Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

ΠΑΙΔΟΦΙΛΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ : Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ



Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Τμήματος Κοινωνιολογίας
Πανεπιστημίου Αιγαίου

Ελπίδα Γιαννακού, Φοιτήτρια Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου

Λεμονιά - Ελένη Μαλκογιώργου, Φοιτήτρια Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου
Αιγαίου

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Σύμφωνα με το DSM-IV (American Psychiatric Association, 1994), ως παιδοφιλία ορίζεται η σεξουαλική διέγερση από ανήλικα παιδιά (ηλικίας έως 13 ετών), καθώς και η δημιουργία σεξουαλικών φαντασιώσεων με ανήλικους. Ο ορισμός της παιδοφιλίας δεν περιλαμβάνει την επιδίωξη σεξουαλικής επαφής με τον ανήλικο (παιδεραστία).Η παιδοφιλία ανήκει στην ίδια κατηγορία ψυχικών ανωμαλιών και διαταραχών που ανήκουν η νεκροφιλία, η αιμομιξία, η ζωοφιλία κ.α.Το διαδίκτυο αποτελεί τον πλέον κατάλληλο χώρο δράσης των παιδεραστών, οι οποίοι μέσω των ομάδων συζήτησης επιδιώκουν τη συνομιλία με ανήλικους χρήστες. Τα δωμάτια επικοινωνίας (chat rooms) στο διαδίκτυο, παρέχουν τη δυνατότητα σύναψης διαπροσωπικών σχέσεων με άτομα όλων των ηλικιών, από διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές. Το γεγονός ότι πρόκειται για δημόσιους χώρους σύγχρονης επικοινωνίας, που επιτρέπουν την ανωνυμία, δημιουργεί την ψευδαίσθηση της ασφάλειας και παρασύρει τα παιδιά.
Για την εκπόνηση της έρευνας δημιουργήθηκαν σε δωμάτια ανοιχτής επικοινωνίας (chat rooms) δύο ψεύτικα προφίλ. Ενός αγοριού από την Επαρχία (Μυτιλήνη) και ενός κοριτσιού από την Αθήνα, ηλικίας 10 ετών, τα οποία καλούσαν τους συνομιλητές τους σε προσωπική συνομιλία μέσω chat. Τα προφίλ προσεγγίστηκαν συνολικά από 50 άτομα. Το προφίλ του κοριτσιού προσεγγίστηκε από 49 άτομα, ενώ το προφίλ του αγοριού από έναν. Στόχος της έρευνας ήταν η καταγραφή των κοινωνικών και ψυχολογικών χαρακτηριστικών των ατόμων που προσέγγισαν τα παιδιά, η θετική ή αρνητική πρόθεσή τους να έρθουν σε επαφή με αυτά, η θεματολογία της συνομιλίας και ο βαθμός διακίνησης πορνογραφικού υλικού. Το 16% (8 στους 50) των ατόμων που προσέγγισαν τα προφίλ εμφάνισε παιδοφιλικά χαρακτηρίστηκα, όπως αυτά ορίζονται στη διεθνή βιβλιογραφία. Παρατηρήθηκαν τρείς διαφορετικές στρατηγικές προσέγγισης των παιδόφιλων, η πλειονότητα των οποίων επιχείρησε επανάληψη της συνομιλίας.
Λέξεις κλειδιά
Παιδοφιλία, Διαδίκτυο, πειραματική έρευνα
Α. ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Το διαδίκτυο χαρακτηρίστηκε από ερευνητές ως η μεγαλύτερη εξέλιξη στην ιστορία της παιδοφιλίας, ο εικονικός χώρος που αντικατέστησε τις βόλτες προς άγραν θυμάτων σε παιδικές χαρές, αυλές σχολείων παιδότοπους κλπ. Τα διεθνή στατιστικά, ειδικά όσα προέρχονταν από τις ΗΠΑ είναι καταλυτικά: Ένα στα έξι αγόρια θα κακοποιηθούν πριν από την ηλικία των 16 ετών από παιδόφιλους (παιδεραστές) και ένα στα τέσσερα κορίτσια, πριν από την ηλικία των 14. 5-10% των ανδρών στις ΗΠΑ θα προβούν σε παιδοφιλικές ενέργειες, που θα κυμανθούν από μεμονωμένα περιστατικά μέχρι συστηματική ενασχόληση. Δεδομένου ότι διεθνώς δεν είναι εύκολο να διενεργηθούν έρευνες για την παιδοφιλία στο διαδίκτυο, οι στατιστικές ενδεχομένως να είναι πολύ ζοφερότερες. Οι παιδόφιλοι, προσποιούμενοι ότι είναι έφηβοι, χρησιμοποιούν το διαδίκτυο (πχ. Chat rooms, facebook κλπ) για να προσελκύσουν παιδιά με σκοπό να τα κακοποιήσουν. Στην αρχή οι συζητήσεις είναι φιλικές, αργότερα όμως στρέφονται γύρω από σεξουαλικά θέματα, παρουσίαση σκηνών ερωτικού περιεχομένου, με σκοπό να πείσουν το παιδί ότι η σεξουαλική πράξη είναι καθόλα θεμιτή. Μακροπρόθεσμα επιδιώκουν να συναντηθούν με το παιδί και να αναπτύξουν σχέση έξω από το διαδίκτυο. Πάντως, εξαιτίας των ποινικών συνεπειών η πρόσβαση σε ιστοσελίδες με παιδικό πορνογραφικό υλικό απαιτεί πλέον τη γνώση πολλών κωδικών. Οι σελίδες αυτές μερικές φορές είναι καλά κρυμμένες στο διαδίκτυο. Σύμφωνα με πιο πρόσφατες έρευνες ( Hall and Hirschman 1991) οι παιδόφιλοι διαχωρίζονται σε τέσσερις κατηγορίες με βάση τα πρωταρχικά κίνητρα για την πράξη τους. Στην πρώτη κατηγορία υπερισχύουν οι φυσιολογικοί παράγοντες και οι δράστες αντλούν πρωταρχικά σεξουαλική απόλαυση από την πράξη τους ενώ είναι συχνά βίαιοι και επιθετικοί. Στη δεύτερη κατηγορία εμπλέκονται γνωστικοί παράγοντες και πολλές φορές οι παιδόφιλοι χαρακτηρίζονται από αρνητικές προσλήψεις για το γυναικείο φύλο και για αυτό δεν έχουν διαμορφώσει υγιείς σχέσεις με αυτό. Στην τρίτη κατηγορία η πράξη περιστρέφεται γύρω από τη συναισθηματική κατάσταση του δράστη και για αυτό η σεξουαλική πράξη είναι βίαιη και μη προγραμματισμένη. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά χαρακτηρίζεται συχνά από τη χρήση αλκοόλ και η πράξηλαμβάνει χώρα από την επήρεια στρεσογόνων καταστάσεων. Στην τελευταία κατηγορία τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του παιδόφιλου βρίσκονται στο επίκεντρο. Έτσι ο παιδόφιλος είναι ένα πρόσωπο που ενδεχομένως πάσχει διανοητικώς, έγινε μάρτυρας καταστάσεων ενδοοικογενειακής βίας και κακοποίησης, ένοιωσε ανασφάλεια και συσσωρευμένο θυμό και για αυτό εμφανίζει δυσκολία όσον αφορά την διαχείριση της παρορμητικότητας του, εκδηλώνει γενικότερα αντικοινωνική συμπεριφορά και είναι πιθανό να μετέχει και σε άλλες εγκληματικές δραστηριότητες. Σύμφωνα με τους Danni και Hampe (2000), βασικό χαρακτηριστικό του παιδόφιλου είναι η σεξουαλική θυματοποίηση του κατά την παιδική ηλικία. Σύμφωνα με τους Furnham και Haraldsen (1998), οι παιδόφιλοι ενδέχεται να ξεκίνησαν νωρίς τη σεξουαλική τους ζωή και αυτό σε συνδυασμό με την κακοποίησή τους και τα καταπιεσμένα τους συναισθήματα, έφερε τα ολέθρια αποτελέσματα για τις διαπροσωπικές τους σχέσεις κατά την ενήλικη ζωή. Η πρώιμη σεξουαλική δραστηριότητα και η δυσκολία σύναψης σχέσεων με το άλλο φύλο τονίζονται και από τον Virkunen ήδη από το 1976. Σύμφωνα με το DSM-IV (American Psychiatric Association, 1994), ως παιδοφιλία ορίζεται η επαναλαμβανόμενη και επίμονη σεξουαλική τάση, φαντασίωση ή συμπεριφορά που περιλαμβάνει σεξουαλική δραστηριότητα με παιδιά έως 13 ετών. Αυτές οι τάσεις και οι φαντασιώσεις υποδεικνύουν παιδοφιλία, εάν προκαλούν δυσφορία ή διαταραχή στην κοινωνική, εργασιακή ή άλλη σημαντική περιοχή της λειτουργικότητας του ατόμου. Προϋπόθεση αποτελεί και το γεγονός ότι ο παιδόφιλος θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 16 ετών και 5 έτη μεγαλύτερος από το παιδί. Το 90% των παιδοφιλικών πράξεων προέρχεται από άνδρες και σε ποσοστό μεγαλύτερο από 50% από άτομα γνωστά στο θύμα. Σύμφωνα με τον Bahroo (2003), οι παιδόφιλοι που ελκύονται από κορίτσια προτιμούν τα πιο μικρά παιδιά (8-10 ετών) ενώ αυτοί που έλκονται από αγόρια συνήθως προτιμούν μεγαλύτερα παιδιά. Πολλές φορές οι παιδοφιλικές πράξεις προκαλούνται από συγγενικά πρόσωπα του παιδιού, δασκάλους ή ομάδες εφήβων, που δρουν σε συμμορίες. Η παιδοφιλία και η παιδεραστία δεν είναι απλά ένα έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας του παιδιού, ισοδυναμεί με συμβολικό θάνατο της παιδικότητας και είναι βιασμός της υπό διαμόρφωση προσωπικότητάς του. Οι ενήλικες, που προβαίνουν σε τέτοιες πράξεις, είναι κατά συρροή βιαστές της αθωότητας ενός παιδιού, το οποίο θα αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα για το υπόλοιπο της ζωής του.
Σε έρευνα που έγινε το 1975 των Jaffe et al, η μέση ηλικία των παιδόφιλων καταγράφηκε ότι ήταν τα 28 χρόνια, η πλειοψηφία αυτών χαμηλού οικονομικού και μορφωτικού επιπέδου, ψυχωσικοί και πολύ συχνά εξαρτημένοι από ουσίες. Σύμφωνα με έρευνες που έγιναν το 2001 και το 2005 των Bogaert και Cantor et al αντιστοίχως βρέθηκε ότι παιδόφιλοι σε μεγάλο ποσοστό ήταν αριστερόχειρες και ότι όσον αφορά τις σεξουαλικές τους προτιμήσεις παρουσίαζαν μεγαλύτερα ποσοστά ομοφυλοφιλίας από ότι άλλοι ενήλικες που είχαν εμπλακεί σε σεξουαλικά εγκλήματα. Σύμφωνα με τους Blanchard et al (1975), όταν οι παιδόφιλοι είχαν μητέρες αρκετά μεγάλης ηλικίας, έδειχναν συνήθως αποκλειστικό ενδιαφέρον για αγόρια, ενώ όσοι έπασχαν από διανοητικές ανεπάρκειες έδειχναν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για κορίτσια. Ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι ότι οι παιδόφιλοι είχαν περισσότερους τραυματισμούς στο κεφάλι πριν από τα 13 τους χρόνια.
Το προφίλ ενός παιδόφιλου σκιαγραφείται καλύτερα αν προσπαθήσουμε να ρίξουμε φως στο παρελθόν του και κυρίως στα χρόνια της παιδικής του ηλικίας. Από τις πρώιμες έρευνες ακόμη κατέστη φανερό ότι πολλοί από τους παιδόφιλους είχαν οι ίδιοι υποστεί κακοποίηση κατά τα παιδικά τους χρόνια. Εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι το ότι έρευνα που έγινε το 1993 απέδειξε ότι οι δράστες φαίνεται να επιλέγουν ένα παιδί ίδιας σχεδόν ηλικίας με τη δική τους όταν είχαν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση (Greenberg et al 1993). Πολλοί από τους παιδόφιλους φαίνεται ότι είχαν υπάρξει μάρτυρες ενδοοικογενειακής βίας, είχαν βιώσει συναισθηματική απόρριψη από τους γονείς τους και είχαν ευνουχιστεί συναισθηματικά από το μεγάλο έλεγχο και την καταπίεση που ασκούσαν οι γονείς τους πάνω τους. Σύμφωνα με τους Hendricks et al (1988) αξονικές τομογραφίες παιδόφιλων έδειξαν ότι το κρανίο τους τείνει να είναι λεπτότερο και με μικρότερη περιφερειακή εγκεφαλική ροή αίματος. Οι παιδόφιλοι διαφέρουν από άλλους εγκληματίες ή βιαστές, καθώς τείνουν να είναι λιγότεροι βίαιοι και έχουν περιγραφεί ως λιγότερο δυνατοί και μυώδεις, καθώς και με μεγαλύτερο ποσοστό σωματικού λίπους (Thibaut et al 1993).
Δείγμα του διαταραγμένου ψυχικού τους κόσμου είναι ότι όταν κακοποιούν παιδιά δεν έχουν αρνητικά συναισθήματα για αυτή τους την πράξη ( Elliott et al 1995). Γενικότερα, αγνοούν διαπροσωπικές κοινωνικές αξίες. Κάποιοι από αυτούς, θεωρούν τα παιδιά ως σεξουαλικά όντα που δεν ελέγχουν τη σεξουαλικότητα τους και γι’ αυτό κατά τη γνώμη τους χρήζουν σεξουαλικής μύησης (Mihailides et al 2004). Σύμφωνα με τον Hughes (007) ο παιδόφιλος χαρακτηρίζεται από νευρικότητα, έχει διαταγμένη εικόνα για τους άλλους και είναι ένα άτομο εξαρτημένο, με χαμηλή αυτοεκτίμηση. Η προσωπικότητα του είναι ναρκισσιστική και πολύ συχνά αρνείται την προβληματική συμπεριφορά του. Πριν την ανάπτυξη του διαδικτύου οι παιδόφιλοι δραστηριοποιούνταν σε μέρη που σύχναζαν παιδιά, αλλά ακόμα και στο ίδιο το σπίτι τους. Σήμερα τα σκηνικό έχει μεταβληθεί συλλήβδην, δεδομένου ότι ο παγκόσμιος ιστός προσφέρει ανωνυμία (ή έστω επίφαση αυτής) και πληθώρα μέσων όπως δωμάτια συνομιλίας, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, διαδικτυακές κοινότητες και εφαρμογές, όπως το facebook, το zoo κλπ. Πολλοί από τους παιδόφιλους κατασκευάζουν ιστοσελίδες, για να παρασύρουν ανυποψίαστα παιδιά, ξεκινούν συνομιλίες για να αποσπάσουν τους κωδικούς (passwords) των παιδιών ή ακόμα και την ίδια τη διαδικτυακή τους ταυτότητα, για να τα εκβιάσουν, να κρατήσουν φωτογραφίες τους (γυμνές, ημίγυμνες ή κόσμιες) και σε μερικές περιπτώσεις, για να πλουτίσουν από αυτά. Πολλά παιδιά εισέρχονται σε ιστοσελίδες πορνογραφικού περιεχομένου τυχαία ή από συνδέσμους σε φαινομενικά μη πορνογραφικές σελίδες, διευκολύνοντας τους παιδόφιλους στον εντοπισμό των πιθανών θυμάτων τους. Το πορνογραφικό υλικό, εφόσον γίνει αποδεκτό από τα παιδιά, ενοχοποιεί ακόμη περισσότερο τον παιδόφιλο, δεδομένου ότι τείνει να τα θεωρεί πλέον συνένοχους, άτομα που μοιράζονται κάποιο κοινό ένοχο μυστικό, το οποίο δεν πρέπει να μοιραστούν με κανένα (π.χ. γονείς, φίλους, αδέλφια κλπ). Η ενοχή ανέκαθεν αποτελούσε όπλο των παιδόφιλων (Cornadie, 2001) και είναι μια ψυχική κατάσταση που τα παιδιά δεν μπορούν ακόμα να επεξεργαστούν συναισθηματικά και γνωστικά. Το αποτέλεσμα είναι ότι συνήθως απωθούν και δεν αναφέρουν πουθενά το περιστατικό, που την προκάλεσε. O Du Toit (1998) εγκαθίδρυσε τη σχέση μεταξύ της συχνής θέασης πορνογραφικού υλικού και σεξουαλικής κακοποίησης των παιδιών (ή και των γυναικών). Η συνεχής έκθεση σε αυτό δημιουργεί διέγερση, η οποία διευκολύνει τις σεξουαλικές παραβατικές συμπεριφορές, μετατρέπει την εσωτερίκευση του ανώμαλου σε φυσιολογικό, με αποτέλεσμα σταδιακά κάθε σεξουαλική παρέκκλιση να θεωρείται κοινωνικά αποδεκτή. Η πορνογραφία ουσιαστικά δημιουργεί την προδιάθεση για απόκλιση. Ενισχύει τη φαντασία και προκαλεί γνωστικές διαταραχές (Wyre,1992). Οι αναβαθμίδες της παιδοφιλίας και η σχέση τους με την πορνογραφία μπορούν να συνοψιστούν στις εξής κατηγορίες (Taylor & Quayle, 2003):
1) Ενδεικτική πορνογραφία, μη ερωτικές και μη σεξουαλικές φωτογραφίες που απεικονίζουν παιδιά με εσώρουχα. Αποκτημένες από εμπορικές πηγές είτε από οικογενειακά άλμπουμ, φωτογραφίες παιδιών που παίζουν σε καθημερινό περιβάλλον.
2) Γυμνές, φωτογραφίες γυμνών ή ημίγυμνων παιδιών σε ανάρμοστο περιβάλλον, γυμνιστών, οι οποίες έχουν αποκτηθεί από νόμιμες ή όχι πηγές.
3) Ερωτικές, φωτογραφίες παιδιών, τραβηγμένες κρυφά, σε περιοχές παιχνιδιού ή άλλα περιβάλλοντα, οι οποίες αποκαλύπτουν εσώρουχα ή άλλα γυμνά μέρη του σώματος.
4) Στάσεις/πόζες, φωτογραφίες καθορισμένων/μελετημένων στάσεων πλήρως ντυμένων, μερικώς ντυμένων ή γυμνών παιδιών, των οποίων η θέα σε συνδυασμό με το πλαίσιο της φωτογραφίας προκαλούν το ερωτικό ενδιαφέρον.
5) Ερωτικές στάσεις/πόζες, μελετημένα τραβηγμένες φωτογραφίες πλήρως ντυμένων, μερικώς ντυμένων παιδιών ή γυμνών, σε ερωτικές ή προκλητικές στάσεις.
6) Σαφείς ερωτικές στάσεις, φωτογραφίες που εστιάζουν σε γενετικές περιοχές πλήρως ντυμένων, μερικώς ντυμένων ή γυμνών παιδιών.
7) Σαφείς σεξουαλικές δραστηριότητες, που περιλαμβάνουν άγγιγμα, αμοιβαία ή ατομική αυτοϊκανοποίηση, στοματικό έρωτα, συνουσία, χωρίς να περιλαμβάνουν ενήλικα
8) Βιαιοπραγία, φωτογραφίες στις οποίες παιδιά εμφανίζονται υποκείμενα σε ασελγείς πράξεις. Οι φωτογραφίες έχουν υποστεί ψηφιακή επεξεργασία και περιλαμβάνουν ενήλικα
9) Καταφανής ασέλγεια, χυδαίες, άσεμνες φωτογραφίες σεξουαλικής ασέλγειας, αυνανισμού, στοματικού σεξ, στις οποίες συμμετέχει και ενήλικας.
10) Σαδιστικές τάσεις/κτηνοβασία, α) φωτογραφίες που παρουσιάζουν το παιδί δεμένο, δέσμιο, χτυπημένο, μαστιγωμένο ή υπαγόμενο υποκείμενο σε κάτι το οποίο συνεπάγεται πόνο και β) φωτογραφίες στις οποίες ένα ζώο εμπλέκεται σε κάποιο είδος σεξουαλικής συμπεριφοράς με παιδί .
Σύμφωνα με έρευνα που διενεργήθηκε στο San Diego ( Hughes, xx) η παρενόχληση παιδιών μέσω διαδικτύου αυξάνεται κατά 1000% το μήνα, ένα στα πέντε παιδοφιλικά επεισόδια συντελούνται πλέον στο διαδίκτυο, 1 στα 33 παιδιά δέχεται να συναντηθεί με παιδόφιλο και μόνο το 25% των παιδιών το αποκαλύπτει στους γονείς του. Ήδη το 2001, 30.000 παιδοφιλικές ιστοσελίδες είχαν καταγραφεί. Επιπλέον, οι παιδόφιλοι δημιουργούν κοινότητες αλληλοϋποστήριξης, για να μοιράζονται τις εμπειρίες τους.
Ένας παιδόφιλος συχνά επιχειρεί να εκλογικεύσει τις πράξεις του καθώς διατείνεται ότι το παιδί ήταν σεξουαλικά προκλητικό, ότι άντλησε ευχαρίστηση από το συμβάν και ότι τελικά έμαθε πολλά και απέκτησε σπουδαία εμπειρία από αυτό. Σύμφωνα με τους Finkelhor και Ylloo οι παιδεραστές ελκύονται από παιδιά και για άλλους λόγους εκτός από αυτόν που εμπλέκει τη σεξουαλική ικανοποίηση. Φαίνεται ότι με τον τρόπο αυτό ικανοποιούν την ανάγκη τους για κυριαρχία και επιβολή στις διαπροσωπικές σχέσεις ενώ είναι φανερό ότι χαρακτηρίζονται από ανεπάρκεια όσον αφορά τις κοινωνικές δεξιότητες και διακατέχονται από έντονα συναισθήματα μοναξιάς. η παρορμητικότητα, οι ψυχωσικές καταστάσεις, η χρήση αλκοόλ είναι ορισμένα στοιχεία που ολοκληρώνουν το προφίλ του παιδεραστή. Όπως αναφέρουν οι Mahoney & Faulkner (1997), το διεθνές δίκαιο παιδόφιλων έχει αναπτύξει μια ρητορική, η οποία θεωρεί πως η προσέγγιση των παιδιών από ενήλικα άτομα δεν αποδεικνύει αναγκαστικά σεξουαλική διαστροφή, αλλά επικαλούμενοι κείμενα της αρχαίας γραμματείας, θεωρούν oτι η έλξη είναι περισσότερο ψυχική. Προσπαθούν να πείσουν ότι το παιδί δέχεται θετικές επιδράσεις από τους ενήλικους, τους αντιμετωπίζει με σεβασμό, μαθαίνει από την εμπειρία τους και ωριμάζει ψυχολογικά. Διατρανώνουν, ότι ιστορικά και πολιτισμικά η σεξουαλική επαφή με ανήλικους ήταν αποδεκτή και απαιτούν δια νόμου να κατοχυρώσουν το δικαίωμά τους αυτό. Αναφέρουν δε, ότι τα παιδιά που έχουν σχέσεις σεξουαλικού τύπου με ενήλικα άτομα καθοδηγούνται καλύτερα και διαμορφώνουν υγιέστερη σεξουαλικότητα.
Πολλές φορές το ασφαλές περιβάλλον του σπιτιού δίνει την ψευδαίσθηση στο παιδί που πλοηγείται στο διαδίκτυο, ότι οι δραστηριότητές του εκεί δεν εμπερικλείουν κινδύνους. Είναι επομένως διατεθειμένο να φανερώσει σε ξένους βαθύτερά του συναισθήματα, να αποκαλύψει πλευρές της προσωπικότητά του πράγμα που δεν θα το έκανε σε γονείς λόγω ντροπής ή απλούστατα επειδή οι γονείς είναι απόντες είτε δεν ενδιαφέρονται για τους μοναχικούς τρόπους πρόσκτησης άτυπης γνώσης του παιδιού.
Μερικές φορές απλές λέξεις που χρησιμοποιούν τα παιδιά σε μηχανές αναζήτηση όπως «παιχνιδιάρης, παιχνίδι κλπ.» οδηγούν σε πορνογραφικές ιστοσελίδες που κινούν το ενδιαφέρον του παιδιού. Να σημειωθεί ότι οι διαδικτυακές υπηρεσίες έχουν μεταφερθεί και στα κινητά τηλέφωνα των παιδιών, γεγονός που πέραν από τη χρηστικότητά του επεκτείνει τους κινδύνους του internet καθ’ όλο το εικοσιτετράωρο.
Πολλοί ιστότοποι παιδόφιλων έχουν ως προκάλυμμα κινούμενα σχέδια και δεν φανερώνουν το περιεχόμενό τους παρά μόνο αν το παιδί παίξει πρώτα με τις φιγούρες με τις οποίες είναι εξοικειωμένο. Αργότερα, οι φιγούρες αυτές εμπλέκονται σε παιδοφιλικές δραστηριότητες, δρώντας ως παράδειγμα προς τα παιδιά.
Η παιδική πορνογραφία είναι πλούσια σε θεματολογία. Περιλαμβάνει σκηνές με γονείς να κάνουν έρωτα με τα παιδιά τους, ανήλικους να βιάζουν παιδιά, παιδιά να κακοποιούν κατοικίδια, παιδικά βασανιστήρια, ζωοφιλικές πράξεις ( Geiser στο Τheron, 1992)
Τα παιδιά που συμμετέχουν στην πορνογραφία το κάνουν παρά τη θέλησή τους και αυτό είναι μια τεχνική που χρησιμοποιούν οι παιδόφιλοι στο διαδίκτυο: προσεγγίζουν ένα παιδί και το σπρώχνουν σε ενέργειες αυτοϊκανοποίησης κλπ. Το εκβιάζουν με το πρόσχημα ότι θα το αποκαλύψουν στους γονείς και τους δασκάλους του. Ο ανήλικος ενδίδει στις ορέξεις τους από φόβο μην αποκαλυφθεί.
Β. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ
Για τη συλλογή των δεδομένων δημιουργήθηκαν δύο ψεύτικα προφίλ ενός αγοριού και ενός κοριτσιού 10 ετών, τα οποία έγιναν μέλη συγκεκριμένης διαδικτυακής κοινότητας. Η έρευνα είναι εν εξελίξει. Τα δεδομένα προέκυψαν από τις πρώτες εβδομάδες μετά την έναρξή της. Οι συνομιλίες παρουσιάζονται εδώ εξιδανικευμένες, γιατί στην πραγματικότητα η βωμολοχία έφτανε σε επίπεδα, που ξεπερνούν την ερευνητική δεοντολογία.
Όσον αφορά τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των δύο παιδιών, το αγόρι προερχόταν από τετραμελή οικογένεια χωρισμένων γονέων, με έναν μικρότερο αδελφό και διέμενε σε επαρχιακή πόλη. Το κορίτσι προερχόταν επίσης από τετραμελή οικογένεια, με μία αδελφή κατά δύο έτη νεότερη, και διέμενε σε νότιο προάστιο της Αττικής.
Το δείγμα της έρευνας αποτέλεσαν τα άτομα που κάλεσαν τα δύο παιδιά σε συνομιλία. Οι όροι συμμετοχής στις εικονικές ομάδες συζήτησης απαιτούν τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας για τη δημιουργία προφίλ, κατά συνέπεια τα παιδιά παρουσιάζονταν στο προφίλ ως ενήλικες 18 ετών. Η γνωστοποίηση των πραγματικών στοιχείων των παιδιών πραγματοποιείτο στην αρχή της συνομιλίας, με σκοπό να καταγραφεί η αντίδραση του συνομιλητή: διακοπή της συνομιλίας, συνέχιση χωρίς παιδοφιλικά χαρακτηριστικά στοιχεία και συνέχιση με παιδοφιλικά στοιχεία.
Τα προφίλ των παιδιών προσεγγίστηκαν συνολικά από 50 άτομα, τα οποία είχαν εισέλθει στο chat room αναζητώντας φιλική παρέα ή ερωτική συνεύρεση κατά πρόσωπο ή ηλεκτρονικά (διαδικτυακό σεξ). Το προφίλ του αγοριού προσεγγίστηκε από έναν ομοφυλόφιλο άνδρα 26 ετών, από ημιαστική περιοχή, ο οποίος διέκοψε τη συνομιλία με το παιδί όταν έλαβε γνώση της ηλικίας του. Ενδεχομένως, το γεγονός ότι το παιδί δεν δήλωνε ως τόπο διαμονής μια μεγάλη πόλη, να απέτρεψε ους επίδοξους συνομιλητές, που επεδίωκαν συνάντηση να το προσεγγίσουν.
Αντίθετα, το προφίλ του κοριτσιού προσεγγίστηκε από 49 άτομα άνδρες. Όσον αφορά τα δημογραφικά χαρακτηριστικά αυτών των ατόμων, το ηλικιακό εύρος τους κυμάνθηκε μεταξύ 20 και 45 ετών, το 1% ήταν έγγαμοι χωρίς παιδιά και το 99% άγαμοι. Κάτοικοι αστικών περιοχών κατά 50%, ημιαστικών περιοχών κατά 30% και νησιωτικών περιοχών κατά 20%. Τα στοιχεία προκύπτουν από την προσωπική καταχώρηση κάθε συνομιλητή στο προφίλ του, από τη συνομιλία μαζί του και φυσικά μπορεί να είναι ψεύτικα.
Με κριτήρια την συνέχιση ή την διακοπή της συνομιλίας, τη θεματολογία της συζήτησης και τις προθέσεις των ατόμων που προσέγγισαν τα παιδιά, το δείγμα μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως εξής :
1) σε άτομα τα οποία παρουσίασαν φυσιολογική συμπεριφορά διακόπτοντας τη συνομιλία με τους ανήλικους (42 στους 50) 84%,
2) σε άτομα με εν δυνάμει παραπτωματική συμπεριφορά, ενήλικες που συνέχισαν να συνομιλούν με την ανήλικη (2 στους 50) 4%
3) σε άτομα που εμφάνισαν παιδοφιλικά χαρακτηριστικά (8 στους 50) 16%.
Τα άτομα με φυσιολογική συμπεριφορά που προσέγγισαν τα προφίλ δεν επέκτειναν τη συνομιλία πέραν των 15 λεπτών. Τρείς από αυτούς προέτρεψαν το παιδί να εξέλθει από το chat και να ασχοληθεί με δραστηριότητες εκτός διαδικτύου. Δύο από αυτούς παρότρυναν το παιδί να ενημερώσει τους γονείς του για τις δραστηριότητές του στο διαδίκτυο.
Αποσπάσματα συνομιλιών :« - είσαι μικρούλα, είσαι μικρό καλό μου, όταν μεγαλώσεις λίγο να μου μιλήσεις,
- σε σβήνω γιατί είσαι μικρή,
- δεν μιλάω σε τόσο μικρές,
- μήπως είσαι λίγο μικρή για να μπαίνεις εδώ?»
« -πρέπει να βρεις άλλα πράγματα να κάνεις ,μη μπαίνεις στο ιντερνετ ακόμα,
- βρε κοπελίτσα μου τι κάνεις εδώ 10 χρονών κοριτσάκι, η ηλικία σου είναι για να κάνεις άλλα
πράγματα,
-δεν κάνει να είσαι εδώ, πρέπει να προσέχεις, είσαι πολύ μικρή».
«-οι γονείς σου το ξέρουν; - όχι.-
- ρώτησέ τους τη γνώμη τους».
Τα άτομα με εν δυνάμει παραπτωματική συμπεριφορά (άνδρας 34 ετών κάτοικος νησιωτικής περιοχής και άνδρας 27 ετών κάτοικος της ίδιας περιοχής με το παιδί), συνέχισαν να συνομιλούν με την ανήλικη. Η συμπεριφορά τους χαρακτηρίζεται ύποπτη, δεδομένης της μεγάλης διαφοράς ηλικίας και της έλλειψης κοινών ενδιαφερόντων, γεγονότα που δημιουργούν ερωτήματα για την πρόθεση των συγκεκριμένων ατόμων.
Η θεματολογία της συνομιλίας άπτετο θεμάτων σχετικών με την οικογενειακή κατάσταση του παιδιού (αδέλφια), την κοινωνικότητα (φίλους), το σχολείο, τις δραστηριότητές του κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου (τηλεόραση αθλητικά, ψυχαγωγικά προγράμματα), τις προτιμήσεις του σε είδη μουσικής και στο φαγητό. Ένας συνομιλητής αναφέρθηκε στο ενδεχόμενο επανάληψης της συνομιλίας (34χρονος άντρας), ενώ και οι δύο δέχτηκαν να δημιουργήσουν φιλική σχέση με το παιδί.
Τα άτομα τα οποία εμφάνισαν νοσηρότητα αποτελούν το 16% του πληθυσμού ( 8 στους 50). Κριτήριο για την εξακρίβωση της νοσηρότητας που εμφάνισαν τα άτομα αποτέλεσε η ύπαρξη των συγκεκριμένων συμπεριφορών, που διέπουν την παιδοφιλική συμπεριφορά, όπως αυτές αναφέρονται στο DSM-IV (American Psychiatric Asoociation, 1994), καθώς επίσης και οι βιβλιογραφικές αναφορές για τις στρατηγικές προσέγγισης των παιδόφιλων. Το ηλικιακό εύρος αυτής της κατηγορίας κυμάνθηκε από τα 20 έως τα 27 έτη, κάτοικοι αστικών περιοχών.
Η πλειονότητα των συνομιλητών ζήτησε την ενεργοποίηση ηλεκτρονικού εξοπλισμού (τρεις ζήτησαν κάμερα και προβολή φωτογραφίας),αίτημα το οποίο δεν πραγματοποιήθηκε από το παιδί. Πέντε στους οχτώ ζήτησαν τον τηλεφωνικό αριθμό του κοριτσιού και τρείς έδωσαν τον δικό τους, ο οποίος κατά πάσα πιθανότητα αντιστοιχεί σε καρτοκινητό. Η διερεύνηση του γνωστικού επιπέδου της ανήλικης σε θέματα σεξουαλικού περιεχομένου έγινε με επίμονο τρόπο από πέντε συνομιλητές και ιδιαίτερα πιεστικά από έναν. Παρατηρήθηκε ότι δύο στους οχτώ είχαν φανερή επίγνωση του αδικήματος, που διέπρατταν. Το περιεχόμενο των συνομιλιών των ατόμων που εμφάνισαν νοσηρά χαρακτηριστικά έβριθε άσεμνων προτάσεων, οι οποίες ως επί το πλείστον χρησιμοποιήθηκαν για την περιγραφή των γεννητικών οργάνων, της σεξουαλικής πράξης και διέγερσης. Το ποσοστό των άσεμνων φράσεων κυμαίνεται από 20% έως 45% του συνόλου των εκφράσεων που χρησιμοποίησε ο συνομιλητής. Παρατηρήθηκε μια αλληλουχία στις θεματικές ενότητες των συνομιλιών. Συνήθως ξεκινούν με γλυκό και παιγνιώδη τρόπο και έπεται προβάλουν το αίτημα για χρήση κάμερας. Ακολουθούν ερωτήσεις σεξουαλικού περιεχομένου, διερευνητικές των γνώσεων του παιδιού για θέματα σεξουαλικότητας, συλλογή πληροφοριών σχετικά με το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται το παιδί «-τι ξέρεις εσύ από σεξ;», ερωτήσεις για την ανάπτυξη και τη σεξουαλική του εμπειρία»» «-έχεις κάνει έρωτα;». Ακολουθεί η αποστολή πορνογραφικού υλικού ή συνδέσεων προς τέτοιες σελίδες, το οποίο αναλύεται διεξοδικά παρακάτω. Στη συνέχεια το παιδί προτρέπεται σε αυτοϊκανοποίηση, γίνεται αναφορά στη σεξουαλική διέγερση του συνομιλητή και στο περιεχόμενο της καταπρόσωπο συνάντησής τους και ακολουθεί η ανταλλαγή των προσωπικών στοιχείων.
Η συνομιλία και η αποστολή πορνογραφικού υλικού γίνεται εκ του ασφαλούς. Ο συνομιλητής αποφεύγει να εμφανίσει το πρόσωπό του με τη χρήση φωτογραφίας ή κάμερας ή στην περίπτωση που το πρόσωπό του έχει αποκαλυφθεί, φροντίζει να αντικαταστήσει τη φωτογραφία, πριν την αποστολή του ακατάλληλου υλικού. Ρωτά για το περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιείται τη στιγμή της συνομιλίας το παιδί, ώστε να βεβαιωθεί ότι δεν παρευρίσκεται στο χώρο ενήλικος. Δείχνει να προσπαθεί να κερδίσει την εμπιστοσύνη του παιδιού και να διασφαλίσει την εχεμύθεια του. Τονίζει ότι η σχέση τους πρέπει να μείνει απόλυτα μυστική και, για να το πετύχει αυτό, συχνά απειλεί με διακοπή της συνομιλίας.
Παρατηρήθηκαν διαφορές ως προς τη στρατηγική προσέγγισης της ανήλικης .Το παιδί προσεγγίστηκε με άμεσο, έμμεσο ή συγκεκαλυμμένο τρόπο. Παρακάτω αναλύονται οι στρατηγικές που ακολουθήθηκαν από τα οχτώ άτομα που εμφάνισαν χαρακτηριστικά παιδοφιλίας:
1η συνομιλία: Η συζήτηση ξεκίνησε με το αίτημα για χρήση κάμερας, συνεχίστηκε με διερευνητικές ερωτήσεις για το περιβάλλον του παιδιού την ώρα της δραστηριότητας (δωμάτιο) και για την ύπαρξη ενήλικα/γονιού στον ίδιο χώρο τη στιγμή της συνομιλίας «-σπίτι είσαι μωρό μου; -ναι με τη μαμά μου –η μαμά σου τι κάνει; -μιλάει στο τηλέφωνο με τη θεία μου –εσύ είσαι μόνη σου στο δωμάτιο;». Στη συνέχεια ακολούθησαν ερωτήσεις διερευνητικές των σεξουαλικών δραστηριοτήτων του παιδιού «έχεις πιάσει αγόρι χαμηλά;». Δεν χρησιμοποιήθηκαν άσεμνες λέξεις/φράσεις. Η αναφορά στην περιοχή των ανδρικών γεννητικών οργάνων έγινε περιγραφικά. Ο συνομιλητής αναφέρθηκε στην σεξουαλική πράξη, προβάλλοντας την, ως κάτι το φυσιολογικό, το οποίο θα το π ιδί θα μπορέσει να βιώσει σε βάθος χρόνου «-κακό δεν είναι –είναι φυσικό – καλά –απλά πρέπει να μεγαλώσεις». Ακολούθησαν γενικές ερωτήσεις και απειλή για διακοπή της επικοινωνίας «-ίσως σε αφήσω – όχι γιατί;- καλά άμα δεν θες», η οποία στόχευε στην αξιολόγηση της αντίδρασης του παιδιού. Δόθηκαν κίνητρα στο παιδί να αναπτύξει συναισθήματα αγάπης προς το πρόσωπό του για να συνεχίσει την συνομιλία «-δεν σου λέω αφού δεν μ αγαπάς».
Επιπλέον, ζητήθηκε η ανταλλαγή προσωπικών στοιχείων (τηλέφωνο). Έγινε αποδεκτή η πρόταση του παιδιού για σύναψη φιλικής σχέσης, αν και στη συνέχεια παροτρύνθηκε να αποκτήσει φίλους στην ηλικία του. Επιχειρήθηκε η δημιουργία συναισθημάτων ασφάλειας στο παιδί «- σε σέβομαι, -σε συμβουλεύω για το καλό σου» πριν επαναφέρει τη συζήτηση σε διερευνητικές ερωτήσεις «-τι σκέφτεσαι για τους άντρες;» και ερωτήσεις, που αφορούν τη σεξουαλική του ανάπτυξη « -έχεις περίοδο;». Η εναλλαγή των συναισθημάτων που δημιουργούνται στο παιδί αποσκοπούν στη δημιουργία σύγχυσης, καθώς λόγω ηλικίας δεν είναι σε θέση να τα επεξεργαστεί. Με αυτό τον τρόπο ο παιδόφιλος εξασφαλίζει τη συνέχιση της συνομιλίας. Η συζήτηση έκλεισε μετά από μισή ώρα, με χρονικό καθορισμό της επόμενης διαδικτυακής συνάντησης, η οποία και πραγματοποιήθηκε. Η επανάληψη της συνομιλίας συνεχίστηκε με τη χρήση ηλεκτρονικού εξοπλισμού (κάμερας) από το συνομιλητή και η θεματολογία της περιελάμβανε σεξουαλικά υπονοούμενα «-θες να δεις τα καινούρια μου αθλητικά;-σ’ άρεσα ; - το ποδαράκι μου είναι ακόμα πιο ωραίο, -θες να το δεις; -και το παντελόνι μου είναι κολλητό». Όπως είναι φυσιολογικό, η ανήλικη λόγω ηλικίας δεν έχει σεξουαλικές ορμές, γεγονός το οποίο απ΄ ότι φαίνεται να αγνοεί ο παιδόφιλος, ο οποίος προσπαθεί να το διεγείρει ερωτικά.
2η συνομιλία: Η συνομιλία διήρκεσε 15 λεπτά, αρχικά έγιναν ερωτήσεις γενικής φύσεως (οικογένεια, σχολείο, αδέλφια) και στη συνέχεια σεξουαλικού περιεχομένου «-κάνεις πονηριές; -Θες να γίνουμε φίλοι και με πονηριές, -στο σχολείο αγγίζετε στα γεννητικά όργανα των συμμαθητών σας;» (οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται στη συνομιλία είναι άσεμνες, παρουσιάζονται εκλεπτυσμένα). Η συζήτηση κλείνει με αναφορά στην επόμενη ηλεκτρονική συνάντηση «-θα τα ξαναπούμε – οκ!»
3η συνομιλία: H συνομιλία διήρκεσε 15 λεπτά, αρχικά ζητήθηκε φωτογραφία, το παιδί ρωτήθηκε αν είναι μόνο του στο σπίτι «-μόνη;» και ο συνομιλητής συνέχισε με την περιγραφή του ανδρικού του μορίου του με άσεμνο τρόπο. Κατόπιν διέκοψε την επικοινωνία.
4η συνομιλία: Η συνομιλία διήρκεσε 15 λεπτά. Ζητήθηκε φωτογραφία και κάμερα και έγιναν ερωτήσεις διερευνητικές της σεξουαλικότητας του παιδιού «-έχεις κάνει ποτέ κάτι με αγόρι; -μόνη σου;». H συζήτηση διακόπηκε μετά τις αρνητικές απαντήσεις της ανήλικης.
5η συνομιλία: H συνομιλία διήρκεσε μία ώρα, χαρακτηρίστηκε από ερωτήσεις διερευνητικές της σεξουαλικής ανάπτυξης του παιδιού «-μέγεθος στήθους;», της έκφρασης της σεξουαλικότητάς του «-έχεις φιλήσει ποτέ αγόρι, -έχεις κάνει σεξ». Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας το παιδί ρωτήθηκε τι φοράει. Η ερώτηση αποσκοπούσε στην περιγραφή των εσωρούχων, ακολούθησε περιγραφή του γενετικού οργάνου του συνομιλητή και ζητήθηκε τηλέφωνο. Επίσης έγινε αναφορά στο περιεχόμενο των πράξεων που θα περιελάμβανε η κατά πρόσωπο συνάντηση «-που θα με φιλήσεις;», η οποία όμως δεν ορίστηκε. Δύο συνομιλητές προέβησαν στην αποστολή πορνογραφικού υλικού, το οποίο αποτέλεσε και το άξονα της συζήτησης «-μπες λίγο να δεις, μπήκες; -ναι τι είναι; που τα βρήκες αυτά; -και τι κατάλαβες; τι κάνουν; - είδα τι κάνουν –τι κάνουνε; - sex –βλέπεις που ξέρεις τι κάνουν;». Οι ιστοσελίδες, που στάλθηκαν, περιείχαν video που απεικόνιζαν ερωτικές συνευρέσεις ενηλίκων, καθώς και φωτογραφικό υλικό με ανήλικους σε άσεμνες στάσεις, κατά τη διάρκεια ερωτοτροπιών με ετεροφυλόφιλους και ομοφυλόφιλους ενήλικες καθώς και ομαδικές ερωτικές συνευρέσεις.
6η συνομιλία: Διήρκεσε 45 λεπτά Στη μία περίπτωση τέθηκαν ερωτήσεις διερευνητικές του γνωστικού επιπέδου του παιδιού «-τι ξέρεις από σεξ,-έχω δει στην τηλεόραση -έχεις δει ταινία ερωτικού περιεχομένου (αποδίδεται εκλεπτυσμένα), -σε πόσα χρόνια σκέφτεσαι να κάνεις σεξ, -άμα θες, μπορείς να κάνεις τα προκαταρκτικά». Ακολούθησε η αποστολή πορνογραφικού υλικού (video ερωτικής συνεύρεσης ενηλίκων), το οποίο στόχευε στο να εξηγήσει στην ανήλικη τι είναι ο στοματικός έρωτας. Κανονίστηκε χρονικά η επόμενη συνάντηση και δόθηκαν προσωπικά στοιχεία.
7η συνομιλία: Σε άλλη συνομιλία περίπτωση ζητήθηκε κάμερα. Εξασφαλίστηκε το γεγονός ότι το παιδί είναι μόνο του και ακολούθησε η αποστολή πορνογραφικού υλικού, στο οποίο βασίστηκε η συζήτηση. Έγιναν ερωτήσεις για το γνωστικό επίπεδο του παιδιού και τη σεξουαλική του ανάπτυξη (ύπαρξη εμμήνου ρήσεως και τριχοφυΐα στην περιοχή της ήβης). Στη διεθνή βιβλιογραφία αναφέρεται πως οι παιδόφιλοι δεν επιθυμούν την ύπαρξη τριχοφυίας. Επιπλέον το παιδί παροτρύνθηκε να αυτοϊκανοποιηθεί την ώρα της συζήτησης, ζητήθηκε αναλυτική περιγραφή των συναισθημάτων του κατά τη διάρκεια της αυτοϊκανοποίησης «-πως νιώθεις;, -πως το κάνεις; -πως χαϊδεύεις τα γεννητικά σου όργανα (αποδίδεται εκλεπτυσμένα)» και ζητήθηκε περιγραφή της ενδυμασίας του «-και τι φοράς; -τη φόρμα μου, είναι καινούρια, λαχανί με μέλισσες –μμμμμμ –κάτω από αυτή; -τι κάτω από αυτή; Κάτω από τη φόρμα; τι φοράς; -φανελάκι –τι άλλο; -και ζακετάκι φοράω γιατί κρυώνω –εν εννοούσα αυτό, από κάτω φοράς βρακάκι; -ναι όλοι φοράνε βρακάκι, τι με ρωτάς –εγώ το έβγαλα πριν από λίγο» . Επίσης, ασκήθηκε πίεση στο παιδί ώστε να επαναλάβει άσεμνες λέξεις και να τις χρωματίσει, ώστε να ξεχωρίζουν (ηλεκτρονικός φετιχισμός). Έγινε αναφορά και περιγραφή της σεξουαλικής διέγερσης του συνομιλητή με άσεμνο και χυδαίο τρόπο. Η πίεση που ασκήθηκε στο παιδί ώστε να κρατήσει μυστική τη συνομιλία αντισταθμίστηκε με τη χρήση ευχάριστων χαρακτηρισμών «-πριγκιπισσάκι» και την αποστολή νευμάτων emoticons (φιλιά). Η σχέση που δημιουργήθηκε μεταξύ τους παρουσιάστηκε ως κοινό ένοχο μυστικό για να διασφαλιστεί η μυστικότητα αμφισβητήθηκε η εχεμύθεια του παιδιού. H συζήτηση ολοκληρώθηκε με προτροπή του παιδιού να περιγράψει τις σεξουαλικές δραστηριότητες που θα περιλαμβάνει η κατά πρόσωπο συνάντησή τους. «- μυστικό σε δύο ανθρώπους ξέρεις τι είναι; -ναι –τι είναι; -να ην το λένε αλλού –όχι αλλού μόνο, αλλά πουθενάαααα –δεν θα το πω –μπααααα, είσαι πολύ μικρή για να κρατάς τέτοιο μυστικό – αλήθεια σου λέω δεν θα το πω –και αν το πεις στην κολλητή σου; -δεν θα το πώς ούτε σε αυτή –και τι θες να κάνουμε όταν βρεθούμε;»,-δεν θέλεις να τα κάνουμε όλα;,- οι δυο μας θα είμαστε;,- βαλε λίγη φαντασία και πες μου.»
Και στις δύο περιπτώσεις τα άτομα είχαν φανερή επίγνωση του αδικήματος που διέπρατταν « - είσαι ανήλικη και μπορεί να με πάνε φυλακή - αυτό θα το κάνουμε μόλις πας 14 - α καλά! και εγώ πότε θα πάω φυλακή »
8η συνομιλία: Διαφορετική ήταν η τεχνική που ακολουθήθηκε από τον συγκεκριμένο συνομιλητή (συγκεκαλυμμένη προσέγγιση). Η συνομιλία δεν περιείχε άσεμνες φράσεις. Η προσέγγιση του παιδιού έγινε με ευγενικό τρόπο «τι ψάχνεις; -έχεις αγόρι; - θέλεις εμένα;», με αναφορά στα προσωπικά συναισθήματα «-είμαι μοναχούλης,- θα είμαι ευτυχισμένος αν γίνω το αγόρι σου ». Έγινε έμμεση πρόταση σεξουαλικού περιεχομένου «-θέλεις να έρθω κοντά σου;», χρησιμοποιήθηκαν ευχάριστοι χαρακτηρισμοί προς το παιδί «φατσούλα, γλύκα, ζουζούνα». Η επόμενη συνάντηση κανονίστηκε να πραγματοποιηθεί τηλεφωνικά «-θα με πάρεις τηλ.;». Η συνομιλία έκλεισε με αποστολή emoticons/νευμάτων (καρδιών, αστεριών και ερωτικών επιστολών). Πρόκειται για εφαρμογές, οι οποίες μέσω των εικόνων εκφράζουν τα συναισθήματα του ενός συνομιλητή προς τον άλλον. Ο συνομιλητής παρουσιάστηκε ως αδύναμη προσωπικότητα, δηλώνοντας έμμεσα την εξάρτησή του από το παιδί. Δεν δίστασε να δώσει τα στοιχεία του και να καθορίσει χρονικά την επόμενη συνάντηση χωρίς να πιέσει το παιδί. Ο τρόπος προσέγγισης χαρακτηρίζεται από παιδικότητα. Στη διεθνή βιβλιογραφία γίνεται αναφορά στην παιδικότητα του χαρακτήρα το παιδεραστή. Οι απαντήσεις του κοριτσιού εμπεριείχαν στοιχεία αφέλειας και παιδικότητας ώστε να πειστεί ο συνομιλητής για την ηλικία του. Το γνωστικό επίπεδο του παιδιού σε θέματα σεξουαλικότητας ήταν χαμηλό και είχε αποκτηθεί από τηλεοπτικά προγράμματα. Η αναφορά σε θέματα σεξουαλικού περιεχομένου ξεκινούσε από τον συνομιλητή. Η γεννητική ανάπτυξη του παιδιού ανταποκρίνονταν στα γενικά χαρακτηριστικά της ηλικίας. Αρκετοί συνομιλητές (φυσιολογικής και παθογενούς συμπεριφορά) εμφανίστηκαν δύσπιστοι ως προς την ηλικία του παιδιού. Οι αμφιβολίες ωστόσο εξαλείφτηκαν στην πορεία της συνομιλίας, στις περιπτώσεις που αυτή συνεχίστηκε. Αρκετοί φάνηκε να αμφισβητούν την ηλικία του παιδιού. Αποσπάσματα συνεντεύξεων: «-σοβαρά είσαι τόσο μικρή,
-βάλε μια φωτό σου,
-πες μου πόσο είσαι
-10
–πες βρε
-10 σου λέω,
Θα μου πεiς πόσο είσαι στα αλήθεια;»
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η ανάλυση των συνομιλιών και η εξέταση των στρατηγικών προσέγγισης των παιδόφιλων εμφάνισε απόλυτη συνάφεια με τις γενικές παραδοχές για τον τρόπο δράσης τους. Για τη συλλογή των δεδομένων ήταν αναγκαία η εξαπάτηση των συνομιλητών, οι οποίοι δεν γνώριζαν ότι η συμπεριφορά τους αποτελούσε αντικείμενο έρευνας. Το γεγονός ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά θεωρείται ποινικό αδίκημα και διώκεται από το νόμο δημιουργεί πολλούς δεοντολογικούς περιορισμούς, καθώς χρέος του ερευνητή είναι η διαφύλαξη του απορρήτου των προσωπικών δεδομένων του στατιστικού πληθυσμού.
Είναι γεγονός ότι η χρήση του διαδικτύου διευρύνεται. Διανύουμε τη εποχή της κοινωνίας της πληροφορίας και η εξοικείωση των παιδιών με το διαδίκτυο είναι αναγκαία από νεαρή ηλικία. Ωστόσο, οι κίνδυνοι που διατρέχει ένα παιδί κατά την πλοήγησή του στο διαδίκτυο είναι πολλοί, συνεπώς είναι απαραίτητη η επαγρύπνηση των γονέων για να διασφαλιστεί η ασφάλεια των παιδιών τους. Συνίσταται, η χρήση του διαδικτύου από το παιδί να γίνεται με την παρουσία γονέα και η ενημέρωση του παιδιού για τους κινδύνους που διατρέχει, έτσι ώστε να αποτραπεί η απόκτηση άτυπης μορφής μάθησης, η οποία μπορεί να έχει αρνητικές επιδράσεις στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του παιδιού.
Βιβλιογραφία
American Psychiatric Association. (1994). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (4th ed.). Washington, DC: Author.
Bogaert, AF. (2001) Handedness, Criminality and Sexual Offending.
Neuropsychologia 39:465-469
Cantor, GM., Klassen, PE., Dickey, R (2005) Handedness in pedophilia and hebephilia. Arch Sex Behaviour 34:444-459
Conradie, H. 2001. The structure andfunctioning of child pornography. Accessed on 04 August 2004 at: http://www.crisa.org.za/downloads/cp.pdf
Danni, K. A., Hampe, G.D. (2000) an analysis of predictors of child sex offender types using presentence investigation reports. International Journal of Offender
Therapy and Comparative Criminology 44(4)
Du Toit, P. 2002. Internet pornography: A wide focus on how it relates to children. Child Abuse Research in South Africa 3 (1):20-24.
Elliott, M., Browne, K., Kilcoyne, J. (1995) Child sexual abuse prevention: what offenders tell us. Child Abuse Negl. 19:579-594
Finkelhor, D., Ylloo, K.(1984) Child sexual abuse: new theory and research. New York Free press
Furnham, A., Haraldsen, E. (1998) Lay theories of etiology and cure for four types of paraphilia: fetisiscm, pedophilia, sexual sadism and voyeurism. Journal of Clinical
Psychology 54(5)
Greenberg, DM., Bradford, GM., Curry, S. (1993) A comparison of sexual victimization in the childhoods os pedophiles and hebephiles. J Forensic Science 38:432-436
Hall, G.C.M., Hirschman, R. (1991) Towards a theory of sexual aggression: A quadripartite model. Journal of Consulting and Clinical Psychology
Hendricks, SE., Fitzpatrick, DF., Hartmann, K., Quaife, MA., Stratbucker, RA.,
Graber, B. (1988) Brain structure and function in sexual molesters of children and adolescents . Journal of Clinical Psychiatry 49:108-112
Hughes, DR. (n.d.). Kids online: Protecting your children in Cyberspace. Accessed on 26 August 2003 at: http://www.protectkids.com
Kalichman, SC (1991) Psychopathology and personality characteristics of criminal sexual offenders as a function of victim age. Arch. Sex Behaviour 20:187-197
Mahoney, D & Faulkner, N. 1997. Brief overview of paedophiles on the Web.Accessed on 23 March 2003 at: http://www.prevent-abuse-now.com
Mihailides, S., Devilly, GJ., Ward, T. (2004) Implicit cognitive distortions and sexual offending. Sex Abuse 16:333-350
Taylor M, Quayle E. Child pornography. An internet crime.Hove-New York: Brunner Routledge, 2003.
Theron, A. 1992. Child pornography: Exploitation of the child, effects on the victim, and indications for therapy. Acta Criminologica: Southern African Journal of Criminology 5(1): 49-52.
Thibaut, F., Cordier, B., Kuhn, JM. (1993) Effect of a long lasting gonadotrophin hormone-releasing hormone agonist in six cases of severe male paraphilia. Acta Psychiatrica Scandinavia 87:445-450
Wyre, R. 1992. Pornography and child sexual abuse. In Itzin, C. (Ed.) Pornography: Women, violence and civil liberties. New York: Oxford.

Δεν υπάρχουν σχόλια: