Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

ΑΝΑΘΕΣΗ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ Μον.Πρ.Αθ 6397-2006 Ορφανίδης Δημήτριος

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ 
ΑΘΗΝΩΝ



Αριθμός Απόφασης 
6397/29.8.2006


                            
   

                                    


Αποτελουμένου από τον Πρωτοδίκη Δημήτριο Ορφανίδη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών.


ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ


Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 Σ, ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου, αποτελούν πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Η εν λόγω διάταξη αποτελεί τη βασική κατεύθυνση ερμηνείας των διατάξεων που κατοχυρώνουν τα θεμελιώδη δικαιώματα (βλ. Belling/Ορφανίδης,Η δράση των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο ιδιωτικό δίκαιο, ΝοΒ 53, Απρίλιος 2005, Τεύχος 4, σελ. 41). Η διάταξη δεν περιορίζει την υποχρέωση της Πολιτείας να σέβεται και να προστατεύει μόνο την αξιοπρέπεια του ενήλικου ανθρώπου, αλλά αναφέρεται ευρύτερα στον άνθρωπο. Συνεπώ ς εμπίπτει στη ρύθμισή της και ο ανήλικος άνθρωπος, που είναι το παιδί.

Από τη διατύπωση της διάταξης, προκύπτει ότι η Πολιτεία δεν αρκεί να σέβεται την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, αλλά και να την προστατεύει. Συνεπώς, για λόγους σεβασμού, το Κράτος δεν επιτρέπεται κατ΄ αρχήν να επεμβαίνει στην ιδιωτική σφαίρα του ανθρώπου, αλλά όταν αυτή πλήττεται, τότε έχει καθήκον προστασίας (βλ. Canaris, JuS 1989,161,163). Σε περιπτώ-σεις διακινδύνευσης ή επέμβασης στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου και δη του αντικειμενικά αδυνατότερου ανηλίκου από πλευράς τρίτου ιδιώτη, το Κράτος πρέπει να προσφέρει επαρκή προστασία (βλ. Belling, ZfA, 1999, 547,572, Canaris, AcP, 225 επ. 227).

Σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 1Σ, η παιδική ηλικία τελεί υπό την προστασία του Κράτους. Υπό την ερμηνευτική κατεύθυνση του άρθρου 2 παρ. 1 Σ, προκύπτει ότι η εν λόγω διάταξη –ενταγμένη στο δεύτερο μέρος του Συντάγ-ματος, στο κεφάλαιο «Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα- συνιστά ειδική, ενδοσυνταγματική συγκεκριμενοποίηση της επιταγής του άρθρου 2 παρ. 1 ως προς το παιδί.

Επομένως, από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, προκύπτει πως και ο ανήλικος άνθρωπος, ήτοι το παιδί, αποτελεί φορέα θεμελιωδών ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, ότι το συμφέρον του παιδιού αποτελεί συνταγματική επιταγή και ότι το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται υποθέσεων όπου ερευνητέο είναι η προστασία του παιδιού, πρέπει να κρίνει με βασικό κριτήριο το συμφέρον αυτού (ΒVerfGE [Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο Γερμανίας], 24,119, BVerfGE, 75, 201, BVerfGE, 37,217, BVerfGE, 56,363, BVerfGE, 68, 175,BVerfGE, 75, 201, BVerfGE, 55,171, BVerfGE, 79, 51, BVerfGE, 2 BvR 1206/98, ΜΠΡ ΠΑΤΡ 554/2001. ΝοΒ/2001, 1478). Το συμφέρον του παιδιού, παραμένει το κυρίαρχο κριτή-ριο και στις περιπτώσεις σύγκρουσής του με το συμφέρον των γονέων ή ενός εξ αυτών (BVerfGE, 2 BvR 1206/98).

Το συμφέρον του παιδιού αποτελεί το κυρίαρχο κριτήριο κατά το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης και κατά το Κοινοτικό Δίκαιο (ΔΕΚ C – 540/2003, Απόφαση της 27.6.2006). Συνεπώς, εν προκειμένω, δεν γεννάται ζήτημα σύγκρουσης, μεταξύ κοινοτικής και εθνικής έννομης τάξης, αλλά καθίσταται δυνατή η παράλληλη εφαρμογή αμφοτέρων.

Εφόσον το παιδί είναι φορέας θεμελιωδών δικαιωμάτων, έχει δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του (άρθρο 5 παρ. 1 Σ). Το κατά πόσο το παιδί είναι σε θέση να κρίνει πραγματικά σε τι συνίσταται η ελευθερία του να αποφασίζει για τον εαυτό του, επειδή αντικειμενικά ως ανήλικος άνθρωπος δεν διαθέτει την εμπειρία του ενήλικου ανθρώπου, αποτελεί ερευνητέο ζήτημα του Δικαστηρίου. Πάντως, αφ΄ ης στιγμής το παιδί είναι φορέας θεμελιωδών δικαιωμάτων, δηλαδή δικαιωμάτων κατοχυ-ρωμένων από το Θεμελιώδη Νόμο του Κράτους, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Δικαστήριο υποχρεούται να το ακούσει κατ΄ ιδίαν –εφόσον η ηλικία και η υγεία του παιδιού το επιτρέπουν – και ότι η διακριτική ευχέρεια που του παρέχει ο κοινός νόμος να το ακούσει ή όχι, δεν είναι κοινοτικά και συνταγ-ματικά επιτρεπτή.

Εκ του γεγονότος ότι το παιδί είναι φορέας θεμελιωδών δικαιωμάτων, έχει δικαίωμα στην παροχή εννόμου προστασίας και ακροάσεως (άρθρο 20 παρ. 1 Σ.). Επομένως, υπό την επιφύλαξη ότι τούτο το επιτρέπει η ηλικία του και η υγεία του, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο αυτεπαγγέλτως να το ακούσει.

Από το σύνολο των ως άνω διατάξεων, προκύπτει ότι το Δικαστήριο υποχρεούται να κρίνει με βάση την διαπίστωση του πραγματικού συμφέρον-τος του παιδιού, είτε κρίνει οριστικά επί υποθέσεως που το αφορά, είτε προσωρινά, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Συμφέρον του παιδιού σημαίνει το δικαίωμα αυτού στην προώθηση της ανά-πτυξής του και στην ανατροφή του, κατά τέτοιο τρόπο, ούτως ώστε, να κατά-στεί αυθύπαρκτα υπεύθυνη προσωπικότητα, ικανή να ζήσει στην κοινωνία. Προς σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης ότι στην εκάστοτε υπό κρίση υπόθεση ο ορισμός αυτός θα υλοποιηθεί, πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν η προσωπικότητα των γονέων και η ικανότητά τους να αναθρέψουν το παιδί, η ετοιμότητά τους να αναλάβουν ευθύνες σε σχέση με το παιδί και η δυνατό-τητά τους να το στεγάσουν και να μεριμνούν για αυτό. Ουσιώδες κριτήριο αποτελούν και οι συναισθηματικοί δεσμοί του παιδιού προς τους γονείς και άλλα πρόσωπα (OLG Koln [Εφετείο Κολωνίας]. 18.6.1999, 25
UF 236/98, Staud. – Copinger, παρ. 1666 BGB, Rdn. 235, Palandt, BGB, 33 Aufl, παρ. 1671, Anm.3).

Το δικαίωμα του παιδιού σε έννομη προστασία της αξιοπρέπειάς του και της προσωπικότητάς του, υπόκειται στην έρευνα του 281 ΑΚ. Δεν αποκλείεται η επίκλησή του να είναι καταχρηστική τόσο από τους γονείς του ή άλλα οικεία του πρόσωπα, όσο και από το ίδιο. Η πιθανότητα αυτή εντείνει την υποχρέωση του Δικαστηρίου να καλέσει το παιδί σε ιδιαίτερη ακρόαση, προ-κειμένου, σε συνδυασμό με όλα τα λοιπά στοιχεία της υπόθεσης, να έχει την κατά το δυνατόν αμεσότερη αντίληψη περί του τρόπου σκέπτεσθαι και ενεργείν αυτού.

Οι διατάξεις των άρθρων 1532 ΑΚ, περί κακής άσκησης του γονικού λειτουργήματος και 1536 ΑΚ, περί μεταβολής των συνθηκών, είναι συμβατές με το κοινοτικό και συνταγματικό δίκαιο, διότι αποτελούν συγκεκριμενοποίη-ση της επιταγής περί συμφέροντος του παιδιού. Ιδιαίτερα η πρόβλεψη μεταβολής των συνθηκών αποτελεί νομοθετική πρόβλεψη περί πραγματικής μεταβολής του συμφέροντος του παιδιού, ήτοι εμφάνισης συνθηκών που ανατρέπουν ή θέτουν σε κίνδυνο το συμφέρον του παιδιού, όπως αυτό ως άνω ορίζεται (σκέψη 9 παρούσας) και δυνατότητα αποκατάστασης αυτού ή αποτροπής του κινδύνου ανατροπής του.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση ο αιτών (πατέρας), ζητεί να του ανατεθεί προσωρινά η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου του, μέχρι τελεσιδίκου εκδικάσεως σχετικής εφέσεως, επικαλούμενος σεξουαλική παρενόχλησή του από τον πατριό του, νυν σύζυγο της μητέρας και καθής και, να ρυθμισθεί ως κατοικία του τέκνου του προσωρινά η δική του κατοικία, να απαγορευθεί η επιστροφή του τέκνου του στην μητέρα του και να απαγο-ρευθεί προσωρινά η επικοινωνία του τέκνου μετά του πατριού του.Ζητεί τέλος να καταδικαστεί η καθ΄ ής στην δικαστική του δαπάνη.

Με τον ισχυρισμό περί σεξουαλικής παρενόχλησης, ο αιτών επικαλείται και ζητεί προσωρινή αποτροπή επικείμενου κινδύνου. Συνεπώς το αίτημά του εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 682 ΚΠολΔ. Το παρόν Δικαστήριο, ως Μονομελές, είναι αρμόδιο καθ΄ ύλην για την εκδίκαση της υπόθεσης (άρθρο 683 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επίσης, είναι αρμόδιο και κατά τόπω, διότι ο τόπος εκτέλεσης των ασφαλιστικών μέτρων, προκύπτει από την αίτηση ότι ζητείται να είναι ο τόπος της μόνιμης κατοικίας του αιτούντος (ΜΠΡ ΤΡΙΚΑΛ, 687/2003, ΝΟΜΟΣ, 1). Επομένως, με αυτό το αίτημα και περιεχόμενο ορθώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δικάζοντος κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 683 – 738 ΚΠολΔ).

Η υπό κρίση αίτηση είναι ορισμένη, διότι εμπεριέχει παν ό,τι απαιτείται ως προς το περιεχόμενό της από το άρθρο 688 ΚΠολΔ.

Η υπό κρίση αίτηση είναι νόμιμη. Στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 21 παρ. 1, 5 παρ. 1, 20 παρ. 1 Σ, 1532 ΑΚ και 682 και 176 ΚΠολΔ.

Ως προς τα πραγματικά περιστατικά, από όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν αμφότεροι οι διάδικοι, τα οποία εκτιμήθηκαν έκαστο ιδιαιτέρως και σε συνδυασμό μεταξύ τους, τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, τις μαρτυρικές καταθέσεις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, εκ των οποίων η κατάθεση του μάρτυρος του αιτούντος ήταν ένορκη, η δε κατάθεση του μάρτυρος της καθής ήταν ανωμοτί, καθόσον ο κληθείς υπ΄ αυτής μάρτυς είναι ο πατριός του ανηλίκου τέκνου, σε βάρος του οποίου προβάλλεται ο ισχυρισμός περί σεξουαλικής παρενόχλησης, οι οποίες μαρτυ-ρικές καταθέσεις εκτιμήθηκαν εκάστη ξεχωριστά και σε συνδυασμό προς αλλήλους και με όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν αμφότεροι οι διάδικοι, καθώς και από την ακρόαση του ανηλίκου τέκνου, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα: Η Α.Κ., είναι έντεκα (11) ετών και κοινό τέκνο του αιτούντος και της καθής. Οι γονείς της και διάδικοι έχουν μεταξύ τους διαζευχθεί. Η καθής έχει τελέσει γάμο με τον μάρτυρα στην παρούσα δίκη Χ.Λ. Με την υπ΄ αριθ. 920/2005 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου η επιμέλεια του ως άνω τέκνου, ανετέθη αποκλειστικά στην μητέρα του και καθής Ε.Α. Η ανωτέρω απόφαση έχει εφεσιβληθεί από τον αιτούντα και η συζήτηση της εφέσεως, ήτοι η κυρία δίκη έχει προσδιοριστεί ενώπιον του Εφετείου Αθηνών για τις 26.10.2006.

Κατά μήνα Αύγουστο του έτους 2005, η ανήλικη Α.Κ., ευρίσκετο μετά του αιτούντος πατρός της, στα πλαίσια της μεταξύ τους επικοινωνίας. ΄Όταν ανήλικη έπρεπε να επιστρέψει στην καθής μητέρα της, μόνιμο κάτοικο Θεσσαλονίκης, αρνήθηκε να επιστρέψει και εκμυστηρεύτηκε στον πατέρα της ότι την παρενοχλεί σεξουαλικά ο πατριός της Χ.Λ. Λόγω αυτής της εκμυστήρευσης και επειδή αυτή ήταν η πραγματική βούληση της ανήλικης, ο πατέρας της αιτώ ν, δεν την επέστρεψε στην μητέρα της.

Η σεξουαλική παρενόχληση της ανήλικης από τον πατριό της πιθανολογείται ότι συνέβη και ότι δεν αποτελεί αποκύημα της φαντασίας της, ούτε προϊόν επίδρασης του πατρός της, αιτούντος, λόγω της μακράς δικαστικής αντιδικίας του μετά της μητρός της, κυρίως βάσει της από 11.3.2006 κατάθεσής της στην Αστυνομία. Από την κατάθεση αυτή προκύπτει ότι η ανήλικη καταγγέλ-λει ότι ο πατριός της την θώπευε στην περιφέρεια, στο στήθος και στην περιοχή των γεννητικών οργάνων, ότι τούτο το έπραττε στο σαλόνι της οικίας της μητέρας της και άλλοτε στο δωμάτιό της (της ανήλικης), καθώς και στο μπάνιο, όταν χτενιζόταν ή όταν έπαιρνε το λουτρό της. Καταθέτει, ωστόσο, ότι ο πατριός της ποτέ δεν την φίλησε, ούτε ζήτησε ποτέ να τον φιλήσει. Καταθέτει επίσης ότι ποτέ δεν της ζήτησε να της βγάλει τα ρούχα. Επομένως πιθανολογείται ότι εάν η σεξουαλική παρενόχληση ήταν αποκύημα της φαντασίας της ή προϊόν επίδρασης του πατρός της, αιτούντος, η σχετική καταγγελία δεν θα χαρακτηρίζετο από τις ανωτέρω διακρίσεις συμπεριφοράς του πατριού της. Στην αυτή δε καταγγελία, με αυτές ακριβώς τις διακρίσεις, προέβη η ανήλικη και στην κατ΄ ιδίαν ακρόασή της από το παρόν Δικαστήριο, η οποία έλαβε χώρα στις 27.8.2006, στις εγκαταστάσεις αυτού.

Η πιθανολόγηση της σεξουαλικής παρενόχλησης με αυτές τις διακρίσεις, οδηγεί στην πιθανολόγηση ότι η μητέρα της ανήλικης και καθής, γνώριζε τα πραττόμενα υπό του πατριού της θυγατέρας της και νυν συζύγου της, αλλέ δεν εναντιώνετο, ότι τη χτυπούσε και ότι την υποχρέωνε να χορεύει γυμνή σε άνδρες που έφερνε στην οικία της και ότι πήγαινε να κάνει έρωτα, γνωστο-ποιώντας αυτό στην ανήλικη θυγατέρα της.

Τα ανωτέρω οδηγούν στην πιθανολογηση ότι είναι αληθές αυτό που η ανήλικη κατέθεσε στην κατ΄ ιδίαν εξέτασή της ενώπιον του παρόντος Δικα-στηρίου, ότι δηλαδή, κατά την κατάθεσή της ως άνω στην Αστυνομία, ααφερόμενη στην μητέρα της, δεν την αποκαλούσε «μητέρα» αλλά «Α» [Σημ.: την αποκαλούσε με το επώνυμό της] και ότι γι΄ αυτό τον λόγο κατεγράφησαν οι σχετικές αναφορές με το επώνυμο της μητέρας και όχι από πρωτοβουλία του εξετάσαντος αστυνομικού.

Η καθ΄ ής και μητέρα της ανήλικης, επικαλείται και προσκομίζει αφιέρωση τα ανήλικης θυγατέρας της προς αυτήν, σε φύλλο χαρτιού, όπου αποτυπώνονται δύο καρδιές και οι φράσεις «ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΙΟ ΩΡΑΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ», «Θέλω να σου ευχηθώ χρόνια πολλά. Να έχεις πάντα πόθο και να πιστεύεις, Να ξέρεις ότι εγώ είμαι δίπλα σου. Η Κ. σου» [σημ.: εδώ σημειώνεται το υποκοριστικό του παιδιού] και «Χρόνια Πολλά με υγεία και ευτυχία. Η Κ…σου». Η αφιέρωση δεν φέρει ημερομηνία.

Στην κατ΄ ιδίαν ως άνω ακρόασή της υπό του παρόντος Δικαστηρίου η ανήλικη ανεγνώρισε την αφιέρωση ως πραγματικά δική της και δήλωσε ότι την έκανε σε ηλικία περίπου πέντε (5) ετών, όταν ακόμη αισθανόταν συναισθηματικά δεμένη με την μητέρα της, σε χρόνο προγενέστερο της στάσης που κράτησε έναντι της σεξουαλικής παρενόχλησης που υπέστη. Εν όψει της όλης στάσης της ανήλικης (βλ. κυρίως σημείο 18 παρούσας) και ελλείψει ημερομηνίας, πιθανολογείται η ανωτέρω εξήγηση για την αφιέρωση ως αληθής.

Οι γονείς της ανήλικης έχουν μακρά δικαστική αντιδικία. Από τις δικαστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα και αμφότεροι οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, καμμία δεν κρίνει επί ισχυρισμού περί σεξουαλικής παρενόχλησης. Συνεπώς, η σεξουαλική παρενόχληση αποτελεί μεταβολή συνθηκών από τότε που εξεδόθη η υπ΄ αριθ. 920/2005 ως άνω απόφαση και το παρόν Δικαστήριο οφείλει να προσαρμόσει το συμφέρον της ανήλικης προσωρινά στις νέες συνθήκες.

Στην προσαρμογή αυτή το παρόν Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από καμμία από τις εισαγγελικές διατάξεις που αμφότεροι οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε αυτές είναι υπέρ, είτε κατά των θέσεών τους, δεδομένου ότι την κυρίαρχη κρίση επί της υποθέσεως, έστω και σε επίπεδο ασφαλιστικών μέτρων, την εκφράζει αποκλειστικά η Δικαστική και όχι η Εισαγγελική Αρχή.

Στην προσαρμογή αυτή το παρόν Δικαστήριο δεν δεσμεύεται και από καμμία από τις δικαστικές αποφάσεις που αμφότεροι οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, ούτε και από την υπ΄ αριθ. 920/2005, εφ΄όσον καμμία δεν κρίνει επί ισχυρισμού περί σεξουαλικής παρενόχλησης. Ειδικότερα, όσον αφορά στην υπ΄ αριθ. 1890/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ουδεμία κρίση περί σεξουαλικής παρενόχλησης διατυπώνεται, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την καθής (βλ. σελ. 5 σημειώματός της). Επίσης το παρόν Δικαστήριο, δεν δεσμεύεται από την υπ΄ αριθ. 8621/2005 απόφασή του, ασφαλιστικών μέτρων, διότι απορρίπτει την αίτηση του αιτούντος ως αόριστη και συνεπώς δεν υπεισέρχεται σε κατ΄ ουσίαν κρίση του ισχυρισμού περί σεξουαλικής παρενοχλήσεως. Εξάλλου το παρόν Δικαστήριο ούτε και από την υπ΄ αριθ. 920/2005 απόφασή του δεσμεύεται παρά το ότι αναθέτει αποκλειστικά την επιμέλεια της ανήλικης στην νυν καθής μητέρα της, καθόσον διαπιστώνεται μεταβολή των συνθηκών, πληττουσών το κυρίαρχο κριτήριο της αδιάκριτης (είτε οριστικής, είτε προσωρινής) δικαστικής κρίσης, ήτοι το συμφέρον του παιδιού, ως φορέως θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συνεπώς, άπασες οι σχετικές ενστάσεις της καθής είναι απορριπτέες ως νομικά αβάσιμες.

Από τα ανωτέρω πιθανολογείται ότι ο συναισθηματικός δεσμός της ανήλικης με την μητέρα της, καθής, έχει διαρραγεί. Διατηρείται ο συναισθηματικός δεσμός με τον αιτούντα πατέρα της, παρά του οποίου νιώθει ασφαλής και ήρεμη και ο οποίος μεριμνά για την προετοιμασία της για τις προαγωγικές εξετάσεις για την έκτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου.

Μετά ταύτα και λαμβανομένου υπόψιν και του άρθρου 692 παρ. 1 ΚΠολΔ η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να ανατεθεί προσωρινά η επιμέλεια της ανήλικης Α.Κ., στον αιτούντα πατέρα της, μέχρις εκδόσεως αποφάσεως επί της εφέσεως αυτού κατά της υπ΄ αριθ. 920/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της οποία η συζήτηση έχει προσδιορισθεί για τις 26.10.20006, να ορισθεί προσωρινά ως κατοικία αυτής η κατοικία του πατέρα της…….., να απαγορευθεί προσωρινά η διαμονή της στην κατοικία της μητέρας της στη Θεσσαλονίκη, μέχρι εκδόσεως αποφάσεως επί της εφέσεως του αιτούντος, της οποίας η συζήτηση έχει προσδιορισθεί για τις 26.10.2006, να επιτραπεί η μετάβασή της στην Θεσσαλονίκη υπό τη συνοδεία του πατέρα της αιτούντα, προκειμένου να υποβληθεί σε προαγωγικές εξετάσεις για την έκτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου,………………………………………………………………………..

χωρίς να απαγορεύει την επικοινωνία της με την μητέρα της (άρθρο 692 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να απαγορευθεί προσωρινά η επικοινωνία της με τον πατριό της και νυν σύζυγο της μητέρας της, καθής, Χ.Λ., οπουδήποτε μέχρι εκδόσεως αποφάσεως επί της εφέσεως αυτού (του αιτούντος) της οποίας η συζήτηση έχει προσδιορισθεί για τις 26.10.2006. Τέλος λόγω της ήττας της, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της καθής η δικαστική δαπάνη του αιτούντος (άρθρο 176 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.




ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.


Δέχεται την αίτηση ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη.


Αναθέτει προσωρινά την επιμέλεια της ανήλικης Α.Κ. στον αιτούντα πατέρα της Ν.Κ., μέχρι εκδόσεως αποφάσεως επί της εφέσεως αυτού κατά της υπ΄ αριθ. 920/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της οποία η συζήτηση έχει προσδιορισθεί για τις 26.10.2006.


Ορίζει προσωρινά ως κατοικία της ανήλικης Α.Κ., την κατοικία του πατέρα της Ν.Κ. επί της οδού Π., αρ….στην περιοχή Ζ…. Αττικής.


Απαγορεύει προσωρινά την διαμονή της ανήλικης Α.Κ. στην κατοικία της μητέρας της Ε.Α. στη Θεσσαλονίκη μέχρι εκδόσεως αποφάσεως επί της εφέσεως του αιτούντος κατά της υπ΄ αριθ. 920/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της οποίας η συζήτηση έχει προσδιοριστεί για τις 26.10.2006.


Επιτρέπει την μετάβαση της ανήλικης Α.Κ. στη Θεσσαλονίκη υπό τη συνοδεία του πατέρα τα αιτούντα Ν.Κ., προκειμένου να υποβληθεί σε προαγωγικές εξετάσεις για την έκτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου(*), χωρίς να απαγορεύει την επικοινωνία με την μητέρα της.


Απαγορεύει προσωρινά την επικοινωνία της ανήλικης Α.Κ. με τον πατριό της και νυν σύζυγο της μητέρας της καθής Χ.Λ., οπουδήποτε μέχρι εκδόσεως αποφάσεως επί της εφέσεως κατά της υπ΄ αριθ. 920/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της οποίας η συζήτηση έχει προσδιορισθεί για τις 26.10.2006.


Επιβάλλει σε βάρος της καθής η αίτηση, τη δικαστική δαπάνη του αιτούντος, την οποία ορίζει σε τετρακόσια (400) Ευρώ.


Δεν υπάρχουν σχόλια: