Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Ωριμότητας ή μή του ανήλικου τέκνου. Άρειος Πάγος 952-2007 Ρ. Ασημακοπούλου.

  Ωριμότητα ή μή  του ανήλικου τέκνου. Άρειος Πάγος 952/2007 Ρ. Ασημακοπούλου


ΠολΔ 559 αρ. 19, 561 § 1,  681Γ’ § 2, ΑΚ 1511.- Ο αναιρετικός έλεγχος της κρίσης για τη συνδρομή ή μή  ωριμότητας του ανήλικου τέκνου, κατα την εκ μέρους του επιλογή του γονέα, στον οποίο θ’ ανατεθεί η γονική του μέριμνα
Η κρίση του ουσιαστικού δικαστηρίου αναφορικά με τη συνδρομή ή μή ωριμότητας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, όταν αυτό εκφράζει τη γνώμη του, τίνος απο τους εν διαστάσει γονείς του η γονική μέριμνα προάγει το συμφέρον του, δέν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ως κρίση περι πραγματικών καταστάσεων, που ανήκει στην ελεύθερη εκ μέρους του δικαστηρίου εκτίμηση των αποδείξεων.
Αντιθέτως η εξειδίκευση της αόριστης νομκής έννοια του συμφέροντος του τέκνου, ως καθοριστικού στοιχείου για την ανάθεση της γονικής μέριμνας στον ένα ή στον άλλον απο του μή συμβιώνοντες συζύγους υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, όταν στηρίζεται σε πλημμελή δικανικό συλλογισμό.
Στο πλαίσιο της δίκης για την ανάθεση της γονικής μέριμνας το δικαστήριο, δίχως ειδικό αίτημα διαδίκου, δέν έχει εξουσία να επιδικάσει διατροφή για το τέκνο, του οποίου τη γονική μέριμνα ρυθμίζει ήδη διαφορετικά.
Άρειος Πάγος 952/2007 [Ρ. Ασημακοπούλου]
(Σύνθεση: Γ. Χλαμπουτάκης, Ι. Παπανικολάου, Ρ. Ασημακοπούλου, Χ. Ζώης, Α. Κουτρομάνος· δικαστικοί παραστάτες: Α. Περγαντής, Α. Παρασκευόπουλος)
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1511 AK και 681 Γ §§ 3 εδ. α΄ και 4 εδ. α΄, δ΄ και ε΄ ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου επί διακοπής της συμβιώσεως των συζύγων να ρυθμίσει τη γονική μέριμνα, πρέπει να ζητεί και να συνεκτιμά και τη γνώμη του τέκνου, εφόσον κρίνει ότι έχει την απαιτούμενη ωριμότητα, ότι δηλαδή έχει την ικανότητα να αντιληφθεί το συμφέρον του, για την κρίση του δε αυτή ως προς την ύπαρξη ή μη τέτοιας ωριμότητας, που σχηματίζεται από την ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε ειδική αιτιολογία απαιτείται, ούτε αναιρετικός έλεγχος επιτρέπεται, αφού αυτή αποτελεί εκτίμηση πραγματικού γεγονότος κατ΄ άρθρ. 561 ΚΠολΔ. Ενώ εξ άλλου μόνη η ηλικία του τέκνου δεν αποδεικνύει και την ωριμότητα ή ανωριμότητα του. Η δε συνεκτίμηση από το δικαστήριο της γνώμης του τέκνου δεν αποτελεί ίδιο αποδεικτικό μέσο, αλλά πρέπει να διαλαμβάνεται στην απόφαση, γιατί συνιστά μέρος της αιτιολογίας αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα από τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη, άλλα προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς επίσης και από την ακρόαση από μέλος του δικαστηρίου των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων. Η αληθινή έννοια της αναφοράς αυτής, που συνάγεται και από το διαχωρισμό των αποδεικτικών μέσων, που ελήφθησαν υπόψη, άλλα προς άμεση και άλλα προς έμμεση απόδειξη, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ακρόαση απ΄ τον εισηγητή των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, ως ίδιο αποδεικτικό μέσο. Αναφέρει δε αυτήν (ακρόαση) και την περί αυτής κρίση του εισηγητή στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως μέρος της αιτιολογίας της που πρέπει να διαλαμβάνεται σε αυτή σύμφωνα με την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων.
Επομένως η προβαλλόμενη με τον δεύτερο (κατά το δεύτερο μέρος του) λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση της ακρόασης από τον εισηγητή δικαστή των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων Χ1 και Χ2 και της γνώμης που εξέφρασαν τα ανήλικα αυτά, χωρίς να βεβαιώνεται ότι η ηλικίας 9 ετών περίπου Χ2 έχει την απαιτούμενη ωριμότητα, αποτελεί λήψη υπόψη μη επιτρεπομένου από το νόμο αποδεικτικού μέσου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
 Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1514 του ΑΚ συνάγεται ότι η γονική μέριμνα, η οποία περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου, την διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, ασκείται από τους γονείς του. Είναι δε έννοια ευρύτερη της επιμέλειας, η οποία (επιμέλεια) περιλαμβάνει την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του. Στην περίπτωση όμως διακοπής της συζυγικής συμβιώσεως, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος, δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση καθενός από τους γονείς και ανακύπτει θέμα της διαμονής των ανηλίκων τέκνων πλησίον του πατέρα ή της μητέρας τους, η ρύθμιση της γονικής μέριμνας αυτών γίνεται από το δικαστήριο.
Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας, στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της ασκήσεως της γονικής μέριμνας του ανηλίκου είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα. Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από τον νομοθέτη εκ των προτέρων σταθερά προσδιοριστικά στοιχεία πέραν από το επιβαλλόμενο στον δικαστή καθήκον να σεβασθεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής - οικονομικής κατάστασής τους. Η μικρή ηλικία του ανηλίκου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο κατά νόμο στοιχείο για το προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας στον ένα ή τον άλλο από τους γονείς του, γιατί η άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεώτερες ιατρικές παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται σαφής βιοκοινωνική υπεροχή στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου.
Στην δικαστική συνεπώς κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο ώστε, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγωγήσεως και της περιθάλψεως του ανηλίκου τέκνου, και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς και αδελφούς του. Για το σκοπό τούτο λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο δικάζοντας έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της 10235/2005 οριστικής αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχαν γίνει δεκτές, κατά ένα μέρος, αντίθετες αγωγές των διαδίκων και είχε ανατεθεί η αποκλειστική άσκηση της γονικής μέριμνας της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων, Χ2 στην αναιρεσείουσα μητέρα της και η αποκλειστική άσκηση της γονικής μέριμνας της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων Χ1 , στον αναιρεσίβλητο πατέρα της, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Οι ενήλικοι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους, νόμιμο γάμο, από τον οποίο γάμο απόκτησαν δύο τέκνα, και συγκεκριμένα τη Χ1, ηλικίας κατά το χρόνο ασκήσεως των δύο αντιθέτων αγωγών 12 ετών και σήμερα 14 ετών περίπου, και την Χ2 , ηλικίας κατά τον προαναφερόμενο χρόνο 7 ετών και σήμερα 9 ετών περίπου. Τα πρώτα χρόνια εργάζονταν μόνον ο εκκαλών-εναγόμενος-ενάγων, (ήδη αναιρεσίβλητος) ως οδηγός ιδιόκτητου δημοσίας χρήσεως επιβατηγού αυτοκινήτου (taxi), ενώ η εφεσίβλητος - ενάγουσα - εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) ασχολούνταν αποκλειστικά με τη φροντίδα της κατοικίας τους και με την ανατροφή των προαναφερόμενων ανήλικων τέκνων τους. Από το έτος 2000 και μετέπειτα άρχισε να εργάζεται και η εφεσίβλητος - ενάγουσα - εναγόμενη, αρχικά σε διάφορα καταστήματα και στη συνέχεια σε μεσιτικό γραφείο. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και διασπάσθηκε οριστικά στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2004, με την αποχώρηση του αναιρεσιβλήτου από τη συζυγική τους κατοικία. Από τα τέκνα των διαδίκων η Χ1 επέλεξε να ακολουθήσει τον πατέρα της, με τη σύμφωνη γνώμη και της μητέρας της, ενώ η Χ2 αρχικά επέλεξε, να ακολουθήσει τη μητέρα της με την οποία και διαμένει μέχρι και σήμερα. Αρχικά ο αναιρεσίβλητος εγκαταστάθηκε για λίγο χρονικό διάστημα στην κατοικία της αδελφής του και ακολούθως προέβη στη μίσθωση άλλης κατοικίας στην (...), στην οποία και διαμένει με την ανήλικη Χ1 και την αδελφή του. Η αναιρεσείουσα παρέμεινε αρχικά στη συζυγική τους κατοικία με την ανήλικη θυγατέρα τους Χ2 , στη συνέχεια όμως μίσθωσε άλλο διαμέρισμα στην (...) στο οποίο διαμένει έκτοτε με την προαναφερόμενη θυγατέρα της. Και οι δύο γονείς των προαναφερόμενων ανηλίκων τέκνων αγαπούν πολύ τα τέκνα τους και επιθυμούν να βρίσκονται συνεχώς μαζί τους. Από τη διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων, δηλαδή για χρονικό διάστημα πολλών μηνών, η μεν ανήλικη Χ1 διαμένει με τον πατέρα της, η δε Χ2 με τη μητέρα της, δηλαδή καθεμία ανήλικη διαμένει σε διαφορετικό περιβάλλον. Η Χ1 είναι μαθήτρια της δεύτερης τάξεως του Γυμνασίου, ενώ η Χ2 είναι μαθήτρια της τρίτης τάξεως του Δημοτικού σχολείου. Το γεγονός ότι οι ανήλικες θυγατέρες των διαδίκων διαμένουν, όπως προαναφέρθηκε, σε χωριστό περιβάλλον, μακριά η μία από την άλλη, δεν συμβάλλει στην ανάπτυξη του αδελφικού δεσμού μεταξύ τους, πράγμα που απαιτείται για τη σωστή ψυχοσωματική τους διάπλαση. Το συμφέρον τους επιβάλλει να διαμένουν μαζί κάτω από την ίδια στέγη. Ειδικότερα (συνεχίζει το εφετείο) η ανήλικη Χ1 έχει αναπτύξει ιδιαίτερο ψυχικό δεσμό με τον πατέρα της, με τον οποίο διαμένει μέχρι σήμερα και επιθυμεί να συνεχίσει να διαμένει. Αυτός δε είναι υπεύθυνος και στοργικός πατέρας, ασχολείται συνεχώς με τη Χ1, βοηθούμενος και από την αδελφή του, που διαμένει μαζί τους, και έχει δημιουργήσει ένα ήρεμο περιβάλλον, από το οποίο δεν επιθυμεί να απομακρυνθεί η Χ1.
Με την τελευταία και στην κατοικία του αναιρεσιβλήτου πρέπει να διαμένει και η άλλη ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων Χ2, διότι, τούτο θα συμβάλει στη σωστή ανάπτυξη της προσωπικότητάς της. Πράγματι η ανήλικη Χ1, όπως διαπίστωσε από την προσωπική επαφή μαζί της ο δικαστής που δίκασε την υπόθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και ο εισηγητής του παρόντος δικαστηρίου (εφετείου) είναι εντελώς αρνητική στην προοπτική της επιστροφής της στην κατοικία της μητέρας της και αντιδρά έντονα στη σκέψη της αναθέσεως της ασκήσεως της γονικής της μέριμνας στην εφεσίβλητη μητέρα της, αποδίδοντας εμμέσως, πλην σαφώς, σε αυτήν το χωρισμό των γονέων της και δείχνοντας ότι έχει πληγωθεί υπέρμετρα από την απόφαση της μητέρας της για τη διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεώς της με τον πατέρα της, απόφαση που θεωρεί ότι δεν έχει αιτιολογηθεί επαρκώς από τη μητέρα της. Ευθέως δήλωσε ότι δεν θα φύγει από τον πατέρα της. Η βούλησή της αυτή δεν προέκυψε ότι είναι προϊόν πειθαναγκασμού ή υπέρμετρης επιείκειας του πατέρα της ή αλόγιστης παροχής υλικών αγαθών, προκειμένου να προσκολληθεί σε αυτόν και πολύ περισσότερο κάποιας διαταραγμένης προσωπικότητάς της. Ακόμη και η μικρή θυγατέρα των διαδίκων Χ2 , η οποία διαμένει με τη μητέρα της κατά την εξέτασή της από τον εισηγητή δικαστή του δικαστηρίου αυτού (εφετείου) χωρίς να εκφράσει τίποτε το μεμπτό εναντίον της μητέρας της, δήλωσε ότι θέλει να διαμένει στην κατοικία του πατέρα της για να είναι μαζί με την αδελφή της. Επίσης, θέλει, να ασχολείται με τα προβλήματά της, παράλληλα και με της αδελφής της, μόνον ο εκκαλών πατέρας της.
Στη συνέχεια το εφετείο, αφού αναφέρεται στην πολύ καλή επίδοση της Χ1 στο σχολείο, δέχεται ότι και η μικρή Χ2 έχει άριστη επίδοση στα μαθήματά της, καθώς και στην Αγγλική γλώσσα. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές έκρινε το εφετείο ότι το καλώς εννοούμενο συμφέρον των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων υπαγορεύει να ανατεθεί στον αναιρεσίβλητο πατέρα η αποκλειστική άσκηση της γονικής μέριμνας, όχι μόνο της ανήλικης Χ1, όπως είχε κρίνει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και της ανήλικης Χ2, και αφού εξαφάνισε ως προς το τελευταίο αυτό κεφάλαιο (γονική μέριμνα της Χ2 ) την πρωτόδικη απόφαση, ανέθεσε στον αναιρεσίβλητο, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της ένδικης αγωγής του, την αποκλειστική άσκηση της γονικής μέριμνας και της ανήλικης Χ2 .
Με το να κρίνει έτσι το εφετείο δεν παρεβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512 και 1514 ΑΚ, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το δικαιολογημένο ή όχι της απομάκρυνσης της ανήλικης Χ2 από την αναιρεσείουσα μητέρα της και ανάθεση της γονικής μέριμνας αυτής στον αναιρεσίβλητο πατέρα της, αφού με τις ανωτέρω παραδοχές του διέλαβε επαρκή αιτιολογία στην οποία περιέχονται όλα τα απαιτούμενα για την εφαρμογή, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, των διατάξεων, των άρθρων 1510, 1511, 1512 και 1514 ΑΚ περιστατικά.
Ειδικότερα, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας σχετικά με την επικαλούμενη ανεπάρκεια αιτιολογίας, επικεντρώνονται στο ότι το εφετείο:
α) ενώ δέχθηκε ότι συνέβαλε η αναιρεσείουσα στις άριστες επιδόσεις της Χ2 στα μαθήματά της και την Αγγλική γλώσσα, δεν έκανε σύγκριση της ικανότητας της αναιρεσείουσας προς άσκηση της γονικής μέριμνας των ανηλίκων, σε σχέση με την ικανότητα του αναιρεσιβλήτου, ούτε δέχθηκε υπεροχή του αναιρεσιβλήτου στο θέμα αυτό έναντι αυτής (αναιρεσείουσας) και
β) αγνόησε τον ψυχολογικό κλονισμό που θα προκληθεί στην ανήλικη Χ2 από την απομάκρυνση της από αυτή (αναιρεσείουσα) και τις αναμενόμενες συνέπειες στην ομαλή ανάπτυξή της, και δεν έλαβε υπόψη την εννεατή συνεχή διαβίωση της Χ2 με την αναιρεσείουσα και το εξαιρετικό και ήρεμο περιβάλλον, καθώς και τον στέρεο δεσμό που δημιουργήθηκε μεταξύ τους.
Εν όψει όμως των προαναφερθεισών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η ανάθεση της γονικής μέριμνας της Χ2 στον αναιρεσίβλητο πατέρα της, έγινε για την ενίσχυση του αδελφικού δεσμού των ανηλίκων που απαιτείται για τη σωστή ψυχοσωματική τους διάπλαση και εξυπηρετεί περισσότερο το συμφέρον αμφοτέρων των ανηλίκων, που υπερισχύει των προαναφερομένων δυσμενών συνεπειών της απομάκρυνσης της ανήλικης Χ2 από την αναιρεσείουσα μητέρα της και ότι η ανήλικη Χ2, κατά την εξέταση της από τον εισηγητή δικαστή, δήλωσε ότι θέλει να διαμένει στην κατοικία του πατέρα της για να είναι μαζί με την αδελφή της, οι ειδικότερες αυτές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, προβαλλόμενες με τους πρώτο και δεύτερο (κατά το πρώτο μέρος του) λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για παραβίαση των προαναφερόμένων άρθρων 1510, 1511, 1512 και 1514 ΑΚ, και στέρηση της προσβαλλομένης απόφασης νόμιμης βάσης, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.
Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί και η προβαλλόμενη με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση για ανεπαρκή αιτιολογία, συνισταμένη στην παράλειψη αξιολόγησης της συμφωνίας των διαδίκων για την άσκηση της επιμέλειας της Χ1 από τον αναιρεσίβλητο και της Χ2 από την αναιρεσείουσα, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο δεν δέχθηκε ότι αποδείχθηκε τέτοια συμφωνία.
Με το άρθρο 1516 § 2 ΑΚ ορίζεται ότι στην περίπτωση διακοπής της συμβίωσης των γονέων, τις αξιώσεις διατροφής που έχει το τέκνο κατά του γονέα, ο οποίος δεν έχει την επιμέλεια του προσώπου του, μπορεί να τις ασκεί αυτός που έχει την επιμέλεια και αν δεν την έχει την έχει κανείς, αυτός με τον οποίο διαμένει το τέκνο. Όπως προκύπτει από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 950 § 1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ο τρόπος εκτέλεσης για την απόδοση ή παράδοση του τέκνου, η απόφαση για ανάθεση της αποκλειστικής άσκησης της γονικής μέριμνας ανηλίκου στον ένα γονέα, και αν είναι προσωρινά εκτελεστή, δεν αρκεί για την άσκηση της αξίωσης διατροφής που έχει το τέκνο κατά του άλλου γονέα, ο οποίος διαμένει με το τέκνο, γιατί μόνη η ανάθεση της επιμέλειας του τέκνου στον αιτούντα γονέα δεν υποδηλώνει και απόδοση ή παράδοση του τέκνου, αφού η απόφαση αυτή δεν αποτελεί τίτλο εκτελεστό για την απόδοση ή παράδοση του τέκνου, αν δεν περιέχει σχετική διάταξη. Για την ύπαρξη δε τέτοιου περιεχομένου διάταξης, απαιτείται ίδια αγωγή ομοίου περιεχομένου ή σώρευση του αιτήματος αυτού στην αγωγή για την ανάθεση της επιμέλειας στον αιτούντα αυτήν γονέα.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση α) της ένδικης από 8.7.2004 αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας, με την οποία ζητείται η ανάθεση σε αυτόν της γονικής μέριμνας της ανήλικης θυγατέρας των Χ2 που διαμένει με την αναιρεσείουσα μητέρα της, και η καταψήφιση της αναιρεσείουσας στην καταβολή διατροφής της ανήλικης 100 ευρώ κατά μήνα για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής αυτής και β) της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν σωρεύεται στην πρώτη αίτημα απόδοσης ή παράδοσης της ανήλικης αυτής στον αναιρεσίβλητο, ούτε περιέχεται στη δεύτερη τέτοια διάταξη. Επομένως το αίτημα της ένδικης αυτής αγωγής του αναιρεσιβλήτου για καταψήφιση της αναιρεσείουσας σε καταβολή στον αναιρεσίβλητο διατροφής για την ανήλικο θυγατέρα των Χ2 είναι μη νόμιμο. Το δε εφετείο που δέχθηκε ως νόμιμο και κατ' ουσίαν βάσιμο το αγωγικό αυτό αίτημα παραβίασε την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του ΑΚ και πρέπει κατά παραδοχή του τρίτου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο αυτό και να παραπεμφθεί ως προς αυτό η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔ). Για τους λόγους αυτούς απορρίπτει τα ως απορριπτέα κριθέντα. Αναιρεί την 800/2006 απόφαση του εφετείου Θεσσαλονίκης, μόνο κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής, που αφορά την καταψήφιση της αναιρεσείουσας στην καταβολή διατροφής για την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων Χ2. Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το κεφάλαιο αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και καταδικάζει την αναιρεσείουσα σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το οποίο ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Παρατηρήσεις
1. Οι σκέψεις της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του εφετείου Θεσσαλονίκης είναι μια όαση ευαίσθητης και φρόνιμης προσέγγισης των προβλημάτων, αναφορικά με τη στάθμιση του συμφέροντος του ανήλικου παιδιού, κατα την επιλογή εκείνου απο τους μή συμβιώνοντες γονείς, στον οποίο ανατίθεται η γονική μέριμνα. Ευλόγως λοιπόν απέρριψε ο Άρειος Πάγος την αίτηση για την αναίρεση μιας όντως διεξοδικώς τεκμηριωμένης απόφασης. Βεβαίως αυτή η παραδοχή δέν σημαίνει οτι η ευαισθησία της απόφασης κατα την ανάθεση της γονικής μέριμνας είναι τάχα υπεράνω αναιρετικού ελέγχου. Αυτό εύστοχα επιβεβαιώνει η σχολιαζόμενη απόφαση, η οποία ακριβώς στο πλαίσιο του επιβαλλόμενου αναιρετικού ελέγχου κατα την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του συμφέροντος του ανήλικου παιδιού, κατα το άρθρο 1522 § 2 ΑΚ, έκρινε οτι δέν συνέτρεχε ο κατα το άρθρο 559 αρ. 19 ΠολΔ λόγος για αναίρεση αυτής της απόφασης.
2. Όμως δέν ισχύει το ίδιο και για την αρχική κρίση της σχολιαζόμενης απόφασης, στην έκταση που υπέλαβε οτι η συνδρομή ή μή ωριμότητας του ανήλικου παιδιού, κατα την εκ μέρους του εκτίμηση του συμφέροντός του,  προκειμένου το δικαστήριο να επιλέξει τον γονέα, στον οποίο θ’ αναθέσει τη γονική μέριμνα, απόκειται τάχα στην ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων, με αποτέλεσμα –πάντοτε κατα τη σχολιαζόμενη απόφαση– ούτε ειδική αιτιολογία ν’ απαιτείται, ούτε αναιρετικός έλεγχος να επιτρέπεται.
Δέν θα ήθελα να παρασυρθώ σε προσωπικές αιχμές, όμως η σχολιαζόμενη απόφαση, ως προϊόν ομόφωνης, καθώς φαίνεται, συλλογικής κρίσης του τμήματος, ατύχησε. Και τούτο, αναφορικά με μια διάκριση, με την οποία κάθε δικαστής θα έπρεπε και θα όφειλε να είναι εξοικειωμένος ήδη πρίν απο την ένταξή του σε αναιρετικό τμήμα του Αρείου Πάγου: τη διάκριση ανάμεσα σε (α) εμπειρικές έννοιες, που προσδιορίζουν καταστάσεις και μεταβολές της εμπειρικής πραγματικότητας, οι οποίες είναι αποκλειστικό αντικείμενο της απόδειξης και συνεκδοχικά της κατα κανόνα ελεύθερης εκτίμησης του δικαστή της ουσίας, και (β) νομικές έννοιες (αξιολογικές κρίσεις που ο εφαρμοστέος κανόνας ουσιαστικού δικαίου αναμένει απο τον δικαστή να κάνει, προκειμένου να καταστρώσει άψογο υπαγωγικό συλλογισμό, κάτι που ακριβώς συγκροτεί τον πυρήνα του αντικειμένου του αναιρετικού ελέγχου.
Με απλά λόγια: το τί αποδείχθηκε, αναφορικά με την εν γένει συμπεριφορά του ανήλικου παιδιού, και ιδίως με τις απαντήσεις που έδωσε ενώπιον του κοινωνικού λειτουργού και του εισηγητή δικαστή, αναφέρεται όντως στο χώρο της αναιρετικώς ανέλεγκτης εμπειρικής πραγματικότητας. Όμως ο  νομικός χαρακτηρισμός αυτής της ήδη ως αποδεδειγμένης θεωρούμενης συμπεριφοράς, άν δηλαδή έχει το χαρακτήρα της εκ μέρους του ανήλικου παιδιού ώριμης ή ανώριμης στάθμισης του συμφέροντός του, κατα την έννοια του άρθρου 1511 § 3 ΑΚ, είναι νομικό, και όχι πραγματικό ζήτημα, κατα την έννοια του άρθρου 561 § 1 ΠολΔ, και φυσικά υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατα το άρθρο 559 αρ. 19 ΠολΔ, μέσα στους κόλπους ενος αναιρετικού δικαστηρίου που είναι σε θέση να κάνει αυτήν τη στοιχειώδη για αναιρετικό δικαστήριο διάκριση.
Κώστας Ε. Μπέης

Δεν υπάρχουν σχόλια: