Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

ΥΠΟΘΕΣΗ Gineitiene Ε.Δ.Δ.Α.


Υπόθεση
Gineitiene

κατά
Λιθουανίας

Τμήμα Δεύτερο


Απόφαση της 22.7.2010
(Αριθ. Προσφυγής 20739/05)

Πρόεδρος: Franςοίse Tulkens
Δικαστές : Danute Jociene, Dragoljub Popovic, Andras Sajo, Nona Tsotsoria, Kristina Pardalos, Guido Raimondi


Γάμος λυθείς διά διαζυγίου λόγω προσχωρήσεως της συζύγου σε θρησκευτική αίρεση. Ανάθεση της γονικής μέριμνας των δύο ανηλίκων τέκνων εις τον πατέρα και όχι εις την μητέρα, διότι η τελευταία εξ αιτίας των υποχρεώσεων που αναλαμβάνει και των δραστηριοτήτων που ασκεί, ως μέλος της αιρέσεως αυτής δεν παρέχει εις το τέκνον της (που ζούσε μαζί της) τις απαιτούμενες συνθήκες ευπρεπούς διαβιώσεως. Η τοιαύτη ανάθεση της γονικής μέριμνας εις τον πατέρα δεν παραβιάζει κανένα ατομικό δικαίωμα της μητέρας (ούτε το της προστασίας του ιδιωτικού βίου, ούτε το της απαγορεύσεως διακρίσεων, ούτε το της θρησκευτικής ελευθερίας). Απόρριψη της προσφυγής της.

Περίληψη προηγουμένων παραγράφων (§§1 ως 32):
Οι αρχικές παράγραφοι (1 έως 32) της παρούσης αποφάσεως δεν παρουσιάζουν κανένα νομικό ενδιαφέρον και απλώς κατατρίβονται εις μιαν εκτενή και άκρως λεπτομερή εξιστόρηση των πραγματικών περιστατικών, δι' αυτόν τον λόγον κρίνουμε, ότι αρκεί η περιληπτική παράθεση των περιστατικών αυτών, τα οποία έχουν ως κάτωθι:
Η προσφεύγουσα (πολίτης Λιθουανή και έγγαμη), είχε αποκτήσει από τον γάμο της δυο θήλεα τέκνα και κατοικούσε με την οικογένειά της εις την πόλη Κάουνας της Λιθουανίας. 'Όταν τα τέκνα αυτά ήσαν 8 και 9 ετών η προσφεύγουσα (η οποία μέχρι τότε ήταν Χριστιανή και αυτή και ο σύζυγός της) μετέβαλε τις θρησκευτικές της πεποιθήσεις και προσχώρησε σε μιαν αίρεση, η οποία έφερε το όνομα OSHO, διεζεύχθη δε τον σύζυγόν της και μετώκησε σε άλλη πόλη (την πόλη Βιλνιους) και αξίωσε να της ανατεθεί η γονική μέριμνα των ως άνω τέκνων της. Η υπόθεση κατέληξε εις το Πρωτοδικείο της πόλεως Κάουνας, το οποίο δι' αποφάσεως του ανέθεσε την γονική μέριμνα της μεν μικρότερης κόρης εις την μητέρα, της δε μεγαλύτερης εις τον πατέρα. Ο πατέρας ήσκησε έφεση εις το Εφετείο της ιδίας πόλεως ζητώντας όπως ανατεθεί εις αυτόν η γονική μέριμνα και της μικρότερης κόρης, προβάλλων, ότι η τελευταία κακοπερνούσε εξ αιτίας της προσχωρήσεως της μητέρας της εις την ως άνω αίρεση και των περί αυτήν δραστηριοτήτων της. Το εφετείο της Κάουνας διέταξε πραγματογνωμοσύνη, την οποία διεξήγαγε ή Υπηρεσία Προστασίας των Δικαιωμάτων των Παιδιών (η οποία προκύπτει, ότι είναι άριστα οργανωμένη υπηρεσία διαθέτουσα εξειδικευμένους παιδοψυχολόγους, παιδοψυχιάτρους, κοινωνικούς λειτουργούς κ.λπ.). Η υπηρεσία αυτή επεσκέφθη, ερεύνησε και αξιολόγησε και την κατοικία και τις συνθήκες διαβιώσεως και του πατέρα και της μητέρας. Διεπίστωσε δε ότι η κατοικία του πατέρα ήταν πολύ άνετη με συνθήκες πολύ καλές και ότι το τέκνο που ζούσε μαζί του περνούσε ζωή άνετη και ευχάριστη. Αντιθέτως όταν επεσκέφθη την κατοικία της μητέρας διαπίστωσε, ότι ήταν πολύ μικρή, είχε δυο δωμάτια, εκ, των 0ποίων μόνο στο ένα κατοικούσε, διότι εις το άλλο έμεναν άλλα πρόσωπα ανήκοντα εις την ως άνω αίρεση, είχε δε κουζίνα κοινή με άλλο διαμέρισμα, το τέκνο που ζούσε μαζί της δεν είχε δικό του κρεβάτι και κοιμόταν στο ίδιο κρεβάτι με την μητέρα του. Τέλος οι παιδοψυχολόγοι της υπηρεσίας αυτής συνομίλησαν κατ’ ιδίαν και δια μακρών και με το μικρό κοριτσάκι, που ζούσε με την μητέρα του, το οποίο τους είπε, ότι επιθυμούσε διακαώς να ζήσει με τον πατέρα της και όχι με την μητέρα της, διότι η μητέρα της συνεχώς έλλειπε από το σπίτι (δια να ασχοληθεί με τις δραστηριότητες της αιρέσεως) και την άφηνε μόνη της, με συνέπεια να φοβάται και να τρέμει.
Κατόπιν τούτων το Εφετείο της πόλεως Καουνας ανέθεσε την γονική μέριμνα και των δυο τέκνων εις τον πατέρα. Η προσφεύγουσα ήσκησε αναίρεση ενώπιον του Λιθουανικού Ακυρωτικού, το οποίο και την απέρριψε επικυρώσαν την εφετειακή απόφαση. Εναντίον της τελευταίας αυτής αποφάσεως η προσφεύγουσα ήσκησε προσφυγή εις το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προβάλλουσα ότι δια της αποφάσεως αυτής παρεβιάσθη σειρά ατομικών της δικαιωμάτων προβλεπομένων υπό της Ευρωπαϊκης Συμβάσεως Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ) και ειδικώτερον το δικαίωμα επί του ιδιωτικού βίου (άρθρον 8 της ΕΣΔΑ), το δικαίωμα της απαγορεύσεως διακρίσεων (άρθρον 14 της ΕΣΔΑ) και το δικαίωμα επί της θρησκευτικής ελευθερίας (άρθρον 9 της ΕΣΔΑ). Επικαλείται δε τις παραβιάσεις αυτές ισχυριζομένη, ότι δεν είναι δυνατόν, να υφίσταται δυσμενείς συνέπειες εκ του ότι μετέβαλε θρήσκευμα. Η προσφυγή της όμως απερρίφθη, δια τους λόγους που παραθέτει η ακολουθούσα απόφαση. Υπ' όψιν ότι οι θυγατέρες του (πρώην) ζεύγους αναφέρονται στην ακολουθούσα απόφαση με τα αρχικά τους, ήτοι «IG» η γεννηθείσα το 1995 και «AG» η γεννηθείσα το 1996 (παρατίθεται εν συνεχεία το πλήρες κείμενο της αποφάσεως εις Ελληνικήν μετάφρασιν από την § 33 έως τέλος).


Ι. Εκτίμηση του Δικαστηρίου

1. Επί του παραδεκτού
33. Το Δικαστήριο θεωρεί, ότι οι επικαλούμενοι λόγοι της προσφευγούσης επί των άρθρων 8 και 14 της Συμβάσεως δεν είναι εμφανώς εσφαλμένοι κατά την έννοιαν του άρθρου 35 § 3 εν προκειμένω. Επισημαίνει περαιτέρω, ότι δεν τ τυγχάνουν απαράδεκτοι δι' άλλην αιτίαν. Πρέπει επομένως να θεωρηθούν παραδεκτοί.

2. Εκτίμηση  
34. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει, ότι το άρθρο 14 της Συμβάσεως συμπληρώνει τις άλλες ουσιώδεις διατάξεις της Συμβάσεως και των Πρωτοκόλλων της. Δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη καθ' όσον επενεργεί μόνον εν συνδυασμώ προς «τα άλλα δικαιώματα και ελευθερίες», που κατοχυρούνται από τις διατάξεις αυτές. Παρ' ότι η εφαρμογή του άρθρου 14 δεν προϋποθέτει κάποια παραβίαση των διατάξεων αυτών και από αυτής της πλευράς είναι αυτόνομο, δεν υπάρχει περίπτωση εφαρμογής του, εκτός εάν τα δεδομένα της υποθέσεως εμπίπτουν εις τον σκοπόν μιας ή περισσοτέρων εξ αυτών (βλέπε μεταξύ άλλων απόφαση Carnp and Bourini κατά Ολλανδίας, Νο 28369/95 § 34 ECHR 2000-Χ).
(α) Εάν τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως εμπίπτουν εις τον σκοπόν του άρθρου 8 της Συμβάσεως
35. Επεσημάνθη εν αρχή, ότι εις την παρούσα περίπτωση οι δύο θυγατέρες ζούσαν με την μητέρα τους από της γεννήσεώς τους μέχρι την της αναθέσεως της προσωρινής γονικής μέριμνας της θυγατρός IG εις τον πατέρα, ήτοι την 29ην Σεπτεμβρίου 2003. Υπό τις περιστάσεις αυτές το Δικαστήριο θεωρεί, ότι η επακολουθήσασα απόφαση , η οποία ανέθεσε εφεξής την γονική μέριμνα αμφοτέρων των θυγατέρων εις τον πατέρα, αποτελεί επέμβαση εις το δικαίωμα της προσφευγούσης σεβασμού του οικογενειακού της βίου και δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς ως δικαστική λύση αναγκαία σε κάποιο διαζύγιο. Η υπόθεση επομένως εμπίπτει εις τον σκοπόν του άρθρου 8 της Συμβάσεως (βλέπε ως άνω αναφερομένη απόφαση Hoffman κατά Αυστρίας § 29 και απόφαση Palau-Martinez κατά Γαλλίας Νο 64927/01 § 30 ECHR 2003-ΧΙΙ).
(β) Εάν η προσφεύγουσα και ο πρώην σύζυγός της ευρίσκοντο εις ανάλογον ή ουσιωδώς συγκρίσιμη κατάσταση αλλά υπήρξαν αντικείμενο διαφορετικής μεταχειρίσεως.
36. Το Δικαστήριο περαιτέρω επισημαίνει, ότι το αρθρον 14 εφαρμόζεται, όταν ένας προσφεύγων έχει αποδείξει, ότι έναντι άλλου προσώπου ευρισκομένου σε συγκρίσιμη θέση προς αυτόν, υπήρξε χωρίς σοβαρό λόγο αντικείμενο διαφορετικής μεταχειρίσεως επί δικαιώματός του προστατευομένου από την Σύμβαση. (βλέπε αποφ. Ismailova κατά Ρωσίας Νο 37614/02 § 49 της 29.11.2007).
37. Δεν εμπίπτει εις την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να υποκαταστήσει το ίδιο τις αρμόδιες Λιθουανικές αρχές και να ρυθμίσει τα της γονικής μέριμνας και τα της επικοινωνίας στην Λιθουανία, αλλά μόνον να εξέταση από πλευράς Συμβάσεως τις αποφάσεις , τις οποίες έλαβαν οι αρχές αυτές κάνοντας χρήση του περιθωρίου εκτιμήσεως τους. Ο,τι ενδιαφέρει το Δικαστήριο, είναι, εάν κατ' άρθρον 8 είναι σχετικοί και επαρκείς οι επικαλούμενοι λόγοι προς αιτιολόγηση των ληφθέντων μέτρων εν σχέσει προς το δικαίωμα της προσφευγούσης σεβασμού του οικογενειακού της βίου (βλέπε αποφ. Hokkanen κατά Φινλανδίας της 23.9.1994 § 55 Series Α Νο 299-Α. Kutzner κατά Γερμανίας Νο 46544/00 § 65 ECHP 2002-1).

38. Ως προς τα πραγματικά περιστατικά της παρούσης υποθέσεως το Δικαστήριο παρατηρεί, ότι τα Λιθουανικά δικαστήρια καθορίζοντα τον τόπον διαμονής των IG και AG προέβησαν εις μιαν εις βάθος ανάλυση των ορθών συμφερόντων των τέκνων. Το Δικαστήριο ιδιαιτέρως εντυπωσιάσθηκε από την έμφαση που έδωσε το Ακυρωτικό επί των απόψεων των τέκνων, τα οποία, εις όλα τα στάδια της διαδικασίας εξέφρασαν την έντονη επιθυμία, να ζήσουν μαζί με τον πατέρα τους. Η AG ιδίως επεσήμανε, ότι η προσφεύγουσα δεν έδειχνε πραγματικό ενδιαφέρον δι' αυτήν. Το Δικαστήριο επισημαίνει, ότι οι «εξπαίρ» επί της παιδικής προστασίας είχαν χαρακτηρίσει τις συνθήκες διαβιώσεως που επεφύλασσε η προσφεύγουσα εις την θυγατέρα της AG ως «ανασφαλείς» κυρίως λόγω ελλείψεως ιδιωτικού βίου, εκ του ότι η AG εγκαταλειπόταν μόνη της και φοβόταν, ότι η μητέρα της δεν θα την εφρόντιζε δεόντως. Ο πατέρας, αντιθέτως, ήταν ικανός να εξασφαλίσει πιο κατάλληλες συνθήκες διαβιώσεως. Τελικώς το Δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψιν την πολιτική που ακολουθήθηκε εις την παρούσαν υπόθεση, εις το να μην χωρισθούν δυο αδέλφια, ιδίως όταν έχουν στενούς συναισθηματικούς δεσμούς.
 39. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου η αιτιολογία των Λιθουανικών δικαστηρίων αποδεικνύει σαφώς, ότι αφορούσε το συμφέρον των τέκνων, το οποίο ελήφθη υπ' όψιν πρωτίστως. Συμπεραίνει ότι αυτή η αιτιολογία ήταν δόκιμη και επαρκής, μακράν παντός στοιχειού αυθαιρεσίας.
40. Το Δικαστήριο τώρα στρέφεται προς τον ισχυρισμόν της προσφευγούσης, ότι τα λιθουανικά δικαστήρια εφήρμοσαν διακρίσεις εις βάρος της λόγω των θρησκευτικών της πεποιθήσεων. Εν τούτοις έχον ερευνήσει εν λεπτομέρεια τις αποφάσεις των λιθουανικών δικαστηρίων, το Δικαστήριο αποφαίνεται, ότι κατ' αντίθεση προς την απόφαση Palau-Martinez, δεν μπορεί να λεχθεί, ότι τα εθνικά δικαστήρια απεφάνθησαν επί της παρούσης υποθέσεως επί τη βάσει των θρησκευτικών απόψεων της προσφευγούσης. Μπορεί να εξαχθεί εκ των δικαστικών αποφάσεων, ότι το κύριο ενδιαφέρον τους ήταν το ορθό συμφέρον των παιδιών, το οποίο ελήφθη υπ' όψιν εκ των δεδομένων που αναφέρονται ανωτέρω εις την § 38. Είναι αληθές, ότι σε δύο παραγράφους των εθνικών δικαστηρίων ανεφέρθησαν οι θρησκευτικές πεποιθήσεις της προσφευγούσης. Εν τούτοις το κείμενο αυτό ήταν μια μεμονωμένη αναφορά και ήταν άσχετο προς την ικανότητα της προσφευγούσης να μεριμνήσει δια τα τέκνα της.
41. Επι πλέον' το Ανώτατο Δικαστήριο ρητώς διέκρινε την παρούσαν υπόθεση από τις προηγούμενες αποφάσεις «Hoffmann» και «Palau- Martinez» (βλέπε ανωτέρω), εις τις οποίες η παραβίαση του άρθρου 8 εν συνδυασμό και προς το άρθρον 14 διεπιστώθη, λόγω του δεδομένου, ότι τα δικαιώματα διαμονής καθορισθήκαν επί των θρησκευτικών πεποιθήσεων του προσφεύγοντος. Το Δικαστήριο συμμερίζεται την άποψη του Ανωτάτου Δικαστηρίου και επισημαίνει, ότι η καταλληλότης της προσφευγούσης να έχει τις θυγατέρες της να ζουν μαζί της δεν εκτιμήθηκε αναιτιολογήτως. (βλέπε σχετικώς αποφ. «Palau-Martinez», παραπεμπομένην ανωτέρω § 42-43). Εν αντιθέσει προς την απόφαση «Hoffman» (ανωτέρω § 32) τα εθνικά δικαστήρια δεν επέβαλαν κάποιο ιδιαίτερο βάρος εις τον θρησκευτικόν προσανατολισμόν της προσφευγούσης ούτε τον εθεώρησαν αρνητικόν εις βάρος της. Εν συνόψει, τίποτε εις την παρούσαν υπόθεση αφορών την αιτιολογίαν των λιθουανικών δικαστηρίων δεν προδίδει, ότι θα απεφάσιζαν διαφορετικά, εάν δεν ανέκυπτε θέμα θρησκευτικών πεποιθήσεων της προσφευγούσης.
42. Υπό τις περιστάσεις αυτές το Δικαστήριο δεν δύναται, παρά να καταλήξει , εις το ότι, υπήρξε μια εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ των μέσων που εχρησιμοποιήθησαν και του θεμιτού σκοπού, που ευλόγως επεδιώχθη (βλέπε, αντιθέτως, αποφ. «Hoffmαnn» ανωτέρω § 36 και αποφ. «Pαlαu-Mαrtinez» ανωτέρω § 42-43).

43. Υπό το φως των προαναφερομένων εκτιμήσεων, το Δικαστήριο αποφαίνεται, ότι οποιαδήποτε διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ των γονέων ενέχει αντικειμενικήν και εύλογον αιτιολογίαν. Επομένως δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 της Συμβάσεως εν συνδυασμώ και προς το άρθρον 14.
44. Η προσφεύγουσα προβάλλει, ότι υπήρξε επέμβαση εις την θρησκευτικήν της ελευθερία εν τη εννοία του άρθρου 9 της Συμβάσεως και ότι η επέμβαση αυτή υπήρξε διακριτική εν τη εννοία του άρθρου 9 εν συνδυασμώ προς το άρθρον 14. Επίσης προβάλλει, ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 λαμβανομένου υπ' όψιν αυτοτελώς.
45. Το Δικαστήριο θεωρεί, ότι δεν ανακύπτει θέμα χωριστής εκτιμήσεως των εν λόγω διατάξεων, εφ' όσον τα σχετικά πραγματικά περιστατικά είναι τα ίδια με τον λόγο που προβάλλεται επί του άρθρου 8 εξεταζομένου εν συνδυασμώ προς το άρθρον 14, του οποίου δεν διεπιστώθη παραβίαση.
ΙΙΙ. Άλλοι προβαλλόμενοι λόγοι παραβιάσεως της Συμβάσεως
46. Τελικώς επικαλουμένη το άρθρον 6 της Συμβάσεως η προσφεύγουσα παραπονείται, διότι τα δικαστήρια δεν εμερίμνησαν να προστατεύσουν τα τέκνα της από την καταπίεση εκ της διαδικασίας του δικαστηρίου, η οποία επέτρεψε να εξετασθούν οι κόρες της, οι οποίες ήσαν ανήλικες.
47. Αναγνωρίζοντας ότι η δικαστική διαδικασία θα μπορούσε να ζητηθεί δια παιδιά, το Δικαστήριο δεν ευρίσκει τίποτε εις την παρούσαν υπόθεση, που να δικαιολογεί, ότι οι εγγυήσεις του άρθρου 6 δεν ετηρήθησαν κατά την διάρκεια της διαδικασίας. Το μόνο που μπορεί να λεχθεί, είναι, ότι οι λιθουανικές και οι διεθνείς διατάξεις προστασίας των δικαιωμάτων των παιδιών δίδουν ιδιαιτέραν σημασίαν εις το δικαίωμα του παιδιού να ακούγεται, όταν τα συμφέροντα του κινδυνεύουν (βλέπε §§ 25-27 και 29 ανωτέρω). Στις περιπτώσεις αυτές το παράπονο της προσφευγούσης πρέπει να απορριφθεί ως εσφαλμένο συμφώνως προς το άρθρον 35 § 3 και 4 της Συμβάσεως.

ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΟΜΟΦΩΝΩΣ:

1.- Θεωρεί τον επικαλούμενον λόγον περί παραβιάσεως του άρθρου 8 της Συμβάσεως εν συνδυασμώ και προς το άρθρον 14 παραδεκτόν.

2.- Θεωρεί το υπόλοιπο μέρος της προσφυγής μη παραδεκτό.

3.- Κρίνει, ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 της Συμβάσεως, εν συνδυασμώ προς το άρθρον 14.

3.- Κρίνει, ότι δεν ανακύπτει ιδιαίτερος λόγος εξετάσεως του άρθρου 8 της Συμβάσεως εξεταζομένου αυτοτελώς ή του άρθρου 9 εξεταζομένου αυτοτελώς ή εν συνδυασμώ προς το άρθρον 14.

Συνετάγη εις την Αγγλικήν και κοινοποιήθηκε γραπτώς την 27ην Ιουλίου 2010, συμφώνως προς τον Κανόνα 77 § 2 και 3 του Κανονισμού του Δικαστηρίου.
Stanley Naismith                                           Franςοίse Tulkens
Γραμματευς                                                          Πρόεδρος

ΣΧΟΛΙΟ
Περί το έτος 1985 τα αυστριακά δικαστήρια ανέθεσαν την γονική μέριμνα των τέκνων εις τον πατέρα (Χριστιανόν το θρήσκευμα) κατόπιν διαζυγίου, επί τω λόγω ότι η μητέρα είχε προσχωρήσει εις την αίρεση των Μαρτύρων του Ιεχωβά και τυχόν ανάθεση της γονικής μέριμνας εις αυτήν θα είχε ως συνέπεια, επί μεν πιθανής ασθενείας των τέκνων η μητέρα να μην επιτρέψει την εις αυτά μετάγγιση αίματος με κίνδυνο να επέλθει ο θάνατός τους, κατά δε τα λοιπά θα είχε ως συνέπεια τα τέκνα να οδηγηθούν εις μίαν «περιθωριακήν ζωή», την οποίαν επιβάλλει εις τους οπαδούς της η αίρεση αυτή. Η μητέρα προσέφυγε κατόπιν τούτου εις το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και εζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως αυτής των αυστριακών δικαστηρίων, επί τω λόγω ότι μόνον η υπό της ιδίας αλλαγή θρησκευτικών πεποιθήσεων δεν μπορεί να επιφέρει δυσμενείς συνέπειες εις βάρος της (δηλ. στέρηση της γονικής μέριμνας των τέκνων της). Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο διά της από 23.6.1993 αποφάσεώς του (υπόθεση Hoffmann κατά Αυστρίας, Σειρά Α Νο 225-C σ. 25) έκανε δεκτή την προσφυγή της και εδέχθη, ότι πράγματι ο μεταβάλλων θρήσκευμα δεν επιτρέπεται να υφίσταται μόνον εκ του λόγου τούτου δυσμενείς συνέπειες εις βάρος του, ως είναι η στέρηση της γονικής μερίμνης των τέκνων. Τα ίδια ακριβώς εδέχθη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και διά της από 16.12.2003 αποφάσεώς του (υπόθεση Palau-Martinez κατά Γαλλίας, προσφυγή Νο 64927/01 ECHR 2003 ΧΙΙ).
Κατόπιν των ως άνω αποφάσεων επικρατούσε η εντύπωση εις τον νομικόν κόσμο (που ασχολείται με τα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων), ότι η εν λόγω θέση του Δικαστηρίου τούτου επί του προκειμένου σημείου επαγιώθη οριστικώς και ότι επί διαζυγίου διά λόγους θρησκευτικών πεποιθήσεων δεν υπάρχει πλέον περίπτωση αρνήσεως αναθέσεως γονικής μέριμνας εις τον γονέα που «αλλαξοπίστησε». Μάλιστα δε η θέση αυτή τοι Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου είχε κατακριθεί, διότι πράγματι υπήρχαν «τρανταχτά» παραδείγματα τέκνων που εδίδοντο εις τον αιρετικόν γονέα, με συνέπειαν την περιέλευσή τους σε πολύ δυσμενή θέση και ενίοτε τραγική. Φαίνεται, κατόπιν τούτου, ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αντελήφθη τι συμβαίνει εν προκειμένω και διά της σχολιαζομένης απο- φάσεώς του μετέβαλε νομολογία (κάτι που μάλλον δεν αναμενόταν). Έτσι διά της σχολιαζομένης ως άνω αποφάσεώς του ήδη απεφάνθη, ότι ορθώς η γονική μέριμνα και των δύο τέκνων διαζευγμένου ζεύγους (λόγω προσχωρήσεως της μητέρας εις αίρεση «προβληματική») ανετέθη εις τον πατέρα και όχι εις την μητέρα, διότι πράγματι αυτό ήταν το συμφέρον των τέκνων, διότι διεπιστώθη, ότι πράγματι το ένα τέκνο που ζούσε με την μητέρα εξ αιτίας των συνθηκών διαβιώσεως που είχε επιβάλει η επίμαχη αίρεση διήγε βίο καταπιεστικό και μάλιστα με φοβικά σύνδρομα καταστροφικά δι' ένα τέκνο τόσο μικράς ηλικίας (εννέα χρονών). Εβασίσθη δε εις το δεδομένο, ότι τα εθνικά δικαστήρια ανέθεσαν την γονική μέριμνα εις τον (μη «αλλαξοπιστήσαντα») πατέρα, όχι διότι η μητέρα απλώς μετέβαλε θρησκευτικές απόψεις, αλλά κυρίως διότι αυτό επέβαλε η υποχρέωση καλής διαβιώσεως των τέκνων, εν όψει της διεξαχθείσης ερεύνης επί των γεγονότων. Έτσι λοιπόν απέρριψε την προσφυγή της (προσχωρησάσης εις αίρεση) μητέρας και δεν εδέχθη ως ορθόν τον ισχυρισμόν της, ότι τα εθνικά δικαστήρια ανέθεσαν την γονική μέριμνα εις τον πατέρα απλώς και μόνον, επειδή η μητέρα μετέβαλε θρησκευτικές πεποιθήσεις επικαλουμένη την (ad hoc κατά την άποψή της) προϋπάρχουσα νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, την οποίαν και προαναφέραμε.
Η εν προκειμένω επομένως νεωτέρα απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου επί του προαναφερομένου θέματος επιλύει ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα και θέτει τα πράγματα εις την ορθήν τους βάση, διότι η παρούσα περίπτωση (προσχωρήσεως του ενός γονέως εις αίρεση και επιδίωξή του να προσηλυτίσει εις αυτήν και τα τέκνα του έναντι οιουδήποτε τιμήματος) είναι πολύ σοβαρή και δημιουργεί εξ ίσου σοβαρά οικογενειακά προβλήματα, ιδία εάν πρόκειται περί αιρέσεων «προβληματικών» ή «επικινδύνων», οι οποίες κατά τον κοινόν νουν δεν ταυτίζονται με τις παραδοσιακές θρησκείες και δεν είναι δυνατόν να διεκδικούν σεβασμόν των ατομικών τους δικαιωμάτων, όταν οι ίδιες δεν αναγνωρίζουν παρόμοια δικαιώματα εις τους οπαδούς τους. Αξίζουν επομένως (καθ' ημάς) εις το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου συγχαρητήρια διό την πολύ σπουδαία αυτήν απόφαση, που εξέδωσε.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΡΙΠΠΑΣ
Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου

ΠΗΓΗ: ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ  τόμος 58, τεύχος 7, σ.1815- 1820

Δεν υπάρχουν σχόλια: