν έχει την ως άνω ιδιότητα του μέλους της Κυβέρνησης. Βλέπε και στη νομολογία, αντίστοιχα για την εφαρμογή του άρθρου 239 β του Ποινικού Κώδικα, το βούλευμα Ολομελείας του Αρείου Πάγου 1/2005 (ΝΟΜΟΣ, Νομικό Βήμα 2005/1319, Ποινικά Χρονικά 2005/ σελ 781, Δ/ΝΗ 2005/1590, ΠΟΙΝΛΟΓ 2005/49, ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2005/394) και το βούλευμα του Αρείου Πάγου 755/2006, ΝΟΜΟΣ, ΑΡΜ 2006/912, Ποινικά Χρονικά 2007/ σελ 159).
Και εδώ είναι το σοβαρότατο ζήτημα που εμένα ως Εισαγγελικό Λειτουργό και Έλληνα Πολίτη με προσέβαλε βάναυσα η συνεχής και δομημένη παράλειψη της Βουλής, ως συλλογικού οργάνου εκ του Συντάγματος Εισαγγελέα, να διώξει εμπρόθεσμα ποινικώς μέλη Κυβερνήσεων επί τόσων σκανδάλων που συγκλόνισαν την Ελλάδα και την οικονομία της χώρας και ο τύπος βοούσε για τα σκάνδαλα και τον κίνδυνο παραγραφών κακουργημάτων εμπλεκομένων υπουργών. Εδώ και 15 χρόνια (διευκρινίζω ότι χρησιμοποιώ νομικά την προθεσμία των 15 ετών, επειδή το έγκλημα-κακούργημα της ποινικής κατάχρησης εξουσίας /άρθρο 239 β ΠΚ/ παραγράφεται σε 15 χρόνια και δεν μπορείς να αναζητήσεις ποινικές και αστικές ευθύνες για πρότερο χρονικό σημείο), η Βουλή, το Ελληνικό Κοινοβούλιο ως συλλογικός Εισαγγελέας, σύμφωνα με το υπάρχον Σύνταγμα (άρθρο 86 αυτού), δεν δίωξε εμπρόθεσμα ποινικά υπουργούς παρά τα τόσα οικονομικά σκάνδαλα που εμπλέκοντο τα ονόματα υπουργών-πολιτικών και άφησε σκανδαλώδεις-κακουργηματικές πράξεις αυτών να έχουν παραγραφεί. Δηλαδή η Βουλή εμπλέκετο στο κακούργημα του άρθρου 239 β ΠΚ. Δεν βοήθησε στην απονομή ποινικής και αστικής δικαιοσύνης κατά υπουργών. Τελευταία κραυγαλέα διαπιστωμένη δικαστικά περίπτωση παραγραφής εγκλημάτων κακουργημάτων απιστίας σε βάρος του Ελληνικού Κράτους τελεσθέντων στην ΙΑ βουλευτική περίοδο και παύσης οριστικά της ποινικής δίωξης κατά υπουργών, διαπιστώθηκε με το βούλευμα με αριθμ 1 /8-2-2011 του Ειδικού Δικαστικού Συμβουλίου του άρθρου 86 παρ 4 του Συντάγματος, συγκροτούμενο από τρία μέλη του Αρείου Πάγου και δύο μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το βούλευμα αυτό, που πρέπει κάθε Έλληνας πολίτης να το διαβάσει, για να καταλάβει ότι η ΙΒ Βουλή (26-9-2007 έως 3-9-2009) δεν άσκησε εμπρόθεσμα ποινική δίωξη κατά υπουργών, με αποτέλεσμα να παύσει οριστικά η εκπρόθεσμη ακσηθείσα ποινική δίωξη της ΙΓ Βουλής, είναι καταχωρημένο στα πρακτικά της Βουλής ΙΓ Περιόδου της 8-2-2011 συνεδρίαση ΟΓ σελίδες 4900-4929 σε συνδυασμό με το από 18-10-2010 αργοπορημένο πόρισμα της Βουλής (βλέπε και τα πρακτικά της Βουλής ΙΓ Περιόδου, Β συνόδου, Ι Συνεδρίασης της 18-10-2010). Ο ελληνικός τύπος βοούσε και προειδοποιούσε ότι θα παραγραφούν τα κακουργήματα υπουργών και η Βουλή τι έπραξε; Οδήγησε δια της παραλείψεώς της τις υποθέσεις στην ατιμωρησία υπουργών, με την υποκριτικά πολιτισμένη νομική μέθοδο της γρήγορης παραγραφής εγκλημάτων, δηλαδή με τη χρήση του θεσμού δημοσίου δικαίου, της παραγραφής.
Γ) Συμπέρασμα: Το νομικό χάος, η πολυνομία, η συγκάλυψη εγκλημάτων υπουργών και η απαλλαγή αυτών δια της μεθόδου της εξάλειψης του αξιόποινου κυβερνητικών-υπουργικών εγκλημάτων δια της σύντομης παραγραφής είναι δημιουργήματα-έργα ανισότητας από κοινού της Βουλής (Νομοθετικής Εξουσίας) και της εκάστοτε Κυβέρνησης (Εκτελεστικής Εξουσίας), δυστυχώς μέσα στον ιερό χώρο της Δημοκρατίας, στο Κοινοβούλιο. Δεν μπορώ να βλέπω και να ζω αυτή τη δομημένη υποκρισία και όλα αυτά εν ονόματι του Λαού και της Δημοκρατίας. Οι δύο οργανωμένοι συστημικοί παράγοντες έτσι υποκρίνονται με στόμφο για Δικαιοσύνη και Διαφάνεια στην Ελλάδα. Δεν μπορώ να παίξω το ρόλο του κομπάρσου. Δεν μπορώ να βλέπω αυτή τη δομημένη υποκρισία. Από τη μία να μένουν ατιμώρητα τα αδικήματα των στελεχών της εκτελεστικής εξουσίας-εκάστοτε Κυβέρνησης εξ αιτίας της Βουλής και από την άλλη να βλέπω τον κόσμο δεμένο χειροπόδαρα μέσα στο νομικό χάος, στην πολυνομία που είναι η μητέρα της διαφθοράς και έργο των ως άνω δύο εξουσιών και να πληρώνουν οι πολίτες σαν είλωτες διεθνώς το χρέος (οικονομικό και κοινωνικό) της κρατικής διαφθοράς. Αγανακτώ και επαναστατώ. Δεν δέχομαι να μου ποδοπατούν τη νοημοσύνη μου και την αξιοπρέπειά μου. Δεν δέχομαι η Βουλή, το Κοινοβούλιο, ενώ έπρεπε με βάση το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρο 86 Συντάγματος), ως Συνταγματικός Συλλογικός Εισαγγελέας να είναι Φύλακας της νομιμότητας, της ποινικής Δικαιοσύνης κατά υπουργών, και στα βασικά της καθήκοντά της ανάγεται η ποινική δίωξη κατά υπουργών, δια της πονηρής μεθόδου της σύντομης παραγραφής, να παραλείπει εμπρόθεσμα να διώκει υπουργούς με σκάνδαλα και να προκαλεί έτσι την απαλλαγή τους από την τιμωρία, δηλαδή να συγκαλύπτει την εγκληματικότητα υψηλά ισταμένων.

Ερ. Επί μια 16ετία ήσασταν ένας από τους πιο άτεγκτους θεµατοφύλακες της νοµιµότητας. Πώς κρίνετε τη λειτουργία και την απόδοση της Δικαιοσύνης στην Ελλάδα; Αυτά τα 16 χρόνια η κατάσταση βελτιώθηκε ή χειροτέρεψε;
Απ. Ουσιαστικά απάντηση έδωσα με την πρώτη ερώτηση. Στα τελευταία 16 χρόνια η λειτουργία και η απόδοση της Δικαιοσύνης δεν βελτιώθηκε. Αντιθέτως κατάντησε μία δομημένη κρατική φούσκα με νομικό χάος και πολυνομία, με οικονομικές συνέπειες σε βάρος των Ελλήνων πολιτών και όσων ήθελαν να επενδύσουν στη χώρα, που έγινε γνωστή διεθνώς. Εξευτέλισε διεθνώς τη χώρα και οι κρατούντες διεθνώς κατηγόρησαν και συκοφάντησαν τον Ελληνικό Λαό ως διεφθαρμένο, μεταφέροντας δολίως τις δικές τους ευθύνες στις πλάτες των πολιτών. Αυτό με προσβάλλει προσωπικά ως Εισαγγελικό Λειτουργό και Πολίτη αυτής της Πολιτείας και αγανακτώ για το θράσος των κυβερνώντων. Δυστυχώς, η Βουλή ως Φύλακας Δικαιοσύνης, ως κεφαλή του Λαού και της Δημοκρατίας, εγκλημάτισε η ίδια μέσα στον ιερό χώρο της Δημοκρατίας, στο ίδιο το Κοινοβούλιο. Συμπερασματικά, γελοιοποιήθηκε ο περιβόητος νομικός πολιτισμός στην Ελλάδα. Για να φύγουν τα λύματα και η οσμή του βάλτου από τη βαλτωμένη Δικαιοσύνη και να υπάρξει εξυγίανση και διαφάνεια, πρέπει πρώτα να εργασθείς έξω από το βάλτο με σωστά «υδραυλικά έργα». Πρέπει να καταλαβαίνεις και να χειρίζεσαι ψύχραιμα τα μυστικά του βάλτου, της Κυβερνητικής και Βουλικής «εγκληματικότητας».

Ερ. Ποια θεωρείτε την κορυφαία στιγμή στη σταδιοδρομία σας;
Απ. Τη στιγμή που αποφάσισα να εξέλθω δια παραιτήσεώς μου από το Δικαστικό Σώμα σε ένδειξη αγανάκτησης κατά της δομημένης συνεχόμενης Κυβερνητικής και Βουλικής υποκρισίας κατά της Δικαιοσύνης, κάνοντας δημόσια δήλωση ότι δεν ανέχομαι ως Εισαγγελέας να παραγράφονται όλα τα εγκλήματα των πολιτικών και η Βουλή, ως όργανο εκ του Συντάγματος (άρθρο 86), ειδικός συλλογικός Εισαγγελέας, ως η μόνη αρμοδία για την ποινική δίωξη υπουργών, να μην διώκει έγκαιρα, να μένουν ατιμώρητοι οι πολιτικοί ως υπεράνω του Νόμου, της εν ονόματι του Λαού Δημοκρατίας και υπεράνω της Δικαιοσύνης.

Ερ. Η έννοια της αστικής δηµοκρατίας είναι συνυφασµένη µε την περίφηµη Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών. Οχι στα χαρτιά αλλά στην πράξη, υφίσταται, υπάρχει αυτή η διάκριση στην Ελλάδα ή τελικά η εκτελεστική εξουσία έχει «καπελώσει» τη Νομοθετική και κυρίως τη Δικαστική Εξουσία;
Απ. Κατά την άποψή μου, στην πραγματικότητα η εκτελεστική εξουσία -Κυβέρνηση- έχει «καπελώσει» τη Δικαστική Εξουσία, αφού η ίδια διορίζει τις ηγεσίες και με τη νομοθετική της πρωτοβουλία και με τη συμπαράσταση της Βουλής παρήγαγαν νομικό χάος και πολυνομία. Η Νομοθετική Εξουσία-Βουλή με τα όσα έχω αναφέρει παραπάνω με την μη δίωξη κυβερνητικών σκανδάλων έγκαιρα και ουσιαστικά είναι μία καλή παρέα με την Εκτελεστική Εξουσία-Κυβέρνηση, δείχνοντας από κοινού υποκριτικό ενδιαφέρον για ουσιαστική δικαιοσύνη και δημοκρατία.

Ερ. Με βάση το Σύνταγµα, όλοι οι Έλληνες είµαστε ίσοι απέναντι στο Νόµο. Όµως, σε μία υπόθεση παρανομίας που εμπλέκονται απλοί πολίτες και πολιτικά πρόσωπα και αναφέροµαι σε υπουργούς, είναι σίγουρο ότι θα τιμωρηθεί ο απλός πολίτης και δεν θα τιμωρηθεί ο υπουργός. Πώς δικαιολογείται κάτι τέτοιο;
Απ. Με το άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 2 του Συντάγματος οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις. Με το άρθρο 120 παρ. 2 του Συντάγματος, αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων να σέβονται το Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό και να αφοσιώνονται στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία. Η διαπίστωσή σας είναι ορθή και δυστυχώς πραγματικότητα που εξευτέλισε την έννοια της Δικαιοσύνης και της Δημοκρατίας στην Ελλάδα. Να πώς εξηγείται αυτό το ελληνικό και ανήθικο φαινόμενο, ενώ σε άλλα κράτη διώκονται και τιμωρούνται υπουργοί. Η ευθύνη (ποινική και αστική) ευρίσκεται στη Βουλή. Τι έπραξε όμως η Βουλή, ως συλλογικό Εισαγγελικό όργανο από βουλευτές, σύμφωνα με τα παραπάνω; Στα σκάνδαλα που εμπλέκοντο υπουργοί (δηλαδή η εκάστοτε Κυβέρνηση) και είχαν δημιουργηθεί υποθέσεις παρανομίας, η Βουλή ως αποκλειστικός Εισαγγελέας και Ανακριτής κατά υπουργών όφειλε έγκαιρα να υπακούσει στο Σύνταγμα και ειδικά στις διατάξεις του άρθρου 86 του Συντάγματος και να διενεργήσει εμπρόθεσμα αυτεπαγγέλτως ποινική έρευνα και να ασκήσει αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη κατά υπουργών για κακουργήματα π.χ. για απιστία σε βάρος του Δημοσίου κ.λπ. Με τη συστηματική χρήση της πονηρής νομικής κυβερνητικής ελληνικής μεθόδου, με τον περιβόητο δομημένο «ελληνικό νομικό πολιτισμό» της σύντομης παραγραφής των κυβερνητικών εγκλημάτων, που θέσπισε η ίδια η Βουλή κατόπιν νομοθετικής πρωτοβουλίας Κυβέρνησης, τελικώς δεν τιμωρούνται τα πολιτικά κυβερνητικά πρόσωπα, ενώ οι απλοί εμπλεκόμενοι πολίτες θα διωχθούν ποινικά, λόγω λύσης της συνάφειας με τους υπουργούς από τον Εισαγγελέα της τακτικής ποινικής δικαιοσύνης. Υπάρχει όμως ενεργή η ποινική και αστική ευθύνη της Βουλής για τις παραπάνω παραλείψεις της κατ΄άρθρο 239 β ΠΚ και οι Έλληνες πολίτες, ως άλλοι Ντι Πιέτρο, θα πρέπει να ζητήσουν άμεσα από την Τακτική Ποινική Δικαιοσύνη την απόδοση ποινικών και αστικών ευθυνών κατά των μελών της Βουλής (που υποτίθεται ότι ήταν οι Φύλακες της Νομιμότητας και της Δικαιοσύνης κατ’ άρθρο 86 του Συντάγματος) για αυτές τις συνεχείς εγκληματικές παραλείψεις τους επί 15 έτη. Η συνεχής υποκρισία των πολιτικών δεν μπορεί να δημιουργήσει δίκαιο και οι Έλληνες δεν πρέπει να δείξουν ανοχή σε αυτό το φαινόμενο ατιμωρησίας πολιτικών (βουλευτών και υπουργών). Η τοιούτου είδους ατιμωρησία καταβυθίζει συνεχώς τη Δημοκρατία και τη Δικαιοσύνη στην Ελλάδα. Ζούμε την μπόχα πολιτειακών σκανδάλων. Είναι καιρός να αναπνεύσουμε καθαρό αέρα.

Ερ. Στην Ελλάδα υπάρχει η εντύπωση ότι δεν αποδίδεται η Δικαιοσύνη καθώς και ότι υπάρχει κάποιο θεσμικό κενό, κυρίως σε θέµατα που αφορούν τη διαχείριση της εξουσίας από πολιτικούς και υπηρεσιακούς παράγοντες. Σύµφωνα µε αυτήν την άποψη, αν υπήρχε ως θεσµός ένα Ανώτατο Δικαστήριο που θα ασκούσε ουσιαστικό έλεγχο στη διαχείριση της εξουσίας και του δηµοσίου χρήµατος, η Ελλάδα δεν θα είχε φθάσει στο σηµείο που είναι σήµερα. Τι έχετε να πείτε επ’ αυτού;
Απ. Στην Ελλάδα, ένα μικρό κράτος, υπάρχει πολυνομία, με ευθύνη Κυβερνήσεων και Κοινοβουλίου, με διατάξεις αντιφατικές χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα, με πολυπλοκότητα ρυθμίσεων και αλληλοαναιρούμενων-ασυμβάτων ρυθμίσεων και θεσμών (αρμοδίων δικαστηρίων, διοικητικών οργάνων, επιτροπών, ανεξέλεγκτων μη κυβερνητικών οργανώσεων κ.λπ.), με αποτέλεσμα αφενός να υπάρχει νομικό χάος-θεσμικό χάος, ηθελημένη κυβερνητική και νομοθετική γραφειοκρατία και επερχόμενη συνεχής ανατροφοδοτούμενη διαφθορά. Επιπροσθέτως, για το υψηλά ευρισκόμενο έγκλημα (το κυβερνητικό) δεν λειτούργησε ο Συνταγματικός θεσμός Ποινικής Δικαιοσύνης κατά υπουργών-πολιτικών (διαχειριστών εξουσίας), με αποτέλεσμα να μην ασκείται ουσιαστικός έλεγχος στη διαχείριση της εκτελεστικής εξουσίας, του δημοσίου χρήματος στους υπουργούς και τα προσκείμενα σ’ αυτούς παρελκόμενα πρόσωπα και στο δημόσιο χρέος που δημιούργησαν.
Ένα ανώτατο δικαστήριο σύμφωνα με τη σκέψη σας μπορούσε να αποδώσει γρηγορότερα ουσιαστικό έργο Δικαιοσύνης στον έλεγχο διαχείρισης εξουσίας και δημοσίου χρήματος, αν: Α) το ίδιο αποφάσιζε συγχρόνως έχοντας αρμοδιότητες: 1) ποινικές, για ποινική τιμωρία ενόχων, δήμευσης παράνομου περιουσιακού οφέλους αλληλεγύως και εις ολόκληρον από τους δράστες-ενόχους και αφαίρεσης πολιτικών δικαιωμάτων τους και δήμευσης του προϊόντος του εγκλήματος και εις χείρας τρίτων, 2) διοικητικές, για ακύρωση των συναφών παράνομων διοικητικών πράξεων κατά την παράνομη διαχείριση δημοσίου χρήματος για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι υπαίτιοι πολιτικοί και μη ως παρελκόμενα πρόσωπα πολιτικών και κάθε άλλης συναφούς διοικητικής πράξεως, και 3) αστικές, για υποχρέωση αποζημίωσης των εμπλεκομένων υπέρ του Δημοσίου. Αυτό θα βοηθούσε να μην εκδίδονται χρονοβόρα και αντιφατικά από τρία ανώτατα δικαστήρια (ποινικό-διοικητικό-αστικό) αντιφατικές αποφάσεις, πράγμα που ευνοεί τους εγκληματίες. Β) Τα αδικήματα που θα δίκαζε να μην υπόκειντο σε παραγραφή. Επομένως θα ήξερε ο καθένας πολιτικός ότι αν τολμήσει να διαπράξει έγκλημα ως προς τη διαχείριση της εξουσίας και του δημοσίου χρήματος, όσα κόλπα κι αν χρησιμοποιούσε, δεν θα απέδιδαν τελικώς. Τέτοιος θεσμός μη παραγραφής υπάρχει στην Ελλάδα, π.χ. δεν μπορείς να αποκτήσεις κυριότητα επί ακινήτου του Δημοσίου με χρησικτησία και ας περάσουν και 20 χρόνια από την κατάληψη δημόσιας περιουσίας. Δεν παραγράφονται τα δικαιώματα του Κράτους.

Ερ. Κύριε εισαγγελέα, στην Ελλάδα υπάρχουν φωνές που ζητούν από τη Δικαιοσύνη να αναλάβει πρωτοβουλίες για την καταπολέµηση της διαφθοράς. Υπάρχουν περιθώρια για κάτι τέτοιο;
Απ. Η Δικαιοσύνη είναι έννοια γενική και αφηρημένη. Με την παραπάνω εικόνα που σας έδωσα, με την υπάρχουσα δομημένη κυβερνητική και νομοθετική λειτουργικότητα του κράτους, δυστυχώς δεν υπάρχουν περιθώρια. Η σκληρή πραγματικότητα απέδειξε ότι η διαφθορά διαχρονικά ενισχύθηκε. Είμαστε σε ολικό βάλτωμα με εξαιρέσεις. Η δια της ψήφου του εκλογικού σώματος μόνον ολική απομάκρυνση των προσώπων που κυβερνούν και των προσώπων που συμμετείχαν στη Βουλή τα τελευταία 20 έτη, ώστε να καθαρίσει ο βάλτος της διαφθοράς, της υποκρισίας και της συγκάλυψης σκανδάλων και εγκλημάτων από κυβερνώντες και βουλευτές, με πολίτες με συνταγματική φερεγγυότητα, μπορεί να δώσει λύση στην καταπολέμηση της διαφθοράς και του οικονομικού χάους. Δηλαδή η πρωτοβουλία ανήκει αποφασιστικά και αποτελεσματικά στο εκλογικό σώμα.

Ερ. Βρίσκεστε στην πιο παραγωγική περίοδο της ζωής σας. Πώς σκοπεύετε να βοηθήσετε την κοινωνία και την πατρίδα από τούδε και στο εξής;
Απ. Η πρώτη βοήθεια που έδωσα με τις δημόσιες δηλώσεις μου ήταν να ενεργοποιηθεί ο κάθε Έλληνας Πολίτης που σκέφτεται σύμφωνα με το ήδη υπάρχον Σύνταγμα και τον Ποινικό Νόμο, να γίνει ο καθένας τους Ντι Πιέτρο και να ζητήσει το αυτονόητο, την κάθαρση, τη δίκαιη ποινική δίωξη του συλλογικού οργάνου που λέγεται Βουλή, γιατί ήταν Φύλακας της Νομιμότητας και Δικαιοσύνης και κατά παράβαση του άρθρου 86 του Συντάγματος ως αποκλειστικώς αρμόδια παρέλειψε τόσα χρόνια να ασκήσει δίωξη κατά υπουργών-πολιτικών και άφησε να υπάρχουν σκάνδαλα υπουργών, τελώντας ποινική κατάχρηση εξουσίας, δια παραλείψεως κατ’ άρθρο 239 β του ΠΚ μη ασκώντας έγκαιρα ποινική δίωξη κατά υπουργών, με αποτέλεσμα το θράσος τους να το πληρώνουν τώρα οι Πολίτες. Το απόφθεγμα του λαού «Ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη» είναι σοφό. Όταν διαπιστώσω ότι έφθασε η ώρα να ασχοληθώ ενεργά με την πολιτική, θα μπορούσα να βοηθήσω με τις γνώσεις μου και το σθένος μου σε έναν αγώνα ουσιαστικής δικαιοσύνης στην κοινωνία και την πατρίδα, που να μπορεί να επιφέρει οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, συμμετάσχοντας σε μία κοινή ειλικρινή προσπάθεια χωρίς τη συμμετοχή παλαιών προσώπων, που εκφράζουν την κρατική υποκρισία και διαφθορά με τα επακόλουθά της εδώ και 20 χρόνια στη χώρα μας. Πρέπει όμως να διευκρινισθεί ότι οι πολίτες οφείλουν να εξοστρακίσουν τα μαντριά-κόμματα που δημιούργησαν διαφθορά, μπόχα σκανδάλων και δημόσιο χρέος και να τα θέσουν στην πολιτική τους φαλκονέρα με την ψήφο τους. Όσες καλές ιδέες, οράματα, νομικά και οικονομικά προγράμματα κι αν έχεις, δεν θα μπορέσεις να δημιουργήσεις κράτος δικαίου μέσα στα βαλτόνερα της κρατικής διαφθοράς και της υποκρισίας. Οφείλεις πρώτα να καθαρίσεις τη βρωμιά από τα βαλτόνερα για να βαδίσεις σωστά και παραγωγικά.
Μηνιαία Εφημερίδα ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΓΝΩΜΗ


Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011

17531-2011 ΜοΠρΘεσσ. ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΜΗΛΙΟΥ (Ερμηνεία του.'Κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο')



Αριθμός απόφασης 17531/2011
Αριθμός κατάθεσης αίτησης 42106/2010

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Ευαγγελία Μήλιου, Πρόεδρος Πρωτοδικών, που
ορίσθηκε με κλήρωση σύμφωνα με το Νόμο.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Δεν ορίσθηκε.
ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ: Της 18ης Μαΐου 2011.
ΑΙΤΟΥΣΑ: (ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΜΗΤΕΡΑΣ), κάτοικος ΧΧΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ, ως ασκούσα προσωρινώς την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της, (ΟΝΟΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ) και του 7 μηνών περίπου αβάπτιστου υιού της, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Ηλία Τσούπη (ΑΜ 3292), ο οποίος κατέθεσε έγγραφο σημείωμα.
ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ: (ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΠΑΤΕΡΑ), κάτοικος ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧΧ, που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας του δικηγόρου Σοφίας Τσαβδάρογλου (ΑΜ 2676), η οποία κατέθεσε έγγραφο σημείωμα.

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΑΙΤΗΣΗΣ: 6 Οκτωβρίου 2010.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ: 42106/11-10-2010.
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΔΙΚΗΣ: Ερμηνεία απόφασης.
Η συζήτηση έγινε δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
                 
Με τη διάταξη του άρθρου 316 ΚΠολΔ, επιτρέπεται η, από το ίδιο το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και με την ίδια διαδικασία, μετά από αίτηση διαδίκου, χωρίς χρονική οριοθέτηση, ερμηνεία αυτής, όταν από την λεκτική διατύπωση της απόφασης δημιουργούνται ασάφειες, αμφιβολίες και αοριστίες, οι οποίες δημιουργούν δυσχέρειες στην οριοθέτηση του ουσιαστικού δεδικασμένου και στην αναγκαστική εκτέλεση. Η ερμηνεία αποβλέπει στην αποκατάσταση του αληθούς νοήματος της απόφασης, εφόσον αυτό δεν είναι κατανοητό από τους διαδίκους, αλλιώς, δεν τίθεται ζήτημα ερμηνείας, γι' αυτό άλλωστε και αποκλείεται η αυτεπάγγελτη ερμηνεία, για την οποία απαιτείται, κατά το νόμο, υποβολή αίτησης από διάδικο. Για την ερμηνεία λαμβάνεται υπόψη η διατύπωση του διατακτικού σε σχέση με το αιτιολογικό και το αίτημα που υποβλήθηκε στο δικαστήριο. Έτσι, η ερμηνεία της δικαστικής απόφασης δεν γίνεται ελεύθερα. Στηρίζεται δε, κυρίως, στην γραμματική μέθοδο, σε μια αναζήτηση του γλωσσικού νοήματος των όρων που χρησιμοποιήθηκαν σε συνάρτηση προς την όλη διαφορά. (ΑΠ 11012001 ΕλλΔνη 42.1556, ΕφΑΘ 8958/2003 ΕλλΔνη 45.1456, ΕφΑΘ 4803/1996 Δ 1998.64, 68).
 Στην  υπό κρίση αίτηση, η αιτούσα εκθέτει ότι εκδόθηκε η υπ' αρ 19884/2010 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η οποία μεταξύ των άλλων, ρύθμισε το δικαίωμα επικοινωνίας του καθ' ου η αίτηση, πρώην συζύγου της, με τα ανήλικα τέκνα που απέκτησε με αυτόν και των οποίων την επιμέλεια έχει η αιτούσα. Ότι στην απόφαση αυτή και συγκεκριμένα στο διατακτικό της ορίζεται ότι αυτός θα επικοινωνεί μαζί τους, ως ακολούθως: «κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα, από ώρα ... ». Ότι από τη διάταξη αυτή, έτσι όπως είναι διατυπωμένη, προέκυψαν αμφιβολίες, αν εννοείται ένα Σαββατοκύριακο τον μήνα και μάλιστα το δεύτερο κάθε μήνα, ή κάθε δεύτερο και τέταρτο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα, δηλαδή δύο Σαββατοκύριακα τον μήνα, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται δυσχέρειες στην εκτέλεση της απόφασης και συνεχείς έριδες μεταξύ των διαδίκων. Κατόπιν τούτων, ζητά να διαταχθεί από το δικαστήριο η διευκρίνιση του σημείου αυτού του διατακτικού της απόφασης. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, η αίτηση αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του δικαστηρίου κατά τη διαδικασία που εκδόθηκε και η απόφαση της οποίας ζητείται η ερμηνεία και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 316 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο καθ' ου με αίτησή του, ζήτησε να μεταρρυθμιστεί η με αριθμό 39155/2009 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία του χορηγήθηκε δικαίωμα επικοινωνίας με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων. Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η υπ' αρ. 19884/2010 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, το οποίο δίκασε με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και έκανε εν μέρει δεκτή την αίτηση, μεταρρυθμίζοντας την υπ' αρ. 39158/2009 προηγούμενη απόφαση, κατά το μέρος της επικοινωνίας, ενόψει της νηπιακής ηλικίας των τέκνων των διαδίκων, όπως αναφέρεται στο αιτιολογικό, μεταξύ των άλλων, ως εξής Κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα, από ώρα 10.00 το πρωί της Πέμπτης μέχρι ώρα 20.00 το βράδυ της Κυριακής. Η ίδια ακριβώς φράση αναγράφεται και στο διατακτικό της απόφασης. Από τη διατύπωση αυτή του αιτιολογικού, όπως επαναλαμβάνεται και στο διατακτικό της απόφασης, προέκυψε ασάφεια για το αν ο καθ' ου η παρούσα θα επικοινωνούσε ένα Σαββατοκύριακο ή δυο τον μήνα, δηλαδή το δεύτερο και το τέταρτο, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται δυσχέρειες στην εκτέλεσή της και συνεχείς διαπληκτισμοί μεταξύ των διαδίκων, αφού ο δικαιούχος της επικοινωνίας, θεωρεί ότι μπορεί να ασκεί το δικαίωμά του, δύο φορές τον μήνα και όχι μία, όπως το εκλαμβάνει η αιτούσα. Πλην όμως, από την γραμματική ερμηνεία του διατακτικού της, σαφώς συνάγεται ότι με την φράση κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα εννοείται ένα Σαββατοκύριακο κάθε μήνα και μάλιστα το δεύτερο, ή αλλιώς κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο του κάθε μήνα. Έτσι ώστε, αν επρόκειτο για δύο Σαββατοκύριακα τον μήνα, τότε στην απόφαση θα αναγράφονταν, κάθε δεύτερο και τέταρτο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα, ή κάθε πρώτο και τρίτο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα, ή ακόμη και ανά δεύτερο Σαββατοκύριακο, ή κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο, χωρίς περαιτέρω τον προσδιορισμό, «κάθε μήνα». Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να διαταχθεί η σημείωση της ερμηνευτικής αυτής απόφασης, στο πρωτότυπο της απόφασης που ερμηνεύεται, καθώς και την αναγραφή του αριθμού και της ημερομηνίας της ερμηνευτικής απόφασης στα αντίγραφα, ή αποσπάσματα της απόφασης που ερμηνεύτηκε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ
με παρόντες τους διαδίκους.
 ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αίτηση.
ΕΡΜΗΝΕΥΕΙ την περιεχόμενη στην υπ' αρ. 19884/2010 οριστική απόφαση αυτού του δικαστηρίου, ασάφεια, σε σχέση με την υπό στοιχείο α' διάταξη για την επικοινωνία του (ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΠΑΤΕΡΑ) με τα δύο ανήλικα τέκνα του, ως προς την φράση «κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα», όπως στο αιτιολογικό.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την σημείωση της ερμηνευτικής αυτής απόφασης, στο πρωτότυπο της απόφασης που ερμηνεύεται, καθώς και την αναγραφή του αριθμού και της ημερομηνίας της ερμηνευτικής απόφασης στα αντίγραφα, ή αποσπάσματα της απόφασης που ερμηνεύτηκε.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στη Θεσσαλονίκη, στις 22 Ιουνίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Σταύρου Γιαγκούδη.